ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JAN MAZÁK
της 18ης Μαΐου 2010 (1)
Υπόθεση C-87/09
Ingrid Putz
κατά
Medianess Electronics GmbH
[αίτηση του Amtsgericht Schorndorf (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προστασία των καταναλωτών – Πώληση καταναλωτικών αγαθών – Άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 1999/44/ΕΚ – Καταναλωτικά αγαθά μη σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως τα οποία εγκατέστησε ο καταναλωτής – Δικαίωμα αντικαταστάσεως μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως αγαθού – Έκταση – Μη ευθύνη του πωλητή για δαπάνες που απορρέουν από την απομάκρυνση του ελαττωματικού προϊόντος και την εγκατάσταση του σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως προϊόντος αντικαταστάσεως»
I – Εισαγωγή
1. Με απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Μαρτίου 2009, το Amtsgericht Schorndorf (Local Court, Schorndorf) (Γερμανία) υπέβαλε στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 234 ΕΚ, αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (στο εξής: οδηγία) (2).
2. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο δίκης μεταξύ της Ingrid Putz και της Medianess Electronics GmbH (στο εξής: Medianess Electronics), με αντικείμενο την αγορά πλυντηρίου πιάτων το οποίο αποδείχθηκε ελαττωματικό και σε σχέση με το οποίο η Ι. Putz, κατόπιν υπαναχωρήσεώς της από τη σύμβαση πωλήσεως, ζητεί την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος έναντι της επιστροφής του ελαττωματικού πλυντηρίου πιάτων.
3. Με τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις του άρθρου 3 της οδηγίας έχουν την έννοια ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ελαττωματικό καταναλωτικό αγαθό, όπως το πλυντήριο πιάτων στην υπό κρίση υπόθεση, καθίσταται σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως, μέσω αντικαταστάσεώς του, ο πωλητής βαρύνεται, αφενός, με τις δαπάνες της απομακρύνσεως του ελαττωματικού προϊόντος και, αφετέρου, με τις δαπάνες εγκαταστάσεως του νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος.
4. Τα ζητήματα που τίθενται στην υπό κρίση υπόθεση συμπίπτουν εν μέρει με τα ζητήματα που τίθενται στην υπόθεση C‑65/09 (3) επί της οποίας θα αναπτύξω επίσης σήμερα τις προτάσεις μου.
Κοινοτικό δίκαιο
5. Η οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 ΕΚ. Η πρώτη αιτιολογική σκέψη της υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 153, παράγραφοι 1 και 3, ΕΚ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα συμβάλλει στην επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών με μέτρα θεσπιζόμενα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 95 ΕΚ.
6. Κατά τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, «σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των αγαθών προς τους όρους της σύμβασης, οι καταναλωτές θα πρέπει να έχουν δικαίωμα σε δωρεάν αποκατάσταση της συμμόρφωσης επιλέγοντας είτε την επισκευή είτε την αντικατάσταση του αγαθού ή, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατόν, θα πρέπει να έχουν δικαίωμα σε μείωση του τιμήματος ή υπαναχώρηση από τη σύμβαση.»
7. Η ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας έχει ως εξής:
«[εκτιμώντας] ότι ο καταναλωτής, κατ’ αρχάς, μπορεί να απαιτήσει από τον πωλητή την επισκευή ή την αντικατάσταση των αγαθών, εκτός εάν η επανόρθωση αυτή είναι αδύνατη ή δυσανάλογη· ότι η δυσαναλογία της επανόρθωσης θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά· ότι μια επανόρθωση μπορεί να είναι δυσανάλογη, εάν, σε σύγκριση με εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, έχει υπερβολικά υψηλό κόστος· ότι, προκειμένου να κριθεί αν το κόστος είναι υπερβολικά υψηλό, το κόστος του ενός τρόπου επανόρθωσης θα πρέπει να είναι σημαντικά υψηλότερο από το κόστος του εναλλακτικού τρόπου επανόρθωσης.»
8. Το άρθρο 3 της οδηγίας, με τίτλο «Δικαιώματα του καταναλωτή», ορίζει:
«1. Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υπάρχει κατά την παράδοση του αγαθού.
2. Όταν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα είτε σε δωρεάν αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού με επισκευή ή αντικατάσταση, σύμφωνα με την παράγραφο 3, είτε σε προσήκουσα μείωση του τιμήματος, είτε σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση όσον αφορά το αγαθό αυτό, σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6.
3. Ο καταναλωτής έχει, κατ’ αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού, εκτός εάν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη.
Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη εάν, σε σύγκριση με τον εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, συνεπάγεται για τον πωλητή υπερβολικά υψηλό κόστος, […]
Η επισκευή ή η αντικατάσταση πρέπει να πραγματοποιούνται εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του αγαθού και τον σκοπό για τον οποίο ο καταναλωτής προόριζε το αγαθό.
4. Ο όρος «δωρεάν» στις παραγράφους 2 και 3 αναφέρεται στα απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, ιδίως οι δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και το κόστος των υλικών.
5. Ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει προσήκουσα μείωση του τιμήματος ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση:
– εάν ο καταναλωτής δεν δικαιούται ούτε επισκευή ούτε αντικατάσταση ή
– εάν ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος ή
– εάν ο πωλητής δεν ολοκλήρωσε την επανόρθωση χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
[…]»
9. Το άρθρο 8 της οδηγίας, με τίτλο «Εθνικά δίκαια και στοιχειώδης προστασία», ορίζει:
«1. Η άσκηση των παραχωρουμένων από την παρούσα οδηγία δικαιωμάτων δεν θίγει την άσκηση άλλων δικαιωμάτων που μπορεί να επικαλεσθεί ο καταναλωτής δυνάμει εθνικών κανόνων περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης.
2. Στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν εν ισχύ αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη Συνθήκη, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας του καταναλωτή.»
Εθνικό δίκαιο
10. Σε περίπτωση ελαττωμάτων του πράγματος, το άρθρο 437 του γερμανικού αστικού κώδικα (Bürgerliches Gesetzbuch, στο εξής: BGB) παρέχει στον αγοραστή τα ακόλουθα δικαιώματα:
«Αν το πράγμα έχει ελαττώματα, ο αγοραστής δύναται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ακόλουθων διατάξεων και δεν ορίζεται άλλως στον νόμο, να
1. απαιτήσει τη μεταγενέστερη εκπλήρωση σύμφωνα με το άρθρο 439,
2. να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση […] ή να απαιτήσει μείωση του τιμήματος της πωλήσεως σύμφωνα με το άρθρο 441,
3. να απαιτήσει αποζημίωση […] ή την επιστροφή των δαπανών στις οποίες υποβλήθηκε […]».
11. Το άρθρο 439 του BGB, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μεταγενέστερη εκπλήρωση» και με το οποίο μεταφέρθηκε στο γερμανικό δίκαιο το άρθρο 3 της οδηγίας, ορίζει τα εξής:
«1. Ο αγοραστής δικαιούται, κατ’ επιλογήν του, να απαιτήσει, ως μεταγενέστερη εκπλήρωση, την επισκευή του προϊόντος ή την παράδοση προϊόντος απαλλαγμένου ελαττωμάτων.
2. Ο πωλητής επιβαρύνεται με τις απαραίτητες δαπάνες για τη μεταγενέστερη εκπλήρωση, ιδίως τις δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και το κόστος των υλικών.
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 275, παράγραφοι 2 και 3, ο πωλητής δεν μπορεί να αρνηθεί τον τρόπο που επέλεξε ο αγοραστής για τη μεταγενέστερη εκπλήρωση παρά μόνον αν συνεπάγεται δυσανάλογο κόστος. Συναφώς, πρέπει να ληφθούν υπόψη η αξία που θα είχε το προϊόν αν δεν είχε ελάττωμα, πόσο σημαντικό είναι το ελάττωμα και αν μπορεί να προτιμηθεί ο εναλλακτικός τρόπος της μεταγενέστερης εκπλήρωσης χωρίς σημαντική ενόχληση του αγοραστή. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα του αγοραστή περιορίζεται στον εναλλακτικό τρόπο της μεταγενέστερης εκπλήρωσης· το δικαίωμα του πωλητή να αρνηθεί επίσης τον τρόπο αυτό υπό τις συνθήκες της πρώτης περιόδου δεν θίγεται.
4. Εάν, για τους σκοπούς της μεταγενέστερης εκπλήρωσης, ο πωλητής παραδίδει προϊόν που ανταποκρίνεται στη σύμβαση, μπορεί να απαιτήσει από τον αγοραστή την επιστροφή του ελαττωματικού προϊόντος σύμφωνα με τα άρθρα 346 έως 348.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
12. Η Ι. Putz, ως καταναλωτής, παρήγγειλε από τη Medianess Electronics, την πωλήτρια, μέσω διαδικτύου, ένα καινούριο πλυντήριο πιάτων Bomann GSP 627 IX από ανοξείδωτο χάλυβα, στην τιμή των 367 ευρώ, πλέον εξόδων αποστολής 9,52 ευρώ. Συμφωνήθηκε ότι η συσκευή θα παραδιδόταν στην κατοικία της Ι. Putz. Στο πλαίσιο αυτό, η Medianess Electronics παρέδωσε τη συσκευή στις 25 Απριλίου 2008 και η Ι. Putz κατέβαλε το τίμημα κατά την παράδοση.
13. Μετά την εγκατάσταση του πλυντηρίου πιάτων στην κατοικία της Ι. Putz, εμφανίστηκε ελάττωμα, για το οποίο αυτή διαμαρτυρήθηκε στην πωλήτρια. Ο εντολοδόχος της πωλήτριας τεχνικός διαπίστωσε ότι δεν επρόκειτο για ελάττωμα οφειλόμενο στις εργασίες εγκαταστάσεως, αλλά μάλλον για ελάττωμα της ίδιας της συσκευής.
14. Κατά το αιτούν δικαστήριο, δεν αμφισβητείται ότι η άρση του ελαττώματος είναι αδύνατη, οπότε ως μεταγενέστερη εκπλήρωση της συμβάσεως νοείται μόνον η αντικατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος. Επίσης, δεν αποδεικνύεται πταίσμα της πωλήτριας.
15. Κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων για την αντικατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος, η Ι. Putz ζήτησε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, από τη Medianess Electronics, στις 13 Ιουνίου 2008, όχι μόνον να της παραδώσει συσκευή πλυντηρίου πιάτων απαλλαγμένη ελαττωμάτων, αλλά και να απομακρύνει την ελαττωματική συσκευή από την κουζίνα της και να τοποθετήσει τη νέα συσκευή, πράγμα το οποίο η Medianess Electronics αρνήθηκε με ηλεκτρονική επιστολή της 17ης Ιουνίου 2008.
16. Δεδομένου ότι η Medianess Electronics δεν απάντησε ούτε σε νεότερο σχετικό αίτημα, η Ι. Putz υπαναχώρησε από τη σύμβαση πωλήσεως και, με την αγωγή της στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ζήτησε την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος έναντι της επιστροφής του ελαττωματικού πλυντηρίου πιάτων.
17. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο αγοραστής μπορεί, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του BGB, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να απαιτήσει την επιστροφή του τιμήματος, αν το παραδοθέν προϊόν είναι ελαττωματικό και έταξε, ματαίως, στον πωλητή πραγματική προθεσμία για τη μεταγενέστερη εκπλήρωση, εκτός από την εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία αυτό είναι περιττό, όπως για παράδειγμα, στην περίπτωση που ο πωλητής ρητώς και οριστικώς αρνείται να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του.
18. Πάντως, ο αγοραστής θεωρείται ότι έταξε εγκύρως την αναγκαία για τη μεταγενέστερη εκπλήρωση προθεσμία μόνον αν απαίτησε ό,τι δικαιούται, ενώ, αν απαίτησε περισσότερα, η υπαναχώρηση αποκλείεται, με την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων οι οποίες δεν συντρέχουν εν προκειμένω.
19. Επομένως, κατά το αιτούν δικαστήριο, σημασία για την απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση έχει το κατά πόσον η Ι. Putz μπορούσε να απαιτήσει από την πωλήτρια να απομακρύνει την ελαττωματική συσκευή (ζήτημα που τίθεται με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα) και να εγκαταστήσει τη νέα συσκευή (ζήτημα που τίθεται με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα) ή να αναλάβει τις αντίστοιχες δαπάνες.
20. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το γερμανικό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 439, παράγραφος 1, του BGB, ο πωλητής δεν οφείλει, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης εκπλήρωσης, να προβεί στην εγκατάσταση του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος ή να φέρει τις αντίστοιχες δαπάνες ανεξαρτήτως υπαιτιότητας, ακόμη και στην περίπτωση που ο αγοραστής εγκατέστησε και συνέδεσε το ελαττωματικό προϊόν σύμφωνα με τον προορισμό του σε άλλο σημείο πριν από την εμφάνιση του ελαττώματος.
21. Εντούτοις, αμφιβολίες υπάρχουν ως προς το αν, κατά το γερμανικό δίκαιο, ο πωλητής οφείλει σε μια τέτοια περίπτωση, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης εκπλήρωσης, να προβεί στην απομάκρυνση του ελαττωματικού προϊόντος ή στην καταβολή των αντίστοιχων δαπανών, ανεξαρτήτως πταίσματος. Σε αντιδιαστολή προς τη μέχρι τούδε κρατούσα άποψη, το Bundesgerichtshof φαίνεται ότι κλίνει εφεξής στο ότι μια τέτοια αξίωση του αγοραστή ενδέχεται να είναι δυνατή –μόνο– στο πλαίσιο σύμφωνης προς την οδηγία ερμηνείας των σχετικών εθνικών διατάξεων και για τον λόγο αυτό υπέβαλε το σχετικό ερώτημα στο Δικαστήριο με την υπόθεση C‑65/09.
22. Επειδή ενδέχεται στο συγκεκριμένο ερώτημα να μη δοθεί απάντηση από το Δικαστήριο, καθόσον το Bundesgerichtshof εξήρτησε την υποβολή του από την απάντηση που θα δοθεί σε άλλο προδικαστικό ερώτημα, το Amtsgericht Schorndorf υποβάλλει επίσης το ερώτημα αυτό στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
23. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Amtsgericht, κατά το μέτρο που αποφαίνεται σε τελευταίο βαθμό στην υπό κρίση υπόθεση, αποφάσισε να αναστείλει τη δίκη και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, την έννοια ότι αντίκειται σε αυτές εθνική νομοθεσία κατά την οποία ο πωλητής, σε περίπτωση αποκαταστάσεως της συμμόρφωσης του καταναλωτικού αγαθού προς τους όρους της συμβάσεως μέσω αντικαταστάσεώς του, δεν βαρύνεται με τις δαπάνες της εγκαταστάσεως του μεταγενεστέρως παραδοθέντος αγαθού στο σημείο στο οποίο ο καταναλωτής εγκατέστησε το μη σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως καταναλωτικό αγαθό σύμφωνα με τη φύση και τη χρήση για την οποία αυτό προορίζεται, εφόσον η εγκατάσταση δεν επιβαλλόταν αρχικώς σύμφωνα με τη σύμβαση;
2. Έχουν οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, τρίτο εδάφιο, της προπαρατεθείσας οδηγίας την έννοια ότι ο πωλητής, σε περίπτωση αποκαταστάσεως της συμμόρφωσης του καταναλωτικού αγαθού προς τους όρους της συμβάσεως μέσω αντικαταστάσεώς του, βαρύνεται με τις δαπάνες της απομακρύνσεως του ελαττωματικού υπό το πρίσμα της συμβάσεως καταναλωτικού αγαθού από το σημείο στο οποίο ο καταναλωτής το εγκατέστησε σύμφωνα με τη φύση και τη χρήση για την οποία αυτό προορίζεται;»
III – Νομική ανάλυση (4)
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
24. Το νομικό ζήτημα επί του οποίου το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί κλασικό ζήτημα του ενοχικού δικαίου και, συγκεκριμένα, του δικαίου της πώλησης, ήδη από την εποχή που Ρωμαίοι νομικοί όπως ο Ιουλιανός και ο Ουλπιανός συζητούσαν τις έννομες συνέπειες της πώλησης «ελαττωματικών» βοοειδών στις αγορές του αρχαίου κόσμου, ήτοι το ζήτημα της εκτάσεως της ευθύνης του πωλητή για την παράδοση ελαττωματικών αγαθών, ή, θεωρούμενο από τη σκοπιά της προστασίας του αγοραστή, το ζήτημα των μέσων επανορθώσεως που θα πρέπει να παρέχονται στον αγοραστή σε περίπτωση που ο πωλητής του παραδίδει αγαθό το οποίο δεν ανταποκρίνεται στους όρους της συμβάσεως.
25. Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις των μετεχόντων στην παρούσα δίκη, οι διάφοροι εθνικοί νομικοί κανόνες των κρατών μελών στον τομέα αυτό, μολονότι σε πολλές περιπτώσεις προβλέπουν, κατά την εφαρμογή τους, παρόμοια αποτελέσματα και συγκρίσιμο επίπεδο έννομης προστασίας, στην πραγματικότητα διαφέρουν –σε κάθε περίπτωση, στην παραδοσιακή, πριν την εναρμόνισή τους, μορφή– ουσιωδώς μεταξύ τους (5). Οι διαφορές αυτές αφορούν όχι μόνον τις λεπτομέρειες των χρησιμοποιούμενων νομικών εννοιών, προϋποθέσεων και ορισμών, αλλά επίσης, σε γενικότερο επίπεδο, αυτά καθεαυτά τα συστήματα μέσων επανορθώσεως, ήτοι τόσο τα είδη των μέσων επανορθώσεως που παρέχονται σε περίπτωση μη εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων και τη σχέση μεταξύ των μέσων αυτών και την ιεράρχησή τους, καθώς και τη σημασία της ζημίας στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών ή σε σχέση με τα συστήματα αυτά, όσο και την οριοθέτηση μεταξύ συμβατικών και εξωσυμβατικών απαιτήσεων που ενδεχομένως γεννώνται κατά την παράδοση μη σύμφωνων με τους όρους της συμβάσεως αγαθών.
26. Επιπροσθέτως, από τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέσχε το Amtsgericht προκύπτει ότι, όσον αφορά ειδικά ζητήματα σχετιζόμενα με την έλλειψη συμμόρφωσης προς τους όρους της συμβάσεως και τις συνέπειές της, όπως το ζήτημα της ευθύνης του πωλητή για τις δαπάνες απομακρύνσεως των μη σύμφωνων με τους όρους της συμβάσεως αγαθών ή την εγκατάσταση απαλλαγμένων ελαττωμάτων αγαθών αντικαταστάσεως, εξακολουθούν, ακόμη και στο πλαίσιο μιας και της αυτής έννομης τάξεως, να υφίστανται αμφιβολίες και αποκλίσεις στη νομική θεωρία όσον αφορά τα πραγματικά δικαιώματα του αγοραστή και τη νομική τους βάση.
27. Κατόπιν τούτου, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το εν λόγω ζήτημα των δαπανών απομακρύνσεως και εγκαταστάσεως εξετάζεται υπό το ειδικό πρίσμα της προστασίας που παρέχει στους καταναλωτές η οδηγία.
28. Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, όπως αναφέρεται στην πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας και όπως επισήμανε το Δικαστήριο στην υπόθεση Quelle, η οδηγία σκοπεί στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών (6).
29. Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι η οδηγία συνιστά μέτρο ελάχιστης εναρμόνισης –όχι όλων αλλά ορισμένων μόνον πτυχών της πώλησης καταναλωτικών αγαθών. Η οδηγία επιδιώκει έτσι, όπως προκύπτει από την έκτη αιτιολογική της σκέψη, να υπάρξει προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν την πώληση καταναλωτικών αγαθών ως προς το ζήτημα της μη συμμόρφωσης των αγαθών με τους συμβατικούς όρους, χωρίς ωστόσο η προσέγγιση αυτή να θίξει τις διατάξεις και αρχές των κανόνων του εθνικού δικαίου περί συμβατικής και εξωσυμβατικής ευθύνης.
30. Στο πλαίσιο αυτό, και ελλείψει ρητών συναφών διατάξεων της οδηγίας, εύλογα τίθεται το ερώτημα αν η ευθύνη του πωλητή έναντι του καταναλωτή για «έλλειψη συμμόρφωσης των αγαθών με τους όρους της συμβάσεως», η οποία διέπεται από την οδηγία, νοείται υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει την ευθύνη για δαπάνες όπως οι δαπάνες απομακρύνσεως/αποσυνδέσεως ελαττωματικού προϊόντος, ως εν προκειμένω του πλυντηρίου πιάτων, το οποίο, μετά την παράδοση, είχε εγκαταστήσει ο καταναλωτής, και τις δαπάνες εγκαταστάσεως του απαλλαγμένου ελαττωμάτων αγαθού αντικαταστάσεως, οπότε ο καταναλωτής μπορεί, διά του μέσου επανορθώσεως της «αντικαταστάσεως» ή βάσει κάποιας άλλης διατάξεως της οδηγίας, να απαιτήσει να επιβαρυνθεί ο πωλητής με τις δαπάνες αυτές –δαπάνες οι οποίες τουλάχιστον στο πλαίσιο ορισμένων εθνικών εννόμων τάξεων θα αντιμετωπίζονταν, όπως υποστήριξαν ορισμένοι από τους μετέχοντες στη δίκη, ως ζήτημα μάλλον «παρεπόμενης ζημίας» παρά ως ζήτημα, αμιγώς, πλημμελούς εκτέλεσης.
31. Υπό το φως του σκοπού της οδηγίας που συνίσταται στην ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, μια καταφατική απάντηση στο εν λόγω ερώτημα θα ήταν μάλλον ενδεδειγμένη. Εντούτοις, το ζήτημα δεν είναι τόσο απλό. Όπως οποιοδήποτε νομικό σύστημα το οποίο διέπει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αγοραστή και του πωλητή σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης, το κατά την οδηγία σύστημα μέσων επανορθώσεως δεν μπορεί απλώς να ευνοεί είτε τον καταναλωτή είτε τον πωλητή, αλλά αντιθέτως πρέπει να επιδιώκει τη δίκαιη εξισορρόπηση των αντίστοιχων συμφερόντων τους (7).
32. Κατ’ ακολουθία, με τα δύο ερωτήματα, το οποία πρέπει να εξεταστούν από κοινού, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας έχουν την έννοια ότι σε περίπτωση που καταναλωτικό αγαθό, όπως εν προκειμένω το πλυντήριο πιάτων, το οποίο εγκατέστησε και συνέδεσε ο καταναλωτής σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του, καθίσταται σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως, μέσω αντικαταστάσεώς του, ο πωλητής βαρύνεται με τα έξοδα της αποσυνδέσεως/απομακρύνσεως του ελαττωματικού προϊόντος και εγκαταστάσεως/συνδέσεως του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος, εφόσον, κατά την οικεία σύμβαση πωλήσεως, ο πωλητής δεν είχε υποχρέωση να εγκαταστήσει το αγορασθέν προϊόν.
Β – Κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη δίκη
33. Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρήσεις υπέβαλαν η Αυστριακή, η Βελγική, η Γερμανική και η Ισπανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Φεβρουαρίου 2010.
34. Η Αυστριακή, η Βελγική και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, σε περίπτωση όπως η υπό κρίση περίπτωση, εφόσον η εγκατάσταση δεν προβλέπεται από τη σύμβαση, ο πωλητής, κατά την αντικατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος, δεν υποχρεούται, βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας, να αναλάβει ούτε τις δαπάνες απομακρύνσεως του προϊόντος αυτού ούτε τις δαπάνες εγκαταστάσεως του νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος. Επομένως, και στα δύο υποβληθέντα ερωτήματα πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση.
35. Προβάλλοντας ουσιαστικά παρόμοια επιχειρήματα, οι κυβερνήσεις αυτές υποστηρίζουν ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, ο πωλητής υποχρεούται να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που είναι σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως. Αντίστοιχα, όταν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, πράγμα το οποίο κρίνεται κατά τον χρόνο παράδοσης, ο πωλητής υποχρεούται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, να καταστήσει το ελαττωματικό προϊόν σύμφωνο προς τη σύμβαση, ήτοι σε περίπτωση αντικαταστάσεως, να παραδώσει αγαθό απαλλαγμένο ελαττωμάτων. Οι υποχρεώσεις του δεν μπορούν να επεκταθούν πέραν του σημείου αυτού, ούτως ώστε να περιλάβουν, όπως υποστηρίζεται στην υπό κρίση περίπτωση, την αποσύνδεση του ελαττωματικού προϊόντος και την εγκατάσταση του νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος. Το αντίθετο είναι δυνατόν, αν η εγκατάσταση του αγορασθέντος προϊόντος αποτελεί μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων που συμφωνήθηκαν μεταξύ του πωλητή και του καταναλωτή.
36. Πάντως, η Βελγική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι ο πωλητής υποχρεούται να αναλάβει τις δαπάνες μεταφοράς του μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως προϊόντος.
37. Η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση τονίζουν, περαιτέρω, ότι ο πωλητής δεν είναι σε θέση να προβλέψει τη χρήση κάποιου προϊόντος στην οποία θα προβεί ο καταναλωτής αφότου αυτό του παραδοθεί, έστω και αν η χρήση είναι σύμφωνη με τη φύση και τον προορισμό του προϊόντος, με συνέπεια οι δαπάνες για την απομάκρυνση ελαττωματικού προϊόντος και την εγκατάσταση νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων να διαφέρουν σημαντικά κατά περίπτωση, ανάλογα με τη βούληση του καταναλωτή. Εν πάση περιπτώσει, ζημία η οποία προκαλείται λόγω της χρήσεως του επίμαχου ελαττωματικού προϊόντος, όπως δαπάνες απορρέουσες από την απομάκρυνση και την εγκατάσταση, ενδέχεται να γεννά αξίωση του καταναλωτή περί αποζημιώσεως σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες περί συμβατικής ή εξωσυμβατικής ευθύνης.
38. Τέλος, κατά τις κυβερνήσεις αυτές, η υποχρέωση περί απομακρύνσεως και εγκαταστάσεως –ή περί αναλήψεως των αντίστοιχων δαπανών– δεν απορρέει ούτε από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, το οποίο αναφέρεται στην αντικατάσταση των ελαττωματικών αγαθών, ούτε από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας ορίζει ότι η αντικατάσταση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται «δωρεάν» και «χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή». Οι ως άνω απαιτήσεις αναφέρονται αποκλειστικώς στην υποχρέωση του πωλητή να παραδίδει, εξαρχής, προϊόντα απαλλαγμένα ελαττωμάτων και δεν μπορούν να νοούνται υπό την έννοια ότι επιβάλλουν στον πωλητή την πρόσθετη υποχρέωση να αναλάβει τις δαπάνες απομακρύνσεως ή εγκαταστάσεως.
39. Αντιθέτως, η Επιτροπή και η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι σε περίπτωση αντικαταστάσεως προϊόντος μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως ο πωλητής οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, να φέρει, επίσης, τις δαπάνες απομακρύνσεως του ελαττωματικού προϊόντος από το σημείο στο οποίο είχε γίνει εγκατάστασή του και εγκαταστάσεως του νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος. Κατ’ ακολουθία, προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα.
40. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επισκευή ή η αντικατάσταση την οποία ο καταναλωτής έχει δικαίωμα να απαιτήσει κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, αναφέρεται κατ’ ανάγκην στο μη σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως προϊόν, στην κατάσταση και στο περιβάλλον που αυτό βρίσκεται κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο καθίσταται εμφανής η έλλειψη συμμόρφωσης. Επομένως, σε περίπτωση που το μη ανταποκρινόμενο στους όρους της συμβάσεως προϊόν έχει, σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό του, ενσωματωθεί σε ή συνδεθεί με άλλο πράγμα, το μη ανταποκρινόμενο στους όρους της συμβάσεως προϊόν αποτελεί, στην κατάσταση αυτή, το αντικείμενο επισκευής ή αντικαταστάσεως. Επομένως, ο καταναλωτής πρέπει, μέσω της αντικαταστάσεως ενός προϊόντος, να περιέρχεται στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν αν του είχε παραδοθεί προϊόν απαλλαγμένο ελαττωμάτων, πράγμα που σημαίνει ότι, εφόσον παρίσταται ανάγκη, το μη σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως προϊόν πρέπει να απομακρύνεται και να εγκαθίσταται το απαλλαγμένο ελαττωμάτων προϊόν.
41. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, επίσης, από τη χρήση, στο άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας, της λέξεως «αντικατάσταση».
42. Η Ισπανική Κυβέρνηση, συμφωνώντας, κατά τα ουσιώδη, με την άποψη της Επιτροπής, υποστηρίζει ότι το άρθρο 3 της οδηγίας και το υψηλό επίπεδο προστασίας το οποίο αυτό επιδιώκει να εξασφαλίσει επιβάλλουν στον πωλητή την υποχρέωση να φέρει τις επίμαχες δαπάνες που προέκυψαν λόγω του ότι αυτός δεν παρέδωσε προϊόν σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως. Άλλως, ο καταναλωτής, χωρίς υπαιτιότητά του, θα επιβαρυνόταν με τις δαπάνες αυτές δύο φορές και θα υφίστατο σοβαρή ζημία.
43. Τέλος, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η ερμηνεία αυτή στηρίζεται στην υποχρέωση που το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας επιβάλλει στον πωλητή να αντικαταστήσει το ελαττωματικό προϊόν δωρεάν και χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή .
Γ – Γ – Εκτίμηση
44. Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται ότι από τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας δεν προκύπτει αν το δικαίωμα του καταναλωτή σε «αντικατάσταση» του μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως προϊόντος περιλαμβάνει το δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή να απομακρύνει το προϊόν αυτό και να εγκαταστήσει το απαλλαγμένο ελαττωμάτων προϊόν αντικαταστάσεως ή να επιβαρυνθεί με τις αντίστοιχες δαπάνες.
45. Καίτοι σε ορισμένες γλωσσικές αποδόσεις της οδηγίας, όπως στην αγγλική («replacement») και στη γαλλική («remplacement»), οι αντίστοιχοι όροι που χρησιμοποιούνται ενδέχεται, καταρχήν, να νοηθούν ως περιλαμβάνοντες και την απομάκρυνση/αποσύνδεση του ελαττωματικού προϊόντος και την εγκατάσταση του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος που το αντικαθιστά, άλλες αποδόσεις, μεταξύ των οποίων η γερμανική («Ersatzlieferung») και η σλοβακική («sa … nahradí»), φαίνεται να στηρίζουν έναν στενότερο ορισμό, καθόσον αναφέρονται μάλλον σε αντικατάσταση-παράδοση ή σε παράδοση του προϊόντος αντικαταστάσεως, παρά στο σύνολο της πράξεως η οποία, τεχνικώς, οδηγεί στην αντικατάσταση του ελαττωματικού προϊόντος.
46. Εντούτοις, κατά την άποψή μου, η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 3 της οδηγίας συνηγορεί, μάλλον, υπέρ του να νοηθεί η ευθύνη του πωλητή υπό την έννοια ότι δεν καλύπτει τις δαπάνες για την απομάκρυνση/αποσύνδεση του μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως προϊόντος ή, ακόμη λιγότερο, για την εγκατάσταση του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος αντικαταστάσεως, εν πάση περιπτώσει, εφόσον η εγκατάσταση δεν προβλεπόταν από την οικεία σύμβαση πωλήσεως.
47. Συναφώς, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας απαριθμεί εξαντλητικώς τα μέσα επανορθώσεως που παρέχονται στον καταναλωτή κατά του πωλητή σε περίπτωση ελλείψεως συμμορφώσεως, ήτοι την επισκευή, την αντικατάσταση, τη μείωση του τιμήματος ή την υπαναχώρηση.
48. Ειδικότερα, σύμφωνα με το κατά την οδηγία σύστημα μέσων επανορθώσεως, ο καταναλωτής μπορεί, καταρχάς, διά των μέσων επανορθώσεως της επισκευής ή της αντικαταστάσεως που σκοπούν στην εκπλήρωση, να απαιτήσει από τον πωλητή να καταστήσει τα ελαττωματικά αγαθά σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως. Με τον τρόπο αυτό, το κατά τη σύμβαση πωλήσεως αρχικό συνάλλαγμα αποκαθίσταται και ο καταναλωτής λαμβάνει την παροχή για την οποία συνήψε τη σύμβαση. Δεδομένου ότι η λύση αυτή υπηρετεί το βασικό συμφέρον των συμβαλλομένων, προκρίνεται από την οδηγία έναντι της μειώσεως του τιμήματος ή της υπαναχωρήσεως από τη σύμβαση (8).
49. Αντιθέτως, τα τελευταία αυτά επικουρικά μέσα επανορθώσεως χαρακτηρίζονται από την αμοιβαία απόδοση των αποκομισθέντων οφελών. Στο πλαίσιο αυτό, η ισορροπία των αντίστοιχων συμφερόντων καταναλωτή και πωλητή, η οποία ανατράπηκε εξαιτίας της εκ μέρους του πωλητή παραδόσεως ελαττωματικού προϊόντος, αποκαθίσταται είτε με τον αντίστοιχο περιορισμό των υποχρεώσεων του καταναλωτή –μείωση του τιμήματος– είτε με την απαλλαγή αμφοτέρων των συμβαλλομένων από τις συμβατικές υποχρεώσεις τους μέσω υπαναχωρήσεως.
50. Εν πάση περιπτώσει, θα ήθελα να επισημάνω ότι και στις δύο περιπτώσεις τα δικαιώματα του καταναλωτή εξακολουθούν, κατά την άποψή μου, να περιορίζονται από τις αναληφθείσες με τη σύμβαση πωλήσεως υποχρεώσεις.
51. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται αν ληφθεί υπόψη το ευρύτερο πλαίσιο του άρθρου 3.
52. Τα προαναφερθέντα δικαιώματα του καταναλωτή, τα οποία προβλέπονται από την εν λόγω διάταξη, εξειδικεύουν –ή απορρέουν από– την έκταση της ευθύνης του πωλητή έναντι του καταναλωτή η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, υφίσταται για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υπάρχει κατά την παράδοση του αγαθού.
53. Αυτός ο ορισμός της ευθύνης, με τη σειρά του, αντικατοπτρίζει προφανώς την περιεχόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας περιγραφή της θεμελιώδους, στο πλαίσιο συμβάσεως πωλήσεως, υποχρεώσεως του πωλητή για παράδοση αγαθών σύμφωνων προς τους όρους της συμβάσεως πωλήσεως.
54. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι τα κατά το άρθρο 3 της οδηγίας δικαιώματα του καταναλωτή έχουν τις ρίζες τους στην έννοια της συμμόρφωσης προς τη σύμβαση και, κατ’ ακολουθία, πρέπει να ερμηνεύονται βάσει των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που προβλέπει η αρχική σύμβαση πωλήσεως.
55. Με άλλα λόγια, τα δικαιώματα τα οποία το άρθρο 3 της οδηγίας παρέχει στους καταναλωτές σκοπούν σε επανόρθωση της ελλείψεως συμμορφώσεως σε σύγκριση με το αρχικώς οφειλόμενο στον καταναλωτή βάσει της συμβάσεως πωλήσεως, ήτοι στο να αποκτήσει ο καταναλωτής αγαθό απαλλαγμένο ελαττωμάτων.
56. Η ευθύνη του πωλητή για πλημμελή εκτέλεση ή, πιο συγκεκριμένα, για ελαττώματα του ίδιου του προϊόντος, τα οποία αντιμετωπίζονται με τα μέσα επανορθώσεως που παρέχει στους καταναλωτές η οδηγία και τα οποία απαιτούν από τον πωλητή να παράσχει (εκ των υστέρων), μέσω δωρεάν επισκευής ή αντικαταστάσεως, την αρχικώς οφειλόμενη στον καταναλωτή παροχή, πρέπει, κατά την άποψή μου, να διακρίνεται από ενδεχόμενη ευθύνη του –όπως προτείνεται στην υπό κρίση υπόθεση– για πρόσθετες εργασίες ή για τις αντίστοιχες δαπάνες που προέκυψαν μεν από τη μη συμμόρφωση του προϊόντος με τους όρους της συμβάσεως, αλλά μετά τον χρόνο παράδοσης –στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας– και την εκ μέρους του καταναλωτή χρήση του αγαθού.
57. Αυτή η δεύτερη, ευρύτερη, μορφή ευθύνης θα απαιτούσε έτσι από τον πωλητή, όπως επισήμανε η Επιτροπή, να θέσει τον καταναλωτή στην κατάσταση στην οποία αυτός θα είχε βρεθεί κάποια στιγμή μετά την παράδοση, αν του παραδιδόταν απαλλαγμένο ελαττωμάτων προϊόν, ήτοι, εν προκειμένω, σε μια κατάσταση στην οποία το ελαττωματικό πλυντήριο πιάτων, το οποίο εγκατέστησε ο καταναλωτής, αποσυνδέεται από το οικείο σημείο στο οποίο είχε εγκατασταθεί και πραγματοποιείται η εγκατάσταση του νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων πλυντηρίου πιάτων. Κατά συνέπεια, η ευθύνη αυτή θα επεκτεινόταν, όπως επισήμαναν διάφοροι από τους μετέχοντες στη δίκη, σε πραγματικά περιστατικά και περιστάσεις τα οποία ανέκυψαν αφότου ο κίνδυνος μετέβη στον καταναλωτή και τα οποία, επομένως, εξαρτώνται από τη βούληση του καταναλωτή και, ιδίως, από τη χρήση του οικείου προϊόντος στην οποία αυτός προβαίνει.
58. Ενδεχόμενη ευθύνη του πωλητή και για τέτοιου είδους, περισσότερο έμμεσες, συνέπειες της εκ μέρους του πλημμελούς εκτέλεσης ή για την προκληθείσα από την πλημμελή εκτέλεση ζημία είναι, ασφαλώς, δυνατή, και πράγματι προβλέπεται, υπό διαφορετικές προϋποθέσεις, τόσο από διάφορες εθνικές έννομες τάξεις όσο και, για παράδειγμα, από το άρθρο 45 της Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τις διεθνείς πωλήσεις εμπορευμάτων (CISG) (9).
59. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι δαπάνες με τις οποίες βαρύνεται ο καταναλωτής για την απομάκρυνση ελαττωματικού προϊόντος ή λόγω του ότι αναγκάζεται να καταβάλει δύο φορές τη δαπάνη εγκαταστάσεως, ήτοι οι δαπάνες που σχετίζονται με το ελαττωματικό προϊόν, καθώς και με το απαλλαγμένο ελαττωμάτων προϊόν αντικαταστάσεως μπορούν να αναζητηθούν βάσει των περί αποζημιώσεως διατάξεων του γερμανικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι συντρέχουν οι οικείες προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υπαιτιότητα.
60. Πάντως, όσον αφορά την οδηγία, στο πλαίσιο αυτό επισημαίνεται ότι, πρώτον, το σύστημα μέσων επανορθώσεως που αυτή προβλέπει για την περίπτωση ελλείψεως συμμορφώσεως προς τους συμβατικούς όρους δεν περιλαμβάνει αξίωση αποζημιώσεως, εν αντιθέσει, για παράδειγμα προς το άρθρο 45, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της CISG ή το άρθρο 27 της πρότασης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα δικαιώματα των καταναλωτών (10).
61. Δεύτερον, επισημαίνεται ότι για τον απλό λόγο ότι εργασίες ή δαπάνες, όπως αυτές περί των οποίων πρόκειται στην υπό κρίση υπόθεση, αποτελούν απόρροια όχι μόνον της ελλείψεως συμμορφώσεως του προϊόντος με τους όρους της συμβάσεως, αλλά επίσης ενεργειών που εμπίπτουν στη σφαίρα ευθύνης του καταναλωτή, εν προκειμένω της εγκαταστάσεως του πλυντηρίου πιάτων, η ευθύνη του πωλητή όσον αφορά τις δαπάνες αυτές εξαρτάται συνήθως από και θεμελιώνεται σε κάποια έννοια αιτιώδους συνάφειας, στην άμεση σχέση με τη ζημία και, ενδεχομένως, στην υπαιτιότητα..
62. Είναι σαφές ότι η οδηγία ούτε καν υπαινίσσεται προσφυγή σε κάποιο φίλτρο ή εργαλείο αυτής της μορφής.
63. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η προϋπόθεση που αναφέρεται στη «σύμφωνη με τη φύση και τον προορισμό τους χρήση των αγαθών» μπορεί να επιτελέσει τη λειτουργία αυτή, όπως πρότεινε το αιτούν δικαστήριο, υποστηριζόμενο και από την Επιτροπή. Εντούτοις, η έννοια αυτή είναι, όπως επισήμαναν η Ι. Putz και η Γερμανική Κυβέρνηση, αρκετά ευρεία, η δε ικανότητά της να οριοθετήσει την ευθύνη του πωλητή και να συγκεκριμενοποιήσει τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει μάλλον περιορισμένη.
64. Ενώ το εύρος των πιθανών «συνήθων» χρήσεων των πολύ ειδικών τελικών προϊόντων όπως είναι, για παράδειγμα, ένας υπολογιστής, ένα τραπέζι ή ακόμη και ένα πλυντήριο πιάτων, είναι μάλλον αρκετά σαφώς προσδιορισμένο και προβλέψιμο, αντίθετα το εύρος αυτό είναι τόσο μεγαλύτερο όσο πιο απλό είναι το προϊόν. Επομένως, όσο περισσότερο το προϊόν τείνει να συνιστά συστατικό μέρος πράγματος ή πρώτη ύλη, τόσο περισσότεροι και απροσδιόριστοι είναι οι σκοποί για τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιηθεί, σύμφωνα πάντοτε με τη φύση του. Κατ’ ακολουθία, οι δαπάνες απομακρύνσεως ενός και του αυτού προϊόντος ενδέχεται να διαφέρουν σε πολύ μεγάλο βαθμό.
65. Υπό το φως των ανωτέρω παρατηρήσεων, φρονώ ότι το δικαίωμα του καταναλωτή να απαιτήσει από τον πωλητή να αναλάβει τις δαπάνες απομακρύνσεως του ελαττωματικού προϊόντος, καθώς και τις δαπάνες εγκαταστάσεως του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος αντικαταστάσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνεται στο κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας δικαίωμα του καταναλωτή να ζητήσει αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού με αντικατάσταση, εφόσον ο πωλητής δεν είχε υποχρέωση, βάσει της συμβάσεως πωλήσεως, να εγκαταστήσει το αγορασθέν προϊόν.
66. Συμφωνώ, επίσης, με το ότι το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 4, της οδηγίας απαιτεί, όσον αφορά την υποχρέωση του πωλητή προς αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, η αποκατάσταση αυτή να γίνεται «δωρεάν». Η απαίτηση αυτή προσδιορίζει τον τρόπο, ήτοι δωρεάν, με τον οποίο ο πωλητής υποχρεούται να προσφέρει και να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση του αγαθού με τους όρους της συμβάσεως, την οποία δικαιούται να αξιώσει ο καταναλωτής, αλλά δεν μπορεί να επεκτείνει από απόψεως ουσιαστικού περιεχομένου το υπάρχον μέσο επανορθώσεως αυτό καθεαυτό. Ομοίως, η κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας απαίτηση περί «μη σημαντικής ενόχλησης» προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί η συμμόρφωση και όχι το τι περιλαμβάνει αυτή από απόψεως περιεχομένου της.
67. Συναφώς, η υπό κρίση υπόθεση πρέπει να διακριθεί από την υπόθεση Quelle, στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η υποχρέωση αυτή που υπέχει ο πωλητής για τη δωρεάν συμμόρφωση του προϊόντος συνεπάγεται τον αποκλεισμό κάθε οικονομικής απαιτήσεως εκ μέρους του πωλητή στο πλαίσιο της εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς του για αποκατάσταση της συμμορφώσεως του προϊόντος το οποίο αφορά η σύμβαση (11). Στο πλαίσιο, το Δικαστήριο, με βάση περαιτέρω επιχειρήματα, κατέληξε ότι η οδηγία απαγορεύει εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει στον πωλητή, στην περίπτωση πώλησης ελαττωματικού προϊόντος, να απαιτήσει από τον καταναλωτή αποζημίωση για τη χρήση του ελαττωματικού προϊόντος μέχρι την αντικατάστασή του. Αντιθέτως, η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά οικονομική αξίωση του πωλητή έναντι του καταναλωτή σχετικά με την αντικατάσταση αγαθού, αλλά το αν ο καταναλωτής μπορεί να απαιτήσει στο πλαίσιο της αποκαταστάσεως της συμμόρφωσης του ελαττωματικού προϊόντος, πλην της δωρεάν παράδοσης νέου απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος, και τις δαπάνες αποσυνδέσεως/απομακρύνσεως του ελαττωματικού, καθώς και τις δαπάνες εγκαταστάσεως του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος που παραδόθηκε προς αντικατάσταση του ελαττωματικού.
68. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, στα υποβληθέντα από το Amtsgericht προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι σε περίπτωση που καταναλωτικό αγαθό, όπως εν προκειμένω το πλυντήριο πιάτων, το οποίο εγκατέστησε και συνέδεσε ο καταναλωτής σύμφωνα με τη φύση και τη χρήση για την οποία αυτό προορίζεται, καθίσταται σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως, μέσω αντικαταστάσεώς του, ο πωλητής δεν βαρύνεται με τα έξοδα της αποσυνδέσεως/απομακρύνσεως του μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως προϊόντος και εγκαταστάσεως/συνδέσεως του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος, εφόσον, κατά την οικεία σύμβαση πωλήσεως, ο πωλητής δεν είχε υποχρέωση να εγκαταστήσει το αγορασθέν προϊόν.
IV – Πρόταση
69. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
«Ο διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι σε περίπτωση που καταναλωτικό αγαθό, όπως εν προκειμένω το πλυντήριο πιάτων, το οποίο εγκατέστησε και συνέδεσε ο καταναλωτής σύμφωνα με τη φύση και τη χρήση για την οποία αυτό προορίζεται, καθίσταται σύμφωνο με τους όρους της συμβάσεως, μέσω αντικαταστάσεώς του, ο πωλητής δεν βαρύνεται με τα έξοδα της αποσυνδέσεως/απομακρύνσεως του μη σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως προϊόντος και εγκαταστάσεως/συνδέσεως του απαλλαγμένου ελαττωμάτων προϊόντος, εφόσον, κατά την οικεία σύμβαση πωλήσεως, ο πωλητής δεν είχε υποχρέωση να εγκαταστήσει το αγορασθέν προϊόν.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ L 171, σ. 12.
3 – Υπόθεση Gebr. Weber, εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου.
4 – Καθόσον τα ζητήματα που ανακύπτουν στην υπό κρίση υπόθεση, με εξαίρεση την πτυχή της εγκαταστάσεως του σύμφωνου με τους όρους της συμβάσεως αγαθού αντικαταστάσεως, είναι, κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους, παρόμοια με τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος που υποβάλλεται με την παρατεθείσα στην υποσημείωση 3 υπόθεση Weber, η εκτίμηση που διατυπώνεται με τις παρούσες προτάσεις αντιστοιχεί mutatismutandis στην εκτίμηση που διατυπώνεται στα σημεία 43 έως 67 των προτάσέων μου στην υπόθεση Weber. Ομοίως, χάριν πληρότητας και διευκόλυνσης του αναγνώστη, στις παρούσες προτάσεις περιλαμβάνονται, ελαφρώς τροποποιημένες, οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις των εν λόγω προτάσεων.
5 – Βλ., επίσης, στο πλαίσιο αυτό, πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πώληση και τις εγγυήσεις καταναλωτικών αγαθών [COM(95) 520 τελικό – COD 96/0161, ΕΕ C 307, σ. 8], επεξηγηματικό υπόμνημα, σημείο Ι.Α.4.
6 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, C‑404/06, Συλλογή 2008, σ. I‑2685, σκέψεις 30 και 36.
7 – Βλ., όσον αφορά την κατά την οδηγία προστασία των οικονομικών συμφερόντων του πωλητή, απόφαση Quelle, παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 42.
8 Το ότι η οδηγία επιβάλλει μια τέτοια ιεράρχηση προκύπτει σαφώς από το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 3, της οδηγίας, σε συνδυασμό με την ενδέκατη αιτιολογική της σκέψη. Βλ., επίσης, υπόθεση Quelle, παρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 27.
9 – Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις συμβάσεις διεθνούς πωλήσεως εμπορευμάτων υπογράφηκε στη Βιέννη στις 11 Απριλίου 1980 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988.
10 – COM(2008) 614 τελικό – COD 2008/0196.
11 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 6, σκέψη 34.
Full & Egal Universal Law Academy