21.2.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 44/57
Προσφυγή της 15ης Δεκεμβρίου 2008 — Sasol κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-541/08)
(2009/C 44/99)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσες: Sasol Ltd. (Γιοχάνεσμπουργκ, Νότια Αφρική), Sasol Holding in Germany GmbH (Αμβούργο, Γερμανία), Sasol Wax International AG (Αμβούργο, Γερμανία), Sasol Wax GmbH (Αμβούργο, Γερμανία) (εκπρόσωποι: W. Bosch, U. Denzel και C. von Köckritz, δικηγόροι)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγουσών
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει ή να μειώσει σημαντικά το πρόστιμο που επιβλήθηκε στη Sasol Limited, στη Sasol Holding in Germany GmbH, στη Sasol Wax International AG και στη Sasol Wax GmbH σύμφωνα με το άρθρο 2 της αποφάσεως· και
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα των προσφευγουσών και στις λοιπές δαπάνες στις οποίες οι προσφεύγουσες υποβλήθηκαν σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Με την υπό κρίση προσφυγή επιδιώκεται, εξ ονόματος των προσφευγουσών, η μερική ακύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, της αποφάσεως της Επιτροπής Ε(2008) 5476 τελικό, της 1ης Οκτωβρίου 2008, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 ΕΚ και του άρθρου 53 της Συμφωνίας για τον EΟΧ στην υπόθεση COMP/39.181 — Κηρός για την κατασκευή κεριών.
Με την απόφασή της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ορισμένοι παραγωγοί κηρού από παραφίνη και ακατέργαστης παραφίνης είχαν συγκροτήσει καρτέλ από το 1992 έως το 2005 στο πλαίσιο του οποίου διοργάνωναν τακτικές συναντήσεις για να συζητούν σχετικά με τις τιμές, για να κατανέμουν τις αγορές ή/και τους πελάτες και για να ανταλλάσσουν ευαίσθητες εμπορικές πληροφορίες σε σχέση με τον κηρό από παραφίνη και την ακατέργαστη παραφίνη που διατίθενται προς πώληση στους τελικούς καταναλωτές εντός της Γερμανίας.
Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς και κύρια επιχειρήματα:
Κατά τις προσφεύγουσες, η Επιτροπή εσφαλμένως θεώρησε τη Sasol Limited (μητρική εταιρία του ομίλου Sasol), τη Sasol Holding in Germany GmbH και τη Sasol Wax International AG ως υπεύθυνες για την «περίοδο της κοινής επιχειρήσεως» (1 Μαΐου 1995 έως 30 Ιουνίου 2002). Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η υπόθεση της Επιτροπής ότι η Sasol Limited (μέσω της θυγατρικής της Sasol Holding in Germany) ασκούσε αποφασιστική επιρροή στη Schümann Sasol International AG συνιστά πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή.
Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε, επίσης, σε πλάνη καθόσον θεώρησε τη Sasol Limited, τη Sasol Holding in Germany και τη Sasol Wax International AG ως υπεύθυνες για την επονομαζόμενη «περίοδο Sasol» από την 1η Ιουλίου 2002 έως τις 28 Απριλίου 2005. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένο κανόνα δικαίου και δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Sasol (1) και από τα οποία προέκυπτε ότι η Sasol Wax ενεργούσε αυτοτελώς στην αγορά, αντικρούοντας κατ' αυτόν τον τρόπο οποιοδήποτε τεκμήριο περί ευθύνης της μητρικής εταιρίας.
Επιπλέον, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθόσον δεν θεώρησε τη VARA ως υπεύθυνη εις ολόκληρον και αλληλεγγύως για την επονομαζόμενη «περίοδο Schümann» (από τις 3 Σεπτεμβρίου 1992 έως τις 30 Απριλίου 1995). Η Επιτροπή, αντί να θεωρήσει ως υπεύθυνη τη VARA (2), η οποία ασκούσε έλεγχο επί της οντότητας που μετείχε στις παραβάσεις, απέδωσε την όλη ευθύνη αποκλειστικά και μόνο στη Sasol και έθεσε, κατ' αυτόν τον τρόπο, υπό διακύβευση την πιθανή άσκηση ενδίκων μέσων από τη Sasol κατά της VARA.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή υπέπεσε, επιπλέον, σε πρόδηλες πλάνες καθόσον καθόρισε το βασικό ποσό του επιβλητέου στη Sasol προστίμου διογκώνοντας εσφαλμένως τον κύκλο εργασιών που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη και συμπεριλαμβάνοντας κύκλο εργασιών που αφορά προϊόντα με τα οποία η παράβαση δεν είχε άμεση ή έμμεση σχέση κατά την έννοια του άρθρου 23, παράγραφος 2, σημείο 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 (3). Η Επιτροπή υπέπεσε, επίσης, σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον επέλεξε εσφαλμένη μεθοδολογία για τον καθορισμό του βασικού ποσού που τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις στις οποίες η απόφαση περί επιβολής προστίμου απευθύνεται σε διαφορετικούς αποδέκτες για διαφορετικές περιόδους κατά τις οποίες διαπράχθηκε η παράβαση.
Εξάλλου, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθόσον θεώρησε ότι η Sasol διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στον τομέα του κηρού από παραφίνη και αύξησε εσφαλμένως το επιβληθέν στη Sasol πρόστιμο κατά το υπερβολικό και δυσανάλογο ποσοστό του 50 %.
Περαιτέρω, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι η Επιτροπή εσφαλμένως παρέλειψε να εφαρμόσει το ανώτατο όριο του 10 % που προβλέπεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 και ότι παραβίασε την αρχή της ατομικής εκ του νόμου ευθύνης καθόσον δεν περιόρισε το επιβλητέο για την περίοδο αυτή πρόστιμο στο 10 % του κύκλου εργασιών που αποδίδεται στον Schümann, ο οποίος, κατά τις προσφεύγουσες, ήλεγχε, σε τελική ανάλυση, την εταιρία που είχε εμπλακεί άμεσα στην παράβαση.
Τέλος, οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη καθόσον δεν χορήγησε πλήρη απαλλαγή στη Sasol όσον αφορά ορισμένα μέρη του προστίμου για τα οποία η Επιτροπή στηρίχθηκε προπάντων σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε εκουσίως η Sasol στο πλαίσιο της συνεργασίας της με την Επιτροπή.
(1) Εκτός αν ορίζεται άλλως, η επωνυμία αυτή αναφέρεται στις εταιρίες του ομίλου Sasol που εμπλέκονται, όπως υποστηρίζεται, στο καρτέλ.
(2) Εταίρος της κοινής επιχειρήσεως Schümann Sasol International AG, από κοινού με τη Sasol Limited, η οποία εξαγόρασε εμμέσως τα δύο τρίτα της Hans-Otto Schümann GmbH & Co KG.
(3) Κανονισμός (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
Full & Egal Universal Law Academy