ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 23ης Απριλίου 2009 (*)
«Παράβαση κράτους μέλους – Οδηγία 2005/56/ΕΚ – Διασυνοριακές συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών – Παράλειψη μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη εντός της ταχθείσας προθεσμίας»
Στην υπόθεση C‑493/08,
με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2008,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τις Η. Δημητρίου και P. Dejmek, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τη N. Δαφνίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta και E. Juhász, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: E. Sharpston
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών (ΕΕ L 310, σ. 1, στο εξής: οδηγία), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας.
2 Το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία έως τις 15 Δεκεμβρίου 2007.
3 Η Επιτροπή, μη έχοντας ενημερωθεί σχετικά με τις διατάξεις που θέσπισε η Ελληνική Δημοκρατία για την εμπρόθεσμη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, κίνησε την κατά το άρθρο 226 ΕΚ διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως.
4 Η Επιτροπή, αφού έταξε στην Ελληνική Δημοκρατία προθεσμία για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, απέστειλε με έγγραφο της 6ης Ιουνίου 2008 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε το εν λόγω κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της λήψεώς της.
5 Στις 14 Αυγούστου 2008, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη πληροφορώντας την Επιτροπή ότι η μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.
6 Ελλείψει οποιουδήποτε άλλου πληροφοριακού στοιχείου που θα της επέτρεπε να συμπεράνει ότι η Ελληνική Δημοκρατία είχε θεσπίσει τα μέτρα που απαιτούνταν για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
7 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η οδηγία δεν μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη εντός της ταχθείσας προθεσμίας. Αναφέρει μόνον ότι η διαδικασία θεσπίσεως των μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη βρίσκεται σε εξέλιξη και θα ολοκληρωθεί σύντομα.
8 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή εμφανιζόταν κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι επελθούσες στη συνέχεια μεταβολές δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2002, C‑103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 2002, σ. I‑1147, σκέψη 23, και της 10ης Φεβρουαρίου 2009, C‑224/08, Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 9).
9 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας, δεν είχαν ακόμη θεσπιστεί τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη.
11 Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Επί των δικαστικών εξόδων
12 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ελληνικής Δημοκρατίας, αυτή δε ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφασίζει:
1) Η Ελληνική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 2005/56/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, για τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις κεφαλαιουχικών εταιρειών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy