10.1.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 6/12
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, την οποία υπέβαλε το Oberlandesgericht Düsseldorf (Γερμανία) στις 16 Οκτωβρίου 2008 — Helmut Müller GmbH κατά Bundesanstalt für Immobilienaufgaben
(Υπόθεση C-451/08)
(2009/C 6/20)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Oberlandesgericht Düsseldorf
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Ενάγουσα: Helmut Müller GmbH
Εναγόμενη: Bundesanstalt für Immobilienaufgaben
Προδικαστικά ερωτήματα
1)
Αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξη δημόσιας συμβάσεως έργου κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (1), το ότι το έργο πραγματοποιείται από υλικής απόψεως για την αναθέτουσα αρχή και της παρέχει άμεσο οικονομικό όφελος;
2)
Στο μέτρο που, σύμφωνα με τον ορισμό της δημόσιας συμβάσεως έργου στο άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη το στοιχείο της παροχής: πρέπει να θεωρηθεί, κατά τη δεύτερη εκδοχή της διατάξεως, ότι υφίσταται παροχή, εάν οι εργασίες εξυπηρετούν, για την αναθέτουσα αρχή, ορισμένο δημόσιο σκοπό (για παράδειγμα την πολεοδομική ανάπτυξη τμήματος ενός δήμου) και η αναθέτουσα αρχή διαθέτει, δυνάμει της συμβάσεως, τη νομική εξουσία, να διασφαλίσει ότι εξυπηρετείται ο δημόσιος σκοπός και το αναγκαίο προς τούτο έργο θα είναι στο μέλλον διαθέσιμο;
3)
Προϋποθέτει η έννοια της δημόσιας συμβάσεως έργου, κατά την πρώτη και τη δεύτερη εκδοχή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/EΚ, ότι ο εργολήπτης είναι άμεσα ή έμμεσα υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει το έργο; πρέπει, εν ανάγκη, η υποχρέωση αυτή να είναι δικαστικώς επιδιώξιμη;
4)
Προϋποθέτει η έννοια της δημόσιας συμβάσεως έργου, κατά την τρίτη εκδοχή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, ότι ο εργολήπτης είναι υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει το έργο ή ότι η πραγματοποίηση του έργου συνιστά το αντικείμενο της συμβάσεως;
5)
Εμπίπτουν συμβάσεις με τις οποίες, μέσω των αναγκών που ορίζει επακριβώς η αναθέτουσα αρχή, πρέπει να διασφαλιστεί ότι το έργο που πρόκειται να πραγματοποιηθεί είναι διαθέσιμο για συγκεκριμένο δημόσιο σκοπό, και με τις οποίες παρέχεται ταυτοχρόνως στην αναθέτουσα αρχή (δυνάμει συμβατικού όρου) η νομική εξουσία, (προς το δικό της έμμεσο συμφέρον) να εξασφαλίσει τη διαθεσιμότητα του έργου για τον δημόσιο σκοπό, στην έννοια της δημοσίας συμβάσεως έργου κατά την τρίτη εκδοχή του άρθρου 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ;
6)
Συντρέχουν τα στοιχεία της έννοιας των «επακριβώς οριζόμενων από την αναθέτουσα αρχή αναγκών» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο β', της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όταν τα έργα πρέπει να πραγματοποιηθούν βάσει σχεδίων που εξέτασε και ενέκρινε η αναθέτουσα αρχή;
7)
Πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν υφίσταται σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων κατά το άρθρο 1, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, εάν ο παραχωρησιούχος είναι ή πρόκειται να καταστεί κύριος του ακινήτου στο οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί το έργο ή η σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίων έργων συνάπτεται χωρίς χρονικό περιορισμό;
8)
Πρέπει η οδηγία 2004/18/EΚ να εφαρμοστεί —με την έννομη συνέπεια ότι η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να προβεί σε δημόσια πρόσκληση προς υποβολή προσφορών— και στην περίπτωση κατά την οποία η πώληση ακινήτου από τρίτον και η σύναψη δημόσιας συμβάσεως έργου πραγματοποιούνται σε διαφορετικούς χρόνους και κατά τη σύναψη της συμβάσεως που αφορά το ακίνητο η δημόσια σύμβαση έργου δεν έχει ακόμη συναφθεί, αλλά κατά τον χρόνο συνάψεως της συμβάσεως που αφορά το ακίνητο υπήρχε πρόθεση της αναθέτουσας αρχής να προβεί στη σύναψη της δημόσιας συμβάσεως έργου;
9)
Πρέπει οι χωριστές, πλην όμως συνδεόμενες μεταξύ τους συναλλαγές, που αφορούν πώληση ακινήτου και δημόσια σύμβαση έργου να θεωρούνται υπό το πρίσμα του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων ως ενότητα, εφόσον κατά τον χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου υπήρχε η πρόθεση συνάψεως της δημόσιας συμβάσεως έργου και οι μετέχοντες συνειδητά δημιούργησαν στενό σύνδεσμο από αντικειμενικής —και ενδεχομένως και από χρονικής— απόψεως μεταξύ των συμβάσεων (βλ. την απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 2005, C 29/04, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2005, σ. Ι-9705);
(1) ΕΕ L 134, σ. 114.
Full & Egal Universal Law Academy