ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 25ης Μαρτίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑51/09 P
Barbara Becker
«Αίτηση αναιρέσεως – Κοινοτικό σήμα – Λεκτικό σήμα “Barbara Becker” – Ανακοπή του δικαιούχου των λεκτικών κοινοτικών και σημάτων “BECKER” και “BECKER ONLINE PRO”»
I – Εισαγωγή
1. Η Barbara Becker υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] (πρώτο τμήμα) της 2ας Δεκεμβρίου 2008, στην υπόθεση Harman International Industries κατά ΓΕΕΑ (2), περί ακυρώσεως της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (στο εξής: ΓΕΕΑ) (3), με την οποία είχε αναγνωρισθεί το δικαίωμα καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος «Barbara Becker».
2. Η παρούσα διαφορά ανέκυψε από την ανακοπή την οποία άσκησε, επιτυχώς, η εταιρία Harman International Industries, Inc. (στο εξής: Harman Int. Industries) ενώπιον του τμήματος ανακοπών του ΓΕΕΑ, προβάλλοντας τον πιθανό κίνδυνο συγχύσεως μεταξύ του σήματος του οποίου την καταχώριση ζητεί η αναιρεσείουσα και των προγενεστέρων δικαιωμάτων της, δηλαδή, των δικαιωμάτων που προκύπτουν από το κοινοτικό σήμα «BECKER ONLINE PRO» και από την αίτηση καταχωρίσεως του κοινοτικού σήματος «BECKER», η οποία είχε υποβληθεί πριν από την αίτηση καταχωρίσεως του επίμαχου σήματος.
3. Μολονότι η αναιρεσείουσα και το ΓΕΕΑ, με τα δικόγραφά τους, θεμελίωσαν τις αξιώσεις τους στις ελλείψεις της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι, κατά τη δημόσια συνεδρίαση, η συζήτηση επικεντρώθηκε σε επίκριση της πλάνης περί το δίκαιο, η οποία αντλείται κυρίως από την εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας.
II – Η κρίσιμη νομοθεσία περί σημάτων
4. Από τις 13 Απριλίου 2009, το κοινοτικό σήμα διέπεται ουσιαστικώς από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 (4), ανεξαρτήτως του οποίου, προκειμένου να επιλυθεί η υπό κρίση αναίρεση, έχουν εφαρμογή ratione temporis οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 (5).
5. Το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 (με διατύπωση, κατά τα λοιπά, επαναλαμβανόμενη στην αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού 207/2009) προβλέπει τα εξής:
«Κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση:
[...]
β) εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα· ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα».
6. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου 8, ως «προγενέστερα σήματα» νοούνται, μεταξύ άλλων, τα κοινοτικά σήματα τα οποία έχουν κατατεθεί πριν από την ημερομηνία αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος.
III – Τα ενώπιον του Πρωτοδικείου πραγματικά περιστατικά και η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση
Α – Πραγματικό πλαίσιο και ενώπιον του ΓΕΕΑ διαδικασία
7. Στις 19 Νοεμβρίου 2002, η αναιρεσείουσα Barbara Becker υπέβαλε στο ΓΕΕΑ αίτηση καταχωρίσεως του σήματος που αποτελούνταν από το ονοματεπώνυμό της, ως λεκτικού κοινοτικού σήματος, κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 40/94 (6).
8. Η καταχώριση ζητήθηκε για προϊόντα της κλάσεως 9 του Διακανονισμού της Νίκαιας (7), που αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Συσκευές και όργανα επιστημονικά, ναυτικά, τοπογραφικά, ηλεκτρικά, φωτογραφικά, κινηματογραφικά, οπτικά, στάθμισης, μέτρησης, σήμανσης, ελέγχου (επιθεωρήσεως), βοηθείας (διασώσεως) και διδασκαλίας· συσκευές για την εγγραφή, τη μετάδοση, την αναπαραγωγή ήχου και εικόνας· μέσα μαγνητικών εγγραφών και εγγεγραμμένα αποθηκευτικά μέσα για εγκαταστάσεις και εξοπλισμό επεξεργασίας δεδομένων, ειδικότερα ταινίες, πλάκες και σύμπυκνοι δίσκοι απλής ανάγνωσης (CD-ROMs)· δίσκοι εγγραφών· αυτόματοι πωλητές και μηχανισμοί τιθέμενοι σε κίνηση με την εισαγωγή νομίσματος ή κέρματος· ταμειακές μηχανές, αριθμομηχανές (υπολογιστικές μηχανές), εξοπλισμός για την επεξεργασία δεδομένων και ηλεκτρονικοί υπολογιστές».
9. Στις 24 Ιουνίου 2004, η Harman Int. Industries άσκησε βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94 και του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, ανακοπή ενώπιον του τμήματος ανακοπών του ΓΕΕΑ κατά της καταχωρίσεως του ζητηθέντος σήματος για όλα τα προϊόντα που εμπίπτουν στην εν λόγω κλάση 9 του Διακανονισμού της Νίκαιας. Η ανακοπή στηρίχθηκε τόσο στο λεκτικό κοινοτικό σήμα BECKER ONLINE PRO (8) όσο και στην αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού κοινοτικού σήματος BECKER (9). Τα προϊόντα που καλύπτονται από τα προγενέστερα σήματα ενέπιπταν επίσης στην προαναφερθείσα κλάση 9, οι δε διάδικοι (10) δεν αμφισβητούν ότι τα εν λόγω προϊόντα είναι πανομοιότυπα ή παρόμοια.
10. Το τμήμα ανακοπών, εκτιμώντας ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων, δέχθηκε την ανακοπή της Harman Int. Industries (11). Το τμήμα ανακοπών έκρινε ότι τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα επίμαχα σήματα είναι πανομοιότυπα και τα σήματα ομοιάζουν συνολικώς, διότι παρουσιάζουν, αφενός, μέτριο βαθμό οπτικής και φωνητικής ομοιότητας και, αφετέρου, είναι όμοια από εννοιολογικής απόψεως, εφόσον παραπέμπουν στο ίδιο επώνυμο.
11. Η προσφυγή που άσκησε η B. Becker ενώπιον του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η απόφαση του τμήματος ανακοπών (12). Το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι τα προϊόντα που προσδιορίζονται από τα συγκρουόμενα σήματα είναι εν μέρει πανομοιότυπα και εν μέρει όμοια, διακρίνοντας , αναλόγως της φύσεως και του αντικειμένου τους, μεταξύ αυτών που προορίζονται για το ευρύ κοινό, εκείνα που προορίζονται για τους επαγγελματίες και εκείνα μιας ενδιάμεσης κατηγορίας προϊόντων που μπορούν να έχουν ως προορισμό το ευρύ κοινό και τους επαγγελματίες (13).
12. Όσον αφορά τα συγκρουόμενα σημεία, σημειωτέον ότι το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, αφενός, το προγενέστερο λεκτικό σήμα BECKER και, αφετέρου, το λεκτικό σήμα B. Becker του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση. Το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε απλώς ότι υπάρχει μόνον κάποιος βαθμός οπτικής και φωνητικής ομοιότητας μεταξύ των συγκρουόμενων σημείων, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ένα άλλο στοιχείο, το κύριο όνομα Barbara, έχει τεθεί στην αρχή του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση (14).
13. Αντιστρόφως, από εννοιολογικής απόψεως, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι τα συγκρουόμενα σημεία διακρίνονται σαφώς στη Γερμανία και στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Το τμήμα προσφυγών θεώρησε ότι το επώνυμο Becker δεν είναι το διακριτικό και κυρίαρχο στοιχείο του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, λόγω του γεγονότος ότι το ενδιαφερόμενο κοινό θα εκλάβει το σήμα αυτό ως ακέραιη ολότητα, δηλαδή ως «Barbara Becker», και όχι ως συνδυασμό του κυρίου ονόματος και του επωνύμου. Τόνισε επίσης ότι η B. Becker «είναι διάσημη» (15) στη Γερμανία, ενώ το όνομα Becker αναγνωρίζεται γενικώς ως διαδεδομένο και συνηθισμένο επώνυμο. Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών συνήγαγε ότι οι εννοιολογικές διαφορές μεταξύ των σχετικών σημείων είναι αρκετά μεγάλες για να αποτραπεί ο κίνδυνος συγχύσεως (16).
14. Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι δεν πληρούται η προϋπόθεση που έχει θέσει η νομολογία για την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, δηλαδή ότι μεταξύ των συγκρουόμενων σημάτων πρέπει να υπάρχει τέτοιος βαθμός ομοιότητας ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό να τα συνδέσει μεταξύ τους (17).
Β – Περίληψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
15. Στις 15 Ιουνίου 2007, η Harman Int. Industries υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών. Προς στήριξη της προσφυγής της προέβαλε δύο λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και του άρθρου 8, παράγραφος 5, του κανονισμού 40/94, αντιστοίχως. Δεδομένου ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν αφορά τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, δεν επαναλαμβάνονται τα επιχειρήματα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 5, του εν λόγω κανονισμού.
16. Το Πρωτοδικείο δέχθηκε τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, κρίνοντας ότι το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε ότι τα συγκρουόμενα σήματα διακρίνονται σαφώς. Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως των μεγάλων ή μικρών διαφορών μεταξύ των δύο σημάτων από οπτικής και φωνητικής απόψεως (18), το Πρωτοδικείο απέρριψε την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών περί της σχετικής σημασίας του στοιχείου «becker» σε σχέση με το στοιχείο «barbara» στο σήμα Barbara Becker, βάσει της ακόλουθης συλλογιστικής (19).
17. Πρώτον, το Πρωτοδικείο επικαλέστηκε μία απόφασή του με την οποία είχε κρίνει ότι, μολονότι ο τρόπος που εκλαμβάνονται σήματα τα οποία αποτελούνται από ονόματα προσώπων μπορεί να ποικίλλει στις διάφορες χώρες της Κοινότητας, τουλάχιστον στην Ιταλία, οι καταναλωτές αποδίδουν, κατά κανόνα, μεγαλύτερο διακριτικό χαρακτήρα στο επώνυμο απ’ ό,τι στο κύριο όνομα που υπάρχει σε σήματα (20). Επομένως, στην περίπτωση του σήματος Barbara Becker, στο επώνυμο Becker μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερος διακριτικός χαρακτήρας απ’ ό,τι στο κύριο όνομα Barbara.
18. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ότι η μεγάλη φήμη της οποίας χαίρει η Barbara Becker στη Γερμανία, ως πρώην σύζυγος του Boris Becker, αναιρεί την εννοιολογική ομοιότητα των συγκρουομένων σημάτων, εφόσον αμφότερα παραπέμπουν στο ίδιο επώνυμο Becker. Κατά το Πρωτοδικείο, η ομοιότητα αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, σε ένα τμήμα της Κοινότητας, αποδίδεται στο στοιχείο «becker» μεγαλύτερος διακριτικός χαρακτήρας απ’ ό,τι στο στοιχείο «barbara», το οποίο συνιστά ένα απλό κύριο όνομα.
19. Τρίτον, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στην απόφαση Medion του Δικαστηρίου (21), σύμφωνα με την οποία ένα σύνθετο σήμα, το οποίο αποτελείται από παράθεση ενός στοιχείου και του σημείου άλλου σήματος που έχει καταχωρισθεί προηγουμένως, μπορεί να θεωρηθεί παρεμφερές με το άλλο αυτό σήμα όταν το τελευταίο σήμα διατηρεί αυτοτελή διακριτική θέση στο σύνθετο σήμα, μολονότι δεν καταλήγει να αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του. Το Πρωτοδικείο, εφαρμόζοντας το εν λόγω κριτήριο στην παρούσα υπόθεση, έκρινε το στοιχείο «becker» ως επώνυμο, το οποίο χρησιμοποιείται συνήθως για τον προσδιορισμό ενός προσώπου, και έχει διακριτική αυτοτελή θέση στο σήμα Barbara Becker η οποία αρκεί για να διαπιστωθεί ο κίνδυνος συγχύσεως.
20. Τέλος, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε ούτε η ταυτότητα ούτε η ομοιότητα των προϊόντων για τα οποία επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί καθένα από τα συγκρουόμενα σήματα, και λαμβανομένων επίσης υπόψη των οπτικών, φωνητικών και εννοιολογικών ομοιοτήτων των σημάτων Barbara Becker και BECKER, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ τους, μολονότι τα προαναφερθέντα προϊόντα απευθύνονται σε κοινό με σχετικώς υψηλό επίπεδο προσοχής. Συναφώς, το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα του ΓΕΕΑ ότι ένα σύνθετο σήμα και ένα άλλο σήμα μπορούν να θεωρηθούν παρεμφερή μόνον αν το κοινό συστατικό τους στοιχείο αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο στη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σύνθετο σήμα. Το Πρωτοδικείο απέρριψε επίσης το προβληθέν από την Barbara Becker επιχείρημα περί της μη εφαρμογής στα κύρια ονόματα της νομολογίας σε θέματα σύνθετων σημάτων, όσον αφορά τον κίνδυνο συγχύσεως κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
IV – Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και τα αιτήματα των διαδίκων
21. Η αίτηση αναιρέσεως της B. Becker πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Φεβρουαρίου 2009. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, περί ακυρώσεως της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών της 7ης Μαρτίου 2007·
– να αναιρέσει το σημείο 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που καταδικάζει το ΓΕΕΑ, πλέον των δικαστικών του εξόδων, στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Harman Int. Industries·
– να καταδικάσει τη Harman Int. Industries στα δικαστικά έξοδα.
22. Η Harman Int. Industries κατέθεσε το υπόμνημά της αντικρούσεως στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαρτίου 2009· η επιχείρηση αυτή ζητεί από το Δικαστήριο:
– να επιβεβαιώσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Harman Int. Industries ενώπιον όλων των οργάνων του ΓΕΕΑ και ενώπιον των κοινοτικών δικαστηρίων.
23. Το ΓΕΕΑ κατέθεσε το υπόμνημά του αντικρούσεως στις 8 Μαΐου 2009 (22), ζητώντας από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της·
– να καταδικάσει τη Harman Int. Industries στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το ΓΕΕΑ.
24. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η οποία έλαβε χώρα στις 11 Φεβρουαρίου 2010, οι εκπρόσωποι της B. Becker, της Harman Int. Industries και του ΓΕΕΑ ανέπτυξαν τους προφορικούς ισχυρισμούς τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που τους έθεσαν τα μέλη του τμήματος και ο γενικός εισαγγελέας.
V – Ανάλυση της αιτήσεως αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
25. Η Barbara Becker προβάλλει ένα λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βασίζεται σε παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94. Συγκεκριμένα, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εφάρμοσε εσφαλμένως στην προκειμένη περίπτωση μια κρίση της αποφάσεως που εξέδωσε στην προπαρατεθείσα υπόθεση Fusco, καθώς και ότι υπέπεσε σε πλάνη κατά την εφαρμογή στην υπό κρίση διαφορά της προπαρατεθείσας αποφάσεως Medion.
26. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι μετέφερε στην υπό κρίση υπόθεση διαπίστωσή του στην απόφαση Fusco, ότι, τουλάχιστον στην Ιταλία, οι καταναλωτές αποδίδουν, κατά κανόνα, μεγαλύτερο διακριτικό χαρακτήρα στο επώνυμο απ’ ό,τι στο κύριο όνομα που υπάρχει σε σήματα, μη λαμβάνοντας υπόψη προγενέστερη απόφασή του, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο κανόνας αυτός δεν μπορεί να εφαρμόζεται αυτομάτως, χωρίς να συνεκτιμώνται οι ιδιαιτερότητες κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως (23). Στην τελευταία αυτή απόφαση, μολονότι τα δύο σήματα της υπό κρίση διαφοράς περιελάμβαναν το ίδιο ιταλικό επώνυμο «Rossi», δεν κρίθηκε αρκούντως κυρίαρχο στοιχείο ώστε να προκαλεί κίνδυνο συγχύσεως (24).
27. Με τη δεύτερη αιτίαση, η B. Becker προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκρινε, βάσει της εφαρμογής της αποφάσεως Medion, ότι το στοιχείο «Becker» κατέχει διακριτική αυτοτελή θέση στο σύνθετο σήμα, όπερ το οδήγησε στην κρίση ότι τα συγκρουόμενα σήματα είναι παρόμοια. Συναφώς, η B. Becker φρονεί ότι το Δικαστήριο, με την προπαρατεθείσα απόφαση, σκοπούσε απλώς να εμποδίσει τρίτον να προσθέσει το όνομα της επιχειρήσεώς του, το οποίο προφανώς έχει αμελητέο διακριτικό χαρακτήρα, σε ήδη καταχωρισθέν σήμα και να ζητήσει την προστασία για το σύνολο, σε βάρος του εν λόγω καταχωρισθέντος σήματος. Εν πάση περιπτώσει, η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι, με την απόφαση Medion, δεν θεσπίστηκε γενικός κανόνας δυνάμει του οποίου οποιοδήποτε κοινό στοιχείο δύο σημάτων, μολονότι δεν είναι κυρίαρχο στοιχείο του σύνθετου σήματος, πρέπει να θεωρηθεί διακριτικό κατά την έννοια της αποφάσεως αυτής, με συνέπεια τον κίνδυνο συγχύσεως.
28. Τέλος, η αναιρεσείουσα προβάλλει το διαφορετικό πλαίσιο εντός του οποίου εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, εφόσον η απόφαση αυτή αφορούσε την επίθεση του ονόματος μιας επιχειρήσεως σε προϋπάρχον σήμα, ενώ στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για αίτηση καταχωρίσεως πλήρους ονόματος, όπου το επώνυμο συμπίπτει με άλλο καταχωρισθέν σήμα. Η αναιρεσείουσα εμμένει επί του ότι το κοινό αντιλαμβάνεται το σημείο «Barbara Becker» ως το όνομα προσώπου γυναικείου φύλου, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται απλώς με το επώνυμο Becker, το οποίο είναι πολύ σύνηθες και, συνεπώς, δεν είναι ιδιαίτερα προσήκον ώστε να συναχθεί εννοιολογική ομοιότητα μεταξύ των συγκρουομένων σημάτων. Επομένως, κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη χαρακτηρίζοντας ως «απλό κύριο όνομα» (25) το όνομα «Barbara», εφόσον το τελευταίο αυτό όνομα, προστιθέμενο στο εν λόγω επώνυμο, επηρεάζει ουσιαστικώς τη συνολική εντύπωση που δημιουργεί το σήμα της, εφόσον προσδίδει εντελώς νέα εννοιολογική σημασία στο επώνυμο «Becker».
29. Το ΓΕΕΑ υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, ειδικότερα το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη όλες τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υποθέσεως, όπως τη διασημότητα της πρώην συζύγου του διάσημου τενίστα, καθώς και την πλάνη στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εφαρμογή της προπαρατεθείσας αποφάσεως Medion. Τελικώς, το ΓΕΕΑ επικρίνει, όπως και η B. Becker, την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, κατά την άποψή του, για τους προεκτεθέντες λόγους, είναι αντιφατική και ανεπαρκής. Πάντως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, επικέντρωσε τις επικρίσεις του στην αυτόματη εφαρμογή των αρχών της αποφάσεως Medion.
30. Αντιθέτως, η Harman Int. Industries ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, εφόσον θεωρεί ορθή την ανάλυση του Πρωτοδικείου, και ζητεί να επιβεβαιωθεί η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Εξέταση του μοναδικού λόγου αναιρέσεως
1. Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
31. Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, σε περίπτωση που δεν προβάλλεται από ένα διάδικο, απόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως κάθε ζήτημα σχετικό με το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως ή ορισμένων από τους λόγους αναιρέσεως (26). Στη νομολογία αναφέρεται πλειστάκις ότι, δυνάμει των άρθρων 225 ΕΚ, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο (νυν, άρθρου 256 ΣΛΕΕ) και 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται στα νομικά ζητήματα και πρέπει να βασίζεται σε λόγους οι οποίοι αντλούνται, ειδικότερα, από παράβαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο (27).
32. Υπό τις συνθήκες αυτές και δεδομένων των αναφορών της Harman Int. Industries, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, στα ενδεχομένως απαράδεκτα επιχειρήματα των αντιδίκων της, είναι προφανώς σκόπιμο να πραγματοποιηθεί αυτεπαγγέλτως η εξέταση του παραδεκτού του μοναδικού λόγου της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως.
33. Το εν λόγω ζήτημα τίθεται ειδικότερα ως προς τις επικρίσεις της αναιρεσείουσας, καθώς και του ΓΕΕΑ, σχετικά με το ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν περιλαμβάνει αξιολόγηση του σήματος Barbara Becker του οποίου ζητείται η καταχώριση από την άποψη του αποτελέσματος που δημιουργείται, στη συνολική εντύπωση, με την προσθήκη του κυρίου ονόματος στο επώνυμο, καθώς και των αναφορών στον ενδεχομένως «συνήθη» ή κοινό χαρακτήρα του εν λόγω επωνύμου. Συγκεκριμένα, δημιουργήθηκε η υποψία ότι οι επικρίσεις αυτές είναι απαράδεκτες, καθόσον με αυτές ζητείται απλώς νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, στην οποία απαγορεύεται να προβεί το Δικαστήριο κατά την αναιρετική διαδικασία (28).
34. Δεν πιστεύω ότι πρόκειται περί αυτού.
35. Πρώτον, όπως αναφέρει το ΓΕΕΑ, η αναιρεσείουσα και το ΓΕΕΑ δεν θέτουν εν αμφιβόλω τόσο το αντικείμενο των πραγματικών αυτών εκτιμήσεων όσο την in extenso αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στηρίζουν την επίκρισή τους σε πάγια νομολογία κατά την οποία η ελλιπής και ανεπαρκής αιτιολογία είναι νομικά ζητήματα που εμπίπτουν στην παράβαση ουσιώδους τύπου, κατά το άρθρο 230 ΕΚ (νυν άρθρο 263 ΣΛΕΕ), επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως (29), ή να προβληθούν, και αυτεπαγγέλτως, ως λόγοι δημόσιας τάξεως (30).
36. Δεύτερον, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίστηκε σαφέστερα ο λόγος αναιρέσεως, εν πάση περιπτώσει όσον αφορά το ΓΕΕΑ, και από επίκριση της ελλιπούς αιτιολογίας κατέστη σαφέστερη επίκριση αφορώσα την πλάνη περί το δίκαιο ως προς την εφαρμογή της αποφάσεως Medion.
37. Κατόπιν των προηγουμένων, φρονώ ότι είναι ορθό οι επικρίσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως να θεωρηθούν ως επίκληση πλάνης περί το δίκαιο.
2. Επί της ουσίας της αιτήσεως αναιρέσεως
38. Οι επικρίσεις της αναιρεσείουσας στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις του ΓΕΕΑ, θέτουν κατ’ αρχάς το ζήτημα της καταλληλότητας και της ερμηνείας των αποφάσεων (ουσιαστικώς των αποφάσεων Fusco και Medion) βάσει των οποίων η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επέλυσε τη διαφορά, «με βάση, κατ’ ουσίαν, το πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως». Δεδομένης της ουσίας της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, δηλαδή του κινδύνου συγχύσεως, καθώς και της βάσεως του λόγου αναιρέσεως, δηλαδή, της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, πρέπει να εκτεθούν τα υφιστάμενα νομικά και νομολογιακά κριτήρια που έχουν εφαρμογή για την επίλυση τέτοιων διαφορών.
39. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου προγενέστερου σήματος, το αιτούμενο σήμα δεν γίνεται δεκτό για καταχώριση εάν, λόγω του ταυτοσήμου του ή της ομοιότητας με το προγενέστερο σήμα και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που προσδιορίζουν τα δύο σήματα, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως του κοινού της εδαφικής περιοχής στην οποία απολαύει προστασίας το προγενέστερο σήμα. Ο κίνδυνος συγχύσεως περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχετίσεως με το προγενέστερο σήμα.
40. Η έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 40/94 αναφέρει ότι η εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, και ιδίως από το πόσο γνωστό είναι το σήμα στην αγορά, από τη σύνδεση που μπορεί να γίνει με το χρησιμοποιηθέν ή καταχωρισθέν σημείο, από τον βαθμό της ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του σημείου και μεταξύ των προσδιοριζομένων προϊόντων ή υπηρεσιών.
41. Όσον αφορά τη νομολογία του Δικαστηρίου, και ειδικότερα προκειμένου για τον καθορισμό του κινδύνου συγχύσεως, επιβεβαιώνεται παγίως ότι συνιστά κίνδυνο συγχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94, ο κίνδυνος να μπορέσει το ενδιαφερόμενο κοινό να νομίσει ότι τα σχετικά προϊόντα ή οι σχετικές υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή, ενδεχομένως, από επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικά (31).
42. Όσον αφορά τη μέθοδο καθορισμού της υπάρξεως του κινδύνου αυτού μεταξύ δύο σημείων στην αντίληψη του κοινού, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κίνδυνος αυτός πρέπει να εκτιμηθεί σφαιρικώς λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως (32).
43. Κατά πάγια επίσης νομολογία, η σφαιρική εκτίμηση του κινδύνου συγχύσεως πρέπει, καθόσον αφορά την οπτική, φωνητική ή εννοιολογική ομοιότητα των επίμαχων σημάτων, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργούν τα σήματα αυτά, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Επιπλέον, το Δικαστήριο ενέμεινε επί του ότι η αντίληψη που έχει ο μέσος καταναλωτής των επίμαχων προϊόντων ή υπηρεσιών σχετικά με τα οικεία σήματα παίζει καθοριστικό ρόλο για τη σφαιρική εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου. Συναφώς, επιβεβαιώθηκε πάντοτε με τη νομολογία ότι ο μέσος καταναλωτής έχει συνήθως συνολική αντίληψη για το σήμα και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειές του (33).
44. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται η ομοιότητα των προϊόντων ή ο βαθμός ομοιότητας των εν λόγω σημάτων από οπτικής και φωνητικής απόψεως. Το ζήτημα που τίθεται τελικώς είναι η εννοιολογική ομοιότητα η οποία, στην υπό κρίση υπόθεση, συνεπάγεται ουσιαστικώς να αναζητηθεί η σημασία του επωνύμου «Becker» και του ονοματεπώνυμου «Barbara Becker», και, ειδικότερα, να καθορισθεί η επίδραση που ασκεί το κύριο όνομα επί του επωνύμου.
45. Συναφώς, απαιτείται, όπως επαναλαμβάνει η παρατεθείσα στο σημείο 43 των προτάσεων αυτών νομολογία, «να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι σχετικοί με τις περιστάσεις της υποθέσεως παράγοντες». Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η απόφαση του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, που ήταν αντικείμενο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαφοράς, αναγνώρισε την εννοιολογική διαφορά μεταξύ των επίμαχων σημάτων, βασιζόμενη, κατά το πλείστον, στην αμελητέα σημασία του σήματος BECKER, λόγω του κοινότοπου χαρακτήρα του επωνύμου, και στη φήμη της B. Becker στη Γερμανία (34).
46. Στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως εκτίθεται κατωτέρω, το Πρωτοδικείο ακολουθεί, πάντως, σχηματική προσέγγιση, βάσει προγενέστερων αποφάσεών του (Fusco) καθώς και αποφάσεων του Δικαστηρίου (Medion), σχετικώς μεμονωμένων, στις οποίες οι συγκεκριμένες περιστάσεις των επίμαχων υποθέσεων είχαν ιδιαίτερη, αν όχι καθοριστική, σημασία.
47. Συγκεκριμένα, στις σκέψεις 34 έως 43 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο θέτει το ζήτημα της ομοιότητας από εννοιολογικής απόψεως και δίνει συναφώς απάντηση. Το συμπέρασμα ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως θεμελιώνεται ουσιαστικώς με τις σκέψεις 35 και 36, βάσει της αποφάσεως Fusco, και 37 έως 41, βάσει της αποφάσεως Medion.
48. Πρώτον, το Πρωτοδικείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έκρινε ότι το επώνυμο «becker» έχει «εντονότερο διακριτικό χαρακτήρα» από το στοιχείο «barbara», στηριζόμενο στην απόφαση Fusco, με την οποία το Πρωτοδικείο έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των σημάτων «Enzo Fusco» και «Antonio Fusco», βάσει της διαπιστώσεως, την οποία επαναλαμβάνει εν προκειμένω, όσον αφορά τα σήματα, ότι, τουλάχιστον στην Iταλία, οι καταναλωτές αποδίδουν μεγαλύτερο διακριτικό χαρακτήρα στο επώνυμο απ’ ό,τι στο κύριο όνομα. Η κατά το μάλλον ή ήττον μεγάλη φήμη της αναιρεσείουσας στη Γερμανία δεν ασκεί επιρροή από εννοιολογικής απόψεως (σκέψεις 34 και 35).
49. Ωστόσο, σημειωτέον ότι είναι δύσκολο να γίνει δεκτή η τόσο αυτόματη επέκταση της αποφάσεως Fusco στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένης της σημασίας που αποδίδεται στην απόφαση αυτή στις περιστάσεις της υποθέσεως, όπως προκύπτει από εκφράσεις όπως «υπό τις συνθήκες αυτές» και «εν προκειμένω» ή «στα επίμαχα σήματα», οι οποίες περιλαμβάνονται στη σκέψη 54.
50. Η σημασία των συνθηκών της συγκεκριμένης υποθέσεως στην τελευταία αυτή απόφαση τονίζεται με την απόφαση που εξέδωσε λίγο χρόνο μετά το ίδιο τμήμα του Πρωτοδικείου, στην υπόθεση Marcorossi, στην οποία επίσης επρόκειτο για ιταλικά επώνυμα. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι η αντίληψη των σημείων που αποτελούνται από κύριο όνομα και επώνυμο μπορεί να ποικίλλει στις διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και δεν αποκλείεται ότι, σε ορισμένες χώρες, οι καταναλωτές συγκρατούν καλύτερα το επώνυμο απ’ ό,τι το κύριο όνομα, παραπέμποντας ρητώς στην απόφαση Fusco, διευκρίνισε ότι, «πάντως, ο γενικός αυτός κανόνας […] δεν εφαρμόζεται αυτομάτως χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως».
51. Δεύτερον, και επ’ αυτού επικεντρώνονται ειδικότερα οι επιφυλάξεις μου, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση γίνεται επίκληση της αποφάσεως που εξέδωσε το Δικαστήριο απαντώντας στο προδικαστικό ερώτημα που είχε υποβληθεί στην υπόθεση Medion.
52. Υπενθυμίζεται ότι ο επίμαχος στην προδικαστική αυτή υπόθεση κίνδυνος συγχύσεως αφορούσε το σήμα LIFE, καταχωρισθέν από τη γερμανική επιχείρηση Medion για ηλεκτρονικές συσκευές ψυχαγωγίας, και το σήμα THOMSON LIFE, με το οποίο η εταιρία Thomson κυκλοφορούσε στο εμπόριο ορισμένα προϊόντα της. Στην υπόθεση αυτή, υπήρχε τουλάχιστον μερική ταυτότητα μεταξύ των σημάτων, λόγος για τον οποίο η Medion ζήτησε από το εθνικό δικαστήριο να απαγορεύσει στην Thomson τη χρήση του προαναφερθέντος σήματος για τα προϊόντα των οποίων αποδείχθηκε η εν λόγω ταυτότητα (35).
53. Στο πλαίσιο αυτό, το πραγματικό περιεχόμενο της εκτεθείσας στην απόφαση Medion θεωρίας προκύπτει από την αντίθεση μεταξύ της γραμματικής διατυπώσεως του ερωτήματος που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο και της απαντήσεως του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, ενώ το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν «υπάρχει» κίνδυνος συγχύσεως υπό τις συνθήκες της υποθέσεως, όπως περιγράφηκαν, το Δικαστήριο απαντά ότι ο κίνδυνος αυτός «μπορεί να υπάρχει» υπό συνθήκες όπως η περιγραφείσα. Η έννοια της κατά γράμμα απαντήσεως του Δικαστηρίου προκύπτει ευκόλως από τη σκέψη 30 της παρατεθείσας αποφάσεως. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή, και μετά την υπενθύμισή της, ως αρχής, η υποχρέωση να πραγματοποιείται, στην ανάλυση του κινδύνου συγχύσεως, «συνολική εκτίμηση» ή να γίνεται αναφορά στη «συνολική εντύπωση», λαμβάνοντας υπόψη, ειδικότερα, τα διακριτικά και κυρίαρχα στοιχεία τους (σκέψη 28), το Δικαστήριο δέχεται τη δυνατότητα, η οποία πρέπει να θεωρείται ως εξαιρετική, ότι προγενέστερο σήμα, χρησιμοποιούμενο από τρίτο σε σύνθετο σήμα, διατηρεί στο σήμα αυτό διακριτική αυτοτελή θέση, χωρίς ωστόσο να αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του.
54. Συγκεκριμένα, εξετάζοντας, στην υπόθεση αυτή, τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη διαπίστωση του ενδεχομένου κινδύνου συγχύσεως, το Δικαστήριο, με τη σκέψη 30 της αποφάσεως έκρινε ότι «εντούτοις, πέραν της συνήθους περιπτώσεως κατά την οποία ο μέσος καταναλωτής αντιλαμβάνεται το σήμα ως σύνολο, και παρά το γεγονός ότι η συνολική εντύπωση μπορεί να καθορίζεται από ένα ή περισσότερα συστατικά ενός σύνθετου σήματος, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ένα προγενέστερο σήμα, που χρησιμοποιείται από τρίτον σε σύνθετο σημείο, να διατηρεί αυτοτελή διακριτική δύναμη στο πλαίσιο του σύνθετου αυτού σημείου, χωρίς όμως να αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του» (36).
55. Το Δικαστήριο απάντησε κατ’ αυτόν τον τρόπο στο αιτούν δικαστήριο στην υπόθεση αυτή όσον αφορά την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ δύο σημείων, στις περιπτώσεις όπου ένα σύνθετο σήμα περιλαμβάνει μεταξύ των στοιχείων του ένα προηγουμένως καταχωρισθέν σήμα, και το υποχρέωσε να απορρίψει την αποκαλούμενη «Prägetheorie» (θεωρία της προκαλούμενης εντυπώσεως) (37).
56. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει σαφώς ότι, μολονότι, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο επιθυμούσε να βασιστεί αποφασιστικώς στη νομολογία Medion για να εκτιμήσει την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως μεταξύ των εμπλεκομένων σημάτων, έπρεπε να εξετάσει το ζήτημα υπό το πρίσμα μιας εξαιρέσεως (38), να εξηγήσει, δηλαδή, γιατί, κατ’ εξαίρεση, στην παρούσα υπόθεση, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η γενική υποχρέωση εξετάσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του σύνθετου σήματος με βάση τη συνολική εντύπωση, αλλά να ληφθούν υπόψη, ειδικότερα, τα διακριτικά και κυρίαρχα στοιχεία του. Με άλλα λόγια, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξηγήσει, στο πλαίσιο της ενδεχόμενης εννοιολογικής ομοιότητας μεταξύ «barbara becker» και «becker», τους λόγους για τους οποίους, στην περίπτωση αυτή, το στοιχείο «becker» δεν απαιτείται να κατέχει κυρίαρχη θέση στο σύνολο.
57. Πάντως, τίποτε από τα προεκτεθέντα δεν απαντάται στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Αντ’ αυτού, μετά δυσκολίας απαντάται άλλο επιχείρημα (σκέψη 37) εκτός του ότι η λέξη «becker» αντιστοιχεί σε επώνυμο, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται, και δυσκόλως αντικρούεται. Βάσει αυτού, συνάγεται άμεσα η ομοιότητα μεταξύ «becker» και «barbara becker» (σκέψη 38) και, κατά συνέπεια, η πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το τμήμα προσφυγών (σκέψη 39).
58. Υπενθυμίζεται ότι με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δεν πραγματοποιείται καμία ανάλυση ή έρευνα σχετικά με το επώνυμο Becker προκειμένου να καθοριστεί αν κατέχει διακριτική και αυτοτελή θέση, για την οποία γίνεται λόγος στην απόφαση Medion, η οποία δεν απαιτείται να είναι κυρίαρχη στο σύνολο, ενώ, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, ήταν πρωταρχικής σημασίας να εξακριβωθεί ο διακριτικός χαρακτήρας του πρώτου σήματος BECKER (39). Συγκεκριμένα, αν το κοινό έχει υψηλό βαθμό γνώσεως σχετικά με το τελευταίο αυτό σήμα, οποιοδήποτε άλλο σήμα για παρόμοια προϊόντα δυσχερέστερα θα διεκδικούσε δικαίωμα επί του επωνύμου αυτού.
59. Τελικώς, με βάση μια γενικευμένη και εν μέρει εσφαλμένη αντίληψη του συνδυασμού των αποφάσεων Fusco και Medion, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση μπορεί να δημιουργήσει την εσφαλμένη εντύπωση ότι, κατ’ αρχήν, κάθε επώνυμο το οποίο συμπίπτει με προγενέστερο σήμα, μπορεί να αντιταχθεί επιτυχώς στην καταχώριση σύνθετου σήματος αποτελούμενου από κύριο όνομα και το εν λόγω επώνυμο λόγω του κινδύνου συγχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 40/94.
60. Με άλλα λόγια, η προσθήκη ενός φερομένου ως κανόνα αρχής απορρέοντα από προγενέστερη απόφαση του Πρωτοδικείου και άλλου κανόνα απορρέοντα από απόφαση του Δικαστηρίου οδηγεί προφανώς σε σχεδόν όμοιο αποτέλεσμα, όπου αγνοείται πρακτικώς το ζήτημα της εννοιολογικής ομοιότητας, καθόσον, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όπως υποχρεούνταν δυνάμει της νομολογίας. Ειδικότερα, παρέλειψε να εξετάσει την ενδεχόμενη επιρροή του κυρίου ονόματος στο εννοιολογικό περιεχόμενο του σήματος Barbara Becker και τον κατά το μάλλον ή ήττον έντονο διακριτικό χαρακτήρα σήματος αποτελούμενου από ένα μόνον επώνυμο.
61. Κατόπιν των προηγουμένων, φρονώ ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ενέχει πλάνη περί το δίκαιο και, επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως και να αναιρεθεί η εν λόγω απόφαση.
62. Εφόσον η αποκαλυφθείσα πλάνη δύναται προφανώς να επανορθωθεί μόνο βάσει των πραγματικών εκτιμήσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στην προηγουμένη σκέψη και μη λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ενόψει της γραμματικής διατυπώσεώς της, το Πρωτοδικείο δεν χρειάστηκε να αποφανθεί επί του δευτέρου λόγου που προέβαλε η αναιρεσείουσα, θεωρώ ότι η υπόθεση δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση από το Δικαστήριο, κατά το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, και για τον λόγο αυτόν προτείνω την αναπομπή της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να προβεί στις εξακριβώσεις αυτές και να αποφανθεί εκ νέου σύμφωνα με αυτές.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
63. Δεδομένης της αναπομπής των υποθέσεων ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα.
VII – Πρόταση
64. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο τα εξής:
1) Να αναιρέσει στο σύνολό της την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) της 11ης Ιουλίου 2007, T‑212/07, Harman International Industries κατά ΓΕΕΑ.
2) Να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3) Να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ισπανική.
2 – Υπόθεση T‑212/07 (Συλλογή 2007, σ. II‑3431).
3 – Απόφαση της 7ης Μαρτίου 2007 (υπόθεση R 502/2006‑1).
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1), που άρχισε να ισχύει από την αναφερόμενη ημερομηνία.
5 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3288/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, κατ’ εφαρμογήν των συμφωνιών που συνήφθησαν στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 83), και, τέλος, με τον κανονισμό (ΕΚ) 422/2004 του Συμβουλίου, της 19ης Φεβρουαρίου 2004 (ΕΕ L 70, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 40/94).
6 – Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων 13/2004, της 29ης Μαρτίου 2004.
7 – Σχετικά με τη διεθνή κατάταξη των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί.
8 – Καταχώριση υπ’ αριθ. 1 823 228, της 1ης Ιουλίου 2002.
9 – Η αίτηση έφερε την ημερομηνία της 2ας Νοεμβρίου 2000 και τον αριθμό 1 944 578, και καταχωρίστηκε μεταγενέστερα ως σήμα στις 17 Σεπτεμβρίου 2004.
10 – Βλ. σκέψεις 22 και 27 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Με απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2005.
12 – Απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 3.
13 – Σκέψη 29 της αποφάσεως.
14 – Σκέψεις 34 και 35 της αποφάσεως.
15 – Σκέψη 36 της αποφάσεως.
16 – Σκέψεις 36 έως 42 της αποφάσεως.
17 – Απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2003, C-408/01, Adidas-Salomon και Adidas Benelux (Συλλογή 2003, σ. I‑12537, σκέψη 41).
18 – Σκέψη 33 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
19 – Βλ. σκέψεις 34 έως 38 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
20 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 1ης Μαρτίου 2005, T‑185/03, Fusco κατά ΓΕΕΑ – Fusco International (ENZO FUSCO) (Συλλογή 2005, σ. II‑715, σκέψη 54).
21 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Οκτωβρίου 2005, C‑120/04 (Συλλογή 2005, σ. I‑8551, σκέψεις 30 και 37).
22 – Τηλεομοιοτυπία της 4ης Μαΐου.
23 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Ιουλίου 2006, C‑97/05, Rossi κατά ΓΕΕΑ (Marcorossi) (στο εξής: απόφαση Marcorossi, σκέψη 45).
24 – Απόφαση Marcorossi (σκέψεις 46 και 47).
25 – Σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
26– Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C‑23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer (Συλλογή 2002, σ. I‑1873, σκέψη 46), και της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C‑17/07 P, Neindrinck κατά Επιτροπής (σκέψη 38).
27– Αποφάσεις της 8ης Απριλίου 1992, C‑346/90 P, F. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑2691, σκέψεις 6 και 7)· της 9ης Μαρτίου 1994, C‑53/92 P, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑667, σκέψη 10)· της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑1981, σκέψη 47), και της 30ής Απριλίου 2009, C‑494/06 P, Επιτροπή κατά Ιταλίας και Wam Spa (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 29).
28 – Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑104/00 P, DKV κατά ΓΕΕΑ (Companyline) (Συλλογή 2002, σ. I‑7561, σκέψεις 21 και 22, καθώς και οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer, σημεία 59 και 60)· βλ. και διατάξεις της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C‑326/01 P, Telefon & Buch (Συλλογή 2004, σ. I‑1371, σκέψη 35), και C‑150/02 P, Streamservice (Συλλογή 2004, σ. I‑1461, σκέψη 30).
29– Αποφάσεις της 1ης Οκτωβρίου 1991, C‑283/90 P, Vidrányi κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I‑4339, σκέψη 29)· της 7ης Μαΐου 1998, C‑401/96, Somaco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑2587, σκέψη 53)· της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C‑446/00 P, Cubero Vermurie κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I‑10315, σκέψη 20), και της 8ης Φεβρουαρίου 2007, C‑3/06 P, Grupo Danone κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑1331, σκέψη 45).
30– Αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C‑166/95 P, Επιτροπή κατά Daffix (Συλλογή 1997, σ. I‑983, σκέψη 24)· της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 67)· της 30ής Μαρτίου 2000, C‑265/97 P, VBA κατά Florimex κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2061, σκέψη 114)· της 10ης Ιουλίου 2008, C‑413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (Συλλογή 2008, σ. I‑4951, σκέψη 174), και της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C‑89/08 P, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 34).
31 – Βλ. συναφώς, ως προς την πρώτη οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), αποφάσεις της 22ας Ιουνίου 1999, C‑342/97, Lloyd Schuhfabrik Meyer (Συλλογή 1999, σ. I‑3819, σκέψη 17)· Medion (προαναφερθείσα, σκέψη 26), καθώς και, ως προς τον κανονισμό για το κοινοτικό σήμα, αποφάσεις της 12ης Ιουνίου 2007, C‑334/05 P, ΓΕΕΑ κατά Shaker (Συλλογή 2007, σ. 4529, σκέψη 33), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C-193/06 P, Nestlé κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 32).
32 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑251/95, SABEL (Συλλογή 1997, σ. I‑6191, σκέψη 22)· Lloyd Schuhfabrik Meyer (προπαρατεθείσα, σκέψη 18)· της 22ας Ιουνίου 2000, C‑425/98, Marca Mode (Συλλογή 2000, σ. I‑4861, σκέψη 40)· Medion (προπαρατεθείσα, σκέψη 27)· της 23ης Μαρτίου 2006, C‑206/04 P, Mülhens κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2006, σ I‑2717, σκέψη 18)· ΓΕΕΑ κατά Shaker (προπαρατεθείσα, σκέψη 34)· και Nestlé κατά ΓΕΕΑ (προπαρατεθείσα, σκέψη 33)· βλ., επίσης, διάταξη της 28ης Απριλίου 2004, C‑3/03 P, Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2004, σ. I‑3657, σκέψη 28).
33 – Βλ., κατ’ αυτήν την έννοια, προπαρατεθείσες αποφάσεις SABEL (σκέψη 23)· Lloyd Schuhfabrik Meyer (σκέψη 25)· Medion (σκέψη 28)· Mülhens κατά ΓΕΕΑ (σκέψη 19), και ΓΕΕΑ κατά Shaker (σκέψη 35)· καθώς και διάταξη Matratzen Concord κατά ΓΕΕΑ (προπαρατεθείσα, σκέψη 29).
34 – Σκέψεις 36 έως 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35 – Βλ. σκέψεις 6 έως 10 της αποφάσεως.
36 – Η υπογράμμιση δική μου.
37 – Δυνάμει της θεωρίας αυτής, για να εκτιμηθεί η ομοιότητα του αμφισβητούμενου σήματος, πρέπει να ληφθεί ως βάση η συνολική εντύπωση που προκαλεί καθένα από τα δύο σημεία και να εξεταστεί εάν το κοινό στοιχείο καθορίζει το σύνθετο σημείο σε τέτοιο βαθμό ώστε τα λοιπά στοιχεία να έχουν δευτερεύουσα σημασία για τη συνολική εντύπωση. Απόφαση Medion (προπαρατεθείσα, σκέψη 12).
38 – Hacker, F., «§ 9 – Relative Eintragungshindernisse – Ähnlichkeit mehrgliedriger Marken», Ströbele/Hacker, Markengesetz Kommentar, 9η έκδοση, επιμέλεια Carl Heymanns, Κολωνία, 2009, σ. 598.
39 – Keller, E. και Glinke, A., «Die “MEDION”-Entscheidung des EuGH: Neujustierung der verwechselungsrelevanten Markenähnlichkeit bei Kombinationsmarken», Wettbewerb in Recht und Praxis, αριθ. 1/2006, σ. 21 επ., σ. 27.
Full & Egal Universal Law Academy