9.5.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 116/12
Αναίρεση που άσκησε στις 27 Φεβρουαρίου 2008 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της αποφάσεως την οποία εξέδωσε το Πρωτοδικείο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-50/06, T-56/06, T-60/06, T-62/06 και T-69/06, Ιρλανδία κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-89/08 P)
(2008/C 116/22)
Γλώσσες διαδικασίας: η γαλλική, η αγγλική και η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: V. Di Bucci και N. Khan)
Αντίδικοι κατ' αναίρεση: Ιρλανδία, Γαλλική Δημοκρατία, Ιταλική Δημοκρατία, Eurallumina SpA, Aughinish Alumina Ltd
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) στις 12 Δεκεμβρίου 2007 και κοινοποίησε στην Επιτροπή στις 17 Δεκεμβρίου 2007, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-50/06, T-56/06, T-60/06, T-62/06 και T-69/06, Ιρλανδία κ.λπ. κατά Επιτροπής·
—
να αναπέμψει τις υποθέσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου, προκειμένου να εξετασθούν εκ νέου
—
να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει έξι λόγους προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι αντλούνται, αφενός, από την αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου και από δικονομικές πλημμέλειες, οι οποίες έθιξαν τα συμφέροντα της Επιτροπής (πρώτος και δεύτερος λόγος αναιρέσεως) και, αφετέρου, από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου περί κρατικών ενισχύσεων (τρίτος έως έκτος λόγος αναιρέσεως).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος περιλαμβάνει δύο σκέλη, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή του μη αφείναι αίτημα αδίκαστον και ότι αποφάνθηκε ultra petita, καθόσον, πρωτοδίκως, ουδεμία εκ των προσφευγουσών δεν προέβαλε λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από παράβαση του άρθρου 1, στοιχείο β', περίπτωση v, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (1). Επιπλέον, ο λόγος τον οποίο εξέτασε αυτεπαγγέλτως το Πρωτοδικείο δεν συνιστά λόγο αντλούμενο από έλλειψη αιτιολογίας, τον οποίο το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αλλά λόγο επί της ουσίας, ο οποίος δεν στηρίζεται στα πραγματικά στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις γενικές αρχές της κατ' αντιμωλία διαδικασίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, καθόσον εξέτασε αυτεπαγγέλτως λόγο επί του οποίου οι διάδικοι δεν ανέπτυξαν τις απόψεις τους σε κανένα στάδιο της διαδικασίας και ο οποίος ουδόλως τέθηκε στο στάδιο της πρωτόδικης διαδικασίας.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος περιλαμβάνει τρία σκέλη, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 230 ΕΚ και 253 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 88 ΕΚ και τους κανόνες σχετικά με τη διαδικασία περί κρατικών ενισχύσεων.
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει συναφώς ότι, πρώτον, ο χαρακτηρισμός των επίμαχων μέτρων ως «νέων» ενισχύσεων δεν μπορεί πλέον να τεθεί υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο προσφυγής στρεφόμενης κατά της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι θα μπορούσαν να προσβάλουν, επ' αυτού, την απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας ελέγχου. Δεδομένου ότι η τελευταία απόφαση αυτή δεν αμφισβητήθηκε, κατέστη οριστική, η δε τελική απόφαση, ως εκ τούτου, συνιστά, ως προς το ζήτημα αυτό, πράξη καθαρά επιβεβαιωτική η οποία δεν είναι δεκτική προσφυγής.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι η νομιμότητα πράξεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των υφισταμένων κατά τον χρόνο εκδόσεώς της πραγματικών και νομικών στοιχείων. Εν προκειμένω, όμως, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα δεν συνιστούσαν ενισχύσεις κατά τον χρόνο λήψεώς τους.
Τρίτον, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, εναπόκειται στο κράτος μέλος και, ενδεχομένους, στους ενδιαφερόμενους τρίτους — και όχι στην Επιτροπή — να αποδείξουν ότι πρόκειται περί υφιστάμενης ενισχύσεως. Ελλείψει τέτοιας αποδείξεως, η Επιτροπή δεν οφείλει να αιτιολογήσει συναφώς την απόφασή της.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 87, παράγραφος 1, ΕΚ και 88, παράγραφος 1, ΕΚ, καθόσον το Πρωτοδικείο διαπίστωσε έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο β', περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999, μολονότι το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή μόνον προκειμένου περί μέτρων που δεν συνιστούν ενισχύσεις κατά την εφαρμογή τους και παρότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη πρωτοδίκως απόφαση, είχε αποδείξει ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούσαν ενισχύσεις από τον χρόνο λήψεώς τους. Επίσης, ουδείς διάδικος προέβαλε την ύπαρξη εξελίξεως της κοινής αγοράς, βάσει της οποίας μέτρα τα οποία δεν αποτελούσαν ενισχύσεις κατά τον χρόνο που τέθηκαν σε ισχύ κατέστησαν στη συνέχεια ενισχύσεις.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση των ιδίων κανόνων, καθώς και του άρθρου 1, στοιχείο β', περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999, καθόσον το Πρωτοδικείο επέβαλε στην Επιτροπή ειδική υποχρέωση αιτιολογήσεως όσον αφορά την εφαρμογή του τελευταίου άρθρου αυτού εξαιτίας των δηλώσεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Η αναιρεσείουσα, όμως, απέδειξε κατά τρόπο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, τέτοιες δηλώσεις δεν μπορούν να έχουν καμία επίπτωση όσον αφορά τον έλεγχο των εθνικών μέτρων από απόψεως των κοινοτικών διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων, δεδομένου ότι οι έννοιες «ενίσχυση» και «υφιστάμενη ενίσχυση» είναι απολύτως αντικειμενικές.
Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, τέλος, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 88, παράγραφοι 1 και 2, ΕΚ και 253 ΕΚ, καθώς και τα άρθρα 4, παράγραφος 4, και 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, καθόσον ακύρωσε στο σύνολό της την απόφαση της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου του τμήματος της αποφάσεως με το οποίο παρατάθηκε η επίσημη διαδικασία ελέγχου και για τη χρονική περίοδο μετά την 31η Δεκεμβρίου 2003. Το Πρωτοδικείο, όμως, ουδόλως εξήγησε κατά ποίο τρόπο η κατ' αυτό υφιστάμενη έλλειψη αιτιολογίας όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 1, στοιχείο β', περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999 μπορούσε να αποτελέσει λόγο που πλήττει το κύρος αυτού του τμήματος της αποφάσεως. Επίσης, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την αρχή σύμφωνα με την οποία, οσάκις ένα κράτος μέλος δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο βάσει του οποίου μπορεί να συναχθεί ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις, η Επιτροπή πρέπει να θεωρεί τα μέτρα αυτά νέες ενισχύσεις, κατά τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ.
(1) ΕΕ L 83, σ. 1.
Full & Egal Universal Law Academy