22.11.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 301/16
Προσφυγή της 25ης Αυγούστου 2008 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας
(Υπόθεση C-383/08)
(2008/C 301/30)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωπος: L. Pignataro)
Καθής: Ιταλική Δημοκρατία
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, επιβάλλοντας με την υπουργική απόφαση της 26ης Αυγούστου 2005, όπως αυτή τροποποιήθηκε τελευταίως με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2007, την υποχρεωτική ένδειξη της χώρας προελεύσεως των κρεάτων πουλερικών, στα οποία αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της τελευταίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 8, και από το άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ (1) για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5, παράγραφος 3, στοιχείο ε', και 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90 (2) ο οποίος προβλέπει ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας των πουλερικών μέχρι τις 3 Ιουνίου 2008, από δε την 1η Ιουλίου 2008, με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο ε', καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 543/2008 της Επιτροπής (3),
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη με την απόφαση της 26ης Αυγούστου 2005, όπως αυτή τροποποιήθηκε τελευταίως με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2007, υποχρέωση ενδείξεως της προελεύσεως των κρεάτων πουλερικών που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη παραβιάζει το άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 8, και το άρθρο 18, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/13, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5, παράγραφος 3, στοιχείο ε', και 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90 μέχρι τις 30 Ιουνίου 2008, από δε την 1η Ιουλίου 2008, με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο ε', καθώς και το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 543/2008. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η ως άνω υποχρέωση θεσπίστηκε κατόπιν της εξακριβώσεως εστιών μολύνσεως από τη γρίπη των πτηνών σε τρίτες χώρες, και τούτο ως μέτρο διασφαλίσεως της ανεχνευσιμότητας των κρεάτων.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω υποχρέωση αντίκειται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 8, της οδηγίας 2000/13. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει σαφώς από την ανωτέρω διάταξη, η ένδειξη του τόπου καταγωγής ή προελεύσεως, όσον αφορά εν γένει τα τρόφιμα, πρέπει να παρατίθεται στην επισήμανση μόνον εφόσον ο καταναλωτής, εν απουσία παρομοίας ενδείξεως, θα ήταν δυνατόν να σχηματίσει εσφαλμένη εντύπωση ως προς συγκεκριμένη καταγωγή ή προέλευση του εν λόγω προϊόντος. Ως εκ τούτου, ο κοινοτικός νομοθέτης δεν προέβλεψε ότι η ένδειξη της καταγωγής συνιστά αναγκαίο πληροφοριακό στοιχείο για τον καταναλωτή κατά τρόπο γενικό και απόλυτο, αλλά αποκλειστικά μόνο σε περίπτωση που η έλλειψη παρόμοιας ενδείξεως ενδέχεται να τον παραπλανήσει.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αποπειράθηκε να καταδείξει ότι η υποχρέωση ενδείξεως της προελεύσεως των προερχομένων από άλλα κράτη μέλη πουλερικών, όπως προβλέπει η επίδικη υπουργική απόφαση, είναι στην πραγματικότητα σημαντική για τα κρέατα πουλερικών και η έλλειψή της συνεπάγεται κίνδυνο παραπλανήσεως του καταναλωτή. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει η Επιτροπή, η εν λόγω κυβέρνηση δεν παρέσχε κανένα στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι ο Ιταλός καταναλωτής θα περιέπιπτε σε πλάνη ως προς την καταγωγή ή την προέλευση των κρεάτων πουλερικών ελλείψει της ενδείξεως καταγωγής.
Το συνδεόμενο με την κρίση της γρίπης των πτηνών γεγονός δεν επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους η έλλειψη της ενδείξεως καταγωγής ενδέχεται να παραπλανήσει τον καταναλωτή και να τον ωθήσει στην άποψη ότι τα κρέατα πουλερικών έχουν συγκεκριμένη προέλευση. Το απλό γεγονός ότι ο μέσος καταναλωτής αποδίδει σημασία στην προέλευση του προϊόντος δεν σημαίνει ότι, ελλείψει ενδείξεως συναφώς, παραπλανάται όσον αφορά την πραγματική καταγωγή του προϊόντος. Πράγματι, αυτό προϋποθέτει ότι ο καταναλωτής ανάγει αυτομάτως σε συγκεκριμένη καταγωγή τα κρέατα πουλερικών, στοιχείο το οποίο ουδαμώς κατέδειξε η Ιταλική Κυβέρνηση. Επιπλέον, είναι σκόπιμο να παρατηρηθεί ότι ο καταναλωτής, ο οποίος δεν διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις αξιολογήσεως του κινδύνου επί τη βάσει της ενδείξεως καταγωγής, δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει ζητήματα υγείας των ζώων.
Ακολούθως, οι ανωτέρω διατάξεις της υπουργικής αποφάσεως δεν δικαιολογούνται εκ λόγων δημόσιας υγείας, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, της προπαρατεθείσας οδηγίας, όπως ισχυρίστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση για να δικαιολογήσει την επιπρόσθετη υποχρέωση επισημάνσεως. Πράγματι, η Κοινότητα, στο πλαίσιο της καταπολεμήσεως της γρίπης των πτηνών, έλαβε δέσμη μέτρων σε κτηνιατρικό επίπεδο προκειμένου να διασφαλίσει ότι μόνον τα υγιή κρέατα πουλερικών θα μπορούσαν και μπορούν να εισέλθουν εντός της Κοινότητας και να τεθούν προς πώληση.
Το επιχείρημα που επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση ότι τα εν λόγω κοινοτικά μέτρα δεν διασφαλίζουν τον εντοπισμό της προελεύσεως δεν ασκεί εν προκειμένω επιρροή, κατά την Επιτροπή, καθόσον τα συναφή κοινοτικά μέτρα στοχεύουν ευθέως στην πρόληψη της εισόδου εντός του κοινοτικού εδάφους κρεάτων που προέρχονται από τρίτες χώρες όπου έχουν εντοπιστεί εστίες μολύνσεως από τη γρίπη των πτηνών. Ως εκ τούτου, τα ως άνω μέτρα επάγονται σε προγενέστερο έναντι της εμπορίας στάδιο αποτελέσματα, στάδιο κατά το οποίο παρεμβάλλεται η ιταλική ρύθμιση, επειδή ακριβώς στόχος τους είναι να αποφεύγεται κρέατα προερχόμενα από τρίτες χώρες όπου έχει εκδηλωθεί εστία μολύνσεως από τη γρίπη των πτηνών να μην μπορούν να εισάγονται εντός της Κοινότητας. Εξάλλου, η Κοινότητα θέσπισε και μέτρα διασφαλίζοντα την απομόνωση των εστιών μολύνσεως από τη γρίπη των πτηνών οι οποίες εντοπίζονται ενδεχομένως εντός του κοινοτικού εδάφους, κατά τρόπον ώστε να αποφεύγεται οποιοσδήποτε κίνδυνος μεταδόσεως της νόσου. Εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας εκδόθηκαν ακολούθως κτηνιατρικά μέτρα σκοπούντα στην παρεμπόδιση της μεταδόσεως του ιού των άγριων πτηνών στα πουλερικά στις περιοχές όπου διαγνώστηκαν μεμονωμένες περιπτώσεις προσβεβλημένων από τη νόσο πουλερικών και στην αναχαίτιση τυχόν επιδημικών φαινομένων μεταξύ των πουλερικών.
Ακολούθως, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται τον κανονισμό 1760/2000 (4), ο οποίος θεσπίζει σύστημα εντοπισμού της προελεύσεως του βοείου κρέατος και εισάγει την υποχρέωση επισημάνσεως της καταγωγής, προκειμένου να δικαιολογήσει τη νομιμότητα της υποχρεώσεως που επέβαλε η ίδια με την επίδικη υπουργική απόφαση.
Η Επιτροπή, πάντως, υποστηρίζει ότι το εν λόγω μέτρο, σε αντίθεση με την επίδικη υπουργική απόφαση, είναι κοινοτικό, οπότε δεν πρόκειται για εθνικό, και άρα μονομερές, μέτρο δυνάμενο να αποτελέσει εμπόδιο στις συναλλαγές. Επιπλέον, η αποτελεσματικότητα του συστήματος που εισήγαγε ο κανονισμός 1760/2000 δεν στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην απλή ένδειξη της καταγωγής του προϊόντος, όπως πράττει η ιταλική υπουργική απόφαση για το κρέας των πουλερικών, αλλά σε συνδυασμό με σειρά άλλων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του συστήματος αναγνωρίσεως και καταγραφής των ζώων.
Όσον αφορά το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι το μέτρο δικαιολογείται επειδή θεμελιώνεται στην αρχή της προφυλάξεως, καθό μέτρο η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι δεν συντρέχει επιστημονική αβεβαιότητα όσον αφορά τον τρόπο μεταδόσεως του ιού στον άνθρωπο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, τα επιστημονικά δεδομένα που επικαλέστηκε η Ιταλική Κυβέρνηση απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη της δεν αποδεικνύουν ότι συντρέχει όντως επιστημονική αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο μεταδόσεως του ιού στον άνθρωπο. Με βάση τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, εναπόκειται στην πραγματικότητα στις ιταλικές αρχές να αποδείξουν ότι συντρέχει επιστημονική αβεβαιότητα δικαιολογούσα την έκδοση εθνικών μέτρων κατ' εφαρμογήν της αρχής της προφυλάξεως και όχι στην Επιτροπή να αποδείξει την έλλειψη επιστημονικής αβεβαιότητας, όπως προτείνει προδήλως η Ιταλική Κυβέρνηση με την απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης.
Ακόμη και αν γίνει περαιτέρω δεκτό ότι, σε σχέση με την περιορισμένη υποθετική περίπτωση της μεταδόσεως του ιού από τα προσβεβλημένα από τη νόσο πουλερικά στα κατοικίδια ζώα εν γένει και ειδικότερα στους γάτους, η Ιταλική Κυβέρνηση απέδειξε ότι συντρέχει όντως επιστημονική αβεβαιότητα επί τη βάσει των εγγράφων του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και της Αρχής Τροφίμων που η ίδια επικαλέστηκε με την απάντησή της επί της αιτιολογημένης γνώμης, η Επιτροπή εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της αρχής της προφυλάξεως για να δικαιολογηθεί η επίδικη υπουργική απόφαση παρίσταται υπερβολική και ως εκ τούτου δυσανάλογη προς τον σκοπό της προστασίας της ζωής των ζώων, αν ληφθεί υπόψη η έκδοση σειράς κοινοτικών μέτρων με σκοπό την επίτευξη του ως άνω στόχου.
Τέλος, το άρθρο 5, παράγραφος 3, στοιχείο ε', και το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1906/90, ο οποίος θεσπίζει ορισμένους κανόνες εμπορίας για το κρέας των πουλερικών μέχρι τις 30 Ιουνίου 2008, και, από 1ης Ιουλίου 2008, με το άρθρο 5, παράγραφος 4, στοιχείο ε', και το άρθρο 5, παράγραφος 5, του κανονισμού 543/2008 της Επιτροπής επιβάλλουν την υποχρέωση ενδείξεως της καταγωγής των κρεάτων πουλερικών μόνον όσον αφορά τα προερχόμενα από τις τρίτες χώρες. Επί του σημείου αυτού η Ιταλική Κυβέρνηση δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα.
(1) ΕΕ L 109, σ. 29.
(2) ΕΕ L 173, σ. 1.
(3) ΕΕ L 157, σ. 46.
(4) Κανονισμός (ΕΚ) 1760/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουλίου 2000, για τη θέσπιση συστήματος αναγνωρίσεως και καταγραφής των βοοειδών και για την επισήμανση του βοείου κρέατος και των προϊόντων με βάση το βόειο κρέας, καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 820/97 του Συμβουλίου (ΕΕ L 204, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy