ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 6ης Αυγούστου 2008 (1)
Υπόθεση C‑296/08 PPU
Ignacio Pedro Santesteban Goicoechea
[αίτηση του chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής απόφασης]
«Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης – Αίτηση έκδοσης – Ευχέρεια των κρατών μελών να χρησιμοποιούν στις σχέσεις τους με τα άλλα κράτη μέλη άλλες διαδικασίες και όχι τις προβλεπόμενες από την απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ – Συνέπειες της μη κοινοποίησης από το κράτος μέλος που εξέδωσε το ένταλμα σύλληψης των συμφωνιών και διακανονισμών που προτίθεται να εξακολουθήσει να εφαρμόζει – Δυνατότητα του κράτους εκτέλεσης μιας αίτησης έκδοσης να εφαρμόσει σύμβαση που συνήφθη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, αλλά άρχισε να εφαρμόζεται στο κράτος αυτό μεταγενέστερα»
I – Εισαγωγή
1. Κατόπιν αίτησης έκδοσης που υπέβαλαν οι ισπανικές αρχές στις 2 Ιουνίου 2008 βάσει της Σύμβασης της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 (2), ο Ignacio Santesteban Goicoechea (3) τέθηκε υπό κράτηση στη Γαλλία με σκοπό την έκδοσή του (4).
2. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, ο Ι. Santesteban Goicoechea είναι μέλος της τρομοκρατικής οργάνωσης Euskadi Ta Askatasuna/Tierra Vasca y Libertad/Pays basque et liberté (ETA). Οι πράξεις που του καταλογίζονται διαπράχθηκαν στην ισπανική επικράτεια τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1992 και χαρακτηρίζονται ως διατήρηση οπλοστασίου, παράνομη κατοχή εκρηκτικών, παράνομη χρήση αλλοτρίου αυτοκινήτου οχήματος, αντικατάσταση πινακίδων κυκλοφορίας και συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση (5).
3. Το chambre de l’instruction de la Cour d’appel de Montpellier (Γαλλία), το οποίο καλείται να αποφανθεί επί της αίτησης έκδοσης, εκφράζει αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της Σύμβασης του 1996. Θεωρεί ότι η εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης από τη Γαλλική Δημοκρατία ενδέχεται να είναι αντίθετη προς την απόφαση-πλαίσιο για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών (6) (στο εξής: απόφαση-πλαίσιο). Υπό τις συνθήκες αυτές, το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της απόφασης-πλαισίου:
«1) Κατ’ εφαρμογήν του όρου “αντικαθιστά” του άρθρου 31 της απόφασης-πλαισίου, συνεπάγεται η παράλειψη κοινοποίησης, δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου […], από ένα κράτος μέλος, εν προκειμένω από [το Βασίλειο της Ισπανίας], της πρόθεσής του να εξακολουθήσει να εφαρμόζει διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ότι είναι αδύνατον σε αυτό το κράτος μέλος να εφαρμόζει, με άλλο κράτος μέλος, εν προκειμένω με τη [Γαλλική Δημοκρατία], η οποία προέβη σε δήλωση δυνάμει του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου, άλλες διαδικασίες εκτός από τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης στο προηγούμενο ερώτημα:
Επιτρέπουν οι επιφυλάξεις του κράτους εκτέλεσης την εκ μέρους του κράτους αυτού εφαρμογή της Σύμβασης [του 1996], δηλαδή [σύμβασης] προγενέστερης της 1ης Ιανουαρίου 2004, η οποία όμως άρχισε να ισχύει σε αυτό το κράτος εκτέλεσης μετά την εν λόγω ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 2004, την οποία αναφέρει το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου;»
4. Επειδή ο μόνος λόγος για τον οποίο ο Ι. Santesteban Goicoechea κρατείται πλέον από τις γαλλικές αρχές είναι ότι οι ισπανικές αρχές έχουν ζητήσει την έκδοσή του, το τρίτο τμήμα του Δικαστηρίου αποφάσισε να δεχθεί το αίτημα του αιτούντος δικαστηρίου να εφαρμοστεί η επείγουσα διαδικασία επί της παρούσας προδικαστικής υπόθεσης (άρθρο 104β του Κανονισμού Διαδικασίας).
II – Επί του παραδεκτού της αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης
5. Το παραδεκτό της παρούσας αίτησης για την έκδοση προδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτιμηθεί με βάση τα άρθρα 234 ΕΚ και 35 ΕΕ. Συναφώς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ δύο κυρίως σημείων: αφενός του ζητήματος αν το αιτούν δικαστήριο είναι «εθνικό δικαστήριο» υπό την έννοια της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου που αφορά τις προδικαστικές αιτήσεις (7) και αφετέρου του ζητήματος αν το δικαστήριο αυτό ασκεί, εν προκειμένω, δικαστικά καθήκοντα και όχι διοικητικά (8).
6. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το chambre de l’instruction [ανακριτικό τμήμα] ενός γαλλικού Εφετείου, το οποίο επιλαμβάνεται αίτησης έκδοσης, μπορεί να θεωρείται «εθνικό δικαστήριο» κατά την έννοια των διατάξεων των Συνθηκών που διέπουν την προδικαστική διαδικασία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εξηγήσεις που παρέσχε η Γαλλική Κυβέρνηση με τις γραπτές παρατηρήσεις της, το εν λόγω τμήμα είναι μόνιμο όργανο που έχει συσταθεί με νόμο, συγκροτείται από τακτικούς δικαστικούς λειτουργούς, για την ανεξαρτησία και το αμετακίνητο των οποίων παρέχονται εγγυήσεις, ασκεί τα καθήκοντά του στο πλαίσιο υποχρεωτικής και κατ’ αντιδικία διεξαγόμενης διαδικασίας και εφαρμόζει κανόνες δικαίου.
7. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν η διαδικασία έκδοσης, στο πλαίσιο της οποίας ενεργεί το chambre de l’instruction του γαλλικού Εφετείου, έχει πραγματικά δικανικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, το γαλλικό Conseil d’État αποφάνθηκε στο παρελθόν ότι εδώ πρόκειται για διοικητική λειτουργία και όχι για δικαστική, υπό την έννοια του γαλλικού δικαίου (9). Η εκτίμηση όμως αυτή, η οποία βασίζεται στο εθνικό δίκαιο, δεν προδικάζει την απάντηση στο ζήτημα αν το αιτούν δικαστήριο ασκεί δικαστικά καθήκοντα κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου.
