22.11.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 301/18
Αναίρεση που άσκησε στις 15 Σεπτεμβρίου 2008 (τηλεομοιοτυπία της 12ης Σεπτεμβρίου 2008) η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (τρίτο πενταμελές τμήμα) την 1η Ιουλίου 2008 στην υπόθεση T-266/02, Deutsche Post AG, υποστηριζόμενη από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υποστηριζόμενης από τον Bundesverband Internationaler Express- und Kurierdienste e.V. (BIEK) και από την UPS Europe NV/SA
(Υπόθεση C-399/08 P)
(2008/C 301/33)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: V. Kreuschitz, J. Flett, B. Martenczuk)
Έτεροι διάδικοι στην αναιρετική διαδικασία: Bundesverband Internationaler Express- und Kurierdienste eV, UPS Europe NV/SA, Deutsche Post AG, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να εξαφανίσει εξ ολοκλήρου την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
—
να διαπιστώσει, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η απόφαση αντιβαίνει στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, και να απορρίψει συνεπώς την προσφυγή. Επικουρικώς, η Επιτροπή ζητεί την αναπομπή της διαφοράς στο Πρωτοδικείο.
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσίβλητη είναι η Deutsche Post AG (DPAG), μεγάλη επιχείρηση με διεθνή δραστηριότητα στον τομέα των ταχυδρομικών υπηρεσιών, η οποία έχει λάβει σημαντικές αντισταθμιστικές πληρωμές από κρατικούς πόρους. Με χωριστή απόφαση βάσει του άρθρου 82 ΕΚ, χρονολογούμενη από το 2002, η οποία δεν προσεβλήθη, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η DPAG εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, με τιμές κάτω του κόστους στην αγορά της μεταφοράς δεμάτων. Δεδομένου ότι η DPAG εμφάνισε ζημίες σε όλους τους τομείς κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, η επιθετική αυτή πολιτική τιμών ήταν δυνατόν να χρηματοδοτηθεί μόνο με τα κεφάλαια που έλαβε η επιχείρηση ως χρηματοοικονομική αντιστάθμιση.
Η αναίρεση αφορά κατά κύριο λόγο το ζήτημα, ποια μέθοδο ανάλυσης μπορούσε να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπό κρίση υποθέσεως, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη παρανόμου ενισχύσεως προς την DPAG.
Σύμφωνα με τη μέθοδο που προέκρινε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όλες οι δαπάνες και έσοδα της επιχειρήσεως κατά την περίοδο αναφοράς που συνδέονται με τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος πρέπει να εξεταστούν ως προς το κατά πόσον η επιχείρηση έλαβε από το κράτος υπέρμετρη χρηματοοικονομική αντιστάθμιση. Εφόσον υπάρχει τέτοια υπεραντιστάθμιση, μπορεί να συναχθεί ότι τα κεφάλαια αυτά χρησιμοποιήθηκαν και για να χρηματοδοτήσουν την αθέμιτη πολιτική τιμών στην παραπλήσια αγορά της μεταφοράς δεμάτων από πόρτα σε πόρτα.
Σύμφωνα με τη μέθοδο που εφαρμόστηκε στην απόφαση, εξακριβώνονται τα ελλείμματα που προκάλεσε η αθέμιτη πολιτική τιμών στην παραπλήσια αγορά και διαπιστώνεται αν τα ελλείμματα αυτά καλύφθηκαν ή όχι από κρατικούς πόρους. Εφόσον διαπιστώνεται μια τέτοια αντιστάθμιση και δεν υπάρχει άλλη πηγή χρηματοδότησης (υπό τη μορφή ιδίων πόρων της επιχειρήσεως), θα πρέπει να συναχθεί ότι χρησιμοποιήθηκαν κρατικοί πόροι για τη χρηματοδότηση της αθέμιτης πολιτικής τιμών στην παραπλήσια αγορά της μεταφοράς δεμάτων από πόρτα σε πόρτα.
Η Επιτροπή θεωρεί ορθή τη μέθοδο που χρησιμοποίησε στην απόφαση. Με τη βοήθεια της μεθόδου αυτής είναι δυνατόν να συναχθεί η ύπαρξη παράτυπης κρατικής ενίσχυσης βάσει μιας λογικής αλυσίδας επιχειρημάτων, στην οποία περιλαμβάνεται και η παραδοχή ότι τα χρήματα θα πρέπει εν τέλει να προέρχονται από κάπου. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αμφισβητείται ούτε η αλυσίδα επιχειρημάτων, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που την υποστηρίζουν. Εντούτοις, στην ως άνω απόφαση το Πρωτοδικείο θεωρεί δεδομένο, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, ότι μόνον η πρώτη μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί.
Η Επιτροπή προβάλλει τους ακόλουθους λόγους αναιρέσεως: Στοιχειοθετείται παράβαση των άρθρων 87, παράγραφος 1, και 86, παράγραφος 2, ΕΚ στο μέτρο κατά το οποίο οι διατάξεις αυτές έχουν ερμηνευτεί εσφαλμένως με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπό την έννοια ότι αποκλείουν μια μέθοδο η οποία κατά τ' άλλα δεν επικρίνεται στην ως άνω απόφαση και η οποία επιτρέπει να συναχθεί, βάσει λογικής και βάσιμης επιχειρηματολογίας, η ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά. Επιπλέον, η Επιτροπή επικαλείται αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου και παράβαση του άρθρου 230 ΕΚ, καθόσον το Πρωτοδικείο υπερέβη την αρμοδιότητά του και την κατά το άρθρο 230 ΕΚ εξουσία ελέγχου, καθώς και παράβαση του άρθρου 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, καθόσον το Πρωτοδικείο παρέλειψε να θεμελιώσει τον παράνομο χαρακτήρα της μεθόδου που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση.
Full & Egal Universal Law Academy