ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 2ας Ιουνίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑89/09
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας
«Παράβαση κράτους μέλους – Παράβαση του άρθρου 43 ΕΚ – Καθεστώς των εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας – Περιορισμοί ως προς την κατοχή του κεφαλαίου»
I – Εισαγωγή
1. Αντικείμενο της παρούσας δίκης είναι προσφυγή την οποία άσκησε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας.
2. Το προσφεύγον θεσμικό όργανο ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, περιορίζοντας διά νόμου στο ένα τέταρτο κατ’ ανώτατο όριο το ποσοστό του κεφαλαίου και επομένως τα δικαιώματα ψήφου που μπορούν να κατέχουν μη βιολόγοι σε εταιρία ελεύθερων επαγγελματιών περιορισμένης ευθύνης (société d’exercice libéral à responsabilité limitée, στο εξής: SELARL) που έχει συσταθεί για την από κοινού εκμετάλλευση ενός ή περισσοτέρων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ.
3. Επίσης, η Επιτροπή, παραπέμποντας στην ίδια διάταξη της Συνθήκης ΕΚ, προσάπτει στη Γαλλική Δημοκρατία ότι η επιβαλλόμενη από την εθνική νομοθεσία, στα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, απαγόρευση να συμμετέχουν στο κεφάλαιο περισσοτέρων από δύο εταιριών της προαναφερόμενης μορφής είναι παράνομη.
II – Η επίδικη εθνική νομοθεσία
4. Το άρθρο 5 του νόμου 90-1258 της 31ης Δεκεμβρίου 1990 (2), ο οποίος αποτελεί τη γενική νομοθετική ρύθμιση για την άσκηση υπό εταιρική μορφή ελεύθερων επαγγελμάτων που υπόκεινται σε νομοθετικό ή κανονιστικό καθεστώς ή η άσκησή τους απαιτεί τίτλο σπουδών που αποτελεί αντικείμενο προστασίας, προβλέπει ότι ποσοστό άνω του 50 % του εταιρικού κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου πρέπει να κατέχουν επαγγελματίες που ασκούν δραστηριότητα στο πλαίσιο της εταιρίας.
5. Το υπόλοιπο του εταιρικού κεφαλαίου –με ορισμένες ειδικές εξαιρέσεις τις οποίες προβλέπει η δεύτερη παράγραφος της διατάξεως και δεν αφορούν την κρινόμενη υπόθεση– πρέπει να κατέχουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ασκούν το επάγγελμα ή τα επαγγέλματα τα οποία συνιστούν το αντικείμενο της εταιρίας.
6. Τέλος, σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα, ο αριθμός των εταιριών που έχουν συσταθεί για την άσκηση του ίδιου επαγγέλματος, στις οποίες μπορεί να συμμετέχει ένα από τα προαναφερθέντα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μπορεί να περιορίζεται με διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν γνωμοδοτήσεως του γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας.
7. Όσον αφορά ειδικότερα τις εταιρίες που συνιστώνται με σκοπό την από κοινού άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος του διευθυντή και του αναπληρωτή διευθυντή εργαστηρίου αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του διατάγματος 92‑545 της 17ης Ιουνίου 1992 (3) προβλέπει ότι ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν έχουν τα αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα δεν μπορούν να κατέχουν ποσοστό ανώτερο του ενός τετάρτου του κεφαλαίου εταιρίας αυτού του τύπου.
8. Με τη δεύτερη παράγραφο της ίδιας διατάξεως διευκρινίζεται ότι, εφόσον η εταιρία ελεύθερων επαγγελματιών έχει συσταθεί υπό μορφή ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρίας, το ποσοστό του κεφαλαίου που μπορούν να κατέχουν ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν έχουν τα αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα μπορεί να υπερβαίνει το προαναφερθέν ποσοστό 25 %, αλλά πρέπει να είναι μικρότερο του 50 %.
9. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ίδιου διατάγματος, ένα μόνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στο προαναφερθέν άρθρο 5, παράγραφος 2, σημεία 1 και 5, του νόμου 90‑1258 της 31ης Δεκεμβρίου 1990, δεν μπορεί να συμμετέχει σε περισσότερες από δύο εταιρίες του προαναφερθέντος τύπου.
10. Όπως διευκρινίστηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαρτίου 2010, η απαγόρευση αυτή αφορά ουσιαστικά τους βιολόγους και όχι τα πρόσωπα που δεν έχουν την εν λόγω επαγγελματική εξειδίκευση, τα οποία, επιφυλασσομένου του γενικού ορίου του 25 % του κεφαλαίου κάθε εταιρίας, δεν υπόκεινται στις συνέπειες της εν λόγω διατάξεως.
11. Με το νομοθετικό διάταγμα 2010-49 της 13ης Ιανουαρίου 2010, η οποία θεσπίστηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή όπως θα διευκρινιστεί στη συνέχεια, η εθνική ρύθμιση υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις που αφορούσαν ειδικότερα τις διατάξεις οι οποίες περιλαμβάνονται στον κώδικα δημόσιας υγείας και τις οποίες επικαλέστηκαν επανειλημμένα οι διάδικοι κατά την έγγραφη διαδικασία της παρούσας δίκης.
12. Πρόκειται, εντούτοις, για τροποποιήσεις οι οποίες δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη βάσει της αρχής, την οποία έχει επανειλημμένα διακηρύξει το Δικαστήριο και την οποία δεν αμφισβητούν οι διάδικοι, ότι η ύπαρξη παράβασης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα την κατάσταση του κράτους μέλους κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, το δε Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη τις μεταβολές που έχουν επέλθει στη συνέχεια (4).
III – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
13. Κατόπιν καταγγελίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε, στις 4 Απριλίου 2006, στη Γαλλική Δημοκρατία, πρώτο έγγραφο οχλήσεως με το οποίο επεσήμανε την ύπαρξη προβλήματος συμβατότητας της προαναφερθείσας νομοθεσίας περί των εταιριών που συνιστώνται για την από κοινού άσκηση του ελεύθερου επαγγέλματος του διευθυντή και του αναπληρωτή διευθυντή εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας με την ελευθερία εγκαταστάσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ.
14. Η Γαλλική Δημοκρατία –μολονότι κλήθηκε από την Επιτροπή να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη λήψη του εγγράφου οχλήσεως– δεν απάντησε σε αυτό.
15. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι στοιχειοθετούνται οι παραβάσεις τις οποίες αφορούσε η καταγγελία, κοινοποίησε στη Γαλλική Δημοκρατία την αιτιολογημένη γνώμη της 15ης Δεκεμβρίου 2005 και κάλεσε το εν λόγω κράτος να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών.
16. Με επιστολή της 14ης Φεβρουαρίου 2007, η Γαλλική Δημοκρατία έλαβε θέση, αμφισβητώντας την ύπαρξη των προαναφερθεισών παραβάσεων από όλες τις απόψεις τις οποίες θίγει η Επιτροπή. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι οι περιορισμοί τους οποίους προβλέπει η γαλλική νομοθεσία δικαιολογούνται από τις αρχές του προσήκοντος χαρακτήρα και της αναλογικότητας σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκει η κρατική διοίκηση και ο οποίος έγκειται στην προστασία της δημόσιας υγείας.
17. Εντούτοις, με μεταγενέστερη επιστολή της 11ης Απριλίου 2008, ο Υπουργός Υγείας εξέθεσε ότι, λόγω της σχεδιαζόμενης πλήρους μεταρρυθμίσεως –έως τις αρχές του 2009– του τομέα ιατρικής βιολογίας και της καταρτίσεως του σχετικού νομοσχεδίου, η θέση της Γαλλικής Δημοκρατίας μεταβλήθηκε. Η προβλεπόμενη κατάργηση όλων των περιορισμών σχετικά με τη συμμετοχή στο κεφάλαιο εταιριών που συνιστώνται για την από κοινού άσκηση δραστηριότητας αναλύσεων βιολογικής ιατρικής, εκτός ορισμένων ασυμβιβάστων που θα ορίζονταν στενά, θα επέτρεπε την προσήκουσα αντιμετώπιση των επισημάνσεων της Επιτροπής.
18. Δεδομένου ότι δεν έλαβε στη συνέχεια καμία περαιτέρω πληροφορία, η Επιτροπή, με επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2008, ζήτησε και πάλι να πληροφορηθεί από τη Γαλλική Δημοκρατία το στάδιο προόδου των εργασιών. Οι γαλλικές αρχές, με επιστολή της 27ης Δεκεμβρίου 2008, διευκρίνισαν ότι το εν λόγω νομοσχέδιο δεν προβλεπόταν να εγκριθεί πριν τον Μάιο του 2009.
19. Κατόπιν τούτων, η Επιτροπή άσκησε στις 2 Μαρτίου 2009 προσφυγή δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ.
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
20. Χαρακτηριστικό της παρούσας δίκης είναι ότι κατά την έγγραφη διαδικασία η υπερασπιστική θέση της Γαλλικής Δημοκρατίας μεταβλήθηκε, ιδίως σε σχέση με τη θέση που είχε υποστηρίξει κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο. Αυτό συνέβη, κυρίως, μετά την ανάπτυξη προτάσεων και τη μετέπειτα έκδοση ορισμένων αποφάσεων (στις οποίες θα αναφερθώ λεπτομερώς στη συνέχεια) σε δίκες που εκκρεμούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, με τις οποίες δόθηκε απάντηση σε ανάλογα ερωτήματα.
21. Με το υπόμνημα αντικρούσεως της 22ας Μαΐου 2009, με το οποίο αναφέρθηκε για πρώτη φορά στις προτάσεις που ανέπτυξε στις 16 Δεκεμβρίου 2008 ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot στην υπόθεση C-531/06 επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, Επιτροπή κατά Ιταλίας (5), η καθής ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής ως προς την πρώτη πτυχή, αλλά δεν αμφισβήτησε τον παράνομο χαρακτήρα της απαγορεύσεως που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία όσον αφορά τη συμμετοχή προσώπου που έχει τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα στο κεφάλαιο περισσότερων από δύο εταιριών.
22. Με το υπόμνημα απαντήσεως της 15ης Ιουλίου 2009, με το οποίο επικαλέστηκε ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικές με τους περιορισμούς συμμετοχής στο κεφάλαιο φαρμακείων, η Επιτροπή υπογράμμισε τη μεταβολή της απόψεως της Γαλλικής Δημοκρατίας σε σχέση με εκείνη που διατύπωσε κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο και ζήτησε να γίνει δεκτή η προσφυγή της.
23. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως της 5ης Οκτωβρίου 2009, η καθής διευκρίνισε (σημείο 70) ότι, μολονότι η έκφραση που είχε χρησιμοποιήσει αρχικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι σημαίνει το αντίθετο, πρόθεσή της δεν ήταν να υποστηρίξει ότι περιορισμός ανάλογος με τον επίδικο δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί σε καμία περίπτωση.
24. Ειδικότερα, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου εκτιμήσεως το οποίο αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη όσον αφορά το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που πρέπει να εξασφαλίζουν και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ενεργούν, θα πρέπει να θεωρείται κατ’ αρχήν νόμιμη η εθνική επιλογή να εξασφαλιστεί η πολυμορφία της προσφοράς στον τομέα της ιατρικής βιολογίας, με την αποτροπή της οικονομικής συγκέντρωσης του κεφαλαίου των εργαστηρίων στα χέρια ενός μόνο βιολόγου ή μιας μόνον εταιρίας που διαχειρίζεται περισσότερα από ένα εργαστήρια.
25. Το περιοριστικό μέτρο, όπως ισχύει σήμερα στη Γαλλία, ανταποκρίνεται σε αυτόν τον νόμιμο σκοπό και είναι συζητήσιμο μόνον από δύο απόψεις: α) διότι δεν απαγορεύει τη λεγόμενη επάλληλη συμμετοχή και β) διότι δεν είναι απολύτως αναλογικό σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, δεδομένου ότι εφαρμόζεται αδιακρίτως σε εταιρικές συμμετοχές σε εταιρίες που εδρεύουν σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι οι εταιρίες μπορούν να εδρεύουν σε περιοχές που απέχουν πολύ μεταξύ τους ή όχι.
26. Εφόσον οι δύο αυτές πτυχές πρόκειται να επιλυθούν στο πλαίσιο του προγραμματισμένου σχεδίου μεταρρύθμισης του κλάδου, ο κανόνας θα πρέπει, κατά την άποψη της καθής, να θεωρηθεί συμβατός με το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ, δεδομένου ότι είναι κατάλληλος και αναλογικός σε σχέση με την απαίτηση προστασίας της δημόσιας υγείας (6), η οποία υλοποιείται μέσω της εξασφάλισης πολυμορφίας της προσφοράς στον τομέα της ιατρικής βιολογίας, σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια.
27. Πράγματι, κατά την άποψη της καθής, η πολυμορφία αυτή αποτελεί εγγύηση έναντι του κινδύνου της οικονομικής συγκέντρωσης των κεφαλαίων των εργαστηρίων, η οποία θα είχε ως συνέπεια η ενδεχόμενη αποχώρηση ενός βιολόγου –η μιας εταιρίας που μπορεί να εξομοιωθεί με βιολόγο– να στερεί από τους ασθενείς τη δυνατότητα να γίνονται αποδέκτες υπηρεσιών ιατρικών αναλύσεων σε ορισμένα σημεία της επικράτειας.
28. Εν πάση περιπτώσει, η Γαλλική Δημοκρατία επανέλαβε τα αιτήματα που είχε υποβάλει με το υπόμνημα αντικρούσεώς της, με το οποίο ζήτησε να απορριφθεί η προσφυγή της Επιτροπής, μόνον όσον αφορά την πρώτη πτυχή σχετικά με τους υποκειμενικούς περιορισμούς που αφορούν την κατοχή μεριδίων του εταιρικού κεφαλαίου μιας μόνον εταιρίας.
29. Σε συνέχεια του υπομνήματος της 5ης Φεβρουαρίου 2010, ζητήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία, σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, να σχολιάσει την άποψη που εξέθεσε για πρώτη φορά η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως (σημείο 36) ότι οι γαλλικές αρχές θα μπορούσαν, μέσω ενός μηχανισμού αποδέσμευσης των οικονομικής φύσεως δικαιωμάτων από τα δικαιώματα ψήφου όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη λειτουργία και την οργάνωση των εργαστηρίων, να επιτρέψουν σε συγκεκριμένες δομές να αποκτήσουν πρόσβαση σε «εξωτερικά» κεφάλαια –ανήκοντα σε μη βιολόγους– κατά ποσοστό ανώτερο του 25 %.
30. Με επιστολή της 18ης Μαρτίου 2010, η Γαλλική Δημοκρατία απέστειλε στο Δικαστήριο το σημείωμα που είχε αποστείλει στην Επιτροπή στις 9 Μαρτίου 2010, με το οποίο της είχε διαβιβάσει το νομοθετικό διάταγμα 2010-49 της 13ης Ιανουαρίου 2010, σχετικά με την ιατρική βιολογία. Το σχέδιο της διατάξεως είχε αναφερθεί κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, όπως προαναφέρεται στο σημείο 17 των παρουσών, αλλά και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως (βλ. ανωτέρω, σημείο 26).
31. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαρτίου 2010, οι διάδικοι, μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, επανέλαβαν τα αιτήματα που είχαν διατυπώσει με τα υπομνήματά τους και σε σχέση με τα ερωτήματα που έθεσε εγγράφως το Δικαστήριο.
V – Ανάλυση
Οι αντικειμενικοί περιορισμοί που αφορούν τη συμμετοχή στην ίδια εταιρία.
1. Η επίδικη παράβαση – Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
32. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η παράμετρος αναφοράς για την εικαζόμενη παράβαση είναι το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ, νυν άρθρο 49 ΣΛΕΕ, μετά την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας, υποστηρίζει ότι οι προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις τις οποίες εξέδωσε η Γαλλική Δημοκρατία ενδέχεται να περιορίσουν, ιδίως για τα νομικά πρόσωπα που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, τη δυνατότητα συμμετοχής στη λειτουργία –υπό εταιρική μορφή– ενός ή περισσότερων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
33. Επίσης, ενδέχεται να περιορίσουν τη δυνατότητα προσώπων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, τα οποία συμμετέχουν στη λειτουργία ενός ή περισσότερων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, να δημιουργήσουν κέντρο δραστηριοτήτων στη γαλλική επικράτεια, εφόσον δεν πληρούν τις υποκειμενικές προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η εθνική νομοθεσία, και ιδίως τις προσωπικές προϋποθέσεις που τίθενται για τους συμμετέχοντες στο εταιρικό κεφάλαιο.
34. Ειδικότερα, το προσφεύγον όργανο επικαλείται την αρχή την οποία έχει διακηρύξει επανειλημμένα το Δικαστήριο, ότι το άρθρο 43 της Συνθήκης αντιτίθεται σε οποιοδήποτε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση από τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης της ελευθερίας εγκαταστάσεως την οποία προβλέπει η Συνθήκη.
35. Η Γαλλική Δημοκρατία επισημαίνει συναφώς ότι το άρθρο 152, παράγραφος 5, της Συνθήκης ΕΚ ορίζει ότι η κοινοτική δράση στον τομέα της δημόσιας υγείας σέβεται απολύτως τις αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά την οργάνωση και την παροχή υγειονομικών υπηρεσιών και υπηρεσιών ιατρικής περιθάλψεως.
36. Η καθής δέχεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο ασκήσεως αυτής της αρμοδιότητας, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα τις διατάξεις της Συνθήκης που διέπουν το δικαίωμα εγκαταστάσεως (7).
37. Εντούτοις, φρονεί ότι ο περιορισμός ως προς την κατοχή του κεφαλαίου εταιριών του προαναφερθέντος τύπου, ακόμα και αν εν προκειμένω αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι δικαιολογείται από λόγο επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, και συγκεκριμένα από τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας (βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σημείο 34).
β) Εκτίμηση
38. Σύμφωνα με γενική αρχή την οποία έχει επανειλημμένα διακηρύξει το Δικαστήριο, το άρθρο 43 ΕΚ αντιτίθεται σε οποιοδήποτε εθνικό μέτρο το οποίο, ακόμη και αν εφαρμόζεται άνευ διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους των κρατών μελών της Κοινότητας, την ελευθερία εγκαταστάσεως που εγγυάται η Συνθήκη (8).
39. Συνεπώς, ένας υποκειμενικός περιορισμός, ο οποίος αφορά την κατοχή των εταιρικών μεριδίων εταιρίας που ασκεί δραστηριότητα διαχειρίσεως ενός ή περισσοτέρων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας παρακωλύει ή καθιστά λιγότερο ελκυστική τη συμμετοχή στην εταιρία αυτή προσώπων προερχομένων από άλλα κράτη μέλη. Η ίδια αρνητική συνέπεια επέρχεται σε σχέση με την ενδεχόμενη εγκατάσταση στη γαλλική επικράτεια εταιριών που ασκούν τη δραστηριότητα αυτή σε άλλο κράτος μέλος, αλλά δεν πληρούν τις συγκεκριμένες υποκειμενικές προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η ισχύουσα στη Γαλλία νομοθεσία.
40. Το γεγονός ότι αυτό το περιοριστικό αποτέλεσμα παράγεται ανεξαρτήτως της ιθαγενείας των ενδιαφερομένων δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει αντίθεση προς τη θεμελιώδη ελευθερία εγκαταστάσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ.
41. Κατόπιν των προεκτεθέντων, καθίσταται απαραίτητο να αξιολογηθεί περαιτέρω αν οι περιορισμοί τους οποίους η Επιτροπή θεωρεί παράνομους είναι αιτιολογημένοι ή όχι.
2. Επί των ενδεχόμενων αιτιολογιών του εκτεθέντος περιορισμού – η εκτίμηση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας των ισχυόντων περιοριστικών μέτρων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
42. Σύμφωνα με την υπερασπιστική γραμμή της Γαλλικής Δημοκρατίας, οι υποκειμενικοί περιορισμοί που αφορούν την κατοχή μεριδίων του κεφαλαίου εταιρίας η οποία έχει συσταθεί για την άσκηση της δραστηριότητας αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, τους οποίους προβλέπει η προαναφερθείσα νομοθετική ρύθμιση, έχουν ως σκοπό την εξασφάλιση της ποιότητας της περίθαλψης που παρέχεται στους ασθενείς και τη διατήρηση της ανεξαρτησίας των διευθυντών των εργαστηρίων όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων.
43. Πράγματι, αν οι επιλογές των διευθυντών δεν υπαγορεύονται από λόγους οικονομικής, αντί για λόγους υγειονομικής, φύσεως, προστατεύεται το επιτακτικό γενικό συμφέρον δημόσιας υγείας.
44. Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι τα μέτρα που έχει λάβει η Γαλλική Δημοκρατία δεν είναι κατάλληλα και αναλογικά σε σχέση με τον δεδηλωμένο σκοπό τους.
45. Το συμπέρασμα αυτό θεμελιώνεται, δεδομένου του αναμφισβήτητου παραλληλισμού μεταξύ των δύο περιπτώσεων, σε προηγούμενη απόφαση που αφορούσε ανάλογους περιορισμούς της κατοχής κεφαλαίου, τους οποίους προέβλεπε η ελληνική νομοθεσία σχετικά με τη λειτουργία καταστήματος οπτικών υπό μορφή εταιρίας (βλ. σημεία 35 και 36 της προσφυγής).
46. Πράγματι, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι, στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο (9) έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, μη επιτρέποντας σε οπτικό να εκμεταλλεύεται περισσότερα του ενός καταστήματα οπτικών ειδών και περιορίζοντας σε 50 % του κεφαλαίου την εταιρική συμμετοχή που μπορούσαν να αποκτήσουν φυσικά ή νομικά πρόσωπα διαφορετικά από τον εν λόγω οπτικό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ.
47. Η Επιτροπή επικαλείται τις προτάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2004 του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer για την εν λόγω υπόθεση, υπογραμμίζοντας ιδίως τη διάκριση –όσον αφορά τις δραστηριότητες εμπορικού χαρακτήρα– μεταξύ των σχέσεων που μπορούν να αναχθούν στην εσωτερική σφαίρα και των σχέσεων που αφορούν την εξωτερική σφαίρα.
48. Ειδικότερα, η πρώτη «[…] περιλαμβάνει την κυριότητα –η οποία εμπεριέχει, για παράδειγμα, τον χώρο του καταστήματος ή τον χώρο όπου στεγάζεται, τον κατάλογο πελατών, τα εμπορεύματα ή την εμπορική επωνυμία–, τις εργασιακές σχέσεις με τους υπαλλήλους και […] την κατοχή της άδειας εκμεταλλεύσεως –η οποία δεν συμπίπτει με την κυριότητα, με την οποία συνδέεται μέσω πληθώρας νομικών μορφών–, καθώς και τη διοίκηση και τη διαχείριση. Η δεύτερη περιλαμβάνει τις σχέσεις με τους τρίτους, ειδικότερα, τους προμηθευτές και […] τους αγοραστές, πελάτες ή, αν τούτο είναι προτιμότερο, τους ασθενείς (10)».
49. Στην υπόθεση εκείνη, κατά την άποψη του γενικού εισαγγελέα, το οικείο κράτος μέλος είχε θεσπίσει ορισμένους περιορισμούς που μπορούσαν να αναχθούν στην εσωτερική σφαίρα, δεδομένου ότι αφορούσαν τις υποκειμενικές προϋποθέσεις για τη διαχείριση καταστήματος οπτικών ειδών, δικαιολογώντας τους όμως με επιχειρήματα σχετικά με τη σχέση μεταξύ του οπτικού που παρέχει την υπηρεσία και της πελατείας του, ή με την πιθανή ευθύνη σε περίπτωση λάθους, τα οποία ανάγονται στην εξωτερική σφαίρα.
50. Η Επιτροπή επισημαίνει, τέλος, ότι, στην περίπτωση εκείνη, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι ο σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας, τον οποίο είχε επικαλεστεί η Ελληνική Δημοκρατία, μπορούσε «να επιτευχθεί με μέτρα που να περιορίζουν σε μικρότερο βαθμό την ελευθερία εγκαταστάσεως τόσο των φυσικών όσο και των νομικών προσώπων, για παράδειγμα απαιτώντας την παρουσία αδειούχων οπτικών ως μισθωτών ή εταίρων σε κάθε κατάστημα οπτικών, θεσπίζοντας κανόνες για την αστική ευθύνη από πταίσμα τρίτου, καθώς και κανόνες που να επιβάλλουν την ασφάλιση της επαγγελματικής ευθύνης» (11).
51. Ουσιαστικά, η απλή υποχρέωση παρουσίας βιολόγου για την άσκηση των λεγόμενων «εξωτερικών» δραστηριοτήτων του εργαστηρίου, και ιδίως για τη διενέργεια των πράξεων που προϋποθέτουν σχέση με τον πελάτη, θα αρκούσε για την εκπλήρωση του οφειλόμενου σκοπού. Αντιθέτως, ανάλογη υποχρέωση στο πλαίσιο των καλουμένων «εσωτερικών» δραστηριοτήτων οι οποίες ανάγονται στην κυριότητα επί του εργαστηρίου, δεν δικαιολογείται.
52. Η Γαλλική Δημοκρατία, από την πλευρά της, υποστήριξε αντιθέτως, επί της ουσίας, ότι, λόγω των ιδιαίτερων γενικών χαρακτηριστικών της ιατρικής βιολογίας, καθώς και της μεγάλης ιδιομορφίας –και όσον αφορά την πανεπιστημιακή κατάρτιση– που παρουσιάζει η οργάνωση της δραστηριότητας αυτής στη Γαλλία, σε σύγκριση με πολλά από τα υπόλοιπα κράτη μέλη, είναι μάλλον εφαρμοστέες εν προκειμένω οι αρχές που έχει διακηρύξει το Δικαστήριο σχετικά με τον φαρμακευτικό κλάδο.
53. Συναφώς, η Γαλλική Δημοκρατία, με το υπόμνημα αντικρούσεώς της (σημείο 47) παρέπεμψε στις προτάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008 σχετικά με την υπόθεση C-531/06 που εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, με τις οποίες ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot διαβεβαίωσε (σημείο 106), ακριβώς όσον αφορά το προαναφερθέν πλαίσιο, ότι η διάκριση μεταξύ εσωτερικών και εξωτερικών πτυχών είναι τεχνητή.
54. Είναι δύσκολο να διασφαλιστεί ότι ο έχων την εκμετάλλευση του φαρμακείου μη φαρμακοποιός δεν παρεμβαίνει στη σχέση μεταξύ φαρμακοποιού και πελατών. Η κατάσταση αυτή μπορεί να συγκριθεί με την κατάσταση των εργαστηρίων αναλύσεων, τα οποία βρίσκονται και αυτά στο επίκεντρο του υγειονομικού συστήματος.
55. Προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό της σχετικά με την ομοιότητα των δύο καταστάσεων, η καθής επισημαίνει ότι η ιατρική βιολογία είναι ένας κλάδος που κατέχει εξέχουσα θέση στο υγειονομικό σύστημα, βρίσκεται σε συνεχή εξέλιξη, έχει εξαιρετικά εκτεταμένο πεδίο εφαρμογής που περιλαμβάνει τη μικροβιολογία, την αιματολογία, τη βιοχημεία, την ανοσοαιματολογία, και απαιτεί εξαιρετικά πολύπλοκες τεχνικές, όπως η μοριακή βιολογία.
56. Η καθής προσθέτει επίσης (βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σημεία 20 έως 23) ότι, γενικά, η δραστηριότητα ενός εργαστηρίου αναλύσεων περιλαμβάνει το στάδιο πριν την ανάλυση (κατά το οποίο το αρμόδιο προσωπικό συναντά τον ασθενή και προβαίνει στις αναγκαίες λήψεις, οι οποίες ενδέχεται να έχουν και «επεμβατικό» χαρακτήρα), το καθεαυτό στάδιο της ανάλυσης, η οποία έχει καθαρά τεχνικό χαρακτήρα και πραγματοποιείται με το χέρι ή μέσω κατάλληλου εξοπλισμού, και το στάδιο μετά την ανάλυση (επαλήθευση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης, μεταξύ άλλων και σύμφωνα με τα προσωπικά χαρακτηριστικά του ασθενούς) (12).
57. Η γαλλική ιδιομορφία (σε σχέση με την οργάνωση του κλάδου σε άλλα κράτη της Ένωσης) έγκειται στο ότι τα τρία αυτά διαφορετικά στάδια είναι κατ’ ουσίαν ενιαία στο πλαίσιο μιας πολύ συγκεκριμένης επιλογής, σκοπός της οποίας είναι να αποδοθεί μεγαλύτερος ρόλος ιατρικού τύπου στον βιολόγο.
58. Συνεπώς, στο γαλλικό σύστημα, ο βιολόγος δεν είναι επιφορτισμένος μόνο με την καθαρά τεχνική δραστηριότητα των αναλύσεων, αλλά είναι παρών και στο στάδιο πριν από την ανάλυση, σε άμεση επαφή με τον ασθενή και, ιδίως, ασχολείται στη συνέχεια με την επαλήθευση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης, ενημερώνει τον ασθενή γι’ αυτά και μπορεί ακόμα και να συμμετέχει, μαζί με τον θεράποντα ιατρό, στην επιλογή της θεραπείας.
59. Η επιλογή στην οποία προέβη η Γαλλία όσον αφορά την απόκτηση των προσόντων του βιολόγου, ο οποίος διαθέτει αρχική κατάρτιση ιατρού η φαρμακοποιού και στη συνέχεια ειδικεύεται στην ιατρική βιολογία, αναγκάζεται δηλαδή να ακολουθήσει σπουδές συνολικής διάρκειας τουλάχιστον δέκα ετών φαίνεται συνεπώς να είναι απολύτως συνεπής με την προσέγγιση αυτή (βλ. υπόμνημα αντικρούσεως, σημεία 24 έως 26).
60. Κατόπιν των προεκτεθέντων, σύμφωνα με την καθής, η λύση που ακολούθησε το Δικαστήριο όσον αφορά τη δραστηριότητα του οπτικού δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για τα εργαστήρια ιατρικών αναλύσεων.
61. Συνεπώς, το περιοριστικό μέτρο που αφορά τη συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο μπορεί να δικαιολογηθεί –κατ’ αναλογία της περιπτώσεως των φαρμακείων– από την ανάγκη να εξασφαλιστεί η πλήρης ανεξαρτησία της επαγγελματικής δραστηριότητας του διευθυντή εργαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται με τήρηση μόνον των κανόνων δεοντολογίας και χωρίς καμία πίεση, οικονομικής ιδίως φύσεως, προκειμένου, όπως υπογραμμίστηκε ανωτέρω, να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή προστασία της δημόσιας υγείας.
62. Η παραδοχή που περιλαμβάνεται στις προαναφερθείσες προτάσεις (σημείο 121) ότι η δραστηριότητα προμήθειας φαρμάκων διακρίνεται –λόγω του μεγάλου αντίκτυπου που έχει στη δημόσια υγεία– από την πώληση οπτικών προϊόντων, ισχύει συνεπώς κατά την ίδια έννοια και για τη σύγκριση μεταξύ της τελευταίας αυτής δραστηριότητας και της δραστηριότητας αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
63. Τέλος, η αναλογικότητα του θεσπισθέντος μέτρου προκύπτει και από το γεγονός ότι το κεφάλαιο των εργαστηρίων δεν μπορεί να ανήκει αποκλειστικά σε βιολόγους, δεδομένου ότι οι επενδυτές που δεν διαθέτουν αυτή την ιδιότητα μπορούν σε κάθε περίπτωση να αποκτούν συμμετοχή, έστω και σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 25 %.
64. Κατά την άποψη της καθής, ο περιορισμός αυτός ανταποκρίνεται στην εύλογη απαίτηση να μην αποκτούν οι εταίροι που δεν είναι επαγγελματίες, αλλά επενδυτές που αποβλέπουν στο κέρδος, αποφασιστική επιρροή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων, με αποτέλεσμα την απώλεια της ανεξαρτησίας των επαγγελματιών (13).
65. Κατ’ ουσίαν, η καθής ισχυρίζεται ότι, μολονότι η γαλλική ρύθμιση εξασφαλίζει αφενός τη δυνατότητα συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο και προσώπων που δεν έχουν την ιδιότητα του βιολόγου, αφετέρου, περιορίζοντας το επιτρεπόμενο ποσοστό συμμετοχής τους, εξασφαλίζει τη διατήρηση της εξουσίας λήψεως αποφάσεων από τους επαγγελματίες του κλάδου εταίρους, επιτρέποντάς τους να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων.
66. Η προσφεύγουσα, με το υπόμνημα απαντήσεώς της, αντικρούει την επιχειρηματολογία της καθής που περιλαμβάνεται στο υπόμνημα αντικρούσεως και επισημαίνει ότι η λύση την οποία υιοθέτησε το Δικαστήριο στην περίπτωση των φαρμακείων, και η οποία είναι διαφορετική από το νομολογιακό προηγούμενο που επικαλέστηκε αρχικά η καθής, δικαιολογείται λόγω του εντελώς ιδιόμορφου χαρακτήρα των φαρμάκων, ο οποίος το διακρίνει από οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Οι διαφορές μεταξύ των δύο κλάδων δεν επιτρέπουν τη μεταφορά της λύσεως αυτής στην κρινόμενη υπόθεση.
67. Ειδικότερα, οι δραστηριότητες ιατρικής βιολογίας πραγματοποιούνται μόνο με ιατρική συνταγή, πράγμα που συνεπάγεται μεγαλύτερες εγγυήσεις τόσο από άποψη προστασίας της δημόσιας υγείας όσο και από άποψη ελέγχου του κόστους για το υγειονομικό σύστημα.
68. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστήριξε, για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεώς της, ότι ο κλάδος της ιατρικής βιολογίας χαρακτηρίζεται και από την ανάγκη σημαντικής χρηματοδοτήσεως, πράγμα που σημαίνει ότι το περιοριστικό μέτρο που αφορά τη συμμετοχή «εξωτερικών» κεφαλαίων δεν είναι κατάλληλο γι’ αυτόν.
69. Η Γαλλική Δημοκρατία, με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, αντικρούει την επιχειρηματολογία που εκτίθεται στο υπόμνημα απαντήσεως της καθής και επαναλαμβάνει ότι το προηγούμενο το οποίο επικαλείται η Επιτροπή είναι αλυσιτελές, διότι, λόγω της μεγάλης ομοιότητας των δύο καταστάσεων και της υπάρξεως των ιδίων κινδύνων για τη δημόσια υγεία, θα έπρεπε μάλλον να εφαρμοστούν οι αρχές που έχουν διακηρυχθεί για τον κλάδο των φαρμακείων με τις προτάσεις και με τις αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας και τις οποίες έχει επικαλεστεί.
70. Η καθής απέκρουσε επίσης το επιχείρημα ότι η απόλυτη ελευθερία συμμετοχής στο κεφάλαιο εταιριών που εκμεταλλεύονται εργαστήρια αναλύσεων θα είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ποιότητας των εξετάσεων και τη μείωση του κόστους για το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.
β) Εκτίμηση
71. Κατά πάγια νομολογιακή αρχή, τα εθνικά μέτρα που ενδέχεται να παρακωλύσουν ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που διασφαλίζονται με τη Συνθήκη πρέπει να πληρούν τέσσερις προϋποθέσεις: 1) να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη δημιουργούντα διακρίσεις, 2) να δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, 3) να είναι κατάλληλα για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού και 4) να μην είναι δεσμευτικά πέραν του βαθμού που είναι αναγκαίος για την επίτευξη του σκοπού αυτού (14).
72. Πέραν αυτού, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η προστασία της δημόσιας υγείας περιλαμβάνεται στους επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, οι οποίοι μπορούν, δυνάμει του άρθρου 46, παράγραφος 1, ΕΚ, να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως (15).
73. Το Δικαστήριο έχει κρίνει, μεταξύ άλλων, ακριβώς όσον αφορά την ανάλυση των λόγων που μπορούν να προβληθούν για να δικαιολογήσουν περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (αλλά προφανώς πρόκειται για αρχή που μπορεί να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία και στην ελευθερία εγκαταστάσεως) στον κλάδο των εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, ότι ο σκοπός της εξασφαλίσεως ποιοτικών ιατρικών υπηρεσιών είναι δυνατόν να εμπίπτει σε μία από τις εξαιρέσεις του άρθρου 46 ΕΚ, στον βαθμό που συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας (16).
74. Δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο περιοριστικό μέτρο δεν δημιουργεί διακρίσεις. Περισσότερο δυσχερής είναι, αντιθέτως, η διαπίστωση της καταλληλότητας και της αναλογικότητας του μέτρου σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό.
– Ο κλάδος τον οποίο αφορά το περιοριστικό μέτρο και η σχετική νομολογία αναφοράς
75. Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι το αν μπορεί πράγματι να δοθεί συγκεκριμένη λύση στο ζήτημα, έτσι όπως τίθεται, βάσει των αρχών τις οποίες έχει θέσει το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση επί της υποθέσεως που αφορούσε προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία είχε θεσπίσει ανάλογους περιορισμούς με τον νόμο περί επαγγέλματος του οπτικού και καταστημάτων οπτικών ειδών, ή αν, αντιθέτως, η απόφαση αυτή δεν είναι απολύτως λυσιτελής.
76. Είναι αληθές ότι η κατάσταση την οποία έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση που αφορούσε το επάγγελμα του οπτικού παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με την κρινόμενη σήμερα –όπως υποστηρίζει η Επιτροπή– και αυτό θα πρέπει να οδηγήσει σε πολύ προσεκτική εξέταση των επιχειρημάτων που χρησιμοποιήθηκαν και των λύσεων που έγιναν δεκτές στην υπόθεση εκείνη. Παρά ταύτα, κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν ορισμένες θεμελιώδεις διαφορές.
77. Η κρινόμενη σήμερα υπόθεση χαρακτηρίζεται κυρίως από την ιδιομορφία του οικείου κλάδου –δηλαδή του κλάδου των εργαστηρίων ιατρικών αναλύσεων–, αλλά και από τη ρύθμιση που έχει θεσπίσει το οικείο κράτος μέλος, η οποία παρουσιάζει ιδιαιτερότητες τόσο από την άποψη της συνολικής οργανώσεως της εργασίας όσο και από την άποψη της καταρτίσεως των ενδιαφερομένων επαγγελματιών. Σκοπός και των δύο αυτών πτυχών είναι η επίτευξη ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.
78. Πράγματι, αν εξεταστούν οι παραδοχές στις οποίες θεμελιώνεται η άμυνα της Γαλλικής Δημοκρατίας, αν, δηλαδή, ληφθεί υπόψη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς, ανακύπτουν ορισμένες ουσιαστικές διαφορές σε σχέση με το νομολογιακό προηγούμενο το οποίο επικαλείται η Επιτροπή, τόσο όσον αφορά τον εξεταζόμενο κλάδο όσο και όσον αφορά τους λόγους που δικαιολογούν τον προβλεπόμενο περιορισμό.
79. Φρονώ ότι, όπως υποστήριξε το καθού κράτος μέλος για πρώτη φορά με το υπόμνημα αντικρούσεως της 22ας Μαΐου 2009 (σημείο 47), είναι λυσιτελέστερη εν προκειμένω η επίκληση των αποφάσεων με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε το αποκλειστικό δικαίωμα των προσώπων που διαθέτουν τα σχετικά επαγγελματικά προσόντα να διατηρούν και να διαχειρίζονται φαρμακείο (17).
80. Ο προσφορότερος χαρακτήρας αυτού του νομολογιακού προηγούμενου οφείλεται κυρίως στην πολύ μεγαλύτερη ομοιότητα μεταξύ του κλάδου των φαρμακείων και του κλάδου των αναλύσεων ιατρικής βιολογίας –ο οποίος ρυθμίζεται με εξαιρετικά ιδιόμορφο τρόπο στη Γαλλία– σε σχέση με την ομοιότητα μεταξύ του τελευταίου αυτού κλάδου και του κλάδου των οπτικών ειδών.
81. Από μια άλλη, και ίσως ακόμα σημαντικότερη, άποψη, το ζήτημα της ανεξαρτησίας κατά τη λήψη αποφάσεων, ως ειδική προϋπόθεση για την καλύτερη ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών στην προοπτική της μεγαλύτερης προστασίας της δημόσιας υγείας, δεν φαίνεται να έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο στο πλαίσιο του νομολογιακού προηγουμένου το οποίο επικαλείται η Επιτροπή.
82. Τα χαρακτηριστικά του επαγγέλματος του βιολόγου στη Γαλλία, έτσι όπως περιγράφονται ανωτέρω, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο γίνεται στην πράξη η διαχείριση ενός εργαστηρίου αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο κλάδος αυτός μπορεί να εξομοιωθεί με τον κλάδο των φαρμακείων.
83. Οι δύο δραστηριότητες ενέχουν, αν δεν διεξάγονται σωστά, αρκετά σημαντικό κίνδυνο για το θεμελιώδες αγαθό της υγείας. Ακριβώς όπως το να δοθεί σε πελάτη από τον φαρμακοποιό λάθος φάρμακο μπορεί να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες για την υγεία του, το ίδιο και η υπηρεσία ανάλυσης βιολογικής ιατρικής που δεν έχει εκτελεστεί με τον προσήκοντα για τη συγκεκριμένη περίπτωση τρόπο, καθυστερεί ή είναι λανθασμένη, μπορεί να προκαλέσει βλάβες του ίδιου τύπου (για παράδειγμα, πιθανά διαγνωστικά και θεραπευτικά λάθη από τον ιατρό οφειλόμενα σε εσφαλμένο αποτέλεσμα ως προς τις αναλύσεις).
84. Εξάλλου, ο τρόπος με τον οποίο ασκούνται οι εν λόγω δραστηριότητες παρουσιάζει πολλές ομοιότητες, και μάλιστα όσον αφορά το σύστημα καλύψεως του κόστους από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων. Η μη προσήκουσα, από ποσοτικής αλλά και από ποιοτικής απόψεως, εκτέλεση αναλύσεων ιατρικής βιολογίας μπορεί να προκαλέσει περιττές δαπάνες για το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων, και συνεπώς για το Δημόσιο, ακριβώς όπως και η χορήγηση φαρμάκων.
85. Κατά την Επιτροπή, αντιθέτως, οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των δύο κλάδων αποκλείουν τη δυνατότητα εφαρμογής των ίδιων νομολογιακών αρχών. Η Επιτροπή επικαλείται, ιδίως, το γεγονός ότι οι αναλύσεις δεν μπορούν να εκτελεστούν χωρίς ιατρική συνταγή. Συνεπώς, ο ασθενής δεν μπορεί να απευθυνθεί απευθείας στο εργαστήριο προκειμένου να πραγματοποιήσει μια ανάλυση, αλλά ούτε και ο βιολόγος μπορεί να λάβει τη σχετική απόφαση αυτόνομα, χωρίς ιατρική συνταγή.
86. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι, μολονότι τα αποτελέσματα της ανάλυσης δίδονται τόσο στον ιατρό που εξέδωσε τη συνταγή όσο και στο ασθενή, ο τελευταίος δεν διαθέτει σε καμία περίπτωση την τεχνική ικανότητα να συναγάγει συμπεράσματα όσον αφορά τη θεραπεία που πρέπει να ακολουθηθεί, η έναρξη της οποίας απαιτεί σε κάθε περίπτωση την παρέμβαση του ιατρού.
87. Στην πραγματικότητα, η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι, κανονικά, και τα φάρμακα μπορούν να χορηγούνται και να πωλούνται μόνο βάσει ιατρικής συνταγής, ενώ καλύπτονται κατά τον ίδιο τρόπο και από το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.
88. Πράγματι, όπως προέκυψε από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το 85 % περίπου των φαρμάκων πωλούνται στα φαρμακεία με ιατρική συνταγή, ενώ και το μεγαλύτερο μέρος των αναλύσεων πραγματοποιείται με τον ίδιο τρόπο.
89. Ανεξαρτήτως αυτού, κατά την Επιτροπή, στην περίπτωση της φαρμακευτικής δραστηριότητας, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου λαμβάνουν σιωπηρώς υπόψη, προκειμένου να κρίνουν δικαιολογημένο τον περιορισμό που θεσπίζεται με τον νόμο, ότι ορισμένα φάρμακα είναι δυνατόν να πωλούνται χωρίς ιατρική συνταγή, πράγμα που καθιστά απαραίτητη, προκειμένου να αποφευχθεί ο προαναφερθείς κίνδυνος για την υγεία, τη συνεχή παρουσία φαρμακοποιού, ο οποίος μπορεί να επιστήσει την προσοχή του χρήστη σε ενδεχόμενες βλαβερές παρενέργειες (18).
90. Εντούτοις, τα επιχειρήματα αυτά δεν έχουν αποφασιστική σημασία. Αφενός, πράγματι, από τις προαναφερθείσες αποφάσεις δεν προκύπτει ρητώς αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη, ως πραγματικό στοιχείο αποφασιστικής σημασίας για την αιτιολόγηση της θετικής λύσεως που ακολούθησε, το γεγονός ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα φάρμακα χορηγούνται χωρίς ιατρική συνταγή.
91. Το γεγονός αυτό μνημονεύεται πράγματι στις προαναφερθείσες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot, ο οποίος αναφέρει ότι η υποχρέωση του φαρμακοποιού περί παροχής συμβουλών έχει ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση φαρμάκων για τα οποία δεν απαιτείται ιατρική συνταγή και των οποίων ο αριθμός αυξάνεται συνεχώς, ως αποτέλεσμα των αποφάσεων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη με σκοπό τη διατήρηση της ισορροπίας των δημόσιων λογαριασμών (19).
92. Εντούτοις, στο ίδια σημείο των εν λόγω προτάσεων διευκρινίζεται ρητώς ότι η αποστολή του φαρμακοποιού δεν περιορίζεται στην πώληση φαρμάκων.
93. Κατά την άποψη του γενικού εισαγγελέα, η χορήγηση φαρμάκων απαιτεί επίσης και άλλες παροχές από την πλευρά του φαρμακοποιού, μεταξύ των οποίων –εκτός από τη δημιουργία φαρμακευτικών παρασκευασμάτων και την παροχή πληροφοριών και συμβουλών σχετικά με την ορθή λήψη των φαρμάκων– περιλαμβάνεται ο έλεγχος των ιατρικών συνταγών.
94. Από την άλλη πλευρά, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει, με τις δύο αποφάσεις που αφορούν τον κλάδο των φαρμακείων, ότι τα φάρμακα «που χορηγούνται ή λαμβάνονται για θεραπευτικούς σκοπούς» μπορούν, παρ’ όλ’ αυτά, να αποδειχθούν ιδιαιτέρως επιβλαβή για την υγεία, σε περίπτωση που λαμβάνονται χωρίς λόγο ή κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες (20).
95. Ουσιαστικά, το στοιχείο που έγκειται στην πιθανή ύπαρξη ιατρικής συνταγής, μολονότι αναφέρεται ρητώς από το Δικαστήριο, δεν κρίθηκε στην πράξη ότι αποκλείει την ιδιομορφία των φαρμάκων από την άποψη των κινδύνων που συνεπάγονται για την υγεία αν ληφθούν χωρίς λόγο ή κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες.
96. Πράγματι, και στην περίπτωση της συνταγογράφησης ιατρικών αναλύσεων, ο βιολόγος διαδραματίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο, όχι στο πλαίσιο μιας προσπάθειας υποτιμήσεως της σημασίας και του επαγγελματισμού του ιατρού που εκδίδει τη συνταγή υποβάλλοντάς τον σε ένα είδος μεταγενέστερου ελέγχου, όπως υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αλλά απλώς προς εξασφάλιση της ορθής ερμηνείας, από άποψη αναλύσεως ιατρικής βιολογίας, και της εκτελέσεως αυτού που ζητείται (ιδίως σε περίπτωση αναλύσεων ιδιαίτερα πολύπλοκου χαρακτήρα).
97. Είναι αλήθεια ότι, όπως παραδέχθηκε ρητώς κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Γαλλική Δημοκρατία, πριν από τις καινοτομίες που εισήχθησαν ειδικά για το σημείο αυτό με το νομοθετικό διάταγμα 2010-49 της 13ης Ιανουαρίου 2010 (21), ο αναλυτής δεν μπορούσε παρά να εκτελέσει τις εξετάσεις σύμφωνα με τις ενδείξεις που περιλάμβανε η συνταγή, χωρίς να μπορεί να αποστεί από αυτά που ζητούσε ο ιατρός.
98. Εντούτοις, όπως επισήμανε η καθής, πάντα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αφενός, δεν αποκλείεται ένας ασθενής να απευθυνθεί σε εργαστήριο χωρίς συνταγή, προκειμένου να πραγματοποιήσει –ενδεχομένως με δική του δαπάνη– ορισμένες εξετάσεις ιατρικής βιολογίας (22).
99. Εξάλλου, δεν αποκλείεται η δυνατότητα, στο πλαίσιο ενός διαλόγου μεταξύ του θεράποντα ιατρού και του βιολόγου, ο οποίος είναι μάλλον συνήθης στην τρέχουσα πρακτική (και τον οποίο η Επιτροπή ουσιαστικά δεν αμφισβήτησε με την απάντησή της κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση), ο βιολόγος να πραγματοποιεί ορισμένες εξετάσεις που δεν αντικαθιστούν, αλλά απλώς συμπληρώνουν, τις αρχικά προβλεφθείσες.
100. Τέλος, χωρίς πρόθεση μειώσεως καθ’ οιονδήποτε τρόπο της σημασίας του θεράποντα ιατρού, ο κίνδυνος για τη δημόσια υγεία δεν έγκειται, όπως ορθώς επισημαίνει η καθής, στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαγάγει ο ασθενής από τα λανθασμένα αποτελέσματα μιας ανάλυσης ιατρικής βιολογίας, αλλά μάλλον στις συνέπειες που μπορούν να έχουν τα αποτελέσματα αυτά, ακριβώς επειδή δεν έχουν επαληθευτεί κατάλληλα, για τις θεραπευτικές επιλογές στις οποίες θα προβεί ενδεχομένως ο ιατρός βάσει αυτών.
101. Είναι συνεπώς αναμφισβήτητο ότι, ανεξαρτήτως του ρόλου του θεράποντα ιατρού, ο βιολόγος διαδραματίζει ασφαλώς πρωταγωνιστικό ρόλο όσον αφορά το επίπεδο της απαιτούμενης επαγγελματικότητας σε όλα τα στάδια πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τη δραστηριότητα αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
102. Συμπερασματικά, από την άποψη αυτή, η οποία συνδέεται ειδικά με τους κινδύνους που ανακύπτουν για την υγεία λόγω της ασκήσεως συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας από πρόσωπα που δεν έχουν ειδικά προσόντα, δεν μπορεί παρά να συναχθεί η απόλυτη ομοιότητα μεταξύ της δραστηριότητας του φαρμακοποιού και της δραστηριότητας του βιολόγου που πραγματοποιεί αναλύσεις, η οποία, αντιθέτως, είναι εντελώς διαφορετική από τη δραστηριότητα του οπτικού.
103. Πράγματι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, μολονότι η εκτέλεση της παροχής κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες ασφαλώς ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες, ακόμα και για τη σωματική υγεία του χρήστη, είναι προφανές ότι η σοβαρότητα των συνεπειών αυτών είναι εντελώς διαφορετική, πράγμα που δύσκολα επιτρέπει την εξομοίωση των δύο καταστάσεων την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή.
104. Η Επιτροπή υποστήριξε επίσης, για πρώτη φορά με το υπόμνημά της απαντήσεως (σημείο 29), ότι ο κλάδος των εργαστηρίων αναλύσεων, σε αντίθεση από τον κλάδο των φαρμακείων, χαρακτηρίζεται από την ανάγκη σημαντικών οικονομικών επενδύσεων. Η ταχεία εξέλιξη των τεχνολογιών και η ανάγκη να εφαρμόζονται σε ολοένα και μεγαλύτερο αριθμό ασθενειών απαιτεί ιδιαίτερα υψηλές εισφορές κεφαλαίων.
105. Αντιθέτως, αυτό δεν ισχύει για τα φαρμακεία, τα οποία δεν απαιτούν εγκαταστάσεις τεχνικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι το σύνολο σχεδόν των φαρμάκων παρασκευάζεται αλλού.
106. Η προσφεύγουσα (23) υπογραμμίζει συνεπώς ότι η απαγόρευση ανοίγματος, ο περιορισμός, δηλαδή, της προσβάσεως όσον αφορά τα κεφάλαια των επενδυτών που δεν έχουν προσόντα βιολόγου αποτελεί τροχοπέδη για τη δημιουργία εργαστηρίων ιατρικής βιολογίας από βιολόγους που δεν έχουν επαρκείς οικονομικούς πόρους.
107. Ισχυρίζεται επίσης ότι τίποτα δεν αποδεικνύει ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά παράγοντα ποιότητας. Αντιθέτως, από τα αποτελέσματα επιθεωρήσεων προκύπτει ότι τα σοβαρότερα λάθη παρουσιάζονται σε εργαστήρια τα οποία διαχειρίζεται ένα πρόσωπο και στα οποία το 100 % του κεφαλαίου βρίσκεται στα χέρια του βιολόγου που ασκεί τη δραστηριότητά του σε αυτά.
108. Κατά την άποψή της, οι περιορισμοί σχετικά με το εταιρικό κεφάλαιο, μολονότι θεσπίστηκαν ως μορφή προστασίας, στην πραγματικότητα οδήγησαν σε χειροτέρευση της ποιότητας των υπηρεσιών.
109. Μεταξύ άλλων, δεν στάθηκε δυνατό θα πραγματοποιηθούν οι συνενώσεις που θα επέτρεπαν να επιτευχθούν διαστάσεις τέτοιες ώστε να εξασφαλίζεται αυτή η ποιότητα ή ακόμα και να πραγματοποιηθούν οι οικονομίες κλίμακας που θα επέτρεπαν τον περιορισμό του κόστους των αναλύσεων, και συνεπώς και της επιβάρυνσης για το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων.
110. Στην πραγματικότητα, όπως ορθώς επισημαίνει η Γαλλική Δημοκρατία με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν στοιχειοθετούνται από τα έγγραφα στα οποία παραπέμπει η Επιτροπή: ειδικότερα, στην έκθεση για το σχέδιο μεταρρυθμίσεως του κλάδου του Σεπτεμβρίου 2008 (όπως αναφέρει και η ίδια η Επιτροπή στο υπόμνημά της απαντήσεως) αναφέρεται ότι η μέση ποιότητα των εργαστηρίων ιατρικής βιολογίας στη Γαλλία είναι ικανοποιητική, και ειδικότερα «από καλή έως εξαιρετική» προσφεύγουσα (24).
111. Αλλά και τα επιχειρήματα σχετικά με τις θετικές επιπτώσεις του πλήρους ανοίγματος σε εξωτερικά κεφάλαια, καθώς και των πιθανών συνενώσεων και των ενδεχόμενων οικονομιών κλίμακας, θεμελιώνονται σε καθαρές υποθέσεις που δεν βασίζονται σε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο, η δε προσφεύγουσα δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά (25).
112. Επίσης, είναι προφανές ότι η επιβάρυνση για το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων εξαρτάται, ασχέτως του κόστους κάθε εξέτασης για το εργαστήριο, από την αμοιβή την οποία αποφασίζει να καταβάλει το Δημόσιο για κάθε παροχή ιατρικών αναλύσεων. Δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταται κάποια σχέση μεταξύ του ύψους της εν λόγω αμοιβής και του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των εργαστηρίων. Συνεπώς, και επ’ αυτού του ζητήματος, οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας παραμένουν αναπόδεικτοι.
113. Μάλιστα η αναζήτηση ολοένα και μεγαλύτερης αποδόσεως των επενδεδυμένων κεφαλαίων πιθανόν θα οδηγούσε τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε εταιρίες αναλύσεων απλώς και μόνο για λόγους οικονομικής επενδύσεως να αυξήσουν τον αριθμό των πραγματοποιούμενων εξετάσεων ή τουλάχιστον των εξετάσεων που μπορούν να εξασφαλίσουν υψηλότερη αμοιβή (26), προκαλώντας έτσι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, την αύξηση του κόστους για το Δημόσιο.
114. Εν κατακλείδι, εφόσον γίνεται δεκτό ότι υπάρχει ομοιότητα, όσον αφορά τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, μεταξύ του φαρμακευτικού κλάδου και του κλάδου των αναλύσεων ιατρικής βιολογίας και αποκλείεται το ενδεχόμενο η ανάγκη για μεγαλύτερες επενδύσεις στα εργαστήρια να προκαλεί πραγματική διαφοροποίηση του κλάδου αυτού, δεν μένει παρά να αναλυθεί η αιτιολόγηση του επίδικου περιορισμού της ελευθερίας εγκαταστάσεως υπό το πρίσμα των αρχών τις οποίες έχει διακηρύξει το Δικαστήριο με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του.
– Η συνακόλουθη εφαρμογή των σχετικών αρχών
115. Στο πλαίσιο της πρώτης από τις δύο παράλληλες δίκες κατόπιν των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 19ης Μαΐου 2009 και αφορούσαν τους περιορισμούς στη διεξαγωγή της δραστηριότητας του φαρμακοποιού, το Δικαστήριο, απαντώντας στο προδικαστικό ερώτημα που του είχε τεθεί, αποφάνθηκε ότι τα άρθρα 43 ΕΚ και 48 ΕΚ δεν απαγορεύουν εθνική νομοθετική ρύθμιση, όπως η επίδικη στην κύρια δίκη, μη επιτρέπουσα σε πρόσωπα τα οποία δεν έχουν την ιδιότητα του φαρμακοποιού να διατηρούν και να εκμεταλλεύονται φαρμακείο (27).
116. Με τη δεύτερη απόφαση, το Δικαστήριο απέρριψε, με την ίδια επιχειρηματολογία, την προσφυγή που άσκησε σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ η Επιτροπή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, προβάλλοντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που επιτρέπουν την εκμετάλλευση ιδιωτικών φαρμακείων λιανικής πωλήσεως μόνο στα φυσικά πρόσωπα που έχουν πτυχίο φαρμακευτικής και στις εταιρίες των οποίων οι εταίροι είναι αποκλειστικά φαρμακοποιοί, παρέβη τις προαναφερθείσες διατάξεις της Συνθήκης (28).
117. Η επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι ο χαρακτήρας των φαρμάκων είναι όλως ιδιάζων, δεδομένου ότι οι θεραπευτικές ιδιότητές τους τα διαφοροποιούν ουσιαστικά από τα λοιπά προϊόντα (29). Οι θεραπευτικές αυτές ιδιότητες έχουν ως αποτέλεσμα ότι, σε περίπτωση που τα φάρμακα λαμβάνονται χωρίς λόγο ή κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες, ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη της υγείας, χωρίς ο ασθενής να είναι σε θέση να το αντιληφθεί κατά τη χορήγηση των φαρμάκων (30).
118. Επιπλέον, η υπερβολική λήψη φαρμάκων ή η λήψη φαρμάκων κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες συνεπάγεται σπατάλη οικονομικών πόρων, η οποία είναι ακόμη πιο επιζήμια αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο φαρμακευτικός κλάδος συνεπάγεται σημαντικά έξοδα και πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυξανόμενες ανάγκες, ενώ οι διαθέσιμοι για την υγειονομική περίθαλψη οικονομικοί πόροι είναι πεπερασμένοι, ασχέτως του τρόπου χρηματοδοτήσεως (31).
119. Λαμβανομένης υπόψη της δυνατότητας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν να διανέμονται τα φάρμακα από φαρμακοποιούς που χαίρουν πραγματικής επαγγελματικής ανεξαρτησίας, καθώς και να λαμβάνουν μέτρα ικανά να εξαλείψουν ή να περιορίσουν τους κινδύνους που μπορούν να πλήξουν την ανεξαρτησία αυτή.
120. Ειδικότερα, μολονότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο επαγγελματίας φαρμακοποιός ασκεί, όπως και άλλα πρόσωπα, κερδοσκοπική δραστηριότητα, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν διαχειρίζεται το φαρμακείο με οικονομικό αποκλειστικά σκοπό, αλλά και στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής οπτικής. Το ιδιωτικό του συμφέρον, το οποίο συνδέεται με την πραγματοποίηση κέρδους, αντισταθμίζεται συνεπώς από την κατάρτισή του, την επαγγελματική εμπειρία του και την ευθύνη που τον βαρύνει, λαμβανομένου υπόψη ότι ενδεχόμενη παράβαση των νομοθετικών ή των δεοντολογικών διατάξεων δεν θα έθετε σε κίνδυνο μόνον την αξία της επένδυσής του, αλλά και την επαγγελματική του ζωή.
121. Αντιθέτως προς τους φαρμακοποιούς, οι μη φαρμακοποιοί εξ ορισμού δεν έχουν κατάρτιση, εμπειρία και ευθύνη ισοδύναμη με εκείνη των φαρμακοποιών. Συνεπώς, δεν παρέχουν τις ίδιες εγγυήσεις με τους φαρμακοποιούς.
122. Για τους λόγους αυτούς, τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του προαναφερθέντος περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτουν, μπορούν να θεωρήσουν ότι η εκμετάλλευση φαρμακείων από μη φαρμακοποιούς, σε αντίθεση προς την εκμετάλλευση φαρμακείων από φαρμακοποιούς, ενδέχεται να αντιπροσωπεύει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ειδικότερα για την ασφάλεια και την ποιότητα της λιανικής διανομής των φαρμάκων, δεδομένου ότι η επίτευξη κέρδους στο πλαίσιο αυτής της εκμεταλλεύσεως δεν αντισταθμίζεται από άλλα στοιχεία (32).
123. Όλη αυτή η συλλογιστική, όπως προανέφερα, μπορεί να εφαρμοστεί, με κατάλληλη προσαρμογή, και στον τομέα των αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, πράγμα που δικαιολογεί την υιοθέτηση της ίδιας νομικής λύσεως.
124. Πράγματι, δεδομένου ότι οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία, και συνεπώς και το προστατευόμενο συμφέρον, είναι ίδιοι, μπορεί κατ’ αρχήν να γίνει δεκτό ότι κάθε κράτος μέλος μπορεί να θεσπίσει, και όσον αφορά τη διαχείριση των εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, ανάλογους περιορισμούς σχετικούς με τα υποκειμενικά προσόντα του προσώπου που ασκεί τη δραστηριότητα αυτή, όπως συνέβη στη Γαλλία.
125. Προφανώς, θα πρέπει να εκτιμηθεί αν η ειδική τυπολογία του προβλεπόμενου περιορισμού ως προς την κυριότητα των μεριδίων εταιρικής συμμετοχής, η οποία περιορίζεται με βάση τα υποκειμενικά προσόντα του ενδιαφερομένου, μπορεί να θεωρηθεί κατάλληλη και αναλογική σε σχέση με τον σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας.
126. Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μια εθνική νομοθεσία είναι κατάλληλη για την υλοποίηση του σκοπού προστασίας της δημόσιας υγείας μόνον αν συμβάλλει πράγματι στην προσπάθεια υλοποίησής του κατά τρόπο συνεπή και αποτελεσματικό (33).
– Οι λόγοι που επιβάλλουν θετική λύση· ειδικότερα, η ανεξαρτησία λήψεως των αποφάσεων του βιολόγου
127. Όπως προαναφέρθηκε, η Επιτροπή δεν θεωρεί κατάλληλο τον τύπο περιορισμού που έχει θεσπίσει η Γαλλική Δημοκρατία. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα επικαλείται την επιχειρηματολογία που αναλύθηκε στις προτάσεις επί της υποθέσεως της σχετικής με την ελληνική νομοθεσία περί του επαγγέλματος του οπτικού (34).
128. Εν προκειμένω, θα αρκούσε να επιβληθεί απλώς, στο πλαίσιο της σχέσεως μεταξύ του εργαστηρίου και των εξωτερικών χρηστών, η παρουσία προσώπου που έχει τα απαραίτητα τεχνικά προσόντα λόγω της κατάλληλης επαγγελματικής καταρτίσεώς του. Αντιθέτως, η πτυχή αυτή δεν ασκεί επιρροή σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρίας που διατηρεί εργαστήριο αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
129. Στην πραγματικότητα, όπως ορθώς επισημαίνει η καθής, ο γενικός εισαγγελέας Y. Bot, επισημαίνει με τις προτάσεις του της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σε σχέση με την ίδια επιχειρηματολογία της Επιτροπής, ότι το επιχείρημα κατά το οποίο πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εσωτερικών και των εξωτερικών πτυχών δεν κρίνεται πειστικό.
130. Πράγματι, κατά τις εν λόγω προτάσεις, «το πρόσωπο που διατηρεί φαρμακείο, ως ιδιοκτήτης και εργοδότης ταυτόχρονα, επηρεάζει αναπόφευκτα, κατά τη γνώμη μου, την πολιτική που ακολουθείται ως προς τη διάθεση των φαρμάκων. Επομένως, η επιλογή του Ιταλού νομοθέτη, να συνδέσει την επαγγελματική επάρκεια με την οικονομική ιδιοκτησία του φαρμακείου, δικαιολογείται υπό το πρίσμα του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας» (35).
131. Στην πραγματικότητα, στο μέτρο κατά το οποίο ο βιολόγος που απασχολείται σε εργαστήριο αναλύσεων είναι υποχρεωμένος να εφαρμόσει τις οδηγίες εργοδότη ο οποίος δεν διαθέτει ανάλογα επαγγελματικά προσόντα, ασφαλώς ανακύπτει ο κίνδυνος ο εργοδότης να δώσει προτεραιότητα στα εταιρικό οικονομικό συμφέρον έναντι των πραγματικών απαιτήσεων του ασθενή, και συνεπώς έναντι της δημόσιας υγείας.
132. Δεν μπορεί συνεπώς να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο ιδιοκτήτης μη βιολόγος να προσπαθήσει να αποφύγει εξετάσεις λιγότερο αποδοτικές από οικονομικής απόψεως ή περισσότερο πολύπλοκες, ή ακόμα και να έχει την τάση, πάντα για καθαρά οικονομικούς λόγους, να μη δίνει τη δέουσα προσοχή στον απαιτούμενο εξοπλισμό.
133. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με το υπόμνημά της απαντήσεως (σημείο 48), και ο βιολόγος που απασχολείται σε εργαστήριο αναλύσεων το οποίο διαχειρίζονται, όσον αφορά τη λήψη των αποφάσεων, ιδιοκτήτες που δεν είναι βιολόγοι υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να τηρεί τους επαγγελματικούς δεοντολογικούς κανόνες.
134. Η επισήμανση αυτή, εντούτοις, είναι καθαρώς τυπική, διότι ασφαλώς, στο ουσιαστικό επίπεδο, η διαπλοκή μεταξύ της υπάρξεως σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, η οποία συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση υποχρεώσεις έναντι του εργοδότη, και των δεοντολογικών καθηκόντων οδηγεί στην πράξη σε περιστολή των εγγυήσεων τηρήσεως, κατά την άσκηση της δραστηριότητας έναντι του χρήστη, του πρωταρχικού επιθυμητού στόχου: της υγείας του χρήστη.
135. Εξάλλου, το Δικαστήριο, στην υπόθεση που αφορούσε τη δραστηριότητα του οπτικού, την οποία επικαλέστηκε κατ’ επανάληψη η προσφεύγουσα, δεν έλαβε υπόψη την εξαιρετικά σημαντική προστιθέμενη αξία η οποία έγκειται στο ότι η εξουσία λήψης αποφάσεων ανατίθεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα τα οποία, λόγω της ειδικής κατάρτισής τους και λόγω του ότι υπόκεινται σε πολύ συγκεκριμένους δεοντολογικούς κανόνες, παρέχουν περισσότερες εγγυήσεις σχέση με το προστατευόμενο πρωταρχικό αγαθό.
136. Το γεγονός αυτό όμως, όπως υπογραμμίστηκε, αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο που αποκλείει την αξία της αποφάσεως αυτής ως νομολογιακού προηγούμενου καθοριστικής σημασίας για την επίλυση της διαφοράς που καλείται να κρίνει το Δικαστήριο.
3. Η ασυνέπεια της ισχύουσας νομοθεσίας και η προστασία του ίδιου γενικού συμφέροντος μέσω λιγότερο περιοριστικών μέτρων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
137. Στο σημείo αυτό θα πρέπει να εξακριβωθεί αν, λαμβανομένου υπόψη του γενικού πλαισίου του συστήματος, τόσο όσον αφορά την ισχύουσα νομοθεσία όσο και την πρακτική εφαρμογή της, η λύση την οποία προεπέλεξε η Γαλλική Δημοκρατία παρουσιάζει ή όχι στοιχεία ουσιαστικής ασυνέπειας.
138. Επίσης, θα πρέπει να εκτιμηθεί αν υπάρχει το ενδεχόμενο να προστατευθεί το ίδιο συμφέρον με ένα ή περισσότερα μέτρα που να περιορίζουν λιγότερο τις θεμελιώδεις ελευθερίες τις οποίες προβλέπει η Συνθήκη ΕΕ, και ειδικότερα την ελευθερία εγκαταστάσεως.
139. Συναφώς, η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι η μη πρόβλεψη από τον Γάλλο νομοθέτη διαρκούς επιτόπιας παρουσίας βιολόγου κατά τις ώρες λειτουργίας των εργαστηρίων, αντιθέτως προς ό,τι ισχύει για τα φαρμακεία, αποτελεί σαφές στοιχείο ασυνέπειας της νομοθεσίας που διέπει τον κλάδο.
140. Τον ισχυρισμό αυτό αντικρούει η καθής, η οποία υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η παρουσία αυτή προβλέπεται –αν όχι τυπικά, τουλάχιστον εν τοις πράγμασι– από ορισμένες ειδικές διατάξεις του κώδικα δημόσιας υγείας (36). Μεταξύ άλλων, υποχρέωση πραγματικής παρουσίας δεν προβλέπεται ούτε για τους φαρμακοποιούς, όπως έχει διευκρινίσει το Δικαστήριο με μία από τις προαναφερθείσες αποφάσεις που αφορούν τον κλάδο.
141. Επίσης, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, ο ίδιος σκοπός διατηρήσεως της ανεξαρτησίας λήψεως αποφάσεων του διευθυντή εργαστηρίου αναλύσεων ιατρικής βιολογίας επιδιώκεται και με άλλες διατάξεις της γαλλικής νομοθεσίας, οι οποίες μάλιστα είναι καταλληλότερες για την επίτευξή του.
142. Η προσφεύγουσα επικαλείται τους μηχανισμούς υποκειμενικής ασυμβατότητας, την τεχνική και ποιοτική πλαισίωση και τους συνακόλουθους μηχανισμούς επιθεωρήσεων από ιατρούς και φαρμακοποιούς.
143. Επίσης, η Επιτροπή υποστηρίζει, για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως (σημείο 36) ότι σημαντικός αριθμός μεγάλων εργαστηρίων, ή μάλλον δικτύων εργαστηρίων, στη Γαλλία έχει διαρθρωθεί κατά τρόπον ώστε να έχει πρόσβαση σε «εξωτερικά» κεφάλαια –τα οποία προέρχονται από μη βιολόγους– σε ποσοστό ανώτερο του 25 %.
144. Το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται στη λειτουργία ενός μηχανισμού αποσυνδέσεως των δικαιωμάτων ψήφου από τα οικονομικά δικαιώματα, ο οποίος εξασφαλίζει ότι η ψήφος του βιολόγου αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο διοικητικό συμβούλιο και σε άλλες περιπτώσεις, στις οποίες λαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν τη λειτουργία και την οργάνωση των εργαστηρίων.
145. Όπως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα, μόλις ενημερωθεί ο επαγγελματικός φορέας των φαρμακοποιών και οι γαλλικές αρχές, οι δομές αυτές θα εγκριθούν και θα τους επιτραπεί η άσκηση της δραστηριότητας ιατρικών αναλύσεων, διότι θεωρούνται συμβατές με τη γαλλική νομοθεσία.
146. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, συνεπώς, ότι, από την άποψη αυτή, υπάρχει κυρίως, για άλλη μια φορά, προφανής ασυμβατότητα μεταξύ των διακηρυσσόμενων αρχών και της πρακτικής εφαρμογής τους. Όπως επισημάνθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γαλλική Δημοκρατία δεν εξασφάλισε τον σεβασμό μιας αρχής την οποία η ίδια δηλώνει ότι είναι θεμελιώδης για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των βιολόγων.
147. Από μια άλλη άποψη, ένας μηχανισμός αποσυνδέσεως του προαναφερθέντος τύπου θα μπορούσε να ανταποκριθεί, από την προοπτική της αναλογικότητας, στις απαιτήσεις που επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης, και ιδίως στις απαιτήσεις που επιβάλλει η ανάγκη να διασφαλιστεί το δικαίωμα εγκαταστάσεως.
148. Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι αυτή η συλλογιστική παρουσιάζεται στο προαναφερθέν σχέδιο μεταρρυθμίσεως της ιατρικής βιολογίας, το οποίο προϋποθέτει ακριβώς τη θέσπιση μηχανισμού λήψεως αποφάσεων ανάλογου με τον προαναφερθέντα.
149. Ουσιαστικά, σύστημα αυτού του τύπου –αν υπάρξει– θα αποτελεί στοιχείο έκδηλης διάψευσης και ασυνέπειας σε σχέση με τις δηλώσεις του καθού κράτους μέλους, ενώ, αν δεν έχει τεθεί ακόμα σε εφαρμογή, αποτελεί ένα ασφαλώς λιγότερο περιοριστικό μέτρο που μπορεί να γίνει νοητό και είναι επιθυμητό, ικανό να καταστήσει απρόσφορους τους περιορισμούς που αφορούν την πρόσβαση στο κεφάλαιο.
150. Η συγκεκριμένη αυτή πτυχή δεν αμφισβητήθηκε με το μεταγενέστερο υπόμνημα ανταπαντήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας, το οποίο σιωπά ως προς το σημείο αυτό. Η Γαλλική Δημοκρατία προέβη σε ορισμένες διευκρινίσεις επί της ουσίας μόνο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαρτίου 2010, απαντώντας στο ερώτημα που της τέθηκε ειδικά, σύμφωνα με το άρθρο 54α του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, με επιστολή της 10ης Φεβρουαρίου 2010.
151. Όπως ισχυρίστηκε η καθής, λαμβανομένου υπόψη ότι τουλάχιστον το 75 % του κεφαλαίου εταιρίας που έχει συσταθεί για την από κοινού άσκηση της δραστηριότητας διαχείρισης εργαστηρίου αναλύσεων ιατρικής βιολογίας πρέπει να ανήκει σε βιολόγους, οι τελευταίοι μπορούν να είναι τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα.
152. Το δε κεφάλαιο των εταιριών αυτών, οι οποίες ως επί το πλείστον έχουν συσταθεί υπό μορφή εταιρίας ελεύθερων επαγγελματιών, υπόκειται στο ίδιο όριο του 75 %, το οποίο αφορά τόσο τους βιολόγους φυσικά πρόσωπα όσο και τα νομικά πρόσωπα τα οποία εξομοιώνονται με τους εν λόγω επαγγελματίες και τα οποία μας ενδιαφέρουν περισσότερο εν προκειμένω.
153. Αν αυτά τα νομικά πρόσωπα προέρχονταν από άλλα κράτη μέλη της Ένωσης –στα οποία δεν υφίστανται περιορισμοί όσον αφορά τη συμμετοχή σε εταιρίες που συνιστώνται για την από κοινού άσκηση της δραστηριότητας διαχειρίσεως εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας–, θα υπήρχε η περίπτωση το κεφάλαιο των εταιριών να βρίσκεται κατά ποσοστό πολύ μεγαλύτερο του 25 % –ή ακόμα και στο σύνολό του– στα χέρια προσώπων που δεν διαθέτουν τα προσόντα του βιολόγου.
154. Η Γαλλική Δημοκρατία ανέφερε, ιδίως, την Ιρλανδία ή την Ισπανία όπου, κατά τους ισχυρισμούς της, ελλείψει νομικών περιορισμών, το κεφάλαιο νομικού προσώπου που διαθέτει τα προσόντα βιολόγου και το οποίο έχει συσταθεί για τον προαναφερθέντα σκοπό μπορεί να βρίσκεται κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 25 % στα χέρια μη βιολόγων, για παράδειγμα ορισμένων επενδυτικών κεφαλαίων.
155. Στην περίπτωση αυτή υπάγονται τουλάχιστον δύο από τις περιπτώσεις τις οποίες ανέφερε η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεώς της, και ειδικότερα τα εργαστήρια τα οποία διαχειρίζονται οι εταιρίες Biomnis (το εταιρικό κεφάλαιο ανήκει κατά ποσοστό μεγαλύτερο του 50 % σε ιρλανδικό νομικό πρόσωπο που έχει την ιδιότητα του βιολόγου και το κεφάλαιο του οποίου ανήκει στο σύνολό του, ή τουλάχιστον κατά ποσοστό 80 %, σε επενδυτικό κεφάλαιο) και Unilabs (ελβετική εταιρία στην οποία συμμετέχουν μη βιολόγοι, η οποία διαχειρίζεται ορισμένες εταιρίες που διατηρούν εργαστήρια στην Ισπανία τα οποία, με τη σειρά τους, διαχειρίζονται εργαστήρια στη Γαλλία).
156. Είναι αλήθεια ότι, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Δημοκρατία, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να δημιουργηθεί κίνδυνος καταστρατηγήσεως του νόμου, αλλά κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αναπόφευκτη συνέπεια τις υποχρεώσεως τηρήσεως των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί έναντι της Ένωσης, εφόσον πρόκειται για εταιρίες που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.
157. Πρόκειται για μια μορφή του μάλλον πρόσφατου φαινομένου των διακρίσεων «a contrario»: ασφαλώς, η Επιτροπή δεν μπορεί να προσάψει στην καθής ότι αναγνωρίζει σε εταιρία που διαχειρίζεται εργαστήριο στην Ιρλανδία ή στην Ισπανία, το δικαίωμα να ασκεί την ίδια δραστηριότητα στη Γαλλία.
158. Αντιθέτως, στις άλλες δύο περιπτώσεις τις οποίες αναφέρει η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεώς της, δηλαδή στις περιπτώσεις των εργαστηρίων Cerba και Labco, τηρήθηκε πλήρως το όριο συμμετοχής 25 % για τους μη βιολόγους, όπως προκύπτει, όσον αφορά τη δεύτερη από τις δύο περιπτώσεις, από άρθρο εφημερίδας το οποίο προσκομίζει η Επιτροπή.
159. Όσον αφορά το προαναφερθέν εναλλακτικό μέτρο αποσυνδέσεως της οικονομικής συμμετοχής από τα δικαιώματα ψήφου, η καθής επεσήμανε ιδίως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι η Επιτροπή προέβαλε εκπρόθεσμα το επιχείρημα με το υπόμνημα απαντήσεώς της, αφήνοντας στο Δικαστήριο τη φροντίδα να εξακριβώσει αν πρόκειται για νέο αίτημα ή για νέο λόγο που πρέπει να κριθεί εκπρόθεσμος.
160. Επί της ουσίας, η Γαλλική Δημοκρατία, στο πλαίσιο πάντα της απαντήσεως που έδωσε στο ερώτημα το οποίο της είχε τεθεί γραπτώς, υποστήριξε ότι το εν λόγω μέτρο –λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου ελιγμών που θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να της αναγνωριστεί στον τομέα της δημόσιας υγείας– δεν είναι σε καμία περίπτωση επαρκές σε σχέση με τον σκοπό που επιδιώκεται.
161. Πράγματι, δεν πρέπει να υποτιμηθεί η πίεση την οποία θα μπορούσαν να ασκήσουν οι τρίτοι που διαθέτουν την πλειοψηφία του κεφαλαίου στους βιολόγους οι οποίοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στα εργαστήρια και οι οποίοι θα κινδύνευαν να χάσουν την ανεξαρτησία τους, μολονότι θα διέθεταν τις περισσότερες ψήφους.
162. Τέλος, αυτός ο μηχανισμός αποσυνδέσεως υφίσταται πράγματι στη Γαλλία αποκλειστικά και μόνο για ορισμένα είδη εταιριών –και μάλιστα όχι για τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης– και αφορά αποκλειστικώς τις σχέσεις μεταξύ των βιολόγων που ασκούν τη δραστηριότητά τους στα εργαστήρια και των «εξωτερικών» βιολόγων. Αφορά, δηλαδή, κατάσταση εντελώς διαφορετική, και συνεπώς δεν ασκεί επιρροή στον κανόνα του ορίου 25 %, το οποίο αφορά τους μη βιολόγους.
163. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή αντέκρουσε τον ισχυρισμό ότι όσα υποστηρίζει με το υπόμνημα απαντήσεώς της σχετικά με τους μηχανισμούς αποσυνδέσεως των οικονομικών δικαιωμάτων από τα δικαιώματα ψήφου συνιστά νέα αιτίαση ή νέο λόγο και υποστήριξε ότι, αντιθέτως, πρόκειται για τη διαπίστωση μιας πραγματικότητας την οποία η καθής αποσιώπησε καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής, αλλά και κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
164. Επί της ουσίας, υπογράμμισε ότι η αρχή του σεβασμού του ορίου του 25 % του κεφαλαίου, η οποία όπως ισχυρίζεται η καθής αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο για την εξασφάλιση της ελευθερίας λήψης αποφάσεων των βιολόγων, και συνεπώς της δημόσιας υγείας δεν τηρείται στις περιπτώσεις που ανέφερε.
165. Όσον αφορά επίσης τα άλλα, λιγότερο περιοριστικά, μέτρα τα οποία ανέφερε η Επιτροπή (και συγκεκριμένα τις υποκειμενικές ασυμβατότητες, την τεχνική και ποιοτική πλαισίωση και τους συνακόλουθους μηχανισμούς επιθεωρήσεων εκ μέρους ιατρών και φαρμακοποιών), η καθής ισχυρίστηκε ότι αυτά δεν επαρκούν σε καμία περίπτωση για την επίτευξη του σκοπού της ανεξαρτησίας λήψεως αποφάσεων του βιολόγου, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας.
β) Εκτίμηση
166. Προς θεμελίωση των ισχυρισμών της σχετικά με την ασυνέπεια της συνολικής διαρθρώσεως του γαλλικού συστήματος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η νομοθεσία που ισχύει στη Γαλλία τυπικώς δεν προβλέπει –ούτε καν στα άρθρα L.6211-1 και L.6221-9 τα οποία επικαλείται η καθής– υποχρέωση συνεχούς παρουσίας του βιολόγου στο εργαστήριο κατά τις ώρες λειτουργίας του, αλλά επιτρέπει η δραστηριότητα να ασκείται μόνον από το τεχνικό προσωπικό.
167. Δεδομένου ότι το γράμμα των διατάξεων αυτών, όπως ισχύουν σήμερα, διαφέρει από το γράμμα των διατάξεων στις οποίες βασίστηκε η επιχειρηματολογία των διαδίκων, διευκρινίζεται ότι, ως είχαν τότε, οι εν λόγω κανόνες προέβλεπαν ορισμένες αρχές οι οποίες ασφαλώς ήσαν συνεπείς με τον επιδιωκόμενο σκοπό της προστασίας της δημόσιας υγείας.
168. Ειδικότερα, το άρθρο L.6211-1 προβλέπει (ή καλύτερα προέβλεπε) την αρχή ότι οι αναλύσεις μπορούν να πραγματοποιούνται μόνο σε εργαστήρια αναλύσεων ιατρικής βιολογίας υπό την ευθύνη των διευθυντών των εργαστηρίων και των αναπληρωτών τους. Το άρθρο L.6