Υπόθεση C-364/08
Marc Vandermeir
κατά
État belge – SPF Finances
(αίτηση του tribunal de première instance d’Arlon για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άρθρο 43 ΕΚ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 49 ΕΚ – Αυτοκίνητα οχήματα – Χρήση, από πρόσωπο το οποίο κατοικεί εντός κράτους μέλους, αυτοκινήτου ταξινομηθέντος εντός άλλου κράτους μέλους – Φορολόγηση του αυτοκινήτου αυτού εντός του πρώτου κράτους μέλους»
Περίληψη της διατάξεως
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Περιορισμοί
(Άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ)
Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την εθνική κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους βάσει της οποίας μη μισθωτός εργαζόμενος που κατοικεί εντός του κράτους αυτού υποχρεούται να ταξινομήσει στο εν λόγω κράτος το αυτοκίνητο που μίσθωσε με χρηματοδοτική μίσθωση από εταιρία εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους, εφόσον το εν λόγω αυτοκίνητο δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο μόνιμο κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους ούτε χρησιμοποιείται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Συγκεκριμένα, ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει υποχρέωση ταξινομήσεως αυτοκινήτου που έχει μισθώσει με χρηματοδοτική μίσθωση εργαζόμενος που κατοικεί στο κράτος αυτό από εταιρία εδρεύουσα σε άλλο κράτος μέλος, όταν το εν λόγω αυτοκίνητο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους κατά μόνιμο τρόπο ή όταν χρησιμοποιείται πράγματι κατά τον τρόπο αυτόν.
Αντιθέτως, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, ο σύνδεσμος με ένα κράτος μέλος του αυτοκινήτου που έχει ταξινομηθεί σε άλλο κράτος μέλος είναι ασθενέστερος, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαίος άλλος δικαιολογητικός λόγος για τον επίμαχο περιορισμό. Συναφώς, εφόσον ένας εργαζόμενος δεν χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του υπό τις εν λόγω συνθήκες, το γεγονός ότι ασκεί τη μη μισθωτή δραστηριότητά του, εντός κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος κατοικίας του, ως φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει σταθερή εγκατάσταση εντός του κράτους αυτού και όχι ως διευθυντής ή διαχειριστής εταιρίας εγκατεστημένης εντός του ως άνω κράτους ή το γεγονός ότι μίσθωσε αυτοκίνητο με χρηματοδοτική μίσθωση από εταιρία του εν λόγω κράτους μέλους αυτοπροσώπως και όχι μέσω εργοδότη ο οποίος στη συνέχεια θέτει αυτοκίνητο στη διάθεσή του δεν μπορούν να δικαιολογήσουν υποχρέωση ταξινομήσεως του οχήματος εντός του κράτους μέλους κατοικίας του εν λόγω εργαζομένου.
(βλ. σκέψεις 32-36 και διατακτ.)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 24ης Οκτωβρίου 2008 (*)
«Άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας – Ελευθερία εγκαταστάσεως – Άρθρο 43 ΕΚ – Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών – Άρθρο 49 ΕΚ – Αυτοκίνητα οχήματα – Χρήση, από πρόσωπο το οποίο κατοικεί εντός κράτους μέλους, αυτοκινήτου ταξινομηθέντος εντός άλλου κράτους μέλους – Φορολόγηση του αυτοκινήτου αυτού εντός του πρώτου κράτους μέλους»
Στην υπόθεση C-364/08,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το tribunal de première instance d’Arlon (Βέλγιο) με απόφαση της 24ης Ιουλίου 2008, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Αυγούστου 2008, στο πλαίσιο της δίκης
Marc Vandermeir
κατά
État belge – SPF Finances,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους T. von Danwitz, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια) και E. Juhász, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro
γραμματέας: R. Grass
κρίνοντας ότι πρέπει να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 43 ΕΚ και 49 ΕΚ.
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του M. Vandermeir και του État belge (Βελγικού Δημοσίου) –SPF Finances–, όσον αφορά τη φορολόγηση ενός αυτοκινήτου ταξινομηθέντος και μισθωθέντος με χρηματοδοτική μίσθωση εντός του Λουξεμβούργου.
Το νομικό πλαίσιο
3 Κατά το αιτούν δικαστήριο, οι εφαρμοστέες στην υπόθεση της κύριας δίκης διατάξεις της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως είναι οι ακόλουθες.
4 Το άρθρο 3 του Code des taxes assimilées aux impôts sur les revenus (κώδικα περί των εξομοιουμένων με τον φόρο εισοδήματος επιβαρύνσεων), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης (στο εξής: κώδικας), προβλέπει στον τίτλο II, «Τέλος κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων», τα εξής:
«Θεσπίζεται τέλος επί των ατμοκίνητων ή μηχανοκίνητων οχημάτων, τα οποία χρησιμεύουν είτε για τη μεταφορά προσώπων είτε για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων ή οποιωνδήποτε άλλων αντικειμένων.»
5 Το άρθρο 6 του κώδικα ορίζει τα εξής:
«Υπόκειται στο τέλος οποιοσδήποτε χρησιμοποιεί για τις προσωπικές του ανάγκες [...] ένα ή περισσότερα από τα οριζόμενα στα άρθρα 3 και 4 οχήματα, είτε είναι κύριος είτε κάτοχός τους είτε τα έχει μονίμως ή συνήθως στην διάθεσή του λόγω μισθώσεως ή άλλης συμβάσεως.»
6 Το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του κώδικα ορίζει τα εξής:
«Υπόκειται στο τέλος το φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου το όνομα αναγράφεται ή πρέπει να αναγράφεται στο πιστοποιητικό ταξινομήσεως, καθόσον χρόνο το όχημα είναι ή πρέπει να είναι καταχωρισμένο στο όνομα του προσώπου αυτού στο μητρώο ταξινομήσεως της διευθύνσεως ταξινομήσεως οχημάτων.»
7 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 9, του κώδικα απαλλάσσει από το τέλος «τα αυτοκίνητα οχήματα που χρησιμοποιεί ένας κάτοικος Βελγίου, τα οποία του έχει διαθέσει ο εγκατεστημένος στην αλλοδαπή εργοδότης του και τα οποία έχουν ταξινομηθεί στην αλλοδαπή».
8 Το άρθρο 94, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, του κώδικα ορίζει στον τίτλο V, «Τέλος θέσεως σε κυκλοφορία», τα εξής:
«Καθιερώνεται υπέρ του Δημοσίου τέλος εξομοιούμενο με τον φόρο εισοδήματος, το οποίο επιβάλλεται:
1° επί των αυτοκινήτων […], όπως τα οχήματα αυτά προσδιορίζονται στην κανονιστική ρύθμιση περί ταξινομήσεως μηχανοκίνητων οχημάτων […], καθόσον τα οχήματα αυτά φέρουν ή πρέπει να φέρουν πινακίδα κυκλοφορίας […] η οποία χορηγείται στο πλαίσιο της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως.»
9 Κατά το άρθρο 99 του κώδικα, τεκμαίρεται ότι τα οχήματα του άρθρου 94, πρώτο εδάφιο, σημείο 1, του ίδιου κώδικα χρησιμοποιούνται στο δημόσιο οδικό δίκτυο του Βελγίου από το χρονικό σημείο κατά το οποίο καταχωρίστηκαν ή πρέπει να καταχωριστούν στο μητρώο του γραφείου οδικής κυκλοφορίας.
10 Κατά το άρθρο 108 του κώδικα, το οποίο προστέθηκε στον τίτλο VI, «Αντισταθμιστικός φόρος καταναλώσεως»:
«Καθιερώνεται υπέρ του Δημοσίου αντισταθμιστικός φόρος καταναλώσεως ο οποίος πλήττει τα αυτοκίνητα [...] των οποίων ο κινητήρας τροφοδοτείται με ντίζελ.»
11 Το άρθρο 2 του κώδικα, το οποίο περιέχεται στον τίτλο Ι του κώδικα αυτού, «Κοινές διατάξεις», επιτρέπει στο Βελγικό Δημόσιο να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα οσάκις ο υποκείμενος στον φόρο παραβαίνει τις διατάξεις του εν λόγω κώδικα.
12 Το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος της 20ής Ιουλίου 2001, περί της ταξινομήσεως των οχημάτων, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ορίζει τα εξής:
«§ 1er. Τα πρόσωπα που κατοικούν στο Βέλγιο καταχωρίζουν τα οχήματα που πρόκειται να θέσουν σε κυκλοφορία στο Βέλγιο στο μητρώο οχημάτων του άρθρου 6, ακόμη και αν τα οχήματα αυτά έχουν ήδη ταξινομηθεί στην αλλοδαπή.
Κάτοικοι Βελγίου θεωρούνται όσοι πληρούν μία εκ των ακολούθων προϋποθέσεων:
a) είναι εγγεγραμμένοι στο δημοτολόγιο δήμου του Βελγίου,
[…]
§ 2. Στις κατωτέρω περιπτώσεις, η ταξινόμηση στο Βέλγιο οχημάτων ταξινομημένων στην αλλοδαπή τα οποία έχουν τεθεί σε κυκλοφορία από πρόσωπα της παραγράφου 1 δεν είναι υποχρεωτική για:
[…]
2º το όχημα το οποίο χρησιμοποιεί φυσικό πρόσωπο για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και παρεμπιπτόντως για ιδιωτικούς σκοπούς και το οποίο του έχει διατεθεί από αλλοδαπό εργοδότη με τον οποίο το πρόσωπο αυτό συνδέεται με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας· στην περίπτωση αυτή, πρέπει να υπάρχει εντός του οχήματος βεβαίωση χορηγούμενη από την αρμόδια για τον [φόρο προστιθεμένης αξίας] αρχή· ο Υπουργός Οικονομικών καθορίζει τις λεπτομερείς προϋποθέσεις χρήσεως του οχήματος·
[…]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
13 Ο M. Vandermeir είναι κάτοικος Βελγίου.
14 Το 2004, εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας δημοσιογράφος στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, όπου διέθετε γραφείο και όπου βρισκόταν σχεδόν ολόκληρη η πελατεία του. Το ότι ήταν πράγματι εγκατεστημένος στο κράτος μέλος αυτό ελέγχθηκε από έναν επιθεωρητή κοινωνικής ασφαλίσεως του Λουξεμβούργου.
15 Τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους, ο M. Vandermeir μίσθωσε με χρηματοδοτική μίσθωση από λουξεμβουργιανή εταιρία ένα αυτοκίνητο που ταξινομήθηκε στο Λουξεμβούργο στο όνομα της εν λόγω εταιρίας με αριθμό πινακίδων κυκλοφορίας FM7687.
16 Στις 10 Αυγούστου 2004, ο M. Vandermeir υποβλήθηκε σε έλεγχο από της βελγικές τελωνειακές αρχές, οι οποίες κατάρτισαν πρακτικό λόγω παραβάσεως της νομοθεσίας περί ταξινομήσεως.
17 Το πρακτικό αυτό διαβιβάσθηκε στις βελγικές φορολογικές αρχές, οι οποίες στη συνέχεια προέβησαν στην επιβολή, για το οικονομικό έτος 2004, τέλους κυκλοφορίας, τέλους θέσεως σε κυκλοφορία, αντισταθμιστικού φόρου καταναλώσεως και διοικητικού προστίμου εις βάρος του M. Vandermeir.
18 Στις 23 Δεκεμβρίου 2005, ο M. Vandermeir υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά των εν λόγω τελών, φόρου και διοικητικού προστίμου.
19 Δεδομένου ότι η ως άνω διοικητική ένσταση απορρίφθηκε με απόφαση της 26ης Ιουνίου 2007, ο M. Vandermeir άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, το tribunal de première instance d’Arlon αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Απαγορεύουν τα άρθρα 43 [ΕΚ] και/ή 49 ΕΚ εθνική κανονιστική ρύθμιση ενός κράτους μέλους όπως η επίμαχη, η οποία επιβάλλει σε μη μισθωτό εργαζόμενο που κατοικεί εντός του κράτους μέλους αυτού να ταξινομήσει το όχημά του στο εν λόγω κράτος, ενώ αυτός ασκεί σχεδόν αποκλειστικώς την επαγγελματική του δραστηριότητα εντός άλλου κράτους μέλους από μόνιμη εγκατάσταση την οποία διαθέτει εντός του κράτους αυτού, τούτο δε εφόσον το εν λόγω όχημα δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά μόνιμο τρόπο κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους ούτε χρησιμοποιείται στην πραγματικότητα κατά τον τρόπο αυτόν;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
21 Δυνάμει του άρθρου 104, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η απάντηση σε ερώτημα που έχει υποβληθεί με αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία, το Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
22 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις που δεν αφορούν την υπόθεση της κύριας δίκης, η φορολογία των αυτοκινήτων δεν έχει εναρμονισθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Τα κράτη μέλη είναι, επομένως, ελεύθερα να ασκούν τη φορολογική τους αρμοδιότητα στον τομέα αυτό, υπό την προϋπόθεση ότι την ασκούν σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο (βλ. αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 2002, C-451/99, Cura Anlagen, Συλλογή 2002, σ. I-3193, σκέψη 40, της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, C-464/02, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 2005, σ. I-7929, σκέψη 74, της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-151/04 και C-152/04, Nadin και Nadin-Lux, Συλλογή 2005, σ. I-11203, σκέψη 40, της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C-232/03, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψη 46, καθώς και διατάξεις της 27ης Ιουνίου 2006, C-242/05, van de Coevering, Συλλογή 2006, σ. I-5843, σκέψη 23, και της 22ας Μαΐου 2008, C-42/08, Ilhan, σκέψη 17).
Επί της υπάρξεως περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
23 Κατά το άρθρο 43 ΕΚ, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια ενός άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται.
24 Κατά πάγια νομολογία, ως τέτοιοι περιορισμοί πρέπει να θεωρούνται όλα τα μέτρα που απαγορεύουν, παρακωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής (βλ. αποφάσεις της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard, Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37, και της 5ης Οκτωβρίου 2004, C-442/02, CaixaBank France, Συλλογή 2004, σ. I-8961, σκέψη 11, και της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C-298/05, Columbus Container Services, Συλλογή 2007, σ. I-10451, σκέψη 34).
25 Οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ περί της ελευθερίας εγκαταστάσεως, έστω και αν, σύμφωνα με το γράμμα τους, έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν εντός του κράτους μέλους υποδοχής την ίση μεταχείριση με τους ημεδαπούς, απαγορεύουν επίσης στο κράτος μέλος καταγωγής να εμποδίζει την εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ενός από τους υπηκόους του ή μιας εταιρίας που έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 16ης Ιουλίου 1998, C-264/96, ICI, Συλλογή 1998, σ. I-4695, σκέψη 21, της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C-196/04, Cadbury Schweppes και Cadbury Schweppes Overseas, Συλλογή 2006, σ. I-7995, σκέψη 42, και της 15ης Μαΐου 2008, C-414/06, Lidl Belgium, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 19).
26 Η υποχρέωση ταξινομήσεως, όπως η επιβαλλόμενη από την επίμαχη στη διαφορά της κύριας δίκης κανονιστική ρύθμιση στους μη μισθωτούς εργαζομένους που κατοικούν στο Βέλγιο, εμποδίζει την πρόσβαση των τελευταίων στις μη μισθωτές δραστηριότητες εντός άλλων κρατών μελών και, συνεπώς, μπορεί να παρακωλύει ή να καθιστά λιγότερο ελκυστική την εκ μέρους των εργαζομένων αυτών άσκηση της ελευθερίας εγκαταστάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 46, Nadin και Nadin-Lux, σκέψεις 36 και 37, και Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψη 40).
27 Κατά συνέπεια, η υποχρέωση αυτή συνιστά περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, απαγορευόμενο, κατ’ αρχήν από το άρθρο 43 ΕΚ.
28 Το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει τους περιορισμούς της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός της Κοινότητας.
29 Κατά πάγια νομολογία, η διάταξη αυτή απαγορεύει την εφαρμογή οποιασδήποτε εθνικής νομοθεσίας η οποία, χωρίς αυτό να δικαιολογείται αντικειμενικώς, περιορίζει τη δυνατότητα του παρέχοντος υπηρεσίες να ασκεί πράγματι την εν λόγω ελευθερία ή έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται η παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών δυσκολότερη απ’ ό,τι η παροχή υπηρεσιών που πραγματοποιείται αποκλειστικώς στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους (βλ. απόφαση Cura Anlagen, προπαρατεθείσα, σκέψεις 29 και 30, και διατάξεις της 30ής Μαΐου 2006, C-435/04, Leroy, Συλλογή I-4835, σκέψη 11, και van de Coevering, προπαρατεθείσα, σκέψεις 19 και 20).
30 Η υποχρέωση ταξινομήσεως, όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, έχει ως αποτέλεσμα να καθιστά δυσκολότερες τις διασυνοριακές δραστηριότητες χρηματοδοτικής μισθώσεως (βλ. απόφαση Cura Anlagen, προπαρατεθείσα, σκέψη 37, και διάταξη Leroy, προπαρατεθείσα, σκέψη 12).
31 Επομένως, η υποχρέωση αυτή συνιστά περιορισμό, υπό την έννοια του άρθρου 49 ΕΚ.
Επί της δικαιολογήσεως των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών
32 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επιβάλει υποχρέωση ταξινομήσεως αυτοκινήτου που έχει μισθώσει με χρηματοδοτική μίσθωση εργαζόμενος που κατοικεί στο κράτος αυτό από εταιρία εδρεύουσα σε άλλο κράτος μέλος, όταν το εν λόγω αυτοκίνητο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους κατά μόνιμο τρόπο ή όταν χρησιμοποιείται πράγματι κατά τον τρόπο αυτόν (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσες αποφάσεις Cura Anlagen, σκέψη 42, Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψεις 75 έως 78, Nadin και Nadin-Lux, σκέψη 41, καθώς και Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψη 47).
33 Αντιθέτως, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, ο σύνδεσμος με ένα κράτος μέλος του αυτοκινήτου που έχει ταξινομηθεί σε άλλο κράτος μέλος είναι ασθενέστερος, με αποτέλεσμα να είναι αναγκαίος άλλος δικαιολογητικός λόγος για τον επίμαχο περιορισμό (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Δανίας, σκέψη 79, Επιτροπή κατά Φινλανδίας, σκέψη 48, προπαρατεθείσα διάταξη van de Coevering, σκέψη 26).
34 Όσον αφορά την ενδεχόμενη δικαιολόγηση της επίμαχης στη διαφορά της κύριας δίκης υποχρεώσεως ταξινομήσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει, αφενός, ότι το άρθρο 43 ΕΚ απαγορεύει κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους, η οποία επιβάλλει σε μη μισθωτό εργαζόμενο που κατοικεί στο κράτος αυτό την υποχρέωση ταξινομήσεως εταιρικού οχήματος που τίθεται στη διάθεσή του από την εδρεύουσα σε άλλο κράτος μέλος εταιρία που τον απασχολεί, όταν το εταιρικό αυτό όχημα δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά μόνιμο τρόπο κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους ούτε πράγματι χρησιμοποιείται κατά τον τρόπο αυτόν (βλ. απόφαση Nadin και Nadin-Lux., προπαρατεθείσα, σκέψη 55, και διάταξη Leroy, προπαρατεθείσα, σκέψη 13), και, αφετέρου, ότι το άρθρο 49 ΕΚ απαγορεύει εθνική ρύθμιση κράτους μέλους η οποία επιβάλλει σε πρόσωπο που κατοικεί εντός του κράτους μέλους αυτού να ταξινομεί όχημα μισθωμένο από εταιρία χρηματοδοτικής μισθώσεως εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους, όταν το εν λόγω όχημα δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά μόνιμο τρόπο κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους ούτε χρησιμοποιείται πράγματι κατά τον τρόπο αυτόν (βλ διάταξη Leroy, προπαρατεθείσα, σκέψη 14).
35 Επομένως, εφόσον ο M. Vandermeir δεν χρησιμοποιεί το αυτοκίνητό του υπό τις συνθήκες που απαριθμούνται στη σκέψη 32 της παρούσας διατάξεως, το γεγονός ότι ασκεί τη μη μισθωτή δραστηριότητά του στο Λουξεμβούργο ως φυσικό πρόσωπο το οποίο έχει σταθερή εγκατάσταση εντός του κράτους αυτού και όχι ως διευθυντής ή διαχειριστής εταιρίας εγκατεστημένης εντός του ίδιου αυτού κράτους μέλους ή το γεγονός ότι μίσθωσε αυτοκίνητο με χρηματοδοτική μίσθωση από λουξεμβουργιανή εταιρία αυτοπροσώπως και όχι μέσω εργοδότη ο οποίος στη συνέχεια θέτει αυτοκίνητο στη διάθεσή του δεν μπορούν να δικαιολογήσουν υποχρέωση ταξινομήσεως όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης.
36 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την εθνική κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, βάσει της οποίας μη μισθωτός εργαζόμενος που κατοικεί εντός του κράτους αυτού υποχρεούται να ταξινομήσει στο εν λόγω κράτος το αυτοκίνητο που μίσθωσε με χρηματοδοτική μίσθωση από εταιρία εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους, εφόσον το εν λόγω αυτοκίνητο δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο μόνιμο κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους ούτε χρησιμοποιείται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Επί των δικαστικών εξόδων
37 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφαίνεται:
Τα άρθρα 43 ΕΚ και 49 ΕΚ έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν την εθνική κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, βάσει της οποίας μη μισθωτός εργαζόμενος που κατοικεί εντός του κράτους αυτού υποχρεούται να ταξινομήσει στο εν λόγω κράτος το αυτοκίνητο που μίσθωσε με χρηματοδοτική μίσθωση από εταιρία εγκατεστημένη εντός άλλου κράτους μέλους, εφόσον το εν λόγω αυτοκίνητο δεν προορίζεται να χρησιμοποιηθεί κατά τρόπο μόνιμο κυρίως εντός του πρώτου κράτους μέλους ούτε χρησιμοποιείται πράγματι κατ’ αυτόν τον τρόπο.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy