Υπόθεση T‑136/08
Aurelia Finance SA
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
«Κοινοτικό σήμα – Λεκτικό κοινοτικό σήμα AURELIA – Μη καταβολή του τέλους ανανεώσεως – Διαγραφή του σήματος άμα τη λήξει ισχύος της καταχωρίσεως – Αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κοινοτικό σήμα — Δικονομικές διατάξεις — Restitutio in integrum — Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 78 § 1)
2. Κοινοτικό σήμα — Δικονομικές διατάξεις — Restitutio in integrum — Προϋποθέσεις
(Κανονισμός 40/94 του Συμβουλίου, άρθρο 78 § 1)
1. Κατά το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα, «ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος […] ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα), αποκαθίσταται, μετά από αίτηση, στα δικαιώματά του εάν το κώλυμα είχε ως άμεση συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι ότι ο διάδικος ενήργησε με όλη την επιμέλεια που απαιτούσαν οι περιστάσεις και η δεύτερη ότι το κώλυμα του διαδίκου είχε ως άμεση συνέπεια την απώλεια δικαιώματος ή ένδικου μέσου.
Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το καθήκον επιμελείας βαρύνει καταρχήν τον δικαιούχο του σήματος. Έτσι, αν ο δικαιούχος μεταβιβάσει τα σχετικά με την ανανέωση σήματος διοικητικά καθήκοντα, οφείλει να εξασφαλίσει ότι το επιλεγέν πρόσωπο παρουσιάζει τα αναγκαία εχέγγυα βάσει των οποίων πιθανολογείται η ορθή εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων.
Λόγω της αναθέσεως των καθηκόντων αυτών, το επιλεγέν πρόσωπο υπόκειται, όπως ακριβώς και ο δικαιούχος, στο εν λόγω καθήκον επιμελείας. Ειδικότερα, εφόσον το πρόσωπο αυτό ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του δικαιούχου, οι πράξεις του πρέπει να θεωρούνται ως πράξεις του δικαιούχου.
(βλ. σκέψεις 12-15)
2. Η φράση «όλη [η] επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις» του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 για το κοινοτικό σήμα επιβάλλει τη θέση σε λειτουργία ενός εσωτερικού συστήματος ελέγχου και παρακολούθησης των προθεσμιών το οποίο εν γένει αποκλείει την ακούσια μη τήρησή τους, όπως προβλέπουν οι οδηγίες του Γραφείου. Συνεπώς, μόνον έκτακτα γεγονότα και, ως εκ τούτου, απρόβλεπτα σύμφωνα με τα διδάγματα της πείρας μπορούν να συνεπάγονται επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Όταν εξειδικευμένη εταιρία θέτει σε λειτουργία ηλεκτρονικό σύστημα για την υπενθύμιση των προθεσμιών, η επιμέλεια που επιβάλλεται από τις περιστάσεις προϋποθέτει, πρώτον, ότι η γενική σύλληψη του εν λόγω συστήματος εξασφαλίζει την τήρηση των προθεσμιών, δεύτερον, ότι το ως άνω σύστημα παρέχει τη δυνατότητα να ανιχνεύεται και να διορθώνεται κάθε προβλέψιμο σφάλμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων της εξειδικευμένης εταιρίας καθώς και κατά τη λειτουργία του ηλεκτρονικού συστήματος και, τρίτον, ότι οι υπάλληλοι της εξειδικευμένης εταιρίας που καλούνται να εισαγάγουν τα απαραίτητα στοιχεία και να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω σύστημα καταρτίζονται, υποχρεούνται να επαληθεύουν τις πράξεις τους και εποπτεύονται προσηκόντως.
Έστω και αν υποτεθεί ότι η σύλληψη ηλεκτρονικού συστήματος για την υπενθύμιση των προθεσμιών εξασφαλίζει εν γένει την τήρηση των προθεσμιών, τα ανθρώπινα σφάλματα κατά την εισαγωγή δεδομένων δεν μπορούν να αποκλεισθούν, ακόμη και στην περίπτωση που οι υπάλληλοι λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση και καθοδηγούνται και εποπτεύονται προσηκόντως. Ειδικότερα, τα ανθρώπινα σφάλματα κατά την εισαγωγή δεδομένων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έκτακτα ή απρόβλεπτα γεγονότα. Κατά συνέπεια, το εν λόγω σύστημα πρέπει να προβλέπει μηχανισμό για την ανίχνευση και τη διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων. Εφόσον δεν έχει τεθεί σε λειτουργία τέτοιος μηχανισμός, δεν εκπληρώνεται το καθήκον επιμελείας που επιβάλλεται από τις περιστάσεις.
(βλ. σκέψεις 26-28)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 13ης Μαΐου 2009 (*)
«Κοινοτικό σήμα – Λεκτικό κοινοτικό σήμα AURELIA – Μη καταβολή του τέλους ανανεώσεως – Διαγραφή του σήματος άμα τη λήξει ισχύος της καταχωρίσεως – Αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum)»
Στην υπόθεση T‑136/08,
Aurelia finance SA, με έδρα τη Γενεύη (Ελβετία), εκπροσωπούμενη από τους M. Elmslie, solicitor, και N. Saunders, barrister,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τον Δ. Μπότη,
καθού,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 9ης Ιανουαρίου 2008 (υπόθεση R 1214/2007‑1), σχετικά με την υποβληθείσα από την προσφεύγουσα αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους E. Martins Ribeiro, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα (εισηγητή) και N. Wahl, δικαστές,
γραμματέας: N. Rosner, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Απριλίου 2008,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Ιουλίου 2008,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 21ης Ιανουαρίου 2009,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Στις 24 Αυγούστου 2000, η προσφεύγουσα, Aurelia finance SA, εξασφάλισε από το Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) την καταχώριση του λεκτικού σημείου AURELIA ως κοινοτικού σήματος, δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί.
2 Στις 21 Νοεμβρίου 2005, το ΓΕΕΑ υπενθύμισε στον εκπρόσωπο της προσφεύγουσας, σχετικά με το επίμαχο σήμα, ότι ήταν δυνατή η ανανέωση της ως άνω καταχωρίσεως, δεδομένου ότι η ισχύς της θα έληγε στις 19 Ιουνίου 2006. Το ΓΕΕΑ επισήμανε ότι η υποβολή της σχετικής αιτήσεως και η καταβολή του τέλους ανανεώσεως έπρεπε να έχουν γίνει μέχρι τις 2 Ιουλίου 2006, αλλά η προθεσμία αυτή μπορούσε να παραταθεί μέχρι τις 2 Ιανουαρίου 2007 έναντι καταβολής προσθέτου τέλους λόγω εκπρόθεσμης πληρωμής.
3 Στις 22 Ιανουαρίου 2007, το ΓΕΕΑ ανακοίνωσε στον εκπρόσωπο της προσφεύγουσας τη λήξη της προθεσμίας και τη διαγραφή του σήματος από το μητρώο σημάτων από τις 19 Ιουνίου 2006.
4 Στις 5 Μαρτίου 2007, η προσφεύγουσα απηύθυνε στο ΓΕΕΑ αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση (restitutio in integrum) κατά την έννοια του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94 και ζήτησε από το ΓΕΕΑ να παρακρατήσει από τον τρεχούμενο λογαριασμό της το αντίστοιχο τέλος ανανεώσεως καθώς και το τέλος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Συναφώς, η προσφεύγουσα εξέθεσε ότι είχε αναθέσει, μεταξύ άλλων, την ανανέωση της ισχύος του επίμαχου σήματος σε εταιρία που εξειδικεύεται στην παροχή υπηρεσιών ανανεώσεως σημάτων (στο εξής: εξειδικευμένη εταιρία). Η εξειδικευμένη εταιρία έχει θέσει σε λειτουργία ένα ηλεκτρονικό σύστημα που συνδέεται με βάση δεδομένων στην οποία εισάγονται με το χέρι τα διάφορα στοιχεία που αφορούν τους δικαιούχους, τα σήματα και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας για τα οποία ζητείται ανανέωση. Όταν πρέπει να ανανεωθεί η ισχύς ενός συγκεκριμένου σήματος, το σύστημα δημιουργεί τρεις προειδοποιητικές επιστολές προς τον δικαιούχο, ζητώντας τη συναίνεσή του πριν προβεί στην ανανέωση. Αν δεν δημιουργηθεί μια από τις επιστολές αυτές, ενεργοποιείται σύστημα ασφαλείας το οποίο εκτυπώνει και αποστέλλει μια εφεδρική επιστολή. Εν προκειμένω όμως, λόγω του ότι μια υπάλληλος της εξειδικευμένης εταιρίας παρέλειψε να εισαγάγει στη βάση δεδομένων ορισμένα στοιχεία της προσφεύγουσας που ήταν αναγκαία για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, δεν της απεστάλη καμία ειδοποίηση. Επιπλέον, αποδείχθηκε εν συνεχεία ότι το σύστημα ασφαλείας, το οποίο είχε σχεδιαστεί για την ανίχνευση σφαλμάτων αυτού του είδους, δεν ενεργοποιήθηκε, διότι είχε τεθεί σε λειτουργία για τις ανανεώσεις μόνον των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και όχι των σημάτων.
5 Με απόφαση της 1ης Ιουνίου 2007, το τμήμα «Σήματα και μητρώο» του ΓΕΕΑ απέρριψε την ως άνω αίτηση με την αιτιολογία ότι η εξειδικευμένη εταιρία δεν είχε επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια.
6 Στις 31 Ιουλίου 2007, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή με αίτημα να ακυρωθεί η ως άνω απόφαση και να γίνει δεκτή η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
7 Με απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2008 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών απέρριψε την ως άνω προσφυγή, κρίνοντας ότι το άρθρο 78 του κανονισμού 40/94 δεν είχε εφαρμογή, καθόσον η υπηρεσία ανανεώσεως σημάτων την οποία είχε επιλέξει η προσφεύγουσα δεν επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείτο υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως. Κατ’ ουσίαν, εκτίμησε ότι η εξειδικευμένη εταιρία έπρεπε να είχε θέσει σε λειτουργία ένα σύστημα ανανεώσεως σημάτων το οποίο να παρέχει εγγυήσεις εύρυθμης λειτουργίας και να περιλαμβάνει μηχανισμό παρακολούθησης ικανό να ανιχνεύει τα πιθανά σφάλματα και ανωμαλίες. Χωρίς τον μηχανισμό αυτόν, θα ήταν αναμενόμενη ελαττωματική λειτουργία όπως αυτή που σημειώθηκε εν προκειμένω. Επιπλέον, δεν προσκομίστηκαν αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά τους υποτιθέμενους ελέγχους παραμετροποίησης του συστήματος.
Αιτήματα των διαδίκων
8 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να αναπέμψει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του ΓΕΕΑ προς επανεξέταση·
– να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
9 Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
10 Η προσφεύγουσα προβάλλει προς στήριξη του αιτήματός της περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως έναν και μόνο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 78 του κανονισμού 40/94.
11 Πρώτον, η προσφεύγουσα επικρίνει το τμήμα προσφυγών για το ότι έκρινε, με το σημείο 12 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η εκπλήρωση του καθήκοντος επιμελείας έπρεπε εν προκειμένω να εκτιμηθεί ως προς την υπηρεσία ανανεώσεως σημάτων στην οποία η προσφεύγουσα είχε αναθέσει το έργο της ανανεώσεως του επίμαχου σήματος. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η εκτίμηση πρέπει να γίνει ως προς την ίδια, ήτοι τον εκπρόσωπό της. Επισημαίνει ότι είναι σύνηθες να ανατίθενται διοικητικά καθήκοντα, όπως η ανανέωση της ισχύος σημάτων, σε εξειδικευμένες επιχειρήσεις και ότι, κατά συνέπεια, το καθήκον επιμελείας πρέπει να θεωρείται ότι εκπληρώνεται όταν επιλέγεται πρόσωπο το οποίο διαθέτει προσόντα και εμπειρία.
12 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, «ο δικαιούχος κοινοτικού σήματος […] ο οποίος, παρότι επέδειξε όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις, δεν μπόρεσε να τηρήσει μια προθεσμία έναντι του [ΓΕΕΑ], αποκαθίσταται, μετά από αίτηση, στα δικαιώματά του εάν το κώλυμα είχε ως άμεση συνέπεια, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, την απώλεια δικαιώματος».
13 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση εξαρτάται από δύο προϋποθέσεις, εκ των οποίων η πρώτη είναι ότι ο διάδικος ενήργησε με όλη την επιμέλεια που απαιτούσαν οι περιστάσεις και η δεύτερη ότι το κώλυμα του διαδίκου είχε ως άμεση συνέπεια την απώλεια δικαιώματος ή ένδικου μέσου [διάταξη του Πρωτοδικείου της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑366/04, Hensotherm κατά ΓΕΕΑ – Hensel (HENSOTHERM), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48].
14 Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει επίσης ότι το καθήκον επιμελείας βαρύνει κυρίως τον δικαιούχο του σήματος. Έτσι, αν ο δικαιούχος μεταβιβάσει τα σχετικά με την ανανέωση σήματος διοικητικά καθήκοντα, οφείλει να εξασφαλίσει ότι το επιλεγέν πρόσωπο παρουσιάζει τα αναγκαία εχέγγυα βάσει των οποίων πιθανολογείται η ορθή εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων.
15 Πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι, λόγω της αναθέσεως των καθηκόντων αυτών, το επιλεγέν πρόσωπο υπόκειται, όπως ακριβώς και ο δικαιούχος, στο εν λόγω καθήκον επιμελείας. Ειδικότερα, εφόσον το πρόσωπο αυτό ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του δικαιούχου, οι πράξεις του πρέπει να θεωρούνται ως πράξεις του δικαιούχου. Συνεπώς, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι έπρεπε να ελεγχθεί αν η εξειδικευμένη εταιρία είχε επιδείξει όλη την επιμέλεια που απαιτούσαν οι περιστάσεις.
16 Κατά το μέτρο που η προσφεύγουσα αναφέρεται σε διαφορετική πρακτική των εθνικών δικαστηρίων και των τμημάτων προσφυγών όσον αφορά τα σφάλματα των ταχυδρομικών υπηρεσιών και σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι το κοινοτικό καθεστώς σημάτων είναι αυτόνομο σύστημα και, αφετέρου, ότι η νομιμότητα των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών εκτιμάται μόνο βάσει του κανονισμού 40/94, όπως ερμηνεύεται από τον κοινοτικό δικαστή, και όχι βάσει προγενέστερης πρακτικής λήψεως αποφάσεων των τμημάτων αυτών [απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Μαρτίου 2008, T‑128/07, Suez κατά ΓΕΕΑ (Delivering the essentials of life), που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32].
17 Δεύτερον, η προσφεύγουσα προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι έκρινε εσφαλμένως ότι η ίδια, ήτοι ο εκπρόσωπός της, όφειλε να εποπτεύει την υπηρεσία ανανεώσεως σημάτων την οποία είχε επιλέξει. Κατά τη γνώμη της, ούτε η ίδια ούτε ο εκπρόσωπός της είχαν την υποχρέωση να εποπτεύουν την εργασία μιας επιχειρήσεως που εξειδικεύεται στην ανανέωση της ισχύος σημάτων.
18 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι, αντίθετα προς ό,τι ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών δεν έκρινε με το σημείο 15 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η προσφεύγουσα ή ο εκπρόσωπός της όφειλαν να εποπτεύουν την εν λόγω υπηρεσία. Ειδικότερα, απλώς εκτίμησε ότι το σύστημα που τέθηκε σε λειτουργία από επιχείρηση εξειδικευμένη στην ανανέωση της ισχύος σημάτων έπρεπε να παρέχει επαρκείς εγγυήσεις εύρυθμης λειτουργίας, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανισμού παρακολούθησης ο οποίος θα παρείχε δυνατότητα ανιχνεύσεως και διορθώσεως κάθε σφάλματος που ενδεχομένως θα προέκυπτε από την κακή διαχείριση των αρχείων από τους υπαλλήλους της υπηρεσίας ή από το ίδιο το ηλεκτρονικό σύστημα.
19 Τρίτον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το τμήμα προσφυγών έκρινε εσφαλμένως ότι το απαιτούμενο επίπεδο επιμελείας, όσον αφορά την ανανέωση της ισχύος σημάτων, ήταν ίσο ή υψηλότερο εκείνου που απαιτείται στην περίπτωση αιτήσεως καταχωρίσεως σημάτων. Κατά τη γνώμη της, το επίπεδο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ως χαμηλότερο, δεδομένου ότι η διαδικασία της ανανεώσεως της ισχύος σημάτων περιλαμβάνει μόνον καθήκοντα διοικητικού χαρακτήρα, τα οποία δεν προϋποθέτουν εμπειρία όσον αφορά την ερμηνεία του δικαίου των σημάτων, αντίθετα προς τις αιτήσεις καταχωρίσεως σημάτων, οι οποίες συνεπάγονται νομικής φύσεως καθήκοντα και οι οποίες, ως εκ τούτου, ανατίθενται σε ειδικούς του τομέα αυτού. Η προσφεύγουσα φρονεί επίσης ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το υπόβαθρο του δικαίου των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, στο πλαίσιο του οποίου έχει αναγνωριστεί ότι το επίπεδο επιμελείας που αξιώνεται από τους επαγγελματίες ειδικούς δεν απαιτείται από τους βοηθούς, οι οποίοι δεν διαθέτουν το ίδιο επίπεδο εμπειρίας.
20 Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι το απαιτούμενο επίπεδο εμπειρίας δεν διαφέρει αναλόγως της φύσεως, διοικητικής ή νομικής, των προς εκπλήρωση καθηκόντων. Ειδικότερα, αν γινόταν δεκτή η προτεινόμενη από την προσφεύγουσα διάκριση μεταξύ νομικών και διοικητικών καθηκόντων, οποιαδήποτε παράλειψη τηρήσεως διαδικαστικής προθεσμίας θα μπορούσε να εμφανιστεί ως διοικητικής φύσεως παράλειψη, πράγμα το οποίο θα επέτρεπε στους αμελείς αιτούντες να υπόκεινται, σε όλες τις περιπτώσεις, σε μειωμένες απαιτήσεις όσον αφορά το επίπεδο επιμελείας τους, όπως ορθώς υπογραμμίζει το ΓΕΕΑ. Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 78 του κανονισμού 40/94 δεν προβαίνει σε τέτοια διάκριση, αλλά απαιτεί επίδειξη όλης της επιμέλειας που επιβάλλουν οι «περιστάσεις».
21 Εξάλλου, έστω και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 78 του κανονισμού 40/94 καταρτίστηκε βάσει προτύπου το οποίο ανήκει στο δίκαιο των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, ουδόλως προκύπτει ότι η ερμηνεία των δύο διατάξεων πρέπει να είναι η ίδια, εφόσον τα επίμαχα συμφέροντα στους δύο τομείς ενδέχεται να διαφέρουν. Ειδικότερα, το νομικό πλαίσιο του δικαίου των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι διαφορετικό και οι διατάξεις που διέπουν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας αποβλέπουν στη ρύθμιση διαδικασιών διαφορετικών από εκείνες που εφαρμόζονται στον τομέα των σημάτων.
