ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 28ης Σεπτεμβρίου 2009
Υπόθεση T-46/08 P
Luigi Marcuccio
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Αίτηση παροχής πληροφοριών για τα προσωπικά είδη που απεστάλησαν από τον τόπο υπηρεσίας στον τόπο κατοικίας – Αίτηση αναιρέσεως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 6ης Δεκεμβρίου 2007, F‑40/06, Marcuccio κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Ο Luigi Marcuccio φέρει τα δικαστικά έξοδά του καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας.
Περίληψη
1. Αναίρεση – Λόγοι – Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών – Απαράδεκτο – Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων – Αποκλείεται πλην της περιπτώσεως της παραμορφώσεως του περιεχομένου των εν λόγω στοιχείων
(Άρθρο 225 ΕΚ· Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 58, εδ. 1)
2. Προσφυγή ακυρώσεως – Έννομο συμφέρον – Εξάλειψη λόγω περιστατικού που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της προσφυγής – Κατάργηση της δίκης
3. Υπάλληλοι – Εξωσυμβατική ευθύνη των οργάνων – Προϋποθέσεις – Έλλειψη νομιμότητας – Ζημία – Αιτιώδης συνάφεια
(Άρθρο 288 § 2 ΕΚ)
4. Αναίρεση – Λόγοι – Λόγος αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης σχετικά με τα δικαστικά έξοδα
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, παράρτημα I, άρθρο 11 § 2)
1. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, πλην της περιπτώσεως όπου η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Συνεπώς, πλην της περιπτώσεως της παραμορφώσεως των αποδεικτικών στοιχείων που του υποβλήθηκαν, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τοιούτο, στον αναιρετικό έλεγχο του Πρωτοδικείου. Η παραμόρφωση αυτή πρέπει να προκύπτει προδήλως από τα στοιχεία της δικογραφίας και να μη χρειάζεται να πραγματοποιηθεί νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.
(βλ. σκέψεις 44 και 45)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 28 Μαΐου 1998, C‑8/95 P, New Holland Ford κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. I‑3175, σκέψη 72· ΔΕΚ, 2 Οκτωβρίου 2001, C‑449/99 P, ΕΤΕπ κατά Hautem, Συλλογή 2001, σ. I‑6733, σκέψη 44· ΔΕΚ, 10 Ιανουαρίου 2006, C‑240/03 P, Comunità montana della Valnerina κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑731, σκέψη 63· ΔΕΚ, 6 Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I-3173, σκέψη 54· ΔΕΚ, 21 Σεπτεμβρίου 2006, C‑167/04 P, JCB Service κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑8935, σκέψη 108
2. Προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί να διαπιστώσει αυτεπαγγέλτως ότι παρέλκει πλέον η έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής στην περίπτωση που ο προσφεύγων, ο οποίος είχε αρχικά έννομο συμφέρον, απώλεσε κάθε προσωπικό συμφέρον στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω περιστατικού που έλαβε χώρα μετά την άσκηση της εν λόγω προσφυγής. Πράγματι, για να μπορεί ο προσφεύγων να εμμείνει σε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση αποφάσεως, πρέπει να διατηρεί προσωπικό συμφέρον στην ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως και μετά την άσκηση της εν λόγω προσφυγής.
Η διαπίστωση ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί προσφυγής ασκηθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης συνεπάγεται ότι το τελευταίο δεν μπορεί να αποφανθεί επί του βασίμου της εν λόγω προσφυγής.
(βλ. σκέψεις 50 έως 52)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 7 Ιουνίου 2007, C‑362/05 P, Wunenburger κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. I‑4333, σκέψη 39· ΠΕΚ, 17 Οκτωβρίου 2005, T‑28/02, First Data κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4119, σκέψεις 36 και 37· ΠΕΚ, 7 Φεβρουαρίου 2007, T‑339/03, Clotuche κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 39 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
3. Το ότι μια απόφαση πάσχει από έλλειψη νομιμότητας, λόγω π.χ. ελλείψεως αιτιολογίας, δεν αρκεί προς θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας λόγω παρανόμων πράξεων των οργάνων της, καθόσον η θεμελίωση τέτοιας ευθύνης προϋποθέτει τη σωρευτική συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που αφορούν το παράνομο της συμπεριφοράς που προσάπτεται στο εναγόμενο όργανο, το υποστατό της προβαλλόμενης ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της επικρινόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
Το γεγονός ότι η ζημία συνίσταται σε ηθική και, καθ’ υπόθεση «υπαρξιακή» βλάβη του ενάγοντος δεν είναι ικανό να αντιστρέψει το βάρος της αποδείξεως όσον αφορά την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, το οποίο φέρει ο ενάγων. Πράγματι, θεμελιώνεται ευθύνη της Κοινότητας μόνον αν ο ενάγων κατορθώσει να αποδείξει το υποστατό της ζημίας του.
(βλ. σκέψεις 66 και 67)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 9 Νοεμβρίου 2004, T‑116/03, Montalto κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I‑A‑339 και II‑1541, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· ΠΕΚ, 8 Ιουνίου 2006, T‑156/03, Pérez-Díaz κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I‑A‑2‑135 και II‑A‑2‑649, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
4. Από το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αναίρεση δεν χωρεί αποκλειστικά για τον καταλογισμό και το ύψος των δικαστικών εξόδων. Επομένως, στην περίπτωση που όλοι οι άλλοι λόγοι μιας αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης έχουν απορριφθεί, το αίτημα που αφορά τον καθ’ υπόθεση παράνομο χαρακτήρα της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης σχετικά με τον καταλογισμό των δικαστικών εξόδων πρέπει να κρίνεται προδήλως απαράδεκτο.
(βλ. σκέψη 84)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 26 Μαΐου 2005, C‑301/02 P, Tralli κατά ΕΚΤ, Συλλογή 2005, σ. I‑4071, σκέψη 88 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία
Full & Egal Universal Law Academy