20.12.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 327/11
Αναίρεση που άσκησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2008 η Lafarge SA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) στις 8 Ιουλίου 2008 στην υπόθεση T-54/03, Lafarge SA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-413/08 P)
(2008/C 327/19)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Lafarge SA (εκπρόσωποι: A. Winckler, F. Brunet, E. Paroche, Χ. Κανελλόπουλος, δικηγόροι)
Αντίδικοι κατ' αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
Να ακυρώσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 8ης Ιουλίου 2008, στην υπόθεση T-54/03 και, δεχόμενη τα αιτήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, να ακυρώσει συνεπακόλουθα, βάσει του άρθρου 229 της Συνθήκης ΕΚ, του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 17 του κανονισμού του Συμβουλίου 17/62 (1), νυν άρθρο 31 του κανονισμού του Συμβουλίου 1/2003 (2), την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής 2005/471/ΕΚ της 27ης Νοεμβρίου 2002 (3), στο μέτρο που επιβάλλει πρόστιμο στην προσφεύγουσα·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει εν μέρει την απόφαση του Πρωτοδικείου, της 8ης Ιουλίου 2008, στην υπόθεση T-54/03 και, δεχόμενη τα αιτήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως, να μειώσει το ύψος του προστίμου που επέβαλε στην προσφεύγουσα η Επιτροπή με την απόφαση 2005/471/ΕΚ της 27ης Νοεμβρίου 2002·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Η αναιρεσείουσα προβάλλει προς στήριξη της αναιρέσεώς της έξι λόγους.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει, κυρίως, ότι το Πρωτοδικείο παραμόρφωσε τα υποβληθέντα στην κρίση του πραγματικά περιστατικά στο μέτρο που έκρινε ότι η Επιτροπή ορθώς στήριξε την ύπαρξη των παραβάσεων με βάση ένα υποτιθέμενο συνολικό πλαίσιο παραβάσεων ανταλλαγής πληροφοριών που είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού και τη σταθεροποίηση της αγοράς γυψοσανίδων.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση των κανόνων περί του βάρους αποδείξεως, της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας και της συνακόλουθης αρχής in dubio pro reo, στο μέτρο που το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι η Επιτροπή απέδειξε τη συμμετοχή της προσφεύγουσας σε ενιαία, σύνθετη και διαρκή παράβαση ελλείψει μάλιστα αποδεικτικών στοιχείων που να αποδεικνύουν την ύπαρξη και τη διάρκεια της παράβασης.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση, από το Πρωτοδικείο, της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και της αρχής της ίσης μεταχείρισης στο μέτρο που επιβεβαίωσε την άποψη της Επιτροπής κρίνοντας ως επαρκή τα αποδεικτικά στοιχεία για την απόδειξη της παράβασης της προσφεύγουσας, ενώ τα ίδια αυτά αποδεικτικά στοιχεία κρίθηκαν μη επαρκή για την απόδειξη της ίδιας παράβασης ανταγωνίστριας εταιρίας.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχείρισης στον βαθμό που δεν αμφισβήτησε το βασικό ποσό του επιβληθέντος προστίμου, το οποίο καθορίστηκε από την Επιτροπή χωρίς να ληφθεί υπόψη ο κύκλος εργασιών της Lafarge και το μερίδιό της στην αγορά σε σχέση με αυτά των ανταγωνιστών της.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε διάφορα νομικά σφάλματα και παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως στο μέτρο που έκρινε ότι η Επιτροπή βασίμως προσαύξησε το επιβληθέν στην αναιρεσείουσα πρόστιμο λόγω υποτροπής ενώ δεν υπήρχε ούτε νόμιμη βάση ούτε οριστική καταδίκη που θα μπορούσαν να στηρίξουν την προσαύξηση για τον λόγο αυτό. Πράττοντας τούτο, το Πρωτοδικείο παραβίασε επίσης τη γενική αρχή ότι μόνο σε νόμο μπορεί να θεμελιωθεί ποινή καθώς και τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
Με τον έκτο και τελευταίο λόγο, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η Επιτροπή βασίμως προσαύξησε το βασικό ποσό του προστίμου προς τον σκοπό της εξασφάλισης αποτρεπτικού αποτελέσματος, ενώ θα έπρεπε να λάβει υπόψη το τελικό ποσό του προστίμου προκειμένου να κρίνουν κατά πόσον είναι σκόπιμη η προσαύξηση ή όχι του προστίμου για τον λόγο αυτό.
(1) Κανονισμός 17/62 του Συμβουλίου, της 7ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτος κανονισμός εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25).
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
(3) Απόφαση της Επιτροπής της 27ης Οκτωβρίου 2002 στην υπόθεση COMP/E-1/37.152, Γυψοσανίδες, ΕΕ 2005, L 166, σ 8).
Full & Egal Universal Law Academy