Υπόθεση C-470/08
Kornelis van Dijk
κατά
Gemeente Kampen
(αίτηση του Gerechtshof te Arnhem
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου ορισμένων συστημάτων ενισχύσεων – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Σύστημα ενιαίας ενισχύσεως – Μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως – Λήξη της συμβάσεως μισθώσεως – Υποχρεώσεις του μισθωτή και του εκμισθωτή»
Περίληψη της αποφάσεως
Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων – Σύστημα ενιαίας ενισχύσεως
(Κανονισμός 1782/2003 του Συμβουλίου, άρθρα 1, δεύτερη περίπτωση, 2, στοιχεία α΄ και γ΄, 33 § 1, στοιχείο α΄, 36 § 1, 43 § 1 και 46· κανονισμός 795/2004 της Επιτροπής)
Ουδεμία διάταξη των κανονισμών 1782/2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στηρίξεως στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στηρίξεως για τους γεωργούς, και 795/2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως που προβλέπεται στον κανονισμό 1782/2003, ορίζει ότι ο μισθωτής οφείλει, όταν λήξει η μίσθωση, να παραδώσει στον εκμισθωτή τις μισθωμένες γαίες μαζί με τα δικαιώματα ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές ή έχουν σχέση με αυτές.
Απεναντίας, τόσο από τους σκοπούς όσο και από το όλο σύστημα του κανονισμού 1782/2003 προκύπτει ότι, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, τα δικαιώματα ενισχύσεως διατηρούνται από τον μισθωτή όταν λήξει η μίσθωση.
Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1782/2003, το σύστημα ενιαίας ενισχύσεως αποτελεί εισοδηματική ενίσχυση των γεωργών της οποίας σκοπός είναι να διασφαλιστεί ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο του γεωργικού πληθυσμού. Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, τα δικαιώματα ενισχύσεως που παρέχονται στον γεωργό στο πλαίσιο του συστήματος ενιαίας ενισχύσεως εξαρτώνται από τον αριθμό εκταρίων που διέθετε κατά την περίοδο αναφοράς καθώς και από τις ενισχύσεις που του χορηγήθηκαν βάσει των συστημάτων στηρίξεως που αφορά το παράρτημα του εν λόγω κανονισμού. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ορίζει ότι η ενίσχυση που χορηγείται βάσει του συστήματος ενιαίας ενισχύσεως καταβάλλεται για τα δικαιώματα ενισχύσεως που συνοδεύονται από ίσο αριθμό επιλεξίμων εκταρίων. Αντιθέτως, από το εν λόγω άρθρο ουδόλως προκύπτει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως συνδέονται με συγκεκριμένα αγροτεμάχια, και ειδικότερα με εκείνα που ο γεωργός διέθετε κατά την περίοδο αναφοράς.
Το άρθρο 46 του κανονισμού 1782/2003, το οποίο διέπει τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως σύμφωνα με τον σκοπό που αναφέρει η τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, ορίζει μεταξύ άλλων, στην παράγραφό του 2, ότι σε περίπτωση μισθώσεως ή οποιασδήποτε παρόμοιας συναλλαγής η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από τη μεταβίβαση αναλόγου αριθμού επιλεξίμων εκταρίων. Η διάταξη αυτή επιδιώκει να αποφευχθούν, σύμφωνα με τον σκοπό που αναφέρει η εν λόγω τριακοστή αιτιολογική σκέψη, οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σώρευση δικαιωμάτων ενισχύσεως που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Επί πλέον, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 2, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού αυτού, το σύστημα ενιαίας ενισχύσεως προορίζεται για τους γεωργούς, δηλαδή για τα πρόσωπα που ασκούν γεωργική δραστηριότητα, η οποία συνίσταται στην παραγωγή, στην εκτροφή ή στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στη διατήρηση της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση. Πάντως, ο εκμισθωτής γαιών δεν είναι αναγκαστικά γεωργός υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του εν λόγω κανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να περιέρχονται οπωσδήποτε στον εκμισθωτή τα δικαιώματα ενισχύσεως όταν λήγει η μίσθωση, θα είχε θεσπίσει τέτοια διάταξη.
