22.11.2008
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 301/23
Αναίρεση που άσκησε στις 23 Σεπτεμβρίου 2008 η Sviluppo Italia Basilicata SpA κατά της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) στις 8 Ιουλίου 2008 στην υπόθεση T-176/06, Sviluppo Italia Basilicata SpA κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-414/08 P)
(2008/C 301/37)
Γλώσσα διαδικασίας:η ιταλική
Διάδικοι
Αναιρεσείουσα: Sviluppo Italia Basilicata SpA (εκπρόσωποι: F. Sciaudone, R. Sciaudone και A. Neri, δικηγόροι)
Αντίδικος κατ' αναίρεση: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της αναιρεσείουσας
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 8 Ιουλίου 2008 στην υπόθεση T-176/06 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) και να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου αυτό να εκδώσει νέα απόφαση, αποφαινόμενο επί της ουσίας, υπό το φως των ενδείξεων που θα παράσχει το Δικαστήριο,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας και στα έξοδα της σχετικής με την υπόθεση Τ-176/06 διαδικασίας.
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή-αγωγή της νυν αναιρεσείουσας με αντικείμενο, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως C(2006) 1706 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 2006, σχετικά με μείωση της χρηματοπιστωτικής συνδρομής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως όσον αφορά τη συνολική επιδότηση για την εφαρμογή μέτρων ενθαρρύνσεως των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που δρουν στην Περιφέρεια Basilicata της Ιταλίας (στο εξής: επίδικη απόφαση) και, αφετέρου, αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που υπέστη η αναιρεσείουσα από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως της Επιτροπής.
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε διάφορες νομικές πλάνες.
Πρώτον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, αντιστρέφοντας τη σειρά εξετάσεως των προβληθέντων πρωτοδίκως με την προσφυγή λόγων ακυρώσεως, παρερμήνευσε την έννοια και το συνολικό περιεχόμενο της προσφυγής.
Δεύτερον, η αναιρεσείουσα προβάλλει διάφορες νομικές πλάνες όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της συνολικής επιδότησης, της συμφωνίας και του δελτίου αριθ. 19 της αποφάσεως 97/322/ΕΚ (1). Κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο δεν κατανόησε ορθώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω πράξεων, το πραγματικό περιεχόμενο και τον σκοπό του Μέτρου 2 της Συνολικής Επιδότησης. Η σοβαρή αυτή πλάνη επηρεάζει, κατά συνέπεια, και τις μεταγενέστερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις τις οποίες πραγματοποιεί το Πρωτοδικείο σε σχέση με τις συναφείς έννοιες (για παράδειγμα τις έννοιες «δέσμευση», «δαπάνη», «διάρκεια»).
Τρίτον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να αναγνωρίσει ότι η επίδικη απόφαση είναι παράνομη, καθόσον εκδόθηκε βάσει της φερόμενης παραβάσεως μιας προϋποθέσεως (της «προϋποθέσεως χρησιμότητας») που δεν περιλαμβάνεται ούτε στην απόφαση περί χορηγήσεως της συνδρομής ούτε στο πρόγραμμα της συνολικής επιδότησης, και που εγείρει ζητήματα ασφάλειας δικαίου και υπερβολικών περιθωρίων εξουσίας εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της.
Τέταρτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει εσφαλμένη ερμηνεία, και κατά συνέπεια μη εφαρμογή, εκ μέρους του Πρωτοδικείου, των αρχών που έθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2000 στην υπόθεση C-462/98 P, Mediocurso κατά Επιτροπής (2).
Πέμπτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παράβαση των άρθρων 25 και 26 του κανονισμού 4253/88 (3), σε σχέση με τις υποχρεώσεις παρακολουθήσεως και ελέγχου που υπέχει η Επιτροπή. Τα οριζόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συνεπάγονται, ειδικότερα, τη μη εφαρμογή και τη μη τήρηση του συστήματος παρακολουθήσεως και ελέγχου που θεσπίζουν οι εν λόγω διατάξεις.
Έκτον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, καθόσον το Πρωτοδικείο απέρριψε τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, στηριζόμενο στην εσφαλμένη παραδοχή ότι η εμπιστοσύνη που δημιούργησε η Επιτροπή (μεταξύ άλλων, μέσω της δράσης της επιτροπής παρακολούθησης) ήταν, εν πάση περιπτώσει, αντίθετη προς τις εφαρμοστέες διατάξεις και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να τύχει προστασίας.
Έβδομον, η αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία και παραβίασε τις γενικές αρχές σχετικά με το βάρος αποδείξεως, καθόσον δεν δέχτηκε ως αποδεικτικά στοιχεία ούτε τα πραγματικά περιστατικά που δεν αμφισβητήθηκαν από την καθής ούτε τις αποδείξεις που προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Όγδοον, η αναιρεσείουσα προβάλλει παραβίαση της κοινοτικής νομολογίας σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας σε περιπτώσεις μείωσης κοινοτικής χρηματοπιστωτικής συνδρομής, καθόσον το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τις περιστάσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μετρίαση της δημοσιονομικής διόρθωσης.
Όσον αφορά τους λόγους αναιρέσεως που αφορούν την απόρριψη της αγωγής αποζημίωσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται, καταρχάς, την εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απορρίπτει την αγωγή αποζημίωσης λόγω ευθύνης της Κοινότητας από παράνομη πράξη.
Τέλος, η αναιρεσείουσα επικαλείται την εσφαλμένη και ανεπαρκή αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως κατά το μέρος που η απόφαση αυτή απορρίπτει την αγωγή αποζημίωσης λόγω ευθύνης της Κοινότητας από νόμιμη πράξη («αντικειμενική ευθύνη»).
(1) Απόφαση της Επιτροπής της 23ης Απριλίου 1997, που τροποποιεί τις αποφάσεις με τις οποίες εγκρίνονται τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, τα ενιαία έγγραφα προγραμματισμού και οι κοινοτικές πρωτοβουλίες, οι οποίες λαμβάνονται αναφορικά με την Ιταλία (ΕΕ L 146, σ. 11).
(2) Συλλογή 2000, σ. I-7183.
(3) Κανονισμός (ΕΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1988, για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88, όσον αφορά τον συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 374, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy