30.8.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 223/22
Αναίρεση που άσκησε στις 29 Μαΐου 2008 ο Massimo Giannini κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) στις 12 Μαρτίου 2008 στην υπόθεση T-100/04, Massimo Giannini κατά Επιτροπής
(Υπόθεση C-231/08 P)
(2008/C 223/34)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείων: Massimo Giannini (εκπρόσωποι: L. Levi και C. Ronzi, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ' αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Αιτήματα του αναιρεσείοντος
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 12ης Μαρτίου 2008 στην υπόθεση Τ-100/04·
—
κατά συνέπεια, να δεχθεί τα αιτήματα της προσφυγής και, ως εκ τούτου,
—
να ακυρώσει την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού COM/A/9/01 να μην εγγράψει το όνομα του προσφεύγοντος στον πίνακα επιτυχόντων του διαγωνισμού αυτού, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 11ης Ιουνίου 2003, καθώς και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να ακυρώσει την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως επανεξετάσεως την οποία υπέβαλε ο προσφεύγων, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 8ης Ιουλίου 2003, καθώς και την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 2003·
—
να επιδικάσει αποζημίωση προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας του προσφεύγοντος, η οποία εκτιμάται, αφενός, στη διαφορά μεταξύ του επιδόματος ανεργίας που εισέπραξε μετά τη λήξη της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου και του μισθού μονίμου υπαλλήλου της σταδιοδρομίας Α 7/4 και, αφετέρου, μετά την περίοδο ανεργίας, στο ποσό των αποδοχών υπαλλήλου του βαθμού Α 7/5, καθώς και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσφεύγοντος, η οποία εκτιμάται σε 1 ευρώ·
—
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στο σύνολο των εξόδων τόσο της ενώπιον του Πρωτοδικείου όσο και της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Ο αναιρεσείων επικαλείται, κατ' ουσίαν, τρεις κύριους λόγους αναιρέσεως.
Με τον πρώτο λόγο, ο αναιρεσείων προσάπτει καταρχάς στο Πρωτοδικείο ότι προσέβαλε το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και, ειδικότερα, το δικαίωμά του να εκδικαστεί η υπόθεσή του εντος εύλογου χρόνου. Παρήλθαν τέσσερα έτη από την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου μέχρι την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τον αναιρεσείοντα, καμία εξαιρετική περίσταση δεν δικαιολογούσε εν προκειμένω τέτοια διάρκεια της δίκης. Η δικογραφία δεν ήταν ιδιαίτερα ογκώδης ούτε νομικώς περίπλοκη, η δε διαδικασία είχε ουσιαστική σημασία για τον προσφεύγοντα.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι το Πρωτοδικείο παρέβη τα άρθρα 4, 27 και 29 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και αγνόησε τόσο την έννοια του συμφέροντος της υπηρεσίας όσο και το καθήκον αρωγής που υπέχουν τα κοινοτικά όργανα έναντι των εκτάκτων και μονίμων υπαλλήλων τους. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο συγχέει, συναφώς, την είσοδο στην κοινοτική δημόσια διοίκηση, μέσω γενικού διαγωνισμού για την κατάρτιση πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις, με τη συνέχιση της σταδιοδρομίας ήδη προσληφθέντων προσώπων μέσω των προβλεπομένων από τον ΚΥΚ μηχανισμών των μεταθέσεων και των προαγωγών.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται, τέλος, μη τήρηση, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων και των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, καθώς και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβλήθηκαν. Ο τελευταίος αυτός λόγος αναιρέσεως χωρίζεται σε τρία σκέλη.
Με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως και τους κανόνες περί αποδείξεως, κρίνοντας ότι η γνώση, εκ μέρους ορισμένων υποψηφίων του διαγωνισμού, του εγγράφου επί του οποίου στηριζόταν η γραπτή δοκιμασία δεν συνιστούσε παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και μη απαιτώντας από την καθής να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία προς απόδειξη του ότι το γεγονός αυτό δεν δημιούργησε δυσμενείς διακρίσεις.
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων που υποβλήθηκαν στην εκτίμηση του Πρωτοδικείου, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η σύνθεση της εξεταστικής επιτροπής ήταν επαρκώς σταθερή ώστε να εξασφαλίζει την αντικειμενική σύγκριση και βαθμολόγηση των υποψηφίων, ενώ από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε, αντιθέτως, μη επαρκής σταθερότητα στη σύνθεση της εξεταστικής αυτής επιτροπής, πολλά δε ουσιώδη πραγματικά στοιχεία δεν κοινοποιήθηκαν στο Πρωτοδικείο από την καθής.
Τέλος, με το τρίτο σκέλος αυτού του λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων επικαλείται νέα παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και των κανόνων περί αποδείξεως, καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, σε σχέση με τα συμπεράσματα του Πρωτοδικείου όσον αφορά την αμεροληψία των μελών της εξεταστικής επιτροπής.
Full & Egal Universal Law Academy