26.4.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 107/11
Αναίρεση που άσκησε την 1η Φεβρουαρίου 2008 ο Jörn Sack κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (πέμπτο τμήμα) στις 11 Δεκεμβρίου 2007 στην υπόθεση T-66/05, Jörn Sack κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-38/08 P)
(2008/C 107/17)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Jörn Sack (εκπρόσωποι: U. Lehmann-Brauns και D. Mahlo, δικηγόροι)
Αντίδικος στην αναιρετική διαδικασία: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 11 Δεκεμβρίου 2007 στην υπόθεση T-66/2005 και (αποφαινόμενο, βάσει της αρχής της ισότητας, επί των νομικών ζητημάτων που αδικαιολογήτως δεν εξετάστηκαν) να δεχθεί την προσφυγή, ακυρώνοντας την απόφαση της Επιτροπής τη σχετική με τον καθορισμό του μηνιαίου μισθού του αναιρεσείοντος για τον μήνα Μάιο 2004
—
επικουρικώς, να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί του ζητήματος της προσβολής της αρχής της ισότητας, επειδή δεν χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα προσαύξηση λόγω ασκήσεως συγκεκριμένων καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 44, δεύτερο εδάφιο του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο αναιρεσείων, καίτοι συντονιστής για όλα τα νομικά ζητήματα σχετικά με τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην ομάδα της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής δεν δικαιούται της προσαυξήσεως που χορηγείται στους προϊσταμένους μονάδας, στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως: το Πρωτοδικείο δεν ερμήνευσε ορθώς την έννοια και το περιεχόμενο της γενικής αρχής της ισότητας που ισχύει στο κοινοτικό δίκαιο και, κατά συνέπεια, η απόφασή του έρχεται σε αντίθεση με την αρχή αυτή.
Η αρχή της ισότητας ισχύει τόσο ως γενική αρχή όσο και υπό την ειδικότερη έκφρασή της ως απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων κατά τα άρθρα 20 και 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σύμφωνα δε με τη μακρόχρονη νομολογία του Δικαστηρίου συνιστά ιεραρχικώς υπέρτερη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, η τήρηση της αρχής της ισότητας δεν αποτελεί απλώς υποχρέωση όλων των οργάνων, αλλά και δικαίωμα όλων των πολιτών τους οποίους αφορά μια πράξη των κοινοτικών οργάνων για ίση μεταχείριση. Δεδομένου ότι, όπως έχει από μακρού ήδη χρόνου υπογραμμίσει το Δικαστήριο στις προαναφερθείσες αποφάσεις, το δικαίωμα αυτό υπερισχύει του παραγώγου κοινοτικού δικαίου, πρέπει δε να λαμβάνεται δεόντως υπόψη η σημασία του ως θεμελιώδους δικαιώματος κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων οφείλει, επίσης, να τηρεί την αρχή της ισότητας στο πλαίσιο των δικονομικών κανόνων που διέπουν τις ενώπιόν του διαδικασίες.
Σε όλη του την επιχειρηματολογία, ο αναιρεσείων προέβαλλε την αρχή της ισότητας, και όχι τον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως, υπογραμμίζοντας ότι άσκησε καθήκοντα τα οποία όχι μόνον ήταν ισοδύναμα προς τα καθήκοντα προϊσταμένου μονάδας, αλλά έπρεπε μάλλον να θεωρηθούν ως σημαντικότερα, σε σχέση με τα καθήκοντα πολλών προϊσταμένων μονάδας, υπό την έννοια της ασκήσεως διευθυντικών καθηκόντων μεσαίου επιπέδου. Το Πρωτοδικείο, παραλείποντας να προβεί σε συγκριτική εξέταση της καταστάσεως του αναιρεσείοντος με την κατάσταση άλλων κατηγοριών υπαλλήλων που λαμβάνουν την προσαύξηση, προσέβαλε το θεμελιώδες δικαίωμά του για προστασία έναντι αυθαίρετης μεταχειρίσεως, παραβιάζοντας την αρχή της ισότητας.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: η απόφαση του Πρωτοδικείου έρχεται σε αντίθεση με τους κανόνες της νομικής λογικής.
Η ίση μεταχείριση και η ασφάλεια δικαίου, σε περίπτωση που πολλοί ενδιαφερόμενοι καταγγέλλουν αυθαίρετη μεταχείριση, μπορούν να διασφαλισθούν μόνον όταν το επιλαμβανόμενο δικαιοδοτικό όργανο διαπιστώσει είτε ότι η προβαλλόμενη ομοειδής κατάσταση δεν υφίσταται είτε ότι οι ευρισκόμενοι σε ομοειδή κατάσταση αδίκως απολαύουν του πλεονεκτήματος, οπόταν μπορεί να κριθεί ότι και ο αναιρεσείων δεν έχει αντίστοιχο δικαίωμα. Αν εφαρμοσθούν αυτοί οι κανόνες της νομικής λογικής, είναι προφανές ότι για να απορριφθεί η προσφυγή έπρεπε να εξετασθεί τουλάχιστον ένα από τα εξής δύο ζητήματα και η απάντηση να είναι αρνητική όσον αφορά τον αναιρεσείοντα Πρώτον, το Πρωτοδικείο όφειλε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τα καθήκοντα που ασκούν οι υπάλληλοι τους οποίους η Επιτροπή εξομοιώνει με προϊσταμένους μονάδας είναι ισοδύναμα με τα καθήκοντα που άσκησε ο αναιρεσείων. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο ·όφειλε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν η Επιτροπή ορθώς χορηγεί την προσαύξηση λόγω ασκήσεως συγκεκριμένων καθηκόντων στους υπαλλήλους αυτούς.
Δεδομένου ότι τα δύο αυτά ζητήματα δεν εξετάσθηκαν, πρέπει να θεωρηθεί, προκειμένου αυτά να κριθούν ως αλυσιτελή, ότι η προσφυγή θα είχε επίσης απορριφθεί αν στα δύο αυτά ζητήματα δινόταν απάντηση σύμφωνη με τα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος. Ένα τέτοιο συμπέρασμα, όμως, δεν μπορεί να συναχθεί. Επειδή το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε με την απαιτούμενη από νομικής απόψεως προσοχή την εκ μέρους της Επιτροπής αναφορά σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της ισότητας η οποία είναι υπέρτερη του παράγωγου κοινοτικού δικαίου, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το συμπέρασμα από μία τέτοια εξέταση θα ήταν ότι, η Επιτροπή επεκτεινόμενη σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων ενήργησε νομίμως. Αντιθέτως προς το σκεπτικό του Πρωτοδικείου ως προς το σημείο αυτό, ο αναιρεσείων δεν ζητεί ίση μεταχείριση στο πλαίσιο μιας παράνομης καταστάσεως, αλλά ίση μεταχείριση στο πλαίσιο της νομιμότητας.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: η απόφαση του Πρωτοδικείου έρχεται σε αντίθεση με τις στοιχειώδεις αρχές μιας δίκαιης διαδικασίας.
Η άρνηση της εξετάσεως του υποστατού μιας προβαλλόμενης προσβολής θεμελιώδους δικαιώματος συνιστά προσβολή του δικαιώματος αυτού πολύ σοβαρότερη από την περίπτωση εσφαλμένης νομικής εκτιμήσεως ως προς το αν πράγματι συντρέχει προσβολή αυτού του θεμελιώδους δικαιώματος, δεδομένου ότι ο ενδιαφερόμενος στερείται παντελώς της προστασίας που του παρέχει το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα. Μόνο σε περίπτωση που κρινόταν ότι ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί προσβολής του θεμελιώδους δικαιώματός του στερείται παντελώς νομικής βάσεως ή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως δύο καταστάσεων αδυνατούν πλήρως να στηρίξουν τον ισχυρισμό αυτόν, μπορεί να παραληφθεί η επί της ουσίας εξέταση του ζητήματος του σχετικού με την προσβολή του θεμελιώδους δικαιώματος. Τούτο, όμως, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Κατά συνέπεια, η απόφαση του Πρωτοδικείου έρχεται σε αντίθεση με τις θεμελιώδεις αρχές της δίκαιης διαδικασίας. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με το σκεπτικό που αναπτύσσει σχετικώς, πρέπει να αναιρεθεί και μόνο για τον λόγο αυτόν.
Full & Egal Universal Law Academy