22 Πρέπει επίσης να επισημανθεί, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο νομοθέτης πρόσθεσε στον κανονισμό 40/94 το άρθρο 78α, του οποίου η παράγραφος 1 παρέχει στους διαδίκους τη δυνατότητα, στην περίπτωση που υπερβούν ορισμένες προθεσμίες, να αποκατασταθούν στα δικαιώματά τους, χωρίς να πρέπει να αποδείξουν ότι επέδειξαν όλη την επιμέλεια που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις. Πάντως, το γεγονός ότι ο νομοθέτης όρισε ρητώς, με την παράγραφο 2 της εν λόγω διατάξεως, ότι η υπέρβαση της προθεσμίας για την ανανέωση της ισχύος σημάτων παραμένει εντός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 78 του εν λόγω κανονισμού δείχνει την επιθυμία του να υπαγάγει την υπέρβαση της προθεσμίας αυτής στο γενικό καθήκον επιμελείας της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου, όπως ορθώς επισημαίνει το ΓΕΕΑ.
23 Τέταρτον, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το άρθρο 78, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 40/94 αποσκοπεί στην προστασία των τρίτων, οι οποίοι καλοπίστως διέθεσαν προϊόντα στο εμπόριο ή παρέσχον υπηρεσίες με σημείο ταυτόσημο ή ομοειδές κατά το διάστημα μεταξύ της απώλειας του δικαιώματος επί του κοινοτικού σήματος και της δημοσιεύσεως της μνείας αποκαταστάσεως του δικαιώματος αυτού. Κατά τη γνώμη της, η προστασία αυτή σημαίνει ότι το επίπεδο επιμελείας που απαιτεί το άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 είναι χαμηλότερο από εκείνο που εφαρμόστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
24 Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το κριτήριο που συνίσταται σε «όλη την επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις» περιλαμβάνεται στο άρθρο 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, το οποίο εκθέτει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες γίνεται δεκτή η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Αντιθέτως, το άρθρο 78, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 40/94 εφαρμόζεται μόνον όταν η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση έχει γίνει πράγματι δεκτή, αποβλέπει δε στην προστασία των συμφερόντων τρίτων οι οποίοι ενήργησαν καλοπίστως. Συνεπώς, το άρθρο 78, παράγραφοι 6 και 7, του κανονισμού 40/94 δεν έχει καμία σημασία για τον καθορισμό του επιπέδου επιμελείας που απαιτεί το άρθρο 78, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
25 Πέμπτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε σφάλματα κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που του προσκομίστηκαν και, ως εκ τούτου, έκρινε εσφαλμένως ότι η αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση έπρεπε να απορριφθεί. Φρονεί ότι το σύστημα που χρησιμοποιήθηκε από την εξειδικευμένη εταιρία ήταν σύμφωνο προς τις απαιτήσεις των οδηγιών του ΓΕΕΑ, οι οποίες ερμηνεύουν, στο σημείο 6.2.3, τη φράση «όλη [η] επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις» του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94, υπό την έννοια ότι σημαίνει «να διατηρείται ένα εσωτερικό σύστημα ελέγχου και παρακολούθησης των προθεσμιών το οποίο εν γένει αποκλείει την ακούσια μη τήρησή τους». Ειδικότερα, ο όρος «εν γένει» υποδηλώνει, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, ότι τα εξαιρετικά σφάλματα συνεπάγονται επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Πάντως, εν προκειμένω, η κακή λειτουργία του συστήματος οφειλόταν καθ’ ολοκληρίαν στο γεγονός ότι, κατ’ εξαίρεση, μια υπάλληλος της εξειδικευμένης εταιρίας δεν είχε εισαγάγει τα αναγκαία στοιχεία. Εξάλλου, ούτε οι ως άνω οδηγίες, ούτε το άρθρο 78 του κανονισμού 40/94, ούτε η νομολογία επιβάλλουν, σύμφωνα με την προσφεύγουσα, την εγκατάσταση ενός μηχανισμού ελέγχου του συστήματος πληροφορικής, όπως εκείνου που είχε τεθεί σε λειτουργία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, δεδομένου ότι το σύστημα πληροφορικής από μόνο του εξασφαλίζει εν γένει την τήρηση των προθεσμιών, έστω και χωρίς τον μηχανισμό αυτόν.
26 Συναφώς, πρέπει να θεωρηθεί ότι η φράση «όλη [η] επιμέλεια που επιβάλλουν οι περιστάσεις» του άρθρου 78, παράγραφος 1, του κανονισμού 40/94 επιβάλλει τη θέση σε λειτουργία ενός εσωτερικού συστήματος ελέγχου και παρακολούθησης των προθεσμιών το οποίο εν γένει αποκλείει την ακούσια μη τήρησή τους, όπως προβλέπουν οι οδηγίες του ΓΕΕΑ. Συνεπώς, μόνον έκτακτα γεγονότα και, ως εκ τούτου, απρόβλεπτα σύμφωνα με τα διδάγματα της πείρας μπορούν να συνεπάγονται επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
27 Εν προκειμένω, εφόσον η εξειδικευμένη εταιρία είχε θέσει σε λειτουργία ηλεκτρονικό σύστημα για την υπενθύμιση των προθεσμιών, η επιμέλεια που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις προϋπέθετε, πρώτον, ότι η γενική σύλληψη του εν λόγω συστήματος θα εξασφάλιζε την τήρηση των προθεσμιών, δεύτερον, ότι το ως άνω σύστημα θα παρείχε τη δυνατότητα να ανιχνεύεται και να διορθώνεται κάθε προβλέψιμο σφάλμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των υπαλλήλων της εξειδικευμένης εταιρίας καθώς και κατά τη λειτουργία του ηλεκτρονικού συστήματος και, τρίτον, ότι οι υπάλληλοι της εξειδικευμένης εταιρίας που θα καλούνταν να εισαγάγουν τα απαραίτητα στοιχεία και να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω σύστημα θα καταρτίζονταν, θα υποχρεούνταν να επαληθεύουν τις πράξεις τους και θα εποπτεύονταν προσηκόντως.
28 Πάντως, έστω και αν υποτεθεί ότι η σύλληψη του ηλεκτρονικού συστήματος για την υπενθύμιση των προθεσμιών εξασφάλιζε εν γένει την τήρηση των προθεσμιών, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι τα ανθρώπινα σφάλματα κατά την εισαγωγή δεδομένων δεν μπορούν να αποκλεισθούν, ακόμη και στην περίπτωση που οι υπάλληλοι λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση και καθοδηγούνται και εποπτεύονται προσηκόντως. Ειδικότερα, τα ανθρώπινα σφάλματα κατά την εισαγωγή δεδομένων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έκτακτα ή απρόβλεπτα γεγονότα. Κατά συνέπεια, το εν λόγω σύστημα έπρεπε να προβλέπει μηχανισμό για την ανίχνευση και τη διόρθωση τέτοιων σφαλμάτων. Εφόσον όμως ένας τέτοιος μηχανισμός δεν είχε τεθεί σε λειτουργία, το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι το καθήκον επιμελείας που επιβαλλόταν από τις περιστάσεις δεν είχε εκπληρωθεί.
29 Συνεπώς, το αίτημα περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να απορριφθεί.
30 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το δεύτερο αίτημα της προσφεύγουσας, με το οποίο ζητεί από το Πρωτοδικείο να αναπέμψει την αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση ενώπιον του ΓΕΕΑ προς επανεξέταση πρέπει επίσης να απορριφθεί, καθώς και, κατά συνέπεια, η προσφυγή στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τα αιτήματα του ΓΕΕΑ.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Aurelia finance SA στα δικαστικά έξοδα.
Martins Ribeiro
Παπασάββας
Wahl
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Μαΐου 2009.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy