ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 8ης Ιουλίου 2010 (*)
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Επανεξέταση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου – Διαφορά ώριμη προς εκδίκαση»
Στην υπόθεση T‑12/08 P‑RENV‑RX,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 19ης Οκτωβρίου 2007, F‑23/07, M κατά EMEA (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή),
M, πρώην έκτακτος υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων, κάτοικος Browbourne (Ηνωμένο Βασίλειο), εκπροσωπούμενος από τους S. Orlandi, A. Coolen, J.-N. Louis και É. Marchal, δικηγόρους,
αναιρεσείων,
όπου ο έτερος διάδικος είναι ο
Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (EMA), εκπροσωπούμενος από τον V. Salvatore και την N. Rampal Olmedo,
καθού – εναγόμενος πρωτοδίκως,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Jaeger (εισηγητή), Πρόεδρο, J. Azizi, N. J. Forwood, O. Czúcz και I. Pelikánová, δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η παρούσα διαδικασία αποτελεί συνέχεια της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 2009, C‑197/09 RX‑II, Réexamen M κατά EMEA (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), με την οποία το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 6ης Μαΐου 2009, T‑12/08 P, M κατά EMEA (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: επανεξετασθείσα απόφαση) με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 19ης Οκτωβρίου 2007, F‑23/07, M κατά ΕΜΕΑ (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη), έθιγε την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου, εξαφάνισε τα σημεία 3 και 5 του διατακτικού της ως άνω επανεξετασθείσας αποφάσεως και ανέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
2 Από την επανεξετασθείσα απόφαση, προαναφερθείσα στη σκέψη 1 ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Μ, έκτακτος υπάλληλος ο οποίος ανέλαβε υπηρεσία στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA, καλούμενος EMEA μέχρι τις 8 Δεκεμβρίου 2009) τον Οκτώβριο 1996, έπεσε θύμα εργατικού ατυχήματος τον Μάρτιο του 2005, κατόπιν του οποίου του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια. Λόγω μη ανανεώσεώς της, η σύμβασή του με τον ΕΜΑ έληξε στις 15 Οκτωβρίου 2006.
3 Στις 17 Φεβρουαρίου 2006, ο M υπέβαλε αίτηση περί συγκλήσεως επιτροπής αναπηρίας την οποία ο EMA απέρριψε με έγγραφο της 31ης Μαρτίου 2006. Στις 3 Ιουλίου 2006, ο M υπέβαλε ένσταση κατά της ανωτέρω αρνήσεως η οποία απερρίφθη με την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006.
4 Κατά το μεσοδιάστημα, ο Μ υπέβαλε εκ νέου στις 8 Αυγούστου 2006 αίτηση περί συγκλήσεως επιτροπής αναπηρίας, επισυνάπτοντας ιατρική γνωμάτευση του ιατρού W.
5 Με επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 2006, ο M κάλεσε τον EMA να διευκρινίσει αν η επιβεβαιωτική της αποφάσεως περί μη συγκλήσεως επιτροπής αναπηρίας απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006 ισοδυναμούσε με απόρριψη της αιτήσεως της 8ης Αυγούστου 2006.
6 Με έγγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2006, ο EMA γνωστοποίησε στον M ότι, με την από 25 Οκτωβρίου 2006 απόφασή του, είχε εκτιμήσει δεόντως ότι η αίτηση της 8ης Αυγούστου 2006 δεν μπορούσε να εκληφθεί ως νέα αίτηση κατά το άρθρο 59, παράγραφος 4, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οπότε και έπρεπε να απορριφθεί για τους εκτιθέμενους στην εν λόγω απόφαση λόγους.
7 Με επιστολή της 25ης Ιανουαρίου 2007, ο Μ υπέβαλε ένσταση αιτούμενος την ανάκληση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006 κατά το μέτρο που με αυτή απορρίφθηκε η αίτησή του της 8ης Αυγούστου 2006. Εξάλλου, την επομένη, απηύθυνε στον ΕΜΑ αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες που υπέστη και επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.
8 Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2007, ο ΕΜΑ απέρριψε την ένσταση και το σχετικό αίτημα.
9 Στις 7 Φεβρουαρίου 2007, ο M άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό F-13/07, αιτούμενος την ακύρωση της αποφάσεως της 31ης Μαρτίου 2006 με την οποία ο EMA απέρριψε την αίτησή του περί συγκλήσεως επιτροπής αναπηρίας, καθώς και, κατά το μέτρο του αναγκαίου, την ακύρωση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006.
10 Εν συνεχεία, ο Μ άσκησε, στις 19 Μαρτίου 2007, ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης άλλη προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό F-23/07, αιτούμενος, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006 και, αφετέρου, την καταδίκη του ΕΜΑ στην καταβολή ποσού ύψους 100 000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω υπηρεσιακών πταισμάτων.
11 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, με διάταξη της 20ής Απριλίου 2007, F‑13/07, L κατά EMEA (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), απέρριψε την πρώτη προσφυγή ως προδήλως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής της προηγούμενης διοικητικής ενστάσεως.
12 Στο πλαίσιο της δεύτερης προσφυγής, ο EMA, με χωριστό δικόγραφο, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο οποίος ίσχυσε mutatis mutandis και για το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της αποφάσεως 2004/752/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 2ας Νοεμβρίου 2004, για την ίδρυση Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 333, σ. 7), μέχρι την έναρξη ισχύος του Κανονισμού Διαδικασίας του τελευταίου, ήτοι μέχρι την 1η Νοεμβρίου 2007.
13 Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, η οποία εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του ιδίου άρθρου 114, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη στο σύνολό της, χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και χωρίς να συνεξετάσει την ένσταση απαραδέκτου με την ουσία της υποθέσεως.
14 Όσον αφορά τα αιτήματα περί ακυρώσεως της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006, με την οποία ο EMA απέρριψε την από 8 Αυγούστου 2006 αίτηση του Μ, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι τα αιτήματα ήταν απαράδεκτα με το σκεπτικό ότι η επίδικη απόφαση έπρεπε να ερμηνευθεί ως αμιγώς επιβεβαιωτική της αποφάσεως που περιελάμβανε το έγγραφο του EMA της 31ης Μαρτίου 2006 και ότι με τη διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, L κατά EMEA, σκέψη 11 ανωτέρω, το σχετικό με την απόφαση αυτή αίτημα είχε απορριφθεί ως απαράδεκτο.
15 Τα αιτήματα περί αποζημιώσεως απορρίφθηκαν επίσης ως απαράδεκτα λόγω, ιδίως, του υφιστάμενου στενού δεσμού μεταξύ αυτών και των αιτημάτων περί ακυρώσεως τα οποία είχαν αποτελέσει αντικείμενο προηγούμενης εξετάσεως.
Αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Πρωτοδικείου
16 Με υπόμνημα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιανουαρίου 2008, ο M υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως, βάσει του άρθρου 9 του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
17 Στο πλαίσιο αυτό, ο M ζήτησε από το Πρωτοδικείο όχι μόνο να αναιρέσει την ανωτέρω διάταξη, αλλά και να αποφανθεί επί της ουσίας της διαφοράς. Ο EMA ζήτησε την απόρριψη της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμης, περιοριζόμενος να προβάλει επιχειρήματα μόνον ως προς το απαράδεκτο της προσφυγής του M.
18 Αφού έκανε δεκτό το αίτημα του M να αγορεύσει κατά την προφορική διαδικασία, το Πρωτοδικείο αναίρεσε, με την προαναφερθείσα στη σκέψη 1 ανωτέρω επανεξετασθείσα απόφαση, την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, εκτιμώντας ότι η διάταξη αυτή εβαρύνετο με πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε κρίνει τα αιτήματα του Μ περί ακυρώσεως και περί καταβολής αποζημιώσεως απαράδεκτα.
19 Εκτιμώντας ότι η υπόθεση ήταν ώριμη προς εκδίκαση κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ακολούθως το ίδιο επί της διαφοράς. Έκρινε τα περί ακυρώσεως αιτήματα παραδεκτά και βάσιμα και ακύρωσε την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2006. Έκρινε περαιτέρω παραδεκτά τα αιτήματα του M περί αποζημιώσεως και υποχρέωσε τον ΕΜΑ να του καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία αυτός είχε υποστεί, ποσόν ύψους 3 000 ευρώ.
20 Συναφώς, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, στη σκέψη 100 της προαναφερθείσας στη σκέψη 1 ανωτέρω επανεξετασθείσας αποφάσεως, ότι, με την ασκηθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης προσφυγή του, ο M ισχυρίστηκε ότι ο EMA, εμμένοντας στην άρνησή του να κινήσει τη διαδικασία κηρύξεως αναπηρίας, τον περιήγαγε σε κατάσταση άγχους και αβεβαιότητας. Στη σκέψη 104 της ιδίας αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση ο M υπέστη ηθική βλάβη μη δυνάμενη να αποκατασταθεί πλήρως με την ακύρωση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006.
Επανεξέταση από το Δικαστήριο
21 Κατόπιν προτάσεως της πρώτης γενικής εισαγγελέα περί επανεξετάσεως της προαναφερθείσας στη σκέψη 1 ανωτέρω επανεξετασθείσας αποφάσεως, το προβλεπόμενο από το άρθρο 123β του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου ειδικό τμήμα έκρινε, με απόφαση της 24ης Ιουνίου 2009 (C‑197/09 RX, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), ότι επιβάλλεται η επανεξέταση της ανωτέρω αποφάσεως. Η επανεξέταση αυτή αφορούσε, όπως προκύπτει από το σημείο 2 του διατακτικού της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 24ης Ιουνίου 2009, το ζήτημα αν η προαναφερθείσα στη σκέψη 1 ανωτέρω επανεξετασθείσα απόφαση θίγει την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ερμήνευσε την κατά τα άρθρα 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού αυτού έννοια της «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς» κατά τρόπο που του επέτρεψε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της ουσίας, παρά το γεγονός ότι η αίτηση αναιρέσεως της οποίας επελήφθη αφορούσε την εξέταση της μεταχειρίσεως την οποία επεφύλαξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε ένσταση απαραδέκτου και ότι, ως προς την πτυχή της διαφοράς επί της ουσίας, ουδεμία κατ’ αντιμωλία συζήτηση είχε διεξαχθεί ενώπιόν του αλλ’ ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
22 Με την απόφαση Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, το Δικαστήριο υπογράμμισε κατ’ αρχάς ότι από την απόφασή του της 24ης Ιουνίου 2009 προέκυπτε ότι η επανεξέταση αφορούσε αποκλειστικά την υποχρέωση του EMA να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 3 000 ευρώ στον M προς αποκατάσταση της φερόμενης ηθικής βλάβης, ενώ η ακύρωση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006 και η απόρριψη της προσφυγής κατά τα λοιπά δεν αποτελούσαν αντικείμενο της επανεξετάσεως (απόφαση Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, σκέψη 26).
23 Εν συνεχεία, όσον αφορά την έννοια «διαφορά ώριμη προς εκδίκαση», το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατ’ αρχήν, μια διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση οσάκις το Πρωτοδικείο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε προσφυγή, την απέρριψε ως απαράδεκτη δεχόμενο ένσταση απαραδέκτου, χωρίς να συνεκδικάσει την ένσταση αυτή με την ουσία (απόφαση Réexamen M κατά EMEA, προαναφερθείσα στη σκέψη 1 ανωτέρω, σκέψη 29). Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το αντίθετο θα ήταν δυνατό μόνον υπό ειδικές περιστάσεις, οι οποίες εντούτοις δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω (απόφαση Réexamen M κατά EMEA, προαναφερθείσα στη σκέψη 1 ανωτέρω, σκέψεις 30 έως 33).
24 Κατ’ ακολουθία, το Δικαστήριο διαπίστωσε, με τις σκέψεις 34 έως 37 της αποφάσεως Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε πεπλανημένα την έννοια της «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς», κατά την έννοια των άρθρων 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του εν λόγω Οργανισμού, και παρέβη τη δεύτερη από τις εν λόγω διατάξεις κρίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση η διαφορά ήταν ώριμη προς εκδίκαση, όσον αφορά τα αιτήματα περί χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της φερόμενης ηθικής βλάβης του M.
25 Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Πρωτοδικείο καθόσον αποφάνθηκε επί των αιτημάτων προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως του Μ χωρίς να παράσχει στον ΕΜΑ τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί των αιτημάτων αυτών παραβίασε την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως (απόφαση Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, σκέψεις 38 έως 59).
26 Κρίνοντας ότι τα διαπιστωθέντα σφάλματα της επανεξετασθείσας αποφάσεως, σκέψη 1 ανωτέρω, θίγουν την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση κατά το μέτρο που, με τα σημεία 3 και 5 του διατακτικού της, το Πρωτοδικείο υποχρέωσε τον ΕΜΑ να καταβάλει στον Μ χρηματική ικανοποίηση ύψους 3 000 ευρώ, ενώ τον καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα τόσο της ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης διαδικασίας όσο και της διεξαχθείσας ενώπιόν του διαδικασίας.
27 Δοθέντος ότι η προσβολή της ενότητας και της συνοχής του κοινοτικού δικαίου είναι απόρροια στην προκειμένη περίπτωση πεπλανημένης ερμηνείας της εννοίας «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς» και της προσβολής της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι αδυνατεί να αποφανθεί το ίδιο οριστικώς δυνάμει του άρθρου 62β, πρώτο εδάφιο, τελευταία περίοδος, του Οργανισμού του.
28 Κατ’ ακολουθία, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί των δικαστικών εξόδων της διαδικασίας επανεξετάσεως και ανέπεμψε την υπόθεση, όσον αφορά τα αιτήματα για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της φερόμενης ηθικής βλάβης του M, ενώπιον του Πρωτοδικείου, σύμφωνα με το άρθρο 62β του Οργανισμού του Δικαστηρίου, προκειμένου να δοθεί στον ΕΜΑ η δυνατότητα να προβάλει την επιχειρηματολογία του επί του βασίμου των εν λόγω αιτημάτων (απόφαση Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, σκέψη 71).
Επί της αναπεμπομένης κατόπιν επανεξετάσεως υποθέσεως
Διαδικασία
29 Με έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 2009, ο Γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου ζήτησε από τους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 121γ, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, να υποβάλουν, εντός προθεσμίας ενός μηνός από της επιδόσεως της αποφάσεως Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, τις παρατηρήσεις τους επί των συνεπειών εκ της αποφάσεως αυτής για την επίλυση της διαφοράς.
30 Ο EMA κατέθεσε τις παρατηρήσεις του στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 2010.
31 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, στις 8 Ιανουαρίου 2010, ο M ζήτησε την παροχή του ευεργετήματος πενίας, βάσει του άρθρου 95 του Κανονισμού Διαδικασίας, για την παρούσα διαδικασία.
32 Με διάταξη της 11ης Μαρτίου 2010, το Γενικό Δικαστήριο (αναιρετικό τμήμα) παρέσχε στον M το ευεργέτημα πενίας.
33 Ο M κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επί της αποφάσεως Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, στις 25 Μαρτίου 2010.
Σκεπτικό
34 Όπως προκύπτει από τη σκέψη 2 του διατακτικού της αποφάσεως Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, και από τη σκέψη 26 του σκεπτικού της, μόνον τα σημεία 3 και 5 του διατακτικού της προαναφερθείσας στη σκέψη 1 ανωτέρω επανεξετασθείσας αποφάσεως τα οποία αφορούν, αντιστοίχως, την υποχρέωση του EMA να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 3 000 ευρώ στον M προς αποκατάσταση της φερόμενης ηθικής βλάβης και τα δικαστικά έξοδα ακυρώθηκαν, ενώ τα λοιπά σημεία του διατακτικού της επανεξετασθείσας αποφάσεως με τα οποία ακυρώθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη και η απόφαση του EMA της 25ης Οκτωβρίου 2006 περί απορρίψεως της αιτήσεως του M της 8ης Αυγούστου 2006 και απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η προσφυγή-αγωγή απέκτησαν ισχύ δεδικασμένου.
35 Με τις παρατηρήσεις της 21ης Ιανουαρίου και της 25ης Μαρτίου 2010 που υπέβαλαν οι διάδικοι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, βάσει του άρθρου 121γ, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο M και ο EMA διατύπωσαν απόψεις όσον αφορά, ειδικότερα, το ζήτημα κατά πόσον υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η ηθική βλάβη την οποία προέβαλε ο M ήταν δυνατό να αποσυνδεθεί από την έλλειψη νομιμότητας στην οποία στηρίχθηκε η ακύρωση της αποφάσεως της 25ης Οκτωβρίου 2006 και έπρεπε, επομένως, να αποκατασταθεί.
36 Το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι ακόμη και αν η εκ μέρους του M και του EMA κατάθεση προτάσεων, κατόπιν επανεξετάσεως, είναι επαρκής για να αρθεί η προσβολή της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως που το Δικαστήριο διαπίστωσε με την απόφαση Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, εντούτοις, με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η επανεξετασθείσα απόφαση, προαναφερθείσα στη σκέψη 1 ανωτέρω, έπασχε ελάττωμα λόγω του ότι το Πρωτοδικείο είχε ερμηνεύσει πεπλανημένα την έννοια της «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς».
37 Πάντως, όσον αφορά το ζήτημα κατά πόσον η υπό κρίση διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση από το Γενικό Δικαστήριο, από τη σκέψη 30 της αποφάσεως Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, προκύπτει ότι το κρίνον κατ’ αναίρεση δικαστήριο μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να αποφαίνεται επί της ουσίας μιας προσφυγής, μολονότι η πρωτόδικη διαδικασία περιορίστηκε σε ένσταση απαραδέκτου την οποία το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο έκανε δεκτή. Τούτο συμβαίνει οσάκις, αφενός, η ακύρωση της αποφάσεως ή της διατάξεως κατά της οποίας ασκήθηκε η αναίρεση επάγεται κατ’ ανάγκη ως ένα βαθμό απόφανση επί της ουσίας της οικείας προσφυγής ή, αφετέρου, η εξέταση της ουσίας της προσφυγής ακυρώσεως εδράζεται σε ανταλλαγείσα μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρέσεως επιχειρηματολογία κατόπιν κρίσεως του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστή.
38 Εντούτοις, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 32 έως 34, 36 και 37 της αποφάσεως Réexamen M κατά EMEA, σκέψη 1 ανωτέρω, εν προκειμένω δεν συντρέχουν τέτοιες ειδικές περιστάσεις, με συνέπεια η διαφορά να μην είναι ώριμη προς εκδίκαση κατά την έννοια του άρθρου 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και του άρθρου 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του εν λόγω Οργανισμού. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αναπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των αιτημάτων για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της φερόμενης ηθικής βλάβης του Μ, αφού προηγουμένως ο ΕΜΑ προβάλει την επιχειρηματολογία του επί του βασίμου των εν λόγω αιτημάτων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα)
αποφασίζει:
1) Αναπέμπει την υπόθεση στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκειμένου να αποφανθεί επί των αιτημάτων για τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της φερόμενης ηθικής βλάβης του M.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Jaeger
Azizi
Forwood
Czúcz
Pelikánová
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 8 Ιουλίου 2010.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy