ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 13ης Νοεμβρίου 2008 (*)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας – Οδηγία 89/48/ΕΟΚ – Αναγνώριση των διπλωμάτων – Σπουδές περατωθείσες σε “εργαστήριο ελευθέρων σπουδών” μη αναγνωριζόμενο ως εκπαιδευτικό ίδρυμα από το κράτος μέλος υποδοχής – Ψυχολόγος»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑180/08 και C‑186/08,
με αντικείμενο αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, υποβληθείσες από το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης (Ελλάδα) με αποφάσεις της 26ης Μαρτίου και της 10ης Απριλίου 2008, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 28 Απριλίου 2008, στο πλαίσιο των δικών
Μαρία Καστρινάκη του Εμμανουήλ
κατά
Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J.‑C. Bonichot, πρόεδρο τμήματος, K. Schiemann (εισηγητή) και P. Kūris, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Y. Bot
γραμματέας: R. Grass
κρίνοντας ότι πρέπει να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Οι αιτήσεις εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 1 έως 4 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών (ΕΕ 1989, L 19, σ. 16).
2 Οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν στο πλαίσιο δύο ένδικων διαφορών μεταξύ της Μ. Καστρινάκη και του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ (στο εξής: Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ) της Θεσσαλονίκης (Ελλάδα), με αντικείμενο τους όρους απασχολήσεως της Μ. Καστρινάκη ως ψυχολόγου στο ως άνω νοσοκομείο.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Όπως προκύπτει από την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη της, σκοπός της οδηγίας 89/48 είναι η δημιουργία ενός γενικού συστήματος αναγνωρίσεως των διπλωμάτων ώστε να καθίσταται ευχερέστερη στους Ευρωπαίους πολίτες η άσκηση όλων των επαγγελματικών δραστηριοτήτων για τις οποίες απαιτείται, εντός του κράτους μέλους υποδοχής, η κατοχή διπλώματος μεταδευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως, εφόσον διαθέτουν τέτοια διπλώματα τα οποία τους προετοιμάζουν για τις δραστηριότητες αυτές, πιστοποιούν την ολοκλήρωση τριετούς τουλάχιστον κύκλου σπουδών και έχουν χορηγηθεί από ιδρύματα άλλου κράτους μέλους.
4 Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 89/48 ορίζει τα εξής:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοείται
α) ως δίπλωμα, οποιοδήποτε δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλος τίτλος ή οποιοδήποτε σύνολο τέτοιων διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων:
– [το οποίο] έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή κράτους μέλους, η οποία έχει ορισθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις του εν λόγω κράτους μέλους,
– από το οποίο προκύπτει ότι ο κάτοχός του έχει περατώσει με επιτυχία κύκλο μεταδευτεροβάθμιων σπουδών διαρκείας τουλάχιστον τριών ετών ή μερική παρακολούθηση ισοδύναμης διαρκείας σε πανεπιστήμιο ή ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή άλλο ίδρυμα ισότιμου επιπέδου και, ενδεχομένως, ότι έχει περατώσει με επιτυχία την επαγγελματική εκπαίδευση που απαιτείται επιπλέον του κύκλου μεταδευτεροβάθμιων σπουδών και
– από το οποίο προκύπτει ότι ο κάτοχός του διαθέτει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα για να αναλάβει ή να ασκήσει επάγγελμα που είναι νομοθετικά κατοχυρωμένο στο εν λόγω κράτος μέλος,
εφόσον η εκπαίδευση που πιστοποιείται από το εν λόγω δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο έχει πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερό της μέρος στην Κοινότητα, ή εφόσον ο κάτοχός του έχει τριετή επαγγελματική πείρα που βεβαιούται από το κράτος μέλος το οποίο έχει αναγνωρίσει ένα εξωκοινοτικό δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο.
Εξομοιώνεται προς δίπλωμα, κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, οποιοδήποτε δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλος τίτλος ή οποιοδήποτε σύνολο τέτοιων διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων έχει χορηγηθεί από αρμόδια αρχή εντός κράτους μέλους, εφόσον πιστοποιεί εκπαίδευση που έχει πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας και που αναγνωρίζεται από αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους ως ισότιμου επιπέδου και εφόσον παρέχει τα ίδια δικαιώματα προσβάσεως ή ασκήσεως ενός νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος».
5 Το άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 89/48 ορίζει ότι ένα κράτος μέλος το οποίο εξαρτά την πρόσβαση σε επάγγελμα από την κατοχή διπλώματος δεν μπορεί να αρνείται σε υπήκοο κράτους μέλους την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό, λόγω ελλείψεως προσόντων, εφόσον ο αιτών διαθέτει τα προσόντα τα οποία καθορίζονται με τη διάταξη αυτή. Αυτό ισχύει, μεταξύ άλλων, όταν ο αιτών κατέχει το δίπλωμα το οποίο απαιτείται από άλλο κράτος μέλος για την πρόσβαση στο επάγγελμα αυτό ή για την άσκησή του στο έδαφός του και το οποίο έχει ληφθεί σε κράτος μέλος.
6 Κατά παρέκκλιση από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 της οδηγίας 89/48, το άρθρο 4 αυτής επιτρέπει στο κράτος μέλος υποδοχής να απαιτήσει από τον αιτούντα, σε ορισμένες περιπτώσεις που καθορίζει το άρθρο αυτό, να αποδείξει ότι διαθέτει επαγγελματική πείρα ορισμένης χρονικής διαρκείας, να πραγματοποιήσει πρακτική άσκηση προσαρμογής επί τρία έτη κατ’ ανώτατο όριο ή να υποβληθεί σε δοκιμασία επαρκείας.
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
Η οργάνωση της μεταδευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα
7 Η πανεπιστημιακή και ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται στην Ελληνική Δημοκρατία, δυνάμει του άρθρου 16 του Συντάγματός της, αποκλειστικά και μόνον από δημόσια ιδρύματα.
8 Πάντως, κατά την επικρατήσασα στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης γνώμη, η ανωτέρω διάταξη δεν σημαίνει ότι επιβάλλεται η παροχή της παιδείας αυτής αποκλειστικώς από το κράτος. Καίτοι το ελληνικό σύνταγμα δεν προβλέπει ατομικό δικαίωμα των ιδιωτών να ιδρύουν ιδρύματα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, δεν τους απαγορεύει, πάντως, την ίδρυση εκπαιδευτηρίων παρεχόντων εκπαίδευση του τύπου αυτού. Επομένως, το Σύνταγμα ανέθεσε τη ρύθμιση του ζητήματος της ιδρύσεως εκπαιδευτηρίων της ως άνω κατηγορίας από ιδιώτες στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος έχει την ευχέρεια να επιτρέψει ή να απαγορεύσει την ίδρυσή τους.
9 Υφίστανται επίσης ιδιωτικά εργαστήρια ελεύθερων σπουδών, η ίδρυση και η λειτουργία των οποίων διέπεται από το νομοθετικό διάταγμα 9/1935 της 9ης Οκτωβρίου 1935 (ΦΕΚ Α΄ 450), καθώς και από τον νόμο 1966/1991 (ΦΕΚ A΄ 147). Σύμφωνα με την ελληνική κανονιστική ρύθμιση, τα ανωτέρω ιδρύματα δεν είναι εκπαιδευτικά ιδρύματα και δεν παρέχουν καμία επαγγελματική εκπαίδευση οποιασδήποτε βαθμίδας. Παρέχουν τη δυνατότητα στους σπουδαστές οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι σ’ αυτά να ακολουθούν σπουδές οι οποίες κατοχυρώνονται με τη χορήγηση βεβαιώσεως στερούμενης οποιασδήποτε επίσημης αξίας.
Οι θέσεις προσωπικού στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
10 Ο νόμος 993/1979, περί του επί συμβάσει εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΦΕΚ Α΄ 81), προβλέπει, στο άρθρο 1 αυτού, τη δυνατότητα των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου να προσλαμβάνουν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
11 Ο νόμος 2738/1999 (ΦΕΚ Α΄ 180) προβλέπει τη μετατροπή των οργανικών θέσεων προσωπικού πλήρους απασχολήσεως με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου, σε οργανικές θέσεις μόνιμων υπαλλήλων.
12 Ο νόμος 2683/1999 (ΦΕΚ Α΄ 19) διακρίνει, στο τιτλοφορούμενο «κατάταξη θέσεων σε κατηγορίες» άρθρο 75 αυτού, ιδίως μεταξύ δύο κατηγοριών θέσεων, και συγκεκριμένα της κατηγορίας θέσεων δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως (στο εξής: κατηγορία ΔΕ) και εκείνων της κατηγορίας θέσεων πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως (στο εξής: κατηγορία ΠΕ).
13 Δυνάμει του άρθρου 76, παράγραφος 2, του ανωτέρω νόμου, οι θέσεις της κατηγορίας ΔΕ είναι εκείνες για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται απολυτήριος τίτλος ή πτυχίο σχολής δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως ή άλλου ισότιμου ιδρύματος.
14 Σύμφωνα με το άρθρο 76, παράγραφος 4, του ιδίου νόμου, οι θέσεις της κατηγορίας ΠΕ είναι εκείνες για τις οποίες ως τυπικό προσόν διορισμού ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής.
15 Ο νόμος 2470/1997 (ΦΕΚ Α΄ 40) καθορίζει τα μισθολογικά κλιμάκια των υπαλλήλων όλων των κατηγοριών και προβλέπει κατ’ ουσίαν ευνοϊκότερους όρους αμοιβής για τις θέσεις της κατηγορίας ΠΕ σε σχέση με την κατηγορία ΔΕ.
Το επάγγελμα του ψυχολόγου στην Ελλάδα
16 Ο νόμος 991/1979 για την άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα και για άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α΄ 278), όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον νόμο 2646/1998 (ΦΕΚ Α΄ 236), προβλέπει ότι η άσκηση του επαγγέλματος του ψυχολόγου επιτρέπεται μόνο στον κάτοχο της ειδικής αδείας προς τούτο, η οποία χορηγείται με απόφαση του οικείου νομάρχη.
17 Το άρθρο 3 του νόμου 991/1979, όπως αυτός τροποποιήθηκε με τον νόμο 2646/1998, προβλέπει ότι, για τη χορήγηση της αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να είναι κάτοχος διπλώματος ψυχολογίας, χορηγούμενου από ίδρυμα ανώτατης εκπαιδεύσεως της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, και ορίζει ότι η αναγνώριση και η ισοτιμία των τίτλων ξένων ανώτατων σχολών ψυχολογίας γίνεται από το Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής (στο εξής: ΔΙΚΑΤΣΑ).
18 Το ΔΙΚΑΤΣΑ συνεστήθη με τον νόμο 741/1977 (ΦΕΚ A΄ 314). Σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου αυτού, ανήκει στην αρμοδιότητά του η αναγνώριση ανώτατων σχολών της αλλοδαπής ως ομοταγών προς ανώτατες σχολές της ημεδαπής και των τίτλων που χορηγούν οι πρώτες ως ισότιμων και αντίστοιχων προς τίτλους σπουδών που απονέμουν ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.
19 Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, όπως προκύπτει από τη νομολογία των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων στην Ελλάδα, το ΔΙΚΑΤΣΑ είναι αποκλειστικώς αρμόδιο να κρίνει τα της ακαδημαϊκής ισοτιμίας και όχι τα της επαγγελματικής ισοτιμίας αλλοδαπών τίτλων σπουδών.
Η μεταφορά της οδηγίας 89/48 στην ελληνική έννομη τάξη
20 Η οδηγία 89/48 μεταφέρθηκε στην εσωτερική έννομη τάξη αρχικώς μόνον όσον αφορά ειδικά τα επαγγέλματα υγείας και προνοίας, μεταξύ των οποίων και εκείνο του ψυχολόγου, με την υπ’ αριθ. A4/4112/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων «[περί της αναγνωρίσεως] επαγγελματικών τίτλων για την άσκηση επαγγελμάτων υγείας και προνοίας σύμφωνα με την οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» (ΦΕΚ Β΄ 502).
21 Ακολούθως, η ως άνω απόφαση καταργήθηκε, στο πλαίσιο της γενικευμένης μεταφοράς της οδηγίας 89/48, με το προεδρικό διάταγμα 165/2000, της 28ης Ιουνίου 2000 (ΦΕΚ A΄ 149), όπως αυτό τροποποιήθηκε με τα προεδρικά διατάγματα 373/2001, της 22ας Οκτωβρίου 2001 (ΦΕΚ A΄ 251), και 385/2002, της 23ης Δεκεμβρίου 2002 (ΦΕΚ A΄ 334).
Οι διαφορές της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Η Μ. Καστρινάκη έλαβε στις 12 Νοεμβρίου 1980, μετά από τετραετείς ανώτατες σπουδές, το δίπλωμα maîtrise γραμμάτων, τμήμα ψυχολογίας, του Πανεπιστημίου της πόλεως Caen (Γαλλία).
23 Το εν λόγω πανεπιστήμιο οργανώνει σπουδές ψυχολογίας στην Ελλάδα στο πλαίσιο συμφωνίας, δυνάμει της οποίας εκπαίδευση παρεχόμενη από ιδιωτικό οργανισμό εγκατεστημένο στην Ελλάδα αναγνωρίζεται από το οικείο πανεπιστήμιο, το οποίο χορηγεί διπλώματα στους σπουδαστές οι οποίοι παρακολούθησαν τη συγκεκριμένη εκπαίδευση. Η Μ. Καστρινάκη πραγματοποίησε, υπό την έννοια αυτή, ένα μέρος των σπουδών που πιστοποιούνται με το δίπλωμα του Πανεπιστημίου της πόλεως Caen σε εγκατεστημένο στην Ελλάδα ιδιωτικό οργανισμό.
24 Η Μ. Καστρινάκη προσλήφθηκε τον μήνα Σεπτέμβριο του 1984 από το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, σε θέση ψυχολόγου.
25 Η Μ. Καστρινάκη κατατάχθηκε σε προσωρινή προσωποπαγή θέση της κατηγορίας ΠΕ του κλάδου «ψυχολογία», με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η σταδιοδρομία της εξελίχθηκε κανονικά με αρκετές μισθολογικές προαγωγές μέχρι τον μήνα Ιούλιο του 1997.
26 Πάντως, με έγγραφο της 18ης Ιουλίου 1997, η αρμόδια για τον δημοσιονομικό έλεγχο των δαπανών του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ πάρεδρος του 24ου κλιμακίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο εδρεύει στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης στη Θεσσαλονίκη, θεώρησε ότι η Μ. Καστρινάκη δεν έπρεπε να μισθοδοτείται υπαγόμενη σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας ΠΕ χωρίς προηγούμενη αναγνώριση της ισοτιμίας του πτυχίου της ως ψυχολόγου από το ΔΙΚΑΤΣΑ. Για τον λόγο αυτό, η πάρεδρος δεν επέτρεψε την πληρωμή των αποδοχών της Μ. Καστρινάκη του μηνός Ιουλίου του 1997 και επέστρεψε αθεώρητο το σχετικό ένταλμα πληρωμής του μισθού της μέχρις ότου η Μ. Καστρινάκη προσκομίσει τίτλο ισοτιμίας του διπλώματός της ως ψυχολόγου από το ΔΙΚΑΤΣΑ.
27 Δεν αμφισβητείται συναφώς ότι αποκλείεται η αναγνώριση της ισοτιμίας του διπλώματος της Μ. Καστρινάκη από το ΔΙΚΑΤΣΑ λόγω του ότι το δίπλωμα αυτό χορηγήθηκε κατόπιν εκπαιδεύσεως στο πλαίσιο συμφωνίας δικαιοχρήσεως. Πράγματι, το ΔΙΚΑΤΣΑ είναι της γνώμης ότι η αναγνώριση παρόμοιας ισοτιμίας ισοδυναμεί με αναγνώριση των σπουδών ανωτάτης εκπαιδεύσεως που παρέχουν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί οργανισμοί, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Ελληνικού Συντάγματος.
28 Κατόπιν αυτού, το διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ αποφάσισε να αναστείλει την πληρωμή των αποδοχών της Μ. Καστρινάκη μέχρις ότου η τελευταία προσκομίσει τον σχετικό τίτλο του ΔΙΚΑΤΣΑ.
29 Με την υπ’ αριθ. 64/1999 πράξη του της 16ης Μαρτίου 1999, το πρώτο τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επικύρωσε την από 18 Ιουλίου 1997 άποψη της παρέδρου ότι για την κατάταξη της Μ. Καστρινάκη σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας ΠΕ απαραίτητη προϋπόθεση ήταν η εκ μέρους του ΔΙΚΑΤΣΑ αναγνώριση του διπλώματός της ως ψυχολόγου.
30 Κατόπιν αυτού, το διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ πληροφόρησε τη Μ. Καστρινάκη ότι ήταν αδύνατη η παραμονή της στη θέση της κατηγορίας ΠΕ και ότι, εφόσον συμφωνούσε να παραμείνει στην υπηρεσία του νοσοκομείου, όφειλε να υποβάλει αίτηση περί κατατάξεώς της στην κατηγορία ΔΕ. Το Γενικό Λογιστήριο του κράτους επέτρεψε στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ να μισθοδοτεί τη Μ. Καστρινάκη μετά την κατάταξή της στα μισθολογικά κλιμάκια της κατηγορίας ΔΕ με βάση τα έτη προϋπηρεσίας της.
31 Δεδομένου ότι η Μ. Καστρινάκη δεν προσκόμισε τον τίτλο αναγνωρίσεως της ισοτιμίας εκ μέρους του ΔΙΚΑΤΣΑ που της είχε ζητηθεί ούτε υπέβαλε αίτηση περί κατατάξεώς της στην κατηγορία ΔΕ, το διοικητικό συμβούλιο του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ την κατέταξε, με την υπ’ αριθ. 13 απόφασή του της 22ας Σεπτεμβρίου 1999, σε προσωρινή προσωποπαγή θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου της κατηγορίας ΔΕ και την κάλεσε να δηλώσει εγγράφως αν αποδέχεται την κατάταξή της στην κατηγορία ΔΕ, ενώ σε περίπτωση μη αποδοχής ετίθετο το ερώτημα της λύσεως της εργασιακής σχέσεώς της με το νοσοκομείο.
32 Η Μ. Καστρινάκη άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως η οποία απορρίφθηκε με τη δικαστική απόφαση 961/2002. Κατά της αποφάσεως αυτής, η Μ. Καστρινάκη άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έφεση, η εκδίκαση της οποίας εκκρεμεί.
33 Εν τω μεταξύ, η Μ. Καστρινάκη είχε υποβάλει επισήμως ενώπιον της επιτροπής αναγνωρίσεως επαγγελματικών τίτλων ψυχολόγων του Υπουργείου Υγείας και Προνοίας αίτηση προκειμένου να λάβει, σύμφωνα με την οδηγία 89/48 και την κοινή απόφαση A4/4112/1992, την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Ελλάδα. Η ανωτέρω αίτηση έγινε δεκτή με την απόφαση Γ2/24/52724, της 22ας Οκτωβρίου 1999, του Νομάρχη Θεσσαλονίκης.
Η υπόθεση C‑180/08
34 Στους ιατρούς και το λοιπό επιστημονικό προσωπικό των νοσοκομείων που εφημερεύουν καταβάλλεται αποζημίωση βάσει των πραγματοποιηθεισών υπερωριών.
35 Η Μ. Καστρινάκη περιλαμβανόταν, ως εφημερεύουσα ψυχολόγος, στους πίνακες εφημεριών της 6ης και 19ης Νοεμβρίου 2002 της τρίτης πανεπιστημιακής ψυχιατρικής κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ, σύμφωνα με τον καταρτισθέντα αρχικώς, με ημερομηνία 1η Νοεμβρίου του 2002, πίνακα εφημεριών από την διευθυντή της ανωτέρω κλινικής.
36 Με την υπ’ αριθ. πρωτοκόλλου 31950 πράξη του της 19ης Νοεμβρίου 2002, ο διοικητής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ επέστρεψε στον διευθυντή της τρίτης πανεπιστημιακής ψυχιατρικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου το καταρτισθέν από τον δεύτερο πρόγραμμα εφημεριών του μηνός Νοεμβρίου του 2002, προκειμένου να διαγραφεί το όνομα της Μ. Καστρινάκη από τους πίνακες αυτούς.
37 Η ως άνω διαγραφή αποφασίστηκε με την αιτιολογία ότι, κατόπιν της αποφάσεως υπ’ αριθ. 13 της 22ας Σεπτεμβρίου 1999 του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου, η Μ. Καστρινάκη είχε καταταχθεί σε θέση της κατηγορίας ΔΕ και αδυνατούσε να πραγματοποιεί πλέον ως ψυχολόγος εφημερίες στην ψυχιατρική κλινική.
38 Επίσης, η Μ. Καστρινάκη δεν περιελήφθη στα προγράμματα εφημεριών για τους μήνες Δεκέμβριο του 2002 και Ιανουάριο του 2003.
39 Κατόπιν αυτού, ουδεμία αποζημίωση λόγω εφημεριών τής κατεβλήθη για τους μήνες Νοέμβριο του 2002, Δεκέμβριο του 2002 και Ιανουάριο του 2003.
40 Με αίτηση ακυρώσεως την οποία άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 20 Ιανουαρίου 2003, η Μ. Καστρινάκη ζητεί την ακύρωση:
– της υπ’ αριθ. 31950 πράξεως της 19ης Νοεμβρίου 2002, του διοικητή του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ·
– του προγράμματος εφημεριών για τους μήνες Νοέμβριο του 2002 της τρίτης πανεπιστημιακής ψυχιατρικής κλινικής του ως άνω νοσοκομείου, όπως τροποποιήθηκε με τη διαγραφή της από το εν λόγω πρόγραμμα·
– της μη εγγραφής της στα προγράμματα εφημεριών για τους μήνες Δεκέμβριο του 2002 και Ιανουάριο του 2003, καθώς και
– κάθε άλλης πράξεως ή παραλείψεως συναφούς προς τις ανωτέρω.
41 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης ανέστειλε τη δίκη και υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Όταν υπήκοος κράτους μέλους, κατόπιν επικλήσεως τίτλου που εμπίπτει, κατ’ αυτόν, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/48 […], έχει προσληφθεί από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και ασκεί επάγγελμα νομοθετικώς κατοχυρωμένο στο κράτος μέλος υποδοχής με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και έχει εξελιχθεί υπηρεσιακά και μισθολογικά σύμφωνα με τον εν λόγω τίτλο, οι αρμόδιες αρχές έχουν μετέπειτα τη δυνατότητα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 3 και 4 της εν λόγω οδηγίας, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 149 [ΕΚ] και 150 [ΕΚ], να τον αποκλείσουν από την άσκηση των επαγγελματικών του δικαιωμάτων, ένεκα αδυναμίας αναγνωρίσεως της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του επικληθέντος τίτλου προς κατάταξη σε αντίστοιχη με τον τίτλο κατηγορία θέσεως και μισθολογικό κλιμάκιο, εκ μόνου του λόγου ότι έχει μεν χορηγηθεί από αρχή του κράτους μέλους προελεύσεως, αλλά κατόπιν σπουδών, τμήμα των οποίων πραγματοποιήθηκε, κατόπιν συμφωνίας δικαιοχρήσεως, στο κράτος μέλος υποδοχής και σε φορέα, ο οποίος λειτουργεί μεν ελευθέρως στο κράτος μέλος υποδοχής, δεν αναγνωρίζεται, όμως, ως εκπαιδευτικό ίδρυμα στο κράτος τούτο, δυνάμει σχετικής γενικής διατάξεως της νομοθεσίας του;
2) Έχουν οι αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα, κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 89/48 [...], όπως μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την υπ’ αριθ. Α4/4112/247/1992 κοινή υπουργική απόφαση, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 39, παράγραφος 1 [ΕΚ], 40, παράγραφος 1, [ΕΚ], 43 [ΕΚ], 47, παράγραφος 1, [ΕΚ], 49 [ΕΚ] και 55 [ΕΚ], να αποκλείσουν υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος απασχολείται σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και στον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια ασκήσεως επαγγέλματος κατά τις διατάξεις της [ανωτέρω] οδηγίας, όπως μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την υπ’ αριθ. Α4/4112/247/1992 κοινή υπουργική απόφαση, από την άσκηση επαγγελματικών δικαιωμάτων, τα οποία απορρέουν από την χορηγηθείσα άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, για το λόγο ότι δεν έχει αναγνωρισθεί και η ακαδημαϊκή ισοτιμία του τίτλου σπουδών του;»
Η υπόθεση C‑186/08
42 Η Μ. Καστρινάκη υπέβαλε στις 9 Δεκεμβρίου του 1999 ενώπιον του διοικητικού συμβουλίου του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ αίτηση προκειμένου να μετατραπεί, σύμφωνα με τον νόμο 2738/1999, η θέση της κατηγορίας ΠΕ του κλάδου ΠΕ ψυχολόγου ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, την οποία κατείχε, σε οργανική θέση μόνιμης υπαλλήλου της κατηγορίας ΠΕ του κλάδου ΠΕ ψυχολόγου, καθώς και να διοριστεί η ίδια στην εν λόγω θέση μόνιμου υπαλλήλου.
43 Σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, το οικείο διοικητικό συμβούλιο όφειλε να εκδώσει απόφαση επί της ανωτέρω αιτήσεως μέχρις τις 9 Απριλίου 2000.
44 Επειδή ουδεμία απόφαση ελήφθη, η Μ. Καστρινάκη άσκησε στις 8 Ιουνίου του 2000 αίτηση ακυρώσεως κατά του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ με αντικείμενο την ακύρωση της αρνήσεως εκδόσεως στις 10 Απριλίου του 2000 αποφάσεως περί μετατροπής, σύμφωνα με την αίτησή της, της θέσεώς της σε οργανική θέση μόνιμου υπαλλήλου.
45 Ακολούθως, το νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ υποστήριξε ότι, προκειμένου η Μ. Καστρινάκη να μονιμοποιηθεί σε θέση ψυχολόγου της κατηγορίας ΠΕ, απαιτούνταν η αναγνώριση της ισοτιμίας του διπλώματός της ως ψυχολόγου του Πανεπιστημίου της πόλεως Caen εκ μέρους του ΔΙΚΑΤΣΑ.
46 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα.
«Έχουν οι αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα, κατά την έννοια των διατάξεων της οδηγίας 89/48 […], όπως μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την υπ’ αριθ. Α4/4112/247/1992 κοινή υπουργική απόφαση, ερμηνευομένων υπό το φως των άρθρων 39, παράγραφος 1, [ΕΚ], 40, παράγραφος 1, [ΕΚ], 43 [ΕΚ], 47, παράγραφος 1, [ΕΚ], 49 [ΕΚ] και 55 [ΕΚ], σε υπήκοο κράτους μέλους κάτοχο διπλώματος που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 89/48 […], ο οποίος απασχολείται σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και στον οποίο αφενός έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προελεύσεως η άδεια χρήσεως του επαγγελματικού τίτλου και αφετέρου έχει χορηγηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής η άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος κατά τις διατάξεις της [ανωτέρω] οδηγίας, όπως μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με την υπ’ αριθ. Α4/4112/247/1992 κοινή υπουργική απόφαση, να αρνηθούν την υπηρεσιακή και μισθολογική εξέλιξη της μονιμοποιήσεως σε οργανική θέση δημοσίου υπαλλήλου της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως και σε μισθολογικό κλιμάκιο της κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαιδεύσεως, για τον λόγο ότι δεν είναι δυνατή η αναγνώριση και της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του πανεπιστημιακού τίτλου σπουδών του κράτους μέλους προελεύσεως, επειδή ένα μέρος των σπουδών έχει πραγματοποιηθεί στο κράτος μέλος υποδοχής κατόπιν συμφωνίας δικαιοχρήσεως με ιδιωτικό εκπαιδευτικό οργανισμό, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται στο κράτος αυτό ως εκπαιδευτικό ίδρυμα;»
47 Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 6ης Ιουνίου 2008, διατάχθηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων C‑180/08 και C‑186/08 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
48 Σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η απάντηση σε υποβαλλόμενο με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
49 Με τα ερωτήματά του, τα οποία επιβάλλεται να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμά του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα
– κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και
– δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
50 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει ήδη από τη νομολογία, αφενός, η οδηγία 89/48 δεν επιβάλλει περιορισμό όσον αφορά το κράτος μέλος στο οποίο ο αιτών πρέπει να έχει αποκτήσει τα επαγγελματικά προσόντα του και, αφετέρου, εναπόκειται αποκλειστικά στις αρμόδιες αρχές οι οποίες χορηγούν τα παρέχοντα πρόσβαση στα επαγγέλματα αυτά διπλώματα να ελέγχουν, βάσει των κανόνων που διέπουν το σύστημά τους επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, αν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους, ιδίως οι αφορώσες το εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο πραγματοποίησε τις σπουδές του ο κάτοχος του διπλώματος προϋποθέσεις (βλ., συναφώς, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2008, C‑274/05, Επιτροπή κατά Ελλάδας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 28, 31 και 32).
51 Κατόπιν αυτού, έχει κριθεί ότι αντίκειται στα άρθρα 1, στοιχείο α΄, και 3 της οδηγίας 89/48 η άρνηση των αρμόδιων αρχών της Ελληνικής Δημοκρατίας να αναγνωρίσουν τα χορηγηθέντα από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους διπλώματα κατόπιν σπουδών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο συμφωνίας, δυνάμει της οποίας σπουδές που πραγματοποιούνται σε ιδιωτικό ίδρυμα στην Ελλάδα επικυρώνονται από τις εν λόγω αρχές (βλ. πρώτη περίπτωση του διατακτικού της προπαρατεθείσας αποφάσεως Επιτροπή κατά Ελλάδας).
52 Επίσης, το Δικαστήριο έχει κρίνει ήδη ότι, όταν έχει εφαρμογή η οδηγία 89/48, το άρθρο 3 αυτής απαιτεί τα χορηγούμενα εντός συγκεκριμένου κράτους μέλους διπλώματα να παρέχουν στους κατόχους τους όχι μόνο τη δυνατότητα προσβάσεως σε νομοθετικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα εντός άλλου κράτους μέλους, αλλά και της εκεί ασκήσεώς του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους διπλωμάτων της αλλοδαπής, εναπόκειται δε στις εθνικές αρχές να διασφαλίζουν ότι οι κάτοχοι επαγγελματικών προσόντων αποκτηθέντων εντός άλλου κράτους μέλους έχουν τις ίδιες δυνατότητες εξελίξεως της σταδιοδρομίας τους όπως οι κάτοχοι αντίστοιχων επαγγελματικών προσόντων αποκτηθέντων στην ημεδαπή, τούτο δε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε απαίτηση αναγνωρίσεως των επίδικων διπλωμάτων ως ομοταγών εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 2005, C-141/04, Πέρος, Συλλογή 2005, σ. I-7163, σκέψη 35, καθώς και της 23ης Οκτωβρίου 2008, C‑286/06, Επιτροπή κατά Ισπανίας, μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 78 έως 80 και 82).
53 Κατόπιν αυτού, στα υποβληθέντα ερωτήματα προσήκει η απάντηση ότι οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμά του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα
– κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και
– δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
Επί των δικαστικών εξόδων
54 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Τσεχική Κυβέρνηση και η Επιτροπή που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφαίνεται:
Οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους υποδοχής οφείλουν, δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως των διπλωμάτων τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως που πιστοποιούν επαγγελματική εκπαίδευση ελάχιστης διαρκείας τριών ετών, να επιτρέψουν σε υπήκοο κράτους μέλους, κάτοχο διπλώματος κατά την έννοια της ανωτέρω οδηγίας χορηγηθέντος από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους, να ασκεί το επάγγελμά του υπό τις αυτές προϋποθέσεις με εκείνες που ισχύουν για τους κατόχους εθνικών διπλωμάτων ακόμη και αν το ως άνω δίπλωμα
– κατοχυρώνει εκπαίδευση παρασχεθείσα εν όλω ή εν μέρει από ίδρυμα κείμενο εντός του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο, κατά τη νομοθεσία του κράτους αυτού, δεν αναγνωρίζεται ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, και
– δεν αναγνωρίστηκε ως ομοταγές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy