ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα)
της 15ης Ιανουαρίου 2009
Υπόθεση T‑306/08 P
Kurt-Wolfgang Braun-Neumann
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
«Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Συντάξεις – Σύνταξη επιζώντος – Καταβολή του 50 % της συντάξεως λόγω της υπάρξεως δεύτερου επιζώντος συζύγου – Βλαπτική πράξη – Εκπρόθεσμη διοικητική ένσταση»
Αντικείμενο: Αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της διατάξεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 23ης Μαΐου 2008, F‑79/07, Braun-Neumann κατά Κοινοβουλίου (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), και με την οποία επιδιώκεται η αναίρεση της διατάξεως αυτής.
Απόφαση: Η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται. Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του στο πλαίσιο της κατ’ αναίρεση δίκης.
Περίληψη
1. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Βλαπτική πράξη – Έννοια – Προϋποθέσεις ως προς τον τύπο – Δεν υφίστανται
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
2. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
3. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Προηγούμενη διοικητική ένσταση – Προθεσμίες
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91)
1. Ο άτυπος χαρακτήρας ενός μέτρου της διοικήσεως δεν αποκλείει το να προσλάβει το εν λόγω μέτρο τον χαρακτηρισμό της βλαπτικής πράξεως, ο οποίος δεν εξαρτάται από τον τύπο του εν λόγω μέτρου ή από την επικεφαλίδα που αυτό φέρει, αλλά καθορίζεται από την ουσία του εν λόγω μέτρου και ιδίως από το ζήτημα αν το μέτρο αυτό παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα ικανά να επηρεάσουν ευθέως και άμεσα τα συμφέροντα του νυν αναιρεσείοντος, μεταβάλλοντας, κατά σαφή τρόπο, την έννομη κατάστασή του.
(βλ. σκέψη 32)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 1 Φεβρουαρίου 1979, 17/78, Deshormes κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 89, σκέψη 10· ΠΕΚ, 19 Οκτωβρίου 1995, T‑562/93, Obst κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1995, σ. I‑A‑247 και II‑737, σκέψη 23· ΠΕΚ, 9 Σεπτεμβρίου 2008, T‑144/08, Marcuccio κατά Επιτροπής, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 25
2. Καμιά ρητή διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει στα θεσμικά όργανα γενική υποχρέωση να ενημερώνουν τους αποδέκτες των πράξεων σχετικά με τις επιτρεπόμενες ένδικες προσφυγές ή με τις προθεσμίες εντός των οποίων μπορούν αυτές να ασκούνται. Το γεγονός ότι η απάντηση στην προηγούμενη διοικητική ένσταση δεν μνημονεύει τα επιτρεπόμενα στον ενδιαφερόμενο ένδικα μέσα δεν υποχρεώνει τον κοινοτικό δικαστή να αναγνωρίσει το παραδεκτό της προσφυγής που ασκήθηκε εκπροθέσμως, κατ’ εφαρμογήν των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της αναλογικότητας.
(βλ. σκέψεις 34 και 35)
Παραπομπή: ΔΕΚ, 5 Μαρτίου 1999, C‑153/98 P, Guérin automobiles κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. 1441, σκέψεις 13 και 15· ΠΕΚ, 24 Φεβρουαρίου 2000, T‑145/98, ADT Projekt κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II‑387, σκέψη 210· ΠΕΚ, 22 Δεκεμβρίου 2005, T‑146/04, Gorostiaga Atxalandabaso κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2005, σ. II‑5989, σκέψη 131
3. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) προθεσμία για την υποβολή διοικητικής ενστάσεως κατά βλαπτικής πράξεως είναι δημοσίας τάξεως και οι διάδικοι και ο δικαστής δεν δύνανται να την μεταβάλλουν κατά την κρίση τους, καθόσον έχει θεσπισθεί για να διασφαλίζει τη σαφήνεια και τη βεβαιότητα των εννόμων καταστάσεων, καθώς και την ασφάλεια δικαίου. Επομένως, απόκειται στον κοινοτικό δικαστή να εξακριβώσει αυτεπαγγέλτως αν τηρήθηκε η εν λόγω προθεσμία. Το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο δεν επισήμανε, κατά το στάδιο της απαντήσεως στη διοικητική ένσταση, ότι η εν λόγω διοικητική ένσταση ήταν εκπρόθεσμη και, ως εκ τούτου, απαράδεκτη, ή το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο τόνισε μάλιστα ρητώς ότι ο νυν αναιρεσείων μπορούσε, ακόμη, να ασκήσει ένδικη προσφυγή δεν έχει επίπτωση επί του παραδεκτού της προσφυγής κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Συγκεκριμένα, τέτοιες περιστάσεις δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα το να υπάρχει παρέκκλιση από το σύστημα των επιτακτικών προθεσμιών που έχουν θεσπισθεί από τα άρθρα 90 και 91 του ΚΥΚ και, ακόμη λιγότερο, το να απαλλάσσεται το Πρωτοδικείο από την υποχρέωση, την οποία υπέχει, να εξακριβώνει αν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από τον ΚΥΚ προθεσμίες.
(βλ. σκέψεις 36 και 37)
Παραπομπή: ΠΕΚ, 17 Οκτωβρίου 1991, T‑129/89, Offermann κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1991, σ. II‑855, σκέψη 34· ΠΕΚ, 18 Μαρτίου 1997, T‑35/96, Rasmussen κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 1997, σ. I‑A‑61 και II‑187, σκέψη 30· ΠΕΚ, 7 Σεπτεμβρίου 2005, T‑358/03, Krahl κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2005, σ. I‑A‑215 και II‑993, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και σκέψη 36
Full & Egal Universal Law Academy