7.5.2011
EL
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
C 139/2
Απόφαση του Δικαστηρίου (δεύτερο τμήμα) της 10ης Μαρτίου 2011 [αίτηση του Bundesarbeitsgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως] — Deutsche Lufthansa AG κατά Gertraud Kumpan
(Υπόθεση C-109/09) (1)
(Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου - Οδηγία 1999/70/ΕΚ - Ίση μεταχείριση στον τομέα της απασχόλησης και της εργασίας - Αποστολή του εθνικού δικαστή)
2011/C 139/02
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Αιτούν δικαστήριο
Bundesarbeitsgericht
Διάδικοι στην υπόθεση της κύριας δίκης
Deutsche Lufthansa AG
κατά
Gertraud Kumpan
Αντικείμενο
Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως — Bundesarbeitsgericht — Ερμηνεία, αφενός, των άρθρων 1, 2, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ L 303, σ. 16), και, αφετέρου, της ρήτρας 5, σημείο 1, του παραρτήματος της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP (ΕΕ L 175, σ. 43) — Απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας — Εθνική ρύθμιση που επιτρέπει τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι ο εργαζόμενος έχει υπερβεί την ηλικία των 58 ετών — Συμβατό της ρύθμισης αυτής με τις προαναφερθείσες διατάξεις — Νομικές συνέπειες της ενδεχόμενης διαπίστωσης ασυμβίβαστου
Διατακτικό
Η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, η οποία συνήφθη στις 18 Μαρτίου 1999 και αποτελεί παράρτημα της οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, σχετικά με τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου που συνήφθη από τη CES, την UNICE και το CEEP, έχει την έννοια ότι η φράση «στενός αντικειμενικός σύνδεσμος με προηγούμενη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τον ίδιο εργοδότη», η οποία περιέχεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του γερμανικού νόμου για τη μερική απασχόληση και τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (Gesetz über Teilzeitarbeit und befristete Arbeitsverträge), της 21ης Δεκεμβρίου 2000, αφορά και τις περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει συναφθεί σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με τον ίδιο εργοδότη αμέσως πριν από τη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, αλλά έχει παρέλθει διάστημα ετών μεταξύ των δύο αυτών συμβάσεων, εφόσον, καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η αρχική σχέση εργασίας συνεχίστηκε χωρίς καμία διακοπή, με αντικείμενο την ίδια δραστηριότητα και με τον ίδιο εργοδότη, βάσει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου. Εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να δώσει στις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, κατά το μέτρο του δυνατού, ερμηνεία που να είναι σύμφωνη με την εν λόγω ρήτρα 5, σημείο 1.
(1) ΕΕ C 141 της 20.6.2009.
Full & Egal Universal Law Academy