Κατά συνέπεια, το κοινοτικό δίκαιο δεν υποχρεώνει τον μισθωτή, όταν λήξει η μίσθωση, να παραδώσει στον εκμισθωτή τις μισθωμένες γαίες συνοδευόμενες από τα δικαιώματα ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές ή έχουν σχέση με αυτές, ούτε να του καταβάλει αποζημίωση.
(βλ. σκέψεις 25-28, 30, 32, 34-38, 43 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 21ης Ιανουαρίου 2010 (*)
«Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου ορισμένων συστημάτων ενισχύσεων – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Σύστημα ενιαίας ενισχύσεως – Μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως – Λήξη της συμβάσεως μισθώσεως – Υποχρεώσεις του μισθωτή και του εκμισθωτή»
Στην υπόθεση C‑470/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσα από το Gerechtshof te Arnhem (Κάτω Χώρες) με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 3 Νοεμβρίου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Kornelis van Dijk
κατά
Gemeente Kampen,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο του πρώτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, A. Borg Barthet (εισηγητή) και M. Ilešič, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
– o K. van Dijk, εκπροσωπούμενος από τον J. van Mierlo, advocaat,
– ο Gemeente Kampen, εκπροσωπούμενος από τον G. Μ. F. Snijders, advocaat,
– η Ολλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από την C. Wissels και τον M. de Grave,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Lumma,
– η Ελληνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις E. Λευθεριώτου και A. Βασιλοπούλου,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την F. Clotuche-Duvieusart και τον B. Burggraaf,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία τόσο του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στηρίξεως στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στηρίξεως για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (EE L 270, σ. 1, και διορθωτικό EE 2004, L 94, σ. 70), όσο και του κανονισμού (ΕΚ) 795/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως που προβλέπεται στον κανονισμό 1782/2003 (EE L 141, σ. 1).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Κ. van Dijk και του Gemeente Kampen (Δήμου του Kampen) σχετικά με τη φύση και την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από μια σύμβαση αγρομισθώσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
Ο κανονισμός 1782/2003
3 Ο κανονισμός 1782/2003 θεσπίζει, μεταξύ άλλων, ένα σύστημα εισοδηματικής ενισχύσεως των γεωργών. Το σύστημα αυτό ορίζεται, στο άρθρο 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού αυτού, ως «καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης».
4 Κατά την εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1782/2003:
«Τα καθεστώτα στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής προβλέπουν άμεση στήριξη του εισοδήματος, ιδιαίτερα προκειμένου να εξασφαλισθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο ζωής για τη γεωργική κοινότητα. Ο στόχος αυτός συνδέεται στενά με τη συντήρηση των γεωργικών περιοχών. Προκειμένου να αποφευχθεί η ανορθολογική κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων, δεν θα πρέπει να παρέχονται ενισχύσεις στους γεωργούς εκείνους που δημιούργησαν τεχνητά τις συνθήκες που απαιτούνται για να λάβουν τέτοιες ενισχύσεις.»
5 Στην εικοστή ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού εκτίθενται:
«Προκειμένου να καθορισθεί το ποσό που θα δικαιούται ο γεωργός στα πλαίσια του νέου καθεστώτος, ενδείκνυται να γίνει αναφορά στα ποσά που έχει λάβει κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν ιδιαίτερες καταστάσεις, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα εθνικό απόθεμα. Το απόθεμα αυτό είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί επίσης για να διευκολυνθεί η συμμετοχή νέων γεωργών στο καθεστώς. Η ενιαία ενίσχυση θα πρέπει να καθιερωθεί στο επίπεδο της γεωργικής εκμετάλλευσης.»
6 Η τριακοστή αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού αναφέρει μεταξύ άλλων:
«Το συνολικό ποσό το οποίο δικαιούται να λάβει μια γεωργική εκμετάλλευση θα πρέπει να χωρίζεται σε μερίδια (τα δικαιώματα) και να συνδέεται με ορισμένη επιλέξιμη έκταση, που απομένει να καθορισθεί, προκειμένου να διευκολύνεται η μεταβίβαση των δικαιωμάτων πριμοδότησης. Προκειμένου να αποφευχθούν οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις που θα οδηγήσουν σε σώρευση δικαιωμάτων τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, θα πρέπει, να προβλεφθεί, για τη χορήγηση της ενίσχυσης, συσχέτιση μεταξύ των δικαιωμάτων και ορισμένου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων […]».
7 Κατά το άρθρο 2 του ίδιου κανονισμού:
«α) “γεωργός”: [είναι] φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων [που] ασκεί γεωργική δραστηριότητα·
[…]
γ) “γεωργική δραστηριότητα”: [είναι] η παραγωγή, η εκτροφή ή η καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων της συγκομιδής, της άμελξης, της αναπαραγωγής και εκτροφής ζώων για γεωργική εκμετάλλευση, ή της διατήρησης της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση, όπως ορίζεται στο άρθρο 5·
[...]».
8 Ο επιγραφόμενος «Καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης» τίτλος III του κανονισμού 1782/2003 περιέχει, στα κεφάλαιά του 1 έως 4, τους βασικούς κανόνες που έχουν εφαρμογή επί αυτού του συστήματος «αποσυνδεδεμένης» από την παραγωγή εισοδηματικής ενισχύσεως των γεωργών. Από τα άρθρα 33, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, 37, παράγραφος 1, 38 και 41 του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι οι γεωργοί που, κατά τη διάρκεια περιόδου αναφοράς που περιλαμβάνει τα ημερολογιακά έτη 2000 έως 2002, έλαβαν ενίσχυση βάσει τουλάχιστον ενός από τα συστήματα ενισχύσεων που αφορά το παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού δικαιούνται να λάβουν ενίσχυση υπολογιζόμενη βάσει ενός ποσού αναφοράς το οποίο λαμβάνεται, για κάθε γεωργό, με βάση τον ετήσιο μέσο όρο, κατά την περίοδο αυτή, όλων των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει των συστημάτων αυτών.
9 Το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ορίζει:
«Η ενίσχυση με βάση το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης καταβάλλεται ανάλογα με τα δικαιώματα ενίσχυσης όπως ορίζεται στο κεφάλαιο 3, που συνοδεύονται από ίσο αριθμό επιλέξιμων εκταρίων όπως ορίζεται στο άρθρο 44, παράγραφος 2.»
10 Το κεφάλαιο 3 του τίτλου III του κανονισμού 1782/2003 περιέχει το τμήμα 1 το οποίο επιγράφεται «Δικαιώματα ενίσχυσης με βάση την έκταση». Το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, το οποίο ανήκει στο τμήμα αυτό, ορίζει μεταξύ άλλων:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 48, κάθε γεωργός λαμβάνει δικαίωμα ενίσχυσης ανά εκτάριο που υπολογίζεται από τη διαίρεση του ποσού αναφοράς με τον τριετή μέσο αριθμό όλων των εκταρίων τα οποία κατά την περίοδο αναφοράς έδωσαν δικαίωμα στις άμεσες ενισχύσεις του παραρτήματος VI.
Ο συνολικός αριθμός δικαιωμάτων ενίσχυσης είναι ίσος προς τον προαναφερόμενο μέσο αριθμό εκταρίων.
[…]»
11 Κατά το άρθρο 44 του εν λόγω κανονισμού:
«1. Κάθε δικαίωμα ενίσχυσης που συνοδεύεται από επιλέξιμο εκτάριο γεννά δικαίωμα καταβολής του ποσού που καθορίζεται στο δικαίωμα ενίσχυσης.
2. Ο όρος “επιλέξιμα εκτάρια” σημαίνει κάθε γεωργική έκταση της εκμετάλλευσης που καλύπτεται από αρόσιμη γη και μόνιμους βοσκοτόπους εκτός από εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες, δάση ή εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες.
3. Ο γεωργός δηλώνει τα αγροτεμάχια που αντιστοιχούν στο επιλέξιμο εκτάριο που συνοδεύει κάθε δικαίωμα ενίσχυσης. Πλην περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων, τα αγροτεμάχια αυτά βρίσκονται στη διάθεση του γεωργού για χρονική περίοδο τουλάχιστον 10 μηνών από ημερομηνία που θα καθορίσουν τα κράτη μέλη, όχι όμως ενωρίτερα από την 1η Σεπτεμβρίου του ημερολογιακού έτους το οποίο προηγείται του έτους υποβολής της αίτησης για συμμετοχή στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης.
4. Τα κράτη μέλη δύνανται, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να επιτρέπουν στον γεωργό να τροποποιήσει τη δήλωσή του, υπό τον όρον ότι παραμένει στον αριθμό εκταρίων που αντιστοιχούν στα δικαιώματα ενίσχυσής του και τους όρους χορήγησης της ενιαίας ενίσχυσης για την περιοχή για την οποία πρόκειται.»
12 Το άρθρο 46 του κανονισμού 1782/2003, το οποίο επιγράφεται «Μεταβίβαση δικαιωμάτων ενίσχυσης», ορίζει:
«1. Τα δικαιώματα ενίσχυσης μπορούν να μεταβιβάζονται μόνο σε άλλο γεωργό εγκατεστημένο στο ίδιο κράτος μέλος, πλην της περιπτώσεως μεταβίβασης υφισταμένης ή αναμενόμενης κληρονομιάς.
[…]
2. Τα δικαιώματα ενίσχυσης είναι δυνατόν να μεταβιβάζονται με πώληση ή με οποιαδήποτε άλλη οριστική μεταβίβαση, συνοδευόμενα ή μη από γη. Αντίθετα, η χρονομίσθωση ή συναλλαγή παρόμοιου τύπου επιτρέπεται μόνον εάν η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενίσχυσης συνοδεύεται και από τη μεταβίβαση ισοδύναμου αριθμού επιλέξιμων εκταρίων.
Πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 4, ένας γεωργός μπορεί να μεταβιβάζει τα δικαιώματα ενίσχυσής του χωρίς γη μόνον αφού χρησιμοποιήσει, κατά την έννοια του άρθρου 44, τουλάχιστον το 80 % των δικαιωμάτων του κατά τη διάρκεια ενός τουλάχιστον ημερολογιακού έτους ή, αφού παραδώσει οικειοθελώς στο εθνικό απόθεμα όλα τα δικαιώματα ενίσχυσης που δεν έχει χρησιμοποιήσει κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης.
3. Σε περίπτωση πώλησης δικαιωμάτων ενίσχυσης, με ή χωρίς γη, τα κράτη μέλη μπορούν, σεβόμενα τη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, να αποφασίζουν ότι μέρος των πωλούμενων δικαιωμάτων ενίσχυσης επιστρέφεται στο εθνικό απόθεμα ή ότι η μοναδιαία αξία τους μειώνεται υπέρ του εθνικού αποθέματος, σύμφωνα με κριτήρια που θα καθορίσει η Επιτροπή με τη διαδικασία του άρθρου 144, παράγραφος 2.»
13 Οι διατάξεις του επιγραφόμενου «Περιφερειακή και προαιρετική εφαρμογή» κεφαλαίου 5 του τίτλου III του κανονισμού αυτού επιτρέπουν στα κράτη μέλη να αποφασίσουν, μέχρι την 1η Αυγούστου 2004, να εφαρμόσουν ειδικά σε περιφερειακή κλίμακα ή κατά μερικό τρόπο το σύστημα ενιαίας ενισχύσεως που προβλέπεται στα κεφάλαια 1 έως 4 του ίδιου τίτλου III.
14 Βάσει των άρθρων 58, παράγραφοι 1 και 3, και 59, παράγραφοι 1 και 2, του εν λόγω κανονισμού, ένα κράτος μέλος δύναται να προβεί σε «περιφερειοποίηση» του συστήματος ενιαίας ενισχύσεως διαιρώντας το εθνικό ανώτατο όριο όχι ατομικά μεταξύ των γεωργών του κράτους αυτού βάσει των αντίστοιχων ποσών τους αναφοράς, αλλά μεταξύ των διαφόρων περιφερειών που έχει το έδαφός του, και διανέμοντας κατ’ αποκοπήν το εντεύθεν ποσό κάθε περιφερειακού ανωτάτου ορίου σε όλους τους γεωργούς της οικείας περιφέρειας, όπου κάθε ένας από αυτούς λαμβάνει δικαιώματα των οποίων η μοναδιαία αξία υπολογίζεται με διαίρεση του περιφερειακού αυτού ανωτάτου ορίου διά του αριθμού των επιλεξίμων εκταρίων που έχει καθοριστεί σε περιφερειακό επίπεδο.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 1234/2007
15 Το άρθρο 74, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2007, για τη θέσπιση κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών και ειδικών διατάξεων για ορισμένα γεωργικά προϊόντα (ενιαίου κανονισμού ΚΟΑ) (EE L 299, σ. 1), ορίζει:
«Ελλείψει συμφωνίας μεταξύ των μερών, στην περίπτωση αγροτικών μισθώσεων που λήγουν χωρίς δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης με ανάλογους όρους, ή σε περιπτώσεις που γεννούν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα, οι συγκεκριμένες ατομικές ποσοστώσεις μεταβιβάζονται εν όλω ή εν μέρει στους παραγωγούς στους οποίους περιέρχονται, σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζουν τα κράτη μέλη, λαμβάνοντας υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα των μερών.»
Η εθνική ρύθμιση
16 Ούτε ο κανονισμός περί κοινής γεωργικής πολιτικής – εισοδηματική ενίσχυση 2006 (Regeling GLB – inkomenssteun 2006), ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν των κανονισμών 1782/2003 και 795/2004, ούτε ο τίτλος 5 του βιβλίου 7 του αστικού κώδικα, ο οποίος αφορά την αγρομίσθωση, περιέχουν συγκεκριμένες διατάξεις σχετικά με την τύχη που πρέπει να έχουν μετά τη λήξη της μισθώσεως τα δικαιώματα ενισχύσεως που παρασχέθηκαν βάσει του κανονισμού 1782/2003 ή σχετικά με την αξία τους.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
17 Από το 1982 ο Κ. van Dijk μισθώνει διάφορα αγροτεμάχια που ανήκουν στον Gemeente Kampen, των οποίων η συνολική επιφάνεια ανέρχεται σε 34, 236 εκτάρια. Η μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως δεν περιέχει ρήτρα σχετικά με τα συστήματα εισοδηματικής ενισχύσεως ή με τα δικαιώματα ενισχύσεως.
18 Επί πλείστα έτη ο K. van Dijk λάμβανε, δυνάμει των κανονισμών (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (EE L 181, σ. 12), και (ΕΚ) 1251/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (EE L 160, σ. 1), αντισταθμιστικές ενισχύσεις βάσει του συνδεδεμένου με ορισμένες καλλιέργειες συστήματος στηρίξεως των παραγωγών. Κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 1782/2003, του παρασχέθηκαν δικαιώματα ενισχύσεως βάσει των άρθρων 33, παράγραφος 1, 38 και 43, παράγραφοι 1 και 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού αυτού.
19 Μεταξύ του Κ. van Dijk και του Gemeente Kampen ανεφύη διαφορά σχετικά με τη φύση και την έκταση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη μεταξύ τους σύμβαση μισθώσεως.
20 Με απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2007, το Rechtbank Zwolle-Lelystad αποφάνθηκε ότι ο Κ. van Dijk όφειλε, κατά τη λήξη της μισθώσεως, να παραδώσει στον Gemeente Kampen τις μισθωμένες γαίες, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές ή έχουν σχέση με αυτές, έναντι αποζημιώσεως ίσης με το ήμισυ της αξίας των δικαιωμάτων αυτών. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε και ότι ο Κ. van Dijk δεν δύναται να μεταβιβάσει τα εν λόγω δικαιώματα ενισχύσεως χωρίς προηγούμενη συμφωνία του Gemeente Kampen.
21 Με δικόγραφο που επιδόθηκε στις 24 Οκτωβρίου 2007, ο K. van Dijk άσκησε κατά της αποφάσεως αυτής έφεση ενώπιον του Gerechtshof te Arnhem. Κατ’ αυτόν, από τους κανονισμούς 1782/2003 και 795/2004 προκύπτει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως διατηρούνται από τον μισθωτή κατά τη λήξη της μισθώσεως. Επί πλέον, ο K. van Dijk ισχυρίζεται ότι, αντιθέτως προς τις γαλακτοκομικές ποσοστώσεις που κατ’ αρχήν συνδέονται με τις γαίες που ο γαλακτοπαραγωγός ή ο καλλιεργητής χρησιμοποίησε κατά την περίοδο αναφοράς, τα δικαιώματα ενισχύσεως συνδέονται με το πρόσωπο του γεωργού.
22 Ο Gemeente Kampen ισχυρίζεται ότι ούτε ο κανονισμός 1782/2003 ούτε ο κανονισμός 795/2004 διευκρινίζουν τι πρέπει να γίνει με τα δικαιώματα ενισχύσεως όταν λήξει η μίσθωση. Εξ αυτού συνάγει ότι η έννομη σχέση μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή διέπεται από το εθνικό δίκαιο.
23 Εκτιμώντας ότι η έκβαση της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί εξαρτάται από την ερμηνεία της εφαρμοστέας κοινοτικής ρυθμίσεως, το Gerechtshof te Arnhem αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να θέσει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Μήπως, βάσει του κανονισμού 1782/2003 και του κανονισμού 795/2004 ή βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα της αρχής της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ελλείψει σχετικής εθνικής ρυθμίσεως ο μισθωτής έχει την υποχρέωση, όταν λήξει η αγρομίσθωση, να παραδώσει τον μισθωμένο αγρό στον εκμισθωτή περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων ενισχύσεως που συστάθηκαν για, ή έχουν σχέση με, τον αγρό αυτόν;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο [πρώτο] ερώτημα […], μήπως, βάσει του κανονισμού 1782/2003 και του κανονισμού 795/2004 ή βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα της αρχής της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ελλείψει σχετικής εθνικής ρυθμίσεως ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτή αποζημίωση για τα δικαιώματα ενισχύσεως που μεταβιβάστηκαν στον εκμισθωτή, και αν ναι, πρέπει ο εκμισθωτής να αποκαταστήσει ολόκληρη την αξία των δικαιωμάτων αυτών ή μόνο μέρος της αξίας αυτής, και στην τελευταία περίπτωση ποιο μέρος;
3) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο [πρώτο] ερώτημα […], μήπως, βάσει του κανονισμού 1782/2003 και του κανονισμού 795/2004 ή βάσει των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου, και ειδικότερα της αρχής της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ελλείψει σχετικής εθνικής ρυθμίσεως ο μισθωτής έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον εκμισθωτή αποζημίωση για τα δικαιώματα ενισχύσεως που κράτησε ο μισθωτής, και αν ναι, πρέπει ο μισθωτής να αποκαταστήσει ολόκληρη την αξία των δικαιωμάτων αυτών ή μόνο μέρος της αξίας αυτής, και στην τελευταία περίπτωση ποιο μέρος;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
24 Με τα τρία ερωτήματά του, τα οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά στην ουσία αν το κοινοτικό δίκαιο υποχρεώνει τον μισθωτή, όταν λήξει η μίσθωση, να παραδώσει στον εκμισθωτή τις μισθωμένες γαίες συνοδευόμενες από τα δικαιώματα ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές, ή έχουν σχέση με αυτές, ή να του καταβάλει αποζημίωση.
25 Κατ’ αρχάς, διαπιστώνεται ότι ουδεμία διάταξη των κανονισμών 1782/2003 και 795/2004 ορίζει ότι ο μισθωτής οφείλει, όταν λήξει η μίσθωση, να παραδώσει στον εκμισθωτή τις μισθωμένες γαίες μαζί με τα δικαιώματα ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές ή έχουν σχέση με αυτές. Εν προκειμένω, το σύστημα ενιαίας ενισχύσεως διαφοροποιείται από εκείνο των γαλακτοκομικών ποσοστώσεων το οποίο, βάσει του άρθρου 74, παράγραφος 1, του κανονισμού 1234/2007, διέπεται από την αρχή της μεταβιβάσεως των ποσοστώσεων μαζί με την εκμετάλλευση.
26 Απεναντίας, τόσο από τους σκοπούς όσο και από το όλο σύστημα του κανονισμού 1782/2003 προκύπτει ότι, εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, τα δικαιώματα ενισχύσεως διατηρούνται από τον μισθωτή όταν λήξει η μίσθωση.
27 Πρώτον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1782/2003, το σύστημα ενιαίας ενισχύσεως αποτελεί εισοδηματική ενίσχυση των γεωργών της οποίας σκοπός είναι, όπως εκθέτει η εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, να διασφαλιστεί ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο του γεωργικού πληθυσμού. Βάσει του άρθρου 33, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού, πρόσβαση στο σύστημα ενιαίας ενισχύσεως έχουν, μεταξύ άλλων, οι γεωργοί στους οποίους κατά την περίοδο αναφοράς χορηγήθηκε ενίσχυση βάσει τουλάχιστον ενός από τα συστήματα στηρίξεως που αφορά το παράρτημα VI του ίδιου κανονισμού.
28 Κατά το άρθρο 43, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, τα δικαιώματα ενισχύσεως που παρέχονται στον γεωργό στο πλαίσιο του συστήματος ενιαίας ενισχύσεως εξαρτώνται από τον αριθμό εκταρίων που διέθετε κατά την περίοδο αναφοράς καθώς και από τις ενισχύσεις που του χορηγήθηκαν βάσει των εν λόγω συστημάτων στηρίξεως.
29 Επί πλέον, το άρθρο 44, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού αναγνωρίζει την ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ δικαιωμάτων ενισχύσεως και γεωργικών εκτάσεων υπό την έννοια ότι κάθε δικαίωμα ενισχύσεως που αντιστοιχεί σε επιλέξιμο εκτάριο παρέχει την αξίωση να ληφθεί το ποσό που καθορίζεται από το δικαίωμα αυτό.
30 Ακριβώς στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 36, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ορίζει ότι η ενίσχυση που χορηγείται βάσει του συστήματος ενιαίας ενισχύσεως καταβάλλεται για τα δικαιώματα ενισχύσεως που συνοδεύονται από ίσο αριθμό επιλεξίμων εκταρίων.
31 Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από την τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1782/2003, η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου μεταξύ δικαιωμάτων ενισχύσεως και επιλεξίμων εκταρίων σκοπό έχει ειδικά να αποτραπούν οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις που θα οδηγούσαν σε σώρευση δικαιωμάτων ενισχύσεως χωρίς σχέση με την πραγματικότητα.
32 Αντιθέτως, από το εν λόγω άρθρο 36, παράγραφος 1, ουδόλως προκύπτει ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως συνδέονται με συγκεκριμένα αγροτεμάχια, και ειδικότερα με εκείνα που ο γεωργός διέθετε κατά την περίοδο αναφοράς.
33 Έτσι, τελικά εκείνο που έχει σημασία είναι ότι, για τη χορήγηση ενισχύσεως, ο αριθμός των δικαιωμάτων ενισχύσεως που διαθέτει ένας γεωργός πρέπει να αντιστοιχεί σε ανάλογο αριθμό επιλεξίμων εκταρίων, και όχι σε συγκεκριμένα αγροτεμάχια. Επί πλέον, το άρθρο 44, παράγραφος 4, του κανονισμού 1782/2003 ρητώς προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να επιτρέψουν σε έναν γεωργό να τροποποιήσει τη δήλωσή του σχετικά με τα αγροτεμάχια που αντιστοιχούν στις επιλέξιμες εκτάσεις, αρκεί να παραμείνει στον αριθμό εκταρίων που αντιστοιχούν στα δικαιώματά του ενισχύσεως και να πληροί τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενιαίας ενισχύσεως για τις σχετικές εκτάσεις.
34 Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 46 του κανονισμού 1782/2003 διέπει τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως σύμφωνα με τον σκοπό που αναφέρει η τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
35 Ειδικότερα, η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι εκχώρηση δικαιωμάτων ενισχύσεως χωρίς γαίες δύναται να λάβει χώρα μόνο σε περίπτωση οριστικής μεταβιβάσεως. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο γεωργός που μέχρι τότε είχε δικαιώματα ενισχύσεως παραιτείται οριστικά από τις αξιώσεις του με την πώληση σε άλλον γεωργό, ο οποίος στη συνέχεια ενεργοποιεί υπέρ αυτού τα δικαιώματα αυτά. Για να μπορέσει να αξιώσει την καταβολή των εν λόγω δικαιωμάτων, ο σχετικός γεωργός θα πρέπει να έχει, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, επαρκή αριθμό εκταρίων επιλεξίμων γεωργικών γαιών, και τούτο για να διασφαλιστεί ότι η πραγματική κατάσταση δικαιολογεί την καταβολή των δικαιωμάτων.
36 Αντιθέτως, σε περίπτωση μισθώσεως ή οποιασδήποτε παρόμοιας συναλλαγής, η μεταβίβαση των δικαιωμάτων ενισχύσεως επιτρέπεται μόνον υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από τη μεταβίβαση αναλόγου αριθμού επιλεξίμων εκταρίων. Η διάταξη αυτή που περιέχεται στο άρθρο 46, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 επιδιώκει να αποφευχθούν, σύμφωνα με τον σκοπό που αναφέρει η τριακοστή αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, οι κερδοσκοπικές μεταβιβάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σώρευση δικαιωμάτων ενισχύσεως που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
37 Επί πλέον, το άρθρο 46, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 ορίζει ότι, εκτός από τις περιπτώσεις κληρονομικής διαδοχής ή οιονεί κληρονομικής διαδοχής, τα δικαιώματα ενισχύσεως δύνανται να περιέλθουν μόνο σε γεωργό του ίδιου κράτους μέλους. Εν προκειμένω, πρέπει να υπομνησθεί ότι, βάσει των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 33, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1782/2003 και του άρθρου 2, στοιχεία α΄ και γ΄, του κανονισμού αυτού, το σύστημα ενιαίας ενισχύσεως προορίζεται για τους γεωργούς, δηλαδή για τα πρόσωπα που ασκούν «γεωργική δραστηριότητα», η οποία συνίσταται στην παραγωγή, στην εκτροφή ή στην καλλιέργεια γεωργικών προϊόντων ή στη διατήρηση της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση.
38 Πάντως, ο εκμισθωτής γαιών δεν είναι αναγκαστικά γεωργός υπό την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1782/2003. Υπό τις συνθήκες αυτές, αν ο κοινοτικός νομοθέτης είχε θελήσει να περιέρχονται οπωσδήποτε στον εκμισθωτή τα δικαιώματα ενισχύσεως όταν λήγει η μίσθωση, θα είχε θεσπίσει τέτοια διάταξη.
39 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι οι κανονισμοί 1782/2003 και 795/2004 δεν προβλέπουν καμία υποχρέωση για τον γεωργό μισθωτή γαιών να μεταβιβάσει στον εκμισθωτή τα δικαιώματά του ενισχύσεως όταν λήξει η μίσθωση.
40 Ομοίως, δεν ευσταθεί η υπόθεση ότι η αρχή της απαγορεύσεως του αδικαιολογήτου πλουτισμού υποχρεώνει τον γεωργό, όταν λήξει η μίσθωση, να μεταβιβάσει στον εκμισθωτή τα δικαιώματά του ενισχύσεως ή να καταβάλει αποζημίωση σε αυτόν.
41 Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις αρχές που είναι κοινές στα δίκαια των κρατών μελών, το δικαίωμα να επιστραφεί ο πλουτισμός από εκείνον ο οποίος πλούτισε εξαρτάται από την έλλειψη νομικής βάσεως του πλουτισμού αυτού (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑47/07 P, Masdar (UK) κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. Ι-9761, σκέψεις 44 έως 46 και 49).
42 Πάντως, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι τα δικαιώματα ενισχύσεως των οποίων απολαύει ο γεωργός στερούνται νομικής βάσεως εφόσον του παρασχέθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 1782/2003.
43 Εξ όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν υποχρεώνει τον μισθωτή, όταν λήξει η μίσθωση, να παραδώσει στον εκμισθωτή τις μισθωμένες γαίες συνοδευόμενες από τα δικαιώματα ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές ή έχουν σχέση με αυτές, ούτε να του καταβάλει αποζημίωση.
Επί των δικαστικών εξόδων
44 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το κοινοτικό δίκαιο δεν υποχρεώνει τον μισθωτή, όταν λήξει η μίσθωση, να παραδώσει στον εκμισθωτή τις μισθωμένες γαίες συνοδευόμενες από τα δικαιώματα ενισχύσεως που συστάθηκαν για τις γαίες αυτές ή έχουν σχέση με αυτές, ούτε να του καταβάλει αποζημίωση.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy