ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (δεύτερο τμήμα)
της 3ης Ιουλίου 2008 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Προθεσμία – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση C‑84/08 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που ασκήθηκε στις 21 Φεβρουαρίου 2008,
Αθανάσιος Πιτσιόρλας, εκπροσωπούμενος από τον Δ. Παπαφιλίππου, δικηγόρο,
αναιρεσείων,
όπου οι λοιποί διάδικοι είναι:
το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
και
η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα,
καθών πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. W. A Timmermans (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, L. Bay Larsen, K. Schiemann, P. Kūris και C. Toader, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Με τηλεομοιοτυπία που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2008, ο αναιρεσείων διαβίβασε αντίγραφο του δικογράφου με το οποίο προτίθεται να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 27ης Νοεμβρίου 2007, T-3/00 και T-337/04, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και ΕΚΤ (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
2 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) της 21ης Οκτωβρίου 1999, όπως αυτή γνωστοποιήθηκε στον Α. Πιτσιόρλα με επιστολή της ΕΚΤ της 8ης Νοεμβρίου 1999, με την οποία απορρίφθηκαν οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος για πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τη Συμφωνία Βασιλείας-Nyborg για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, η οποία εγκρίθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1987. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, της 30ής Ιουλίου 1999, περί αρνήσεως χορηγήσεως στον αναιρεσείοντα προσβάσεως στα έγγραφα αυτά, καθώς και την αγωγή αποζημιώσεως που απέβλεπε στην αποκατάσταση της ζημίας που φέρεται ότι υπέστη ο αναιρεσείων λόγω των αρνήσεων αυτών, δεδομένου ότι τα έγγραφα ζητήθηκαν για τις ανάγκες της προετοιμασίας της διδακτορικής διατριβής του.
3 Από τη δικογραφία την οποία διαβίβασε η Γραμματεία του Πρωτοδικείου σε αυτήν του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο αναιρεσείων δεν όρισε τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο. Σύμφωνα με την απόδειξη παραλαβής που περιλαμβάνεται στη δικογραφία, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον δικηγόρο του αναιρεσείοντος με συστημένη επιστολή που κατατέθηκε στο ταχυδρομείο του Λουξεμβούργου στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
4 Με έγγραφο της 29ης Φεβρουαρίου 2008, η Γραμματεία του Δικαστηρίου επέστησε την προσοχή του αναιρεσείοντος στο γεγονός ότι η αναίρεση ασκήθηκε εκπρόθεσμα και τον κάλεσε να γνωστοποιήσει αν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας, κατά την έννοια του άρθρου 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που να εμποδίζει την απώλεια δικαιώματος λόγω παρόδου των προθεσμιών.
5 Με έγγραφο της 11ης Μαρτίου 2008, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος απάντησε ότι το περιεχόμενο του αποδεικτικού επίδοσης ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του επιδόθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2007 δεν αληθεύει και ότι η υπογραφή του φερόμενου ως παραλήπτη δεν είναι δική του. Υποστηρίζει ότι παρέλαβε την εν λόγω απόφαση με το κοινό ταχυδρομείο, δεδομένου ότι η απόφαση περιήλθε στο ταχυδρομικό κουτί του γραφείου του την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007. Αυτή την ημερομηνία θεωρεί ως ημερομηνία κοινοποιήσεως. Απόδειξη αυτού προσφέρει το γεγονός ότι ενημέρωσε τηλεφωνικώς, το πρωί της ίδιας ημέρας, τον πελάτη του για την παραλαβή της εν λόγω αποφάσεως. Με βάση τα στοιχεία αυτά, προβάλλει λόγο ανωτέρας βίας ή τυχαίου συμβάντος ανεξάρτητου από τη δική του βούληση ή από αυτήν του πελάτη του υπό την έννοια του άρθρου 45 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
6 Με ένα δεύτερο έγγραφο της 17ης Μαρτίου 2008, ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος παρέσχε συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τα τηλεφωνήματα που προήλθαν από το γραφείο του κατά την κρίσιμη περίοδο. Εξ αυτών επιβεβαιώνεται ότι στις 13 Δεκεμβρίου 2007 έκανε ένα και μοναδικό τηλεφώνημα στον πελάτη του, διάρκειας μόλις 15 δευτερολέπτων, πράγμα που του παρείχε τη δυνατότητα, κατά τη γνώμη του, να διαθέτει όσο χρόνο χρειάζεται για να αναγγείλει την παραλαβή της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
7 Κατά το άρθρο 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως, εν όλω ή εν μέρει, με αιτιολογημένη διάταξη.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δύο μήνες από της κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
9 Βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η δικονομική αυτή προθεσμία πρέπει να παρεκταθεί λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες κατ’ αποκοπή.
10 Εφόσον ο αναιρεσείων δεν όρισε τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο για τους σκοπούς της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, η νομότυπη επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως πρέπει, δυνάμει του άρθρου 44, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, να λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε με την κατάθεση της συστημένης επιστολής στο ταχυδρομείο του Λουξεμβούργου, δηλαδή στις 4 Δεκεμβρίου 2007.
11 Επομένως, η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως παρήλθε δύο μήνες και δέκα ημέρες μετά την ημερομηνία αυτή, δηλαδή την Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2008.
12 Η αποστολή, όμως, προς τη Γραμματεία του Δικαστηρίου αντιγράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τηλεομοιοτυπία έγινε στις 21 Φεβρουαρίου 2008 και, εν συνεχεία, κατατέθηκε το πρωτότυπο του δικογράφου στις 25 Φεβρουαρίου 2008. Έστω και αν το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του δικογράφου περιήλθε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37, παράγραφος 6, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου το αργότερο δέκα ημέρες μετά τη διαβίβαση με τηλεομοιοτυπία, η ημερομηνία καταθέσεως της τηλεομοιοτυπίας αυτής, η οποία θεωρείται, σε τέτοια περίπτωση, ως ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι εν πάση περιπτώσει μεταγενέστερη της 14ης Φεβρουαρίου 2008.
13 Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως κατατέθηκε προδήλως εκπρόθεσμα.
14 Κατά πάγια νομολογία, δεν χωρεί παρέκκλιση από την εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων περί δικονομικών προθεσμιών παρά μόνον υπό περιστάσεις εντελώς εξαιρετικές, τυχαίου συμβάντος ή ανωτέρας βίας, κατά το άρθρο 45, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων αυτών ανταποκρίνεται στην επιταγή ασφαλείας δικαίου και στην ανάγκη να αποφεύγεται κάθε δυσμενής διάκριση ή κάθε αυθαίρετη μεταχείριση κατά την απονομή της δικαιοσύνης (βλ., μεταξύ άλλων, διατάξεις της 7ης Μαΐου 1998, C-239/97, Ιρλανδία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I-2655, σκέψη 7, και της 19ης Φεβρουαρίου 2004, C-396/03 P, Forum des migrants κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. Ι-1981, σκέψη 16).
15 Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι η κατά το εν λόγω άρθρο 45 έννοια της «ανωτέρας βίας» εμπεριέχει ένα αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο σχετίζεται με μη φυσιολογικές και ξένες προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεις, και ένα υποκειμενικό στοιχείο, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του μη φυσιολογικού γεγονότος, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα χωρίς να υποβληθεί σε υπερβολικές θυσίες. Συγκεκριμένα, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να παρακολουθεί προσεκτικά την εξέλιξη της διαδικασίας και, ιδίως, να επιδεικνύει επιμέλεια όσον αφορά την τήρηση των προβλεπομένων προθεσμιών (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15 Δεκεμβρίου 2004, C-195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I-5619, σκέψη 32, και διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2005, C-325/03 P, Zuazaga Meabe κατά ΓΕΕΑ, Συλλογή 2005, σ. I-403, σκέψη 25).
16 Η περίσταση την οποία επικαλείται εν προκειμένω ο αναιρεσείων και σύμφωνα με την οποία παρέλαβε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόλις στις 13 Δεκεμβρίου 2007, ημερομηνία την οποία θεωρεί, ως εκ τούτου, ως ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής, δεν στοιχειοθετεί τυχαίο συμβάν ή ανωτέρα βία.
17 Εξάλλου, ο αναιρεσείων δεν ανέφερε με ποιον τρόπο η κατάθεση της συστημένης επιστολής στο ταχυδρομείο του Λουξεμβούργου θα μπορούσε να συνιστά μη φυσιολογική περίσταση. Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η ύπαρξη, αυτή καθ’ εαυτή, της παρέκτασης της προθεσμίας λόγω αποστάσεως κατ’ αποκοπή, την οποία προβλέπει το άρθρο 81, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και η οποία συνίσταται στην παράταση κατά δέκα ημέρες της προθεσμίας δύο μηνών για την άσκηση αναιρέσεως, αποβλέπει ακριβώς στην αναπλήρωση των πιθανών καθυστερήσεων που οφείλονται στην πραγματοποίηση των επιδόσεων μέσω ταχυδρομικής επιστολής.
18 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να κριθεί προδήλως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 69 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο αναιρεσείων θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα) διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Ο Α. Πιτσιόρλας φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy