7.2.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 32/12
Προσφυγή της 17ης Οκτωβρίου 2008 — Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας
(Υπόθεση C-455/08)
(2009/C 32/20)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: Γ. Ζαββός, Μ. Κωνσταντινίδης και D. Kukovec)
Καθής: Ιρλανδία
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι, με το άρθρο 49 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 329 του 2006, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ιρλανδική έννομη τάξη η οδηγία 2004/18/ΕΚ (1), και με το άρθρο 51 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 50 του 2007, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ιρλανδική έννομη τάξη η οδηγία 2004/17/ΕΚ (2), η Ιρλανδία θέσπισε τις διατάξεις που διέπουν την κοινοποίηση στους υποψηφίους των αποφάσεων των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων περί αναθέσεως και της αιτιολογήσεώς τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι υποψήφιοι λαμβάνουν πλήρως γνώση των λόγων για τους οποίους απορρίφθηκαν οι προσφορές τους, ενδέχεται να έχει ήδη λήξει η ανασταλτική προθεσμία της συνάψεως της συμβάσεως·
—
ως εκ τούτου, να αναγνωρίσει ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/665/ΕΟΚ (3) και από τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/13/ΕΟΚ (4), όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/98 (απόφαση Alcatel) (5), και της 24ης Ιουνίου 2004, C-212/02, Επιτροπή κατά Αυστρίας (6).
—
να καταδικάσει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Το ιρλανδικό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 329
Κατά το άρθρο 49 του ιρλανδικού νομοθετικού διατάγματος αριθ. 329, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ιρλανδική έννομη τάξη η οδηγία 2004/18/ΕΚ, η απόφαση περί αναθέσεως πρέπει να γνωστοποιείται στους υποψηφίους με το ταχύτερο μέσο επικοινωνίας και το συντομότερο δυνατό κατόπιν της λήψεως της αποφάσεως από την αναθέτουσα αρχή. Υπολογιζόμενη από της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως στους υποψηφίους, η ανασταλτική προθεσμία, μετά τη λήξη της οποίας είναι δυνατή η σύναψη της συμβάσεως, πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον 14 ημερών.
Εντούτοις, κατά το ιρλανδικό δίκαιο, η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται να γνωστοποιεί τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε προσφορά μόνον εφόσον της υποβληθεί σχετικό αίτημα. Η αναθέτουσα αρχή πρέπει να γνωστοποιήσει τους λόγους «το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει εντός 15 ημερών». Κατά την Επιτροπή, αυτό συνεπάγεται ότι, κατά τον χρόνο που ένας υποψήφιος λαμβάνει πλήρως γνώση των λόγων απορρίψεως της προσφοράς του, η ανασταλτική προθεσμία ενδέχεται να έχει ήδη λήξει.
Κατά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου Alcatel και Επιτροπή κατά Αυστρίας, επιβάλλεται η απόφαση περί αναθέσεως να έχει αιτιολογηθεί εγκαίρως, έτσι ώστε να είναι δυνατό να προσβληθεί αποτελεσματικά με προσφυγή που ασκείται πριν λήξει η ανασταλτική προθεσμία. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ιρλανδικές διατάξεις δεν είναι σύμφωνες με την απαίτηση αυτή, καθόσον δεν διασφαλίζουν ότι οι υποψήφιοι πληροφορούνται εγκαίρως και σαφώς προ της λήξεως της ανασταλτικής προθεσμίας τους λόγους απορρίψεως των προσφορών τους. Κατ' αυτόν τον τρόπο παρακωλύεται το δικαίωμα του υποψηφίου να έχει στη διάθεσή του αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας, όπως απαιτείται κατά την οδηγία 89/665/ΕΟΚ.
Το ιρλανδικό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 50 του 2007
Κατά το άρθρο 51 του ιρλανδικού νομοθετικού διατάγματος. αριθ. 50 του 2007, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ιρλανδική έννομη τάξη η οδηγία 2004/17/ΕΚ, κατά την κοινοποίηση στους υποψηφίους της αποφάσεως περί αναθέσεως, οι αναθέτουσες αρχές οφείλουν να γνωστοποιούν στους υποψηφίους των οποίων οι προσφορές απορρίφθηκαν «τον κύριο λόγο ή τους κύριους λόγους για τους οποίους δεν επελέγη η προσφορά τους». Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να γνωστοποιεί στους υποψηφίους των οποίων οι προσφορές απορρίφθηκαν «τα χαρακτηριστικά και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς … το συντομότερο δυνατό και εν πάση περιπτώσει εντός 15 ημερών» από τη λήψη σχετικού αιτήματος. Η ανασταλτική προθεσμία έχει διάρκεια 14 ημερών, από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως περί αναθέσεως. Κατά την Επιτροπή, τούτο συνεπάγεται ότι, κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο υποψήφιος λαμβάνει πλήρως γνώση των λόγων της απορρίψεως της προσφοράς του, η ανασταλτική προθεσμία ενδέχεται να έχει ήδη λήξει.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, όσον αφορά τις διαδικασίες διαγωνισμών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των οδηγιών 2004/17/ΕΚ και 92/13/ΕΟΚ, οι διατάξεις της ιρλανδικής νομοθεσίας περί κοινοποιήσεως αποφάσεων στους υποψηφίους περιορίζουν το δικαίωμα των υποψηφίων των οποίων οι προσφορές απορρίφθηκαν να έχουν στη διάθεσή τους αποτελεσματικά μέσα ένδικης προστασίας και αντιβαίνουν στις ισχύουσες οδηγίες περί μέσων ένδικης προστασίας, δηλαδή τις οδηγίες 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ, όπως έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
(1) Οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, ΕΕ L 134, σ. 114.
(2) Οδηγία 2004/17/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών, ΕΕ L 134, σ. 1.
(3) Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων περί της εφαρμογής των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης συμβάσεων κρατικών προμηθειών και δημοσίων έργων, ΕΕ L 395, σ. 33.
(4) Οδηγία 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων στις διαδικασίες σύναψης των συμβάσεων φορέων οι οποίοι λειτουργούν στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών, ΕΕ L 76, σ. 14.
(5) Απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, C-81/98, Alcatel Austria AG κ.λπ. κατά Bundesministerium für Wissenschaft und Verkehr, Συλλογή 1999, σ. I-7671.
(6) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 2004, C-212/02, Επιτροπή κατά Δημοκρατίας της Αυστρίας.
Full & Egal Universal Law Academy