21.2.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 44/27
Αναίρεση που άσκησαν στις 18 Νοεμβρίου 2008 οι Pilar Angé Serrano, Jean-Marie Bras, Adolfo Orcajo Teresa, Dominiek Decoutere, Armin Hau και Francisco Javier Solana Ramos κατά της απόφασης που εξέδωσε το Πρωτοδικείο (τρίτο τμήμα) στις 18 Σεπτεμβρίου 2008 στην υπόθεση T-47/05 (Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου)
(Υπόθεση C-496/08 P)
(2009/C 44/46)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Αναιρεσείοντες: Pilar Angé Serrano, Jean-Marie Bras, Adolfo Orcajo Teresa, Dominiek Decoutere, Armin Hau, Francisco Javier Solana Ramos (εκπρόσωπος: E. Boigelot, δικηγόρος)
Αντίδικοι κατ' αναίρεση: Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα των αναιρεσειόντων
Οι αναιρεσείοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την αίτηση αναίρεσης παραδεκτή και βάσιμη και, κατά συνέπεια:
—
όσον αφορά τους P. Angé Serrano, J.-M. Bras και A. Orcajo Teresa, να αναιρέσει την αναρεσιβαλλόμενη απόφαση, αφενός, καθόσον κρίθηκε ότι δεν χρειαζόταν να εξεταστεί το πρώτο αίτημα της προσφυγής τους και, αφετέρου, καθόσον απορρίφθηκε το αίτημά τους για επιδίκαση αποζημίωσης·
—
όσον αφορά τους D. Decoutere, A. Hau και F. J. Solana Ramos, να αναιρέσει τα σημεία 2 και 4 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και τη σχετική αιτιολογία·
—
να κρίνει επί της ουσίας της διαφοράς, δεχόμενο την αρχική προσφυγή των νυν αναιρεσειόντων στην υπόθεση T-47/05:
—
να ακυρώσει τις αποφάσεις σχετικά με την κατάταξη των νυν αναιρεσειόντων σε βαθμό κατόπιν της έναρξης της ισχύος του νέου Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης·
—
να υποχρεώσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να καταβάλει αποζημίωση, υπολογιζόμενη ex aequo et bono σε 60 000 EUR για κάθε αναιρεσείοντα·
—
να καταδικάσει, εν πάση περιπτώσει, το καθού στα έξοδα αμφοτέρων των δικών.
Λόγοι αναίρεσης και κύρια επιχειρήματα
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε επί προσφυγών που είχαν ασκήσει έξι υπάλληλοι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, επιτυχόντες σε εσωτερικούς διαγωνισμούς διεξαχθέντες υπό το κράτος του παλαιού Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης (ΚΥΚ), των οποίων η κατάταξη σε βαθμό μεταβλήθηκε κατόπιν της έναρξης της ισχύος του νέου ΚΥΚ.
Οι τρεις πρώτο αναιρεσείοντες επικαλούνται δύο λόγους αναίρεσης
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, οι εν λόγω αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι δεν χρειαζόταν να αποφανθεί επί αιτήματος, υπέπεσε σε νομική πλάνη και παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης. Συγκεκριμένα, οι νυν αναιρεσείοντες διατηρούν έννομο συμφέρον στην ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων κατάταξης, παρά την αντικατάσταση των αποφάσεων αυτών από τις μεταγενέστερες ατομικές αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 2006, στο μέτρο που το ίδιο το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι οι νέες αυτές αποφάσεις δεν εξαλείφουν πλήρως τις αιτιάσεις των προσφευγόντων καθόσον δεν αποκαθιστούν την κατάταξη σε ανώτερο βαθμό. Εξάλλου, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις στηρίζονται στα άρθρα 2 και 8 του παραρτήματος XIII του νέου ΚΥΚ, των οποίων η νομιμότητα είναι, κατά τη γνώμη τους, αμφισβητήσιμη.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι ίδιοι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωση αιτιολόγησης απορρίπτοντας το αίτημα αποζημίωσης, ενώ η κατάταξή σε βαθμό σύμφωνα με τον νέο ΚΥΚ τους τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο με εκείνο των συναδέλφων τους που δεν πέτυχαν σε διαγωνισμό μετάβασης σε ανώτερη κατηγορία και, συνεπώς, τους προξενεί ζημία.
Οι τρεις τελευταίοι αναιρεσείοντες επικαλούνται ένα μοναδικό λόγο αναίρεσης, αντλούμενο από την έλλειψη νομιμότητας των άρθρων 2 και 8 του παραρτήματος ΧΙΙΙ του νέου ΚΥΚ.
Συναφώς, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, πρώτον, προσβολή κεκτημένων δικαιωμάτων και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκ μέρους του Πρωτοδικείου στο μέτρο που το τελευταίο θεώρησε ότι η κατάταξη σε ανώτερο βαθμό κατόπιν της επιτυχίας τους σε διαγωνισμούς διεξαχθέντες υπό το κράτος του παλαιού ΚΥΚ δεν συνιστά κεκτημένο δικαίωμα και δεν μπορεί, κατά συνέπεια, να δημιουργήσει νόμιμη προσδοκία.
Προς στήριξη αυτού του λόγου, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, δεύτερον, ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης στο μέτρο που, κατόπιν της ανακατάταξης σε βαθμό η οποία πραγματοποιήθηκε βάσει του νέου ΚΥΚ, τους επιφυλάχθηκε ίδια μεταχείριση με τους συναδέλφους τους που δεν πέτυχαν στους ίδιους διαγωνισμούς. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο αντιμετώπισε κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις, στο μέτρο που έκρινε ότι οι επιτυχόντες ενός και του αυτού διαγωνισμού δεν αποτελούν ενιαία κατηγορία, δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη του, οι κανόνες κατάταξης σε βαθμό διαφέρουν αναλόγως της ημερομηνίας κατά την οποία πραγματοποιείται η κατάταξη αυτή. Η εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων στους επιτυχόντες ενός και του αυτού διαγωνισμού, ήτοι του άρθρου 2, παράγραφος 1, και του άρθρου 5, παράγραφος 4, του παραρτήματος ΧΙΙΙ του νέου ΚΥΚ αντιβαίνει, συνεπώς, στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Full & Egal Universal Law Academy