8. Η Γαλλική Κυβέρνηση ορθώς υπογραμμίζει ότι πρόκειται για διαφορά επί της οποίας οφείλει εν προκειμένω να αποφανθεί το chambre de l’instruction de la cour d’appel de Montpellier. Διάδικοι είναι ο Εισαγγελέας και το πρόσωπο το οποίο αφορά η αίτηση έκδοσης. Η ύπαρξη αντιδικίας είναι σαφέστατη στην προκείμενη υπόθεση, αφού ο ενδιαφερόμενος δεν συναινεί στην έκδοσή του, αλλά, αντίθετα, αμφισβητεί τη νομιμότητά της.
9. Το chambre de l’instruction του Εφετείου δεν αποφασίζει βέβαια μόνο του για την έκδοση, αφού την απόφαση έκδοσης καλείται στη συνέχεια να εκδώσει μια διοικητική αρχή. Εντούτοις, το εν λόγω τμήμα είναι αρμόδιο να εκτιμήσει, με κάθε ανεξαρτησία και στο πλαίσιο διαδικασίας κατ’ αντιδικία, τη νομιμότητα της έκδοσης για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση. Αν το δικαστήριο αυτό αποφανθεί κατά της έκδοσης, ο ενδιαφερόμενος δεν θα εκδοθεί και θα αποφυλακιστεί αυτοδικαίως.
10. Γενικότερα, δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι διαδικασίες έκδοσης που εφαρμόζουν τα διάφορα κράτη μέλη, ακόμη και αυτές που θεσπίστηκαν με σκοπό την εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου, προβλέπουν συχνά κάποιας μορφής σύμπραξη μιας διοικητικής αρχής (10), όπως συμβαίνει και με τη διαδικασία που έχει εφαρμογή εν προκειμένω στη Γαλλία. Η υπερβολικά στενή ερμηνεία των κριτηρίων παραδεκτού των αιτήσεων έκδοσης προδικαστικής απόφασης θα ενείχε τον κίνδυνο να μην είναι δυνατή στις περιπτώσεις αυτές η υποβολή ερωτήματος στο Δικαστήριο, οπότε θα διακυβευόταν η ομοιομορφία της ερμηνείας της απόφασης-πλαισίου.
Τέλος, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα ερωτήματα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί λόγω της φύσης της απόφασης-πλαισίου. Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΕ, η απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί να παραγάγει άμεσα αποτελέσματα. Η απόφαση-πλαίσιο δεν μπορεί συνεπώς να αντιταχθεί στην εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που διέπουν την έκδοση. Κατά συνέπεια, ανακύπτει το ερώτημα αν η απάντηση του Δικαστηρίου είναι χρήσιμη στην υπό κρίση υπόθεση.
11. Πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι το τεκμήριο ότι τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβάλλουν τα εθνικά δικαστήρια είναι λυσιτελή δεν ισχύει σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις. Αυτό συμβαίνει όταν είναι πρόδηλο ότι η ερμηνεία των διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ζητείται με τα ερωτήματα αυτά δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης ή όταν το ζήτημα είναι καθαρά υποθετικής φύσης ή το Δικαστήριο δεν έχει στη διάθεσή του τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του έχουν υποβληθεί. Αν δεν συντρέχουν οι περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο είναι καταρχήν υποχρεωμένο να αποφαίνεται επί των προδικαστικών ερωτημάτων που αφορούν την ερμηνεία των πράξεων που αναφέρει το άρθρο 35, παράγραφος 1, ΕΕ (11). Εν προκειμένω όμως δεν μπορεί προδήλως να αποκλειστεί εκ των προτέρων το ενδεχόμενο η απάντηση του Δικαστηρίου να είναι χρήσιμη, προκειμένου κυρίως το γαλλικό δίκαιο να ερμηνευθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
12. Για όλους αυτούς τους λόγους, η υπό κρίση αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
III – Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
13. Οι αμφιβολίες του αιτούντος δικαστηρίου ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής της Σύμβασης του 1996 βασίζονται κατ’ ουσία στους ακόλουθους λόγους:
– Πρώτον, η απόφαση-πλαίσιο προβλέπει ότι αντικαθιστά τη Σύμβαση του 1996 (βλ. άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο δ΄, της απόφασης-πλαισίου) και το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έχει κοινοποιήσει στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την πρόθεσή του να εξακολουθήσει να την εφαρμόζει (άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της απόφασης-πλαισίου).
– Δεύτερον, η Γαλλική Δημοκρατία έχει δηλώσει, σύμφωνα με το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου, ότι θα εξακολουθήσει να εξετάζει τις αιτήσεις έκδοσης για πράξεις τελεσθείσες πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993 σύμφωνα με το σύστημα έκδοσης που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 και όχι σύμφωνα με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Η Σύμβαση του 1996 δεν άρχισε όμως να εφαρμόζεται στη Γαλλία παρά μόνο από την 1η Ιουλίου 2005.
14. Υπό τις συνθήκες αυτές, ενδέχεται να αποδειχθεί ότι υφίσταται ένα «κενό» στο σύστημα έκδοσης που ίσχυε μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας, όσον αφορά πράξεις όπως αυτές τις οποίες αφορά η υπόθεση της κύριας δίκης, οι οποίες διαπράχθηκαν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993. Με τα δύο προδικαστικά ερωτήματα ζητείται να διασαφηνιστεί αν υπάρχει όντως τέτοιο κενό.
Β – Β – Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος
15. Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το άρθρο 31, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου απαγορεύει την εξέταση μιας αίτησης έκδοσης σύμφωνα με τους κανόνες μιας διεθνούς σύμβασης, όταν το κράτος μέλος που έχει υποβάλει την αίτηση δεν έχει κοινοποιήσει την πρόθεσή του να εφαρμόζει την εν λόγω διεθνή σύμβαση σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της απόφασης-πλαισίου, ενώ το κράτος μέλος εκτέλεσης έχει αποκλείσει, με δήλωση στην οποία έχει προβεί κατά το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου, την εφαρμογή της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
16. Πρέπει να υπογραμμιστεί ευθύς εξ αρχής ότι οι αιτήσεις έκδοσης οι οποίες έχουν παραληφθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 διέπονται καταρχήν από τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (12). Αυτός είναι ο γενικός κανόνας του άρθρου 32, δεύτερη περίοδος, της απόφασης-πλαισίου. Κατά συνέπεια, μια αίτηση έκδοσης όπως αυτή που υπέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας στις 2 Ιουνίου 2008 πρέπει καταρχήν να εξετάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης (13).
17. Εντούτοις, τα άρθρα 31, παράγραφοι 2 και 3, και 32 της απόφασης-πλαισίου προβλέπουν εξαιρέσεις από τον γενικό αυτό κανόνα. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποκλείουν την εφαρμογή της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης όσον αφορά τις αιτήσεις έκδοσης για πράξεις που διαπράχθηκαν πριν από μια ημερομηνία που πρέπει να καθοριστεί (άρθρο 32, τρίτη έως έκτη περίοδος, της απόφασης-πλαισίου). Για παράδειγμα, η Γαλλική Δημοκρατία δήλωσε ότι θα εξακολουθούσε να εξετάζει σύμφωνα με το σύστημα έκδοσης που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 τις αιτήσεις έκδοσης σχετικά με πράξεις που διαπράχθηκαν πριν από την 1η Νοεμβρίου 1993. Επειδή οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται ο Ι. Santesteban Goicoechea διαπράχθηκαν το 1992, η αίτηση έκδοσης που υπέβαλε εν προκειμένω το Βασίλειο της Ισπανίας θα πρέπει επομένως να εξεταστεί από τη Γαλλική Δημοκρατία σύμφωνα με το σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004 και όχι σύμφωνα με τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
18. Θα πρέπει όμως να εξεταστεί επίσης αν για την εφαρμογή του προγενέστερου αυτού συστήματος απαιτείται όχι μόνο δήλωση του κράτους μέλους εκτέλεσης (της Γαλλικής Δημοκρατίας) υπό την έννοια του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου, αλλά και κοινοποίηση εκ μέρους του αιτούντος κράτους μέλους (του Βασιλείου της Ισπανίας) κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της απόφασης-πλαισίου.
19. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, δεν υπάρχει καμία κοινοποίηση του Βασιλείου της Ισπανίας ότι το κράτος μέλος αυτό προτίθεται να εξακολουθήσει να εφαρμόζει τις προϊσχύουσες συμφωνίες, όπως είναι η Σύμβαση του 1996, επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αίτηση έκδοσης, ή ακόμη και η Σύμβαση της 13ης Δεκεμβρίου 1957 (14).
20. Εκ πρώτης όψεως, από το γεγονός ότι δεν έχει γίνει καμία κοινοποίηση εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας θα μπορούσε να συναχθεί ότι η Σύμβαση του 1996 –όπως άλλωστε και η Σύμβαση του 1957– έχει αντικατασταθεί από την απόφαση-πλαίσιο (βλ. άρθρο 31, παράγραφος 1, της απόφασης αυτής) και ότι συνεπώς δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Το συμπέρασμα όμως αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με τη γενική οικονομία της απόφασης-πλαισίου και τους σκοπούς της.
21. Καταρχάς, το σύστημα των κοινοποιήσεων που προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου έχει κανονικά εφαρμογή σε πράξεις όπως η Σύμβαση του 1996. Συγκεκριμένα, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, οι πολυμερείς πράξεις που αναφέρει ρητά το άρθρο 31, παράγραφος 1, και μεταξύ των οποίων καταλέγεται η Σύμβαση του 1996, αποτελούν ήδη μέρος του κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (15) και η ύπαρξή τους είναι παγκοίνως γνωστή στα κράτη μέλη. Η Γαλλική Δημοκρατία προσθέτει ορθώς ότι το άρθρο 31, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου αφορά στην πραγματικότητα μόνο τις διαδικασίες έκδοσης που είναι αφενός πιο φιλόδοξες από τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και αφετέρου ικανές να τη συμπληρώνουν και να τη βελτιώνουν, όπως είναι π.χ. το σύστημα έκδοσης που ισχύει μεταξύ των χωρών της Σκανδιναβικής Συνεργασίας (16).
22. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Σύμβαση του 1996 μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κοινοποίησης κατά την έννοια του άρθρου 31, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου, η μη ύπαρξη τέτοιας κοινοποίησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμποδίζει εν προκειμένω την εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης στην πράξη. Συγκεκριμένα, αντίθετα από ό,τι ισχύει για τις δηλώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου, οι κοινοποιήσεις που προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο, της απόφασης-πλαισίου δεν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν ανακοινώνονται στα άλλα κράτη μέλη. Θα μπορούσε επομένως να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι κοινοποιήσεις αυτές έχουν την έννοια καθαρά αναγνωριστικών πράξεων, οι οποίες δεν συνιστούν αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή προϋφιστάμενων ή νέων συμφωνιών.
23. Επιπλέον, το άρθρο 31 της απόφασης-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί με γνώμονα τον βασικό σκοπό της απόφασης-πλαισίου, ο οποίος έγκειται στη συμβολή στη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, πράγμα που συνεπάγεται τη βελτίωση και την επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης (17). Η αντικατάσταση ορισμένων προϋφιστάμενων συμφωνιών, την οποία προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου, αποσκοπεί επομένως και αυτή στη βελτίωση και στην επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης και όχι βέβαια στην επιβράδυνσή τους ή στη δυσχέρανσή τους (18). Δεν είναι δυνατόν να έχει το άρθρο 31, παράγραφος 1, της απόφασης-πλαισίου ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση του συστήματος έκδοσης που ίσχυε μεταξύ δύο κρατών μελών κατά τον χρόνο της έναρξης της ισχύος της απόφασης-πλαισίου.
24. Επομένως, στις διμερείς σχέσεις μεταξύ δύο κρατών μελών, οι προϋφιστάμενες συμφωνίες, όπως η Σύμβαση του 1996 και η Σύμβαση του 1957, έχουν αντικατασταθεί από την απόφαση-πλαίσιο μόνο στον βαθμό που η απόφαση-πλαίσιο εφαρμόζεται πράγματι μεταξύ αυτών των κρατών μελών. Ενόσω το ένα από τα δύο κράτη μέλη, εν προκειμένω η Γαλλική Δημοκρατία, δεν εφαρμόζει την απόφαση-πλαίσιο σε ορισμένες αιτήσεις έκδοσης, οι ίδιες αυτές αιτήσει μπορούν να διατυπώνονται και να εξετάζονται κατ’ εφαρμογή των προϋφιστάμενων συμφωνιών, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου.
25. Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος
26. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο θέτει κατ’ ουσία το ζήτημα αν το κράτος μέλος που έχει προβεί σε δήλωση υπό την έννοια του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου μπορεί να εξετάζει τις αιτήσεις έκδοσης κατ’ εφαρμογή σύμβασης που υπογράφηκε μεν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, αλλά άρχισε να ισχύει σε αυτό το κράτος μέλος μετά την εν λόγω ημερομηνία. Από το όλο πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης καθώς και από τις παρατηρήσεις των διαδίκων προκύπτει ότι το ερώτημα αυτό αφορά συγκεκριμένα τη Σύμβαση του 1996, επί της οποίας το Βασίλειο της Ισπανίας στήριξε εν προκειμένω την αίτηση έκδοσης που υπέβαλε στις 2 Ιουνίου 2008.
27. Η Σύμβαση του 1996 υπογράφηκε μεν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, την ημερομηνία δηλαδή που προβλέπει το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου, αλλά άρχισε να ισχύει στη Γαλλική Δημοκρατία την 1η Ιουλίου 2005 (19), και μάλιστα μόνο για τις αιτήσεις έκδοσης που θα παραλαμβάνονταν μετά την ημερομηνία αυτή (20). Τίθεται επομένως το ερώτημα αν η Σύμβαση του 1996 μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος του «συστήματος έκδοσης που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004» στις σχέσεις μεταξύ του Βασιλείου της Ισπανίας και της Γαλλικής Δημοκρατίας.
28. Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιβάλλεται αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό, αφού η Σύμβαση του 1996 δεν ίσχυε στη Γαλλία την 1η Ιανουαρίου 2004, κατά την ημερομηνία δηλαδή την οποία αναφέρει το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου. Επομένως, εν προκειμένω θα έπρεπε να εφαρμοστεί η Σύμβαση του 1957 και όχι η Σύμβαση του 1996.
29. Η απάντηση όμως αυτή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τη γενική οικονομία και τους σκοπούς της απόφασης-πλαισίου. Όπως εξήγησα ανωτέρω (21), η απόφαση-πλαίσιο αποσκοπεί κυρίως να συμβάλει στη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, πράγμα που συνεπάγεται τη βελτίωση και την επιτάχυνση των διαδικασιών έκδοσης (22).
30. Το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα απόκλισης από τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, δεν αποκλείει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προωθούν την εξέλιξη των διαδικασιών έκδοσης που εφαρμόζονται στις μεταξύ τους σχέσεις, βελτιώνοντας και επιταχύνοντάς τις προοδευτικά. Το γεγονός και μόνο ότι ένα κράτος μέλος, προβαίνοντας σε δήλωση κατά το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου, εξαιρεί ορισμένες αιτήσεις έκδοσης από τη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δεν υποχρεώνει εντούτοις το κράτος μέλος αυτό να διατηρήσει την εσωτερική του νομοθεσία με τη μορφή ακριβώς με την οποία εφαρμοζόταν στις εν λόγω αιτήσεις πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι το οικείο κράτος μέλος μπορεί μόνο να επιλέξει μεταξύ είτε της διατήρησης της κατάστασης όπως είχε την 1η Ιανουαρίου 2004 είτε της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Αν ληφθούν υπόψη οι σκοποί της απόφασης-πλαισίου, τίποτε δεν εμποδίζει το κράτος μέλος να προσαρμόσει βαθμιαία τη διαδικασία έκδοσης που εφάρμοζε στις παλαιές υποθέσεις, τις οποίες αφορούσε η δήλωσή του βάσει του άρθρου 32.
31. Αντίθετα, τα κράτη μέλη μπορούν να βελτιώνουν βαθμιαία το δικονομικό τους δίκαιο που εφαρμόζουν στις αιτήσεις έκδοσης τις οποίες δεν θέλησαν να υπαγάγουν αμέσως στη διαδικασία του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης. Προς τούτο τα κράτη μέλη μπορούν π.χ. να θέτουν σε ισχύ μια διεθνή σύμβαση, όπως είναι η Σύμβαση του 1996, την οποία συνήψαν μεν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, αλλά η οποία έπρεπε να κυρωθεί για να τεθεί σε εφαρμογή (23). Μια τέτοια βελτίωση των εφαρμοστέων διαδικασιών είναι απόλυτα σύμφωνη προς τη γενική οικονομία και τον σκοπό της απόφασης-πλαισίου (24).
32. Το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια τουλάχιστον ότι δεν αντιβαίνει στη μεταγενέστερη βελτίωση του συστήματος έκδοσης που ίσχυε στο κράτος μέλος εκτέλεσης πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004.
33. Το γεγονός ότι η Γαλλική Δημοκρατία έθεσε σε εφαρμογή την 1η Ιουλίου 2005 τη Σύμβαση του 1996 είχε ακριβώς ως αποτέλεσμα τη βελτίωση ενός τέτοιου συστήματος έκδοσης. Συγκεκριμένα, η Σύμβαση του 1996 έχει ως αντικείμενο τη συμπλήρωση των διατάξεων και τη διευκόλυνση της εφαρμογής της Σύμβασης του 1957 (βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της Σύμβασης του 1996 και την προτελευταία αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της) (25). Με το ίδιο πνεύμα, η Σύμβαση του 1957 προέβλεπε επίσης, στο άρθρο 28, τη δυνατότητα των συμβαλλομένων μερών να συνομολογούν μεταξύ τους διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες προς συμπλήρωση των διατάξεών της ή προς διευκόλυνση της εφαρμογής των αρχών που καθιέρωνε η εν λόγω σύμβαση.
34. Η ορθότητα της διαπίστωσης ότι η Σύμβαση του 1996 συμπληρώνει και βελτιώνει ένα προϋφιστάμενο σύστημα έκδοσης υπό την έννοια του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου επιβεβαιώνεται εξάλλου από την ίδια την απόφαση-πλαίσιο, η οποία αναφέρει την εν λόγω σύμβαση μεταξύ των διεθνών πράξεων που αποτελούν τμήμα του κεκτημένου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (26).
35. Για όλους τους εκτεθέντες ανωτέρω λόγους, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί καταφατική απάντηση.
Οι γενικές αρχές
36. Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, ο Ι. Santesteban Goicoechea υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της Σύμβασης του 1996 θα αντέβαινε εν προκειμένω στις γενικές αρχές του δικαίου και στα θεμελιώδη δικαιώματα.
37. Δυνάμει του άρθρου 6 ΕΕ, η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζεται στην αρχή του κράτους δικαίου και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως αυτά κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ (27) και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, τα κράτη μέλη υπόκεινται σε έλεγχο, όσον αφορά το συμβατό των πράξεών τους με τις Συνθήκες και τις γενικές αρχές του δικαίου, όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης (28) [βλ. επίσης το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του οποίου η διακήρυξη έγινε στη Νίκαια στις 7 Δεκεμβρίου 2000 (ΕΕ C 364, σ. 1)].
38. Κατά συνέπεια, θα μπορούσε να προβληθεί το επιχείρημα ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται το άρθρο 32 της απόφασης-πλαισίου για να εφαρμόζουν σύστημα έκδοσης που δεν είναι σύμφωνο με τα θεμελιώδη δικαιώματα (29). Εντούτοις, δεν είναι απαραίτητο να αποφανθεί το Δικαστήριο επί του ερωτήματος αυτού στο πλαίσιο της παρούσας επείγουσας προδικαστικής διαδικασίας. Καταρχάς, το ερώτημα αυτό δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση για την έκδοση προδικαστικής απόφασης. Επιπλέον, όπως θα καταδείξω στη συνέχεια, δεν φαίνεται να συντρέχει παραβίαση των γενικών αρχών.
39. Η ίδια η ΕΣΔΑ δεν καθιερώνει βέβαια κανένα δικαίωμα μη έκδοσης (30) ούτε περιέχει διατάξεις σχετικά με τις προϋποθέσεις έγκρισης της έκδοσης ή σχετικά με την εφαρμοστέα διαδικασία (31). Επιπλέον, η διαδικασία έκδοσης δεν αφορά τα αστικού δικαίου δικαιώματα και τις αστικού δικαίου υποχρεώσεις του αιτούντος ούτε το βάσιμο της ποινικού χαρακτήρα κατηγορίας που έχει απαγγελθεί κατ’ αυτού, υπό την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ (32).
40. Απομένει πάντως να εξεταστεί αν οι γενικές αρχές του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύουν στη Γαλλική Δημοκρατία να στηρίξει στη Σύμβαση του 1996 την εξέταση της αίτησης έκδοσης που της υπέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας. Ο Ι. Santesteban Goicoechea αναφέρεται κυρίως στην αρχή της νομιμότητας και της μη αναδρομικότητας των αυστηρότερων ποινικών διατάξεων, καθώς και στην αρχή της ασφάλειας δικαίου.
1. Η αρχή της νομιμότητας των ποινών
41. Όσον αφορά την αρχή της νομιμότητας των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege), υπενθυμίζεται ότι η αρχή αυτή αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του δικαίου επί των οποίων έχουν θεμελιωθεί οι κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών. Η αρχή αυτή έχει αναγνωριστεί και με διάφορες διεθνείς συνθήκες, και ιδίως με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ (33), καθώς και, πιο πρόσφατα, με το άρθρο 49 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
42. Η αρχή αυτή θα παραβιαζόταν, αν ένα κράτος μέλος, παρά το γράμμα του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου, το οποίο κάνει λόγο για «το περί εκδόσεως σύστημα που ίσχυε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004», επιθυμούσε να εφαρμόζει διατάξεις που άρχισαν να ισχύουν μετά από την ημερομηνία αυτή.
43. Η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege σημαίνει ότι ο νόμος πρέπει να ορίζει σαφώς τις αξιόποινες πράξεις και τις ποινές που επιβάλλονται προς κολασμό τους (34). Η αρχή αυτή είναι στενά συνδεδεμένη με την αρχή της μη αναδρομικότητας των εγκλημάτων και των ποινών (nullum crimen, nulla poena sine lege praevia), δυνάμει της οποίας ο νομοθέτης δεν μπορεί να χαρακτηρίζει αναδρομικά ορισμένη πράξη ως έγκλημα ή να θεσπίζει ή να αυξάνει αναδρομικά ορισμένη ποινή.
44. Η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege (praevia) εφαρμόζεται επί του ουσιαστικού μόνο δικαίου, δηλαδή επί του ζητήματος αν μια πράξη πρέπει να τιμωρείται ή όχι. Αντίθετα, η εν λόγω αρχή δεν εφαρμόζεται κανονικά στις διαδικαστικές ή δικονομικές πτυχές του ποινικού δικαίου (35). Επομένως, δεν παραβιάζεται η αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege (praevia), αν στην περίπτωση ενός ατόμου εφαρμοστούν διαδικαστικές διατάξεις που θεσπίστηκαν ή τροποποιήθηκαν μετά από τον χρόνο των περιστατικών για τα οποία κατηγορείται. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα με τις διατάξεις που διέπουν την έκδοση μεταξύ κρατών (36), οι οποίες έχουν καθαρά διαδικαστικό χαρακτήρα.
45. Κατά συνέπεια, ο Ι. Santesteban Goicoechea δεν μπορεί να επικαλεστεί εγκύρως την αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege (praevia) προκειμένου να αποφύγει την εφαρμογή της Σύμβασης του 1996 στην παρούσα αίτηση έκδοσης που έχει υποβάλει το Βασίλειο της Ισπανίας.
2. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου και η αρχή non bis in idem
46. Εν προκειμένω, η επίκληση των δύο αυτών αρχών συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η κατάσταση του Ι. Santesteban Goicoechea είχε «οριστικοποιηθεί» με την απόρριψη της προγενέστερης αίτησης έκδοσης που είχε υποβάλει το Βασίλειο της Ισπανίας στις 11 Οκτωβρίου 2000 (37). Τίθεται επομένως το ερώτημα αν η παρούσα αίτηση έκδοσης, που υποβλήθηκε στις 2 Ιουνίου 2008, αντιβαίνει στην ασφάλεια δικαίου ή στον κανόνα non bis in idem.
47. Το ερώτημα αυτό εντάσσεται πάντως στο πλαίσιο της εκτίμησης της καθαυτό αίτησης έκδοσης και όχι στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης των κανόνων που διέπουν την εκτίμηση αυτή. Η υπό κρίση αίτηση έκδοσης προδικαστικής απόφασης αφορά μόνο το ζήτημα ποιο καθεστώς έκδοσης έχει εφαρμογή εν προκειμένω. Το εθνικό δικαστήριο οφείλει βέβαια να εξακριβώσει, κατά την εκτίμηση της αίτησης έκδοσης, κατά πόσον έχουν γίνει σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα, μεταξύ των οποίων καταλέγονται η ασφάλεια δικαίου και ο κανόνας non bis in idem, και να διασφαλίσει τον σεβασμό αυτό. Το Δικαστήριο πάντως μπορεί να παράσχει ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το ζήτημα αυτό.
48. Όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, της οποίας αναπόσπαστο τμήμα αποτελεί το δεδικασμένο, γίνεται δεκτό κατά πάγια νομολογία ότι η αρχή αυτή περιλαμβάνεται στις γενικές αρχές του δικαίου που εφαρμόζει το Δικαστήριο (38). Το δεδικασμένο όμως καλύπτει μόνον τα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία επιλύθηκαν πραγματικά ή κατ’ ανάγκη με την επίμαχη δικαστική απόφαση (39).
49. Στην προκείμενη περίπτωση, αντικείμενο της προγενέστερης απόφασης ήταν βέβαια μια αίτηση έκδοσης που αφορούσε το ίδιο άτομο και τα ίδια περιστατικά που αφορά η υπό κρίση αίτηση. Εντούτοις, το αρμόδιο δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της εν λόγω αίτησης δυνάμει της Σύμβασης του 1996, αφού η σύμβαση αυτή δεν είχε αρχίσει ακόμη να εφαρμόζεται. Το δεδικασμένο της αρνητικής γνωμοδότησης που διατυπώθηκε τότε δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει εμπόδιο για την εξέταση σε νέα νομική βάση, και συγκεκριμένα στη βάση της Σύμβασης του 1996, της υπό κρίση αίτησης έκδοσης, η οποία αφορά το ίδιο άτομο και τα ίδια περιστατικά (40).
50. Υπενθυμίζω συναφώς ότι η απόρριψη της αίτησης έκδοσης της 11ης Οκτωβρίου 2000 στηρίχθηκε στην παραγραφή, κατά το γαλλικό δίκαιο, των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν ο Ι. Santesteban Goicoechea. Η νομοθεσία όμως έχει αλλάξει στο σημείο ακριβώς αυτό, καθόσον η Σύμβαση του 1996 δεν επιτρέπει πλέον στο κράτος μέλος εκτέλεσης να προβάλλει την παραγραφή των πράξεων κατά το εσωτερικό του δίκαιο (41).
51. Η δε αρχή non bis in idem, η οποία έχει αναγνωριστεί με το άρθρο 4 του πρωτοκόλλου 7 που έχει προσαρτηθεί στην ΕΣΔΑ και με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου, την οποία ο δικαστής οφείλει να τηρεί (42).
52. Η εφαρμογή της αρχής non bis in idem εξαρτάται από την τριπλή προϋπόθεση ταύτισης των πραγματικών περιστατικών, ταύτισης του παραβάτη και ταύτισης του προστατευομένου εννόμου συμφέροντος. Συνεπώς, η αρχή αυτή απαγορεύει την επιβολή πλειόνων κυρώσεων στο ίδιο πρόσωπο [ή την εκ νέου δίωξή του (43)] για την ίδια παράνομη συμπεριφορά προς προστασία του ίδιου εννόμου αγαθού (44).
53. Με βάση τα στοιχεία που διαθέτει το Δικαστήριο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά του Ι. Santesteban Goicoechea δεν έχει ασκηθεί δίωξη περισσότερες από μία φορές για τις ίδιες πράξεις και ότι οι αρμόδιες αρχές δεν προτίθενται να του επιβάλουν περισσότερες από μία κυρώσεις για τα ίδια περιστατικά (45). Οι ισπανικές αρχές έχουν απλώς επιχειρήσει επανειλημμένα να επιτύχουν την έκδοσή του από τη Γαλλική Δημοκρατία, αλλά πάντοτε στο πλαίσιο της ίδιας ποινικής δίωξης.
54. Η έκδοση όμως δεν αποτελεί, καθαυτή, κύρωση, το γεγονός δε και μόνο της έκδοσης δεν προδικάζει το αν το αιτούν κράτος θα μπορέσει νομικά να επιβάλει κύρωση στον εκδοθέντα και να εκτελέσει την κύρωση αυτή.
55. Κατά συνέπεια, η αρχή non bis in idem δεν εφαρμόζεται στις διαδικασίες έκδοσης καθαυτές. Η αρχή αυτή δεν εμποδίζει συνεπώς την εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας υποβολή νέας αίτησης έκδοσης του Ι. Santesteban Goicoechea και την εξέταση της αίτησης αυτής από τη Γαλλική Δημοκρατία.
IV – Πρόταση
56. Κατόπιν των παραπάνω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα του cour d’appel de Montpellier θα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
«1) Όταν το κράτος μέλος εκτέλεσης έχει αποκλείσει, με δήλωση κατά την έννοια του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ των κρατών μελών, την εφαρμογή της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, το άρθρο 31 αυτής της απόφασης-πλαισίου δεν εμποδίζει την εξέταση των αιτήσεων έκδοσης σύμφωνα με τους κανόνες μιας διεθνούς σύμβασης, ακόμη και αν το αιτούν κράτος μέλος δεν έχει κοινοποιήσει, κατά το άρθρο 31, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της εν λόγω απόφασης-πλαισίου, την πρόθεσή του να εφαρμόζει την εν λόγω διεθνή σύμβαση.
2) Το κράτος μέλος που έχει προβεί σε δήλωση βάσει του άρθρου 32 της απόφασης-πλαισίου 2002/584, με σκοπό να αποκλείσει, όσον αφορά ορισμένες αιτήσεις έκδοσης, την εφαρμογή της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, μπορεί να εξετάζει τις εν λόγω αιτήσεις, ως κράτος μέλος εκτέλεσης, κατ’ εφαρμογή διεθνούς σύμβασης που υπογράφηκε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2004, αλλά άρχισε να ισχύει στο κράτος μέλος αυτό μετά την 1η Ιανουαρίου 2004, εφόσον σκοπός της εφαρμογής αυτής είναι η συμπλήρωση του προϋφιστάμενου συστήματος έκδοσης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Πρόκειται για τη λεγόμενη «Σύμβαση του Δουβλίνου», η οποία καταρτίστηκε βάσει του άρθρου Κ.3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αφορά την έκδοση μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1996, C 313, σ. 12, στο εξής: Σύμβαση του 1996).
3 – Ή, σύμφωνα με το υπόμνημα που κατέθεσε ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος: Inaki Santesteban Goikoetxea.
4 – Πριν από την αίτηση έκδοσης την οποία αφορά η προκείμενη υπόθεση, οι ισπανικές αρχές είχαν ήδη επιχειρήσει δύο φορές να τους παραδοθεί ο Ι. Santesteban Goicoechea, αλλά χωρίς επιτυχία: επί της αίτησης έκδοσης που είχαν υποβάλει στις γαλλικές αρχές στις 11 Οκτωβρίου 2000 το Cour d’appel de Versailles γνωμοδότησε αρνητικώς (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2001) λόγω της παραγραφής, κατά το γαλλικό δίκαιο, των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν ο ενδιαφερόμενος, ενώ ούτε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης της 31ης Μαρτίου 2004 οδήγησε στην έκδοση του Ι. Santesteban Goicoechea στην Ισπανία.
5 – Θα ήθελα να διευκρινίσω εν παρόδω ότι ο Ι. Santesteban Goicoechea έχει μόλις εκτίσει ποινή φυλάκισης στη Γαλλία, η οποία του επιβλήθηκε για αδικήματα διαφορετικά από εκείνα για τα οποία ζητείται τώρα από τις ισπανικές αρχές η έκδοσή του· αυτό προκύπτει από τις γραπτές απαντήσεις της Γαλλικής Κυβέρνησης στα ερωτήματα που έθεσε το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας.
6 – Απόφαση-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ L 190, σ. 1, με διορθωτικό στην ΕΕ 2006, L 279, σ. 30).
7 – Βλ., μεταξύ πολλών άλλων, την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-54/96, Dorsch Consult (Συλλογή 1997, σ. I-4961, σκέψη 23), και τη διάταξη της 14ης Μαΐου 2008, C-109/07, Pilato (Συλλογή 2008, σ. Ι‑3503, σκέψη 22).
8 – Βλ. αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 2005, C-165/03, Längst (Συλλογή 2005, σ. I-5637, σκέψη 25), και της 27ης Απριλίου 2006, C-96/04, Standesamt Stadt Niebüll (Συλλογή 2006, σ. I-3561, σκέψη 13) ), καθώς και διάταξη της 18ης Ιουνίου 1980, 138/80, Borker (Συλλογή τόμος 1980/ΙΙ, σ. 315, σκέψη 4).
9 – Απόφαση του γαλλικού Conseil d’État français της 7ης Ιουλίου 1978 στην υπόθεση Croissant.
10 – Όσον αφορά το γερμανικό δίκαιο, βλ. ιδίως την περιγραφή που γίνεται στην απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C-66/08, Kozlowski (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 14 και 15): στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δεν διατύπωσε καμία αμφιβολία για τη δικαστική φύση της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος γερμανικού δικαστηρίου.
11 – Απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C-105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. I-5285, σκέψη 30).
12 – Η απόφαση-πλαίσιο έχει επομένως εφαρμογή στις αιτήσεις έκδοσης που αφορούν πραγματικά περιστατικά προγενέστερα της ημερομηνίας έναρξης της ισχύος της.
13 – Υπενθυμίζεται ότι για τον Ι. Santesteban Goicoechea είχε εκδοθεί το 2004 ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.
14 – Ευρωπαϊκή σύμβαση έκδοσης, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και υπογράφηκε στο Παρίσι (στο εξής: Σύμβαση του 1957).
15 – Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης-πλαισίου.
16 – Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Γαλλικής Κυβέρνησης, μόνο το Βασίλειο της Δανίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας και το Βασίλειο της Σουηδίας έχουν προβεί σε κοινοποιήσεις βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου.
17 – Βλ επ’ αυτού την πρώτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης-πλαισίου.
18 – Στο ίδιο αυτό πνεύμα, η συνέχιση της εφαρμογής των προϋφιστάμενων συμφωνιών, όπως και η σύναψη νέων συμφωνιών μεταξύ των κρατών μελών, συμβάλλει, κατά τεκμήριο, στην περαιτέρω απλούστευση και διευκόλυνση των διαδικασιών παράδοσης των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης (βλ. άρθρο 31, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της απόφασης-πλαισίου).
19 – Η Σύμβαση του 1996 δεν έχει κυρωθεί ακόμη από όλα τα κράτη μέλη και επομένως δεν έχει τυπικά αρχίσει να ισχύει (βλ. το άρθρο 18, παράγραφος 2, της εν λόγω Σύμβασης). Εντούτοις, από την 1η Ιουλίου 2005 η Σύμβαση του 1996 εφαρμόζεται μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και του Βασιλείου της Ισπανίας, καθόσον τα δύο αυτά κράτη μέλη την έχουν κυρώσει και έχουν προβεί σε δηλώσεις κατά το άρθρο 18, παράγραφος 4, της εν λόγω σύμβασης.
20 – Άρθρο 18, παράγραφος 5, της Σύμβασης του 1996.
21 – Βλ. το τμήμα της γνώμης μου που αφορά το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, ιδίως το σημείο 23 ανωτέρω.
22 – Βλ. επ’ αυτού την πρώτη και την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης-πλαισίου.
23 – Βλ. άρθρο 18 της Σύμβασης του 1996.
24 – Ακόμη και όσον αφορά τις αιτήσεις έκδοσης που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης διαδικασίας, το άρθρο 31, παράγραφος 2, της απόφασης-πλαισίου επιτρέπει στα κράτη μέλη να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο και να εφαρμόζουν διμερείς ή πολυμερείς –προϋφιστάμενες ή νέες– συμφωνίες που συμβάλλουν στην περαιτέρω απλούστευση ή διευκόλυνση των διαδικασιών παράδοσης των προσώπων για τα οποία έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης. Μια τέτοια βελτίωση της διαδικασίας πρέπει, κατά μείζονα λόγο, να είναι δυνατή σε σχέση με τις αιτήσεις έκδοσης που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης.
25 – Μεταξύ των βελτιώσεων που επέφερε στο σύστημα του 1957 η Σύμβαση του 1996 επισημαίνονται κυρίως οι ακόλουθες: πρώτον, δεν επιτρέπεται άρνηση της έκδοσης για τον λόγο ότι έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής βάσει της νομοθεσίας του κράτους μέλους το οποίο καλείται να προβεί στην έκδοση (άρθρο 8, παράγραφος 1, της Σύμβασης του 1996) και, δεύτερον, κανένα αδίκημα δεν μπορεί να θεωρείται από το κράτος μέλος το οποίο καλείται να προβεί στην έκδοση ως πολιτικό έγκλημα (άρθρο 5 της Σύμβασης του 1996, «αποπολιτικοποίηση» των αδικημάτων). Κατά συνέπεια, δεν επιτρέπεται πλέον άρνηση της έκδοσης για τον λόγο ότι πρόκειται για «πολιτικό» έγκλημα.
26 – Τέταρτη αιτιολογική σκέψη της απόφασης-πλαισίου.
27 – Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ).
28 – Απόφαση της 3ης Μαΐου 2007, C-303/05, Advocaten voor de Wereld (Συλλογή 2007, σ. I-3633, σκέψη 45).
29 – Βλ. επ’ αυτού την απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψεις 70 και 71).
30 – ΕΔΔΑ, απόφαση Soering και Ηνωμένου Βασιλείου της 7ης Ιουλίου 1989 (σειρά A αριθ. 161, § 85).
31 – ΕΔΔΑ, απόφαση Di Giovine κατά Πορτογαλίας της 31ης Αυγούστου 1999 (προσφυγή αριθ. 39912/98).
32 – Βλ. ΕΔΔΑ, αποφάσεις Mamatkoulov και Askarov κατά Τουρκίας της 4ης Φεβρουαρίου 2005 (προσφυγές αριθ. 46827/99 και 46951/99), Recueil des arrêts et décisions 2005-I, § 82, RAF κατά Ισπανίας της 21ης Νοεμβρίου 2000 (προσφυγή αριθ. 53652), Recueil des arrêts et décisions 2000-XI), Sardinas Albo κατά Ιταλίας της 8ης Ιανουαρίου 2004 (προσφυγή αριθ. 56271/00), Recueil des arrêts et décisions 2004-I, και απόφαση Zaratin κατά Ιταλίας της 23ης Νοεμβρίου 2006 (προσφυγή αριθ. 33104/06).
33 – Βλ. απόφαση Advocaten voor de Wereld (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) καθώς και απόφαση της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, σκέψη 38.
34 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Advocaten voor de Wereld (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28, σκέψη 50) και Evonik Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 33, σκέψη 39).
35 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 16ης Ιουνίου 2005, C‑105/03, Pupino (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψη 46 σε συνδυασμό με τις σκέψεις 44 και 45). Βλ. επίσης τη διάταξη του Bundesverfassungsgericht (Γερμανία) της 26ης Φεβρουαρίου 1969, υπόθεση 2 BvL 15, 23/68 (που δημοσιεύθηκε στο Neue Juristische Wochenschrift 1969, σ. 1059, 1061, καθώς στη Συλλογή των αποφάσεων του γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, BVerfGE τόμος 25, σ. 269 και 286 επ.).
36 – Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάσεις της 6ης Ιουλίου 1976, X κατά Κάτω Χωρών (προσφυγή αριθ. 7512/76, D. R. 6, σ. 184), της 6ης Μαρτίου 1991, Polley κατά Βελγίου (προσφυγή αριθ. 12192/86), και της 18ης Ιανουαρίου 1996, Bakhtiar κατά Ελβετίας (προσφυγή αριθ. 27292/95).
37 – Υπενθυμίζεται ότι το Cour d’appel de Versailles γνωμοδότησε αρνητικώς επί της εν λόγω αίτησης έκδοσης (απόφαση της 19ης Ιουνίου 2001) λόγω της παραγραφής, κατά το γαλλικό δίκαιο, των πράξεων για τις οποίες κατηγορούνταν ο ενδιαφερόμενος.
38 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/06, Kempter (Συλλογή 2008, σ. I‑411, σκέψη 37).
39 – Απόφαση της 12ης Ιουνίου 2008, C-462/05, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2008, σ. I‑4183, σκέψη 23).
40 – Βλ. αποφάσεις του γαλλικού Cour de Cassation, τμήμα ποινικών υποθέσεων, της 15ης Φεβρουαρίου 2006, αριθ. 05-86.095 (υπόθεση Zurutuza Sarasola), της 12ης Μαΐου 1987, Bull. Crim. 1987, αριθ. 194 (υπόθεση Dario Fantig), και της 9ης Ιουλίου 1987, Bull. Crim. 1987, αριθ. 229 (υπόθεση Imaz-Martiarena).
41 – Άρθρο 8, παράγραφος 1, της Σύμβασης του 1996.
42 – Απόφαση της 29ης Ιουνίου 2006, C-308/04 P, SGL Carbon κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-5977, σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 – Άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
44 – Απόφαση της 7ης Ιανουαρίου 2004, C‑204/00 P, C‑205/00 P, C‑211/00 P, C‑213/00 P, C‑217/00 P και C‑219/00 P, Aalborg Portland κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004 , σ. I-123, σκέψη 338).
45 – Σε αντίθεση με την απόφαση της 28ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑467/04, Gasparini κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑9199).
Full & Egal Universal Law Academy