8.11.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 285/29
Προσφυγή της 16ης Σεπτεμβρίου 2008 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Βασιλείου της Ισπανίας
(Υπόθεση C-400/08)
(2008/C 285/48)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: E. Traversa και R. Vidal Puig, επικουρούμενοι από τις C. Fernández Vicién και I. Moreno-Tapia Rivas, abogadas)
Καθού: Βασίλειο της Ισπανίας
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, επιβάλλοντας περιορισμούς στην εγκατάσταση εμπορικών κέντρων που προκύπτουν από τον νόμο 7/1996 σχετικά με το λιανικό εμπόριο και από την κανονιστική ρύθμιση της Αυτόνομης Κοινότητας της Καταλονίας που έχει εφαρμογή στον τομέα αυτό (νόμος 18/2005 για τους εμπορικούς εξοπλισμούς· διάταγμα 378/2006 περί εφαρμογής του νόμου 18/2005· και διάταγμα 379/2006 σχετικά με την έγκριση του νέου περιφερειακού σχεδίου στον τομέα των εμπορικών εξοπλισμών), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 43 ΕΚ.
—
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η ισπανική κανονιστική ρύθμιση για την οποία γίνεται λόγος (νόμος 7/1996, καταλανικός νόμος 18/2005, καταλανικά διατάγματα 378/2006 και 379/2006) επιβάλλουν σε κάθε επιχειρηματία που επιθυμεί να αρχίσει, να επεκτείνει ή να μεταβάλει δραστηριότητα, να μεταβιβάσει ή να εκχωρήσει ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο, να λάβει άδεια από τη Generalitat η οποία προστίθεται στην υποχρεωτική δημοτική άδεια για την έναρξη μιας δραστηριότητας· η τελευταία προορίζεται στο να εξακριβωθεί αν η εγκατάσταση είναι σύμφωνη προς τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Η χορήγηση εμπορικών αδειών υπόκειται σε σειρά στοιχείων εκτιμήσεως μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η συμφωνία του προγράμματος προς το περιφερειακό σχέδιο στον τομέα των εμπορικών εξοπλισμών, οπότε δεν είναι δυνατόν να εγκρίνεται καμιά εγκατάσταση η οποία δεν τηρεί το σύνολο των αποφάσεων για το σχέδιο, την τοποθεσία του προγράμματος σε εγκεκριμένη αστική περιοχή και την κλίμακα εγκαταστάσεως της υποψήφιας επιχειρήσεως.
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι εν λόγω ισπανική και καταλανική κανονιστικές ρυθμίσεις συνιστούν αδικαιολόγητους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως κατά την έννοια του άρθρου 43 της Συνθήκης ΕΚ για τους εξής λόγους:
1.
Η απαίτηση για την έκδοση εμπορικής άδειας —η οποία προστίθεται στην δημοτική άδεια— η οποία χορηγείται σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια τα οποία συνδέονται όχι μόνο με τη χωροταξία και το περιβάλλον, αλλά και με τις εν δυνάμει οικονομικές επιπτώσεις της νέας εγκαταστάσεως ορισμένων ειδών εμπορικών κέντρων μεγάλου μεγέθους στην ανταγωνιστική δομή της αγοράς διανομής και με την εξακρίβωση σχετικά με την ύπαρξη «ανάγκης της αγοράς» καθιστά την εγκατάσταση ορισμένων ειδών εμπορικών κέντρων μεγάλου μεγέθους πολύ δυσχερή.
2.
Η επίμαχη εθνική νομοθεσία δημιουργεί δυσμενή διάκριση επειδή ευνοεί την εγκατάσταση μικρότερων εμπορικών κέντρων (τα οποία αντιστοιχούν στην παραδοσιακή εμπορική δομή διανομής της Καταλονίας και, επομένως, του τοπικού εμπορίου) σε σχέση με εκείνο των μεγάλων εμπορικών κέντρων (που αντιστοιχεί στο πρότυπο διανομής που χρησιμοποιούν εταιρίες προελεύσεως άλλων κοινοτικών κρατών).
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κανονιστική αυτή ρύθμιση δεν δικαιολογείται από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 46 της Συνθήκης ΕΚ (δημόσια τάξη, δημόσια ασφάλεια και δημόσια υγεία), οι οποίοι εξάλλου δεν προβάλλονται από τις εθνικές αρχές.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δικαιολογίες που προβάλλουν οι ισπανικές και καταλανικές αρχές —προστασία των καταναλωτών (προστασία του μικρού εμπορίου προκειμένου να διασφαλίζεται η ύπαρξη ανταγωνιστικής προσφοράς για κάθε αγορά—, προστασία του περιβάλλοντος και του αστικού περίγυρου) δεν μπορούν να γίνουν δεκτές για τους εξής λόγους:
1.
Τα κριτήρια που καθορίζει η εξεταζόμενη κανονιστική ρύθμιση δεν αποβλέπουν στην πραγματικότητα στην προστασία των καταναλωτών, όπως ισχυρίζονται οι εθνικές αρχές, αλλά στο να ευνοήσουν τον τομέα του μικρού εμπορίου εις βάρος των μεγάλων εμπορικών κέντρων διανομής. Κατά συνέπεια, τα μέτρα δεν είναι ικανά να επιτύχουν τον προβαλλόμενο στόχο καθόσον έχουν στην πραγματικότητα οικονομικό σκοπό.
2.
Τα εν λόγω μέτρα βαίνουν πέραν του ότι είναι αναγκαίο προς επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Σε κάθε περίπτωση, εναπόκειται στις εθνικές αρχές να αποδείξουν ότι οι προβαλλόμενοι στόχοι δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν από μέτρα λιγότερο περιοριστικά.
Full & Egal Universal Law Academy