29.3.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 79/21
Αναίρεση που άσκησε στις 24 Ιανουαρίου 2008 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα), στις 8 Νοεμβρίου 2007 στην υπόθεση T-194/04: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά The Bavarian Lager Co. Ldt, Contrôleur européen de la protection des données (CEPD)
(Υπόθεση C-28/08 P)
(2008/C 79/36)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: C. Docksey και P. Aalto )
Αντίδικοι κατ' αναίρεση: The Bavarian Lager Co. Ltd, Contrôleur européen de la protection des données
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στο σύνολό της·
—
να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς για τα θέματα που αποτελούν το αντικείμενο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως· και
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στην υπόθεση T-194/04 στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής και των δύο βαθμών ή, σε περίπτωση απορριπτικής αποφάσεως, να καταδικάσει την Επιτροπή στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων της προσφεύγουσας στην υπόθεση T-194/04 που απορρέουν από την υπόθεση αυτή.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως αφορά την ερμηνεία των εξαιρέσεων από την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων και από τις δραστηριότητες έρευνας που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β' και στο άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (1).
Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το άρθρο 8, στοιχείο β' του κανονισμού (ΕΚ) 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (2) δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην περίπτωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στα έγγραφα οργάνου που υπάγεται στον κανονισμό 1049/2001. Ωστόσο, από καμία διάταξη του κανονισμού 45/2001 ή του κανονισμού 1049/2001 δεν απαιτείται ή δεν επιτρέπεται η απενεργοποίηση της διατάξεως αυτής προκειμένου να ενεργοποιηθεί κανόνας του κανονισμού 1049/2001. Το Πρωτοδικείο υπέπεσε επομένως σε πλάνη περί το δίκαιο ερμηνεύοντας το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 1049/2001 υπό την έννοια ότι απαιτεί να μη ληφθεί υπόψη διάταξη της κοινοτικής νομοθεσίας.
Δεύτερον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, παρά την ειδική αναφορά, στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', της κοινοτικής νομοθεσίας σε θέματα προστασίας δεδομένων, η πρόσβαση του κοινού σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που βρίσκονται σε έγγραφα πρέπει να επιτρέπεται δυνάμει του κανονισμού 1049/2001, εκτός από την περίπτωση προδήλου κινδύνου προσβολής της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου.
Το Πρωτοδικείο, περιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', στις περιπτώσεις αυτές, προέβη σε περιοριστική ερμηνεία της εξαιρέσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο β', η οποία αποστερεί από την πρόσθετη προϋπόθεση που περιλαμβάνεται στο δεύτερο μέρος της εξαιρέσεως αυτής («ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων») το χρήσιμό της αποτέλεσμα. Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο περιορίζοντας την προαναφερθείσα εξαίρεση κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις περιπτώσεις που οι αιτήσεις πρόσβασης αφορούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που βρίσκονται σε έγγραφα.
Τρίτον, το Πρωτοδικείο προέβη σε ερμηνεία της εξαιρέσεως που αφορά την προστασία των «δραστηριοτήτων έρευνας» η οποία δημιουργεί αμφιβολίες για τη δυνατότητα της Επιτροπής να ασκήσει αποτελεσματικά τα καθήκοντά της στηριζόμενη σε εμπιστευτικές πληροφορίες που της παρείχαν τρίτοι με σκοπό να τη βοηθήσουν στη διεξαγωγή των ερευνών της.
Το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε σφάλμα περί το δίκαιο ερμηνεύοντας την εξαίρεση σχετικά με τις δραστηριότητες έρευνας του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001 υπό την έννοια ότι η Επιτροπή μπορεί να καταλήξει στο να μην εγγυάται την εμπιστευτικότητα που πρέπει να τηρεί κατά τις δραστηριότητες έρευνας που αφορά ενδεχόμενη παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και να μην εξασφαλίζει στο μέλλον την εγγύηση αυτή.
Τέλος, η αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής αφορά τα δικαστικά έξοδα.
(1) ΕΕ L 145, σ. 43.
(2) ΕΕ 2001 L 8, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy