7.3.2009
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 55/32
Προσφυγή της 15ης Δεκεμβρίου 2008 — H & R ChemPharm κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-551/08)
(2009/C 55/60)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: H & R ChemPharm GmbH (Salzbergen, Γερμανία) (εκπρόσωποι: M. Klusmann και S. Thomas, δικηγόροι)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την προσφεύγουσα·
—
επικουρικώς, να μειώσει προσηκόντως το ύψος του προστίμου που επιβάλλεται στην προσφεύγουσα με την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής C(2008) 5476 τελικό, της 1ης Οκτωβρίου 2008, στην υπόθεση COMP/39.181 — Κηροί κηροποιίας, με την οποία η καθής διαπίστωσε ότι ορισμένες επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων η προσφεύγουσα, παρέβησαν το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ και το άρθρο 53 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο διότι συμμετείχαν σε διαρκή συμφωνία και/ή σε διαρκή εναρμονισμένη πρακτική στον τομέα των κηρών παραφίνης.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως.
Με τον πρώτο λόγο, η προσφεύγουσα προβάλλει παραβίαση των δικαιωμάτων άμυνας, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέκρινε μεταξύ της ιδίας και άλλων εταιριών στις οποίες επιβάλλεται χωριστό πρόστιμο, αλλά γίνεται ενιαία λόγος για την «H & R/Tudapetrol». Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, δεν προκύπτει ποιες ουσιαστικές πράξεις συμμετοχής στην παράβαση πρέπει να της καταλογιστούν. Κατ' αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται τα δικαιώματα άμυνας, διότι από τις αιτιάσεις και την απόφαση πρέπει να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ποιες ουσιαστικές ενέργειες έχουν ως συνέπεια να προσάπτεται παράβαση και να επιβάλλεται πρόστιμο για την παράβαση αυτή.
Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται με τον δεύτερο λόγο ότι δεν αποδεικνύεται η εκ μέρους της διάπραξη παραβάσεως. Η Επιτροπή, επειδή συγκέντρωσε τα αποδεικτικά στοιχεία συνολικά έναντι όλων των αποδεκτών της αποφάσεως, αγνόησε το ότι δεν υπήρχαν αποδείξεις για παράβαση της προσφεύγουσας. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν διεξήγαγε αρκούντως σαφή και εξατομικευμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία θα μπορούσε και θα έπρεπε να καταδείξει ότι από τα προβληθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυπτε παράβαση της προσφεύγουσας.
Ακόμη επικουρικότερα, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται με τον τρίτο λόγο ότι κατά την επιμέτρηση του προστίμου καθορίστηκε εσφαλμένως υπερβολικά υψηλό αρχικό ποσό.
Με τον τέταρτο λόγο, τον οποίο προβάλλει ακόμη επικουρικότερα, η προσφεύγουσα επικαλείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω κακής χρήσεως της διακριτικής ευχέρειας κατά την επιμέτρηση του προστίμου. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι κατά κακή χρήση διακριτικής ευχέρειας καθορίστηκε το ποσοστό επί της αξίας των πωλήσεων βάσει του βαθμού σοβαρότητας της παραβάσεως, καθώς και το τέλους εισόδου σε 17 %, και επικαλείται το δυσανάλογο ύψος του προστίμου λόγω του ότι ελήφθη σε δυσανάλογο βαθμό υπόψη το μέγεθος της επιχειρήσεως. Τέλος, η προσφεύγουσα αναφέρεται στην ανεπίτρεπτη αναδρομική εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του 2006 για τη μέθοδο υπολογισμού των προστίμων στην παρούσα παλαιότερή τους υπόθεση.
Full & Egal Universal Law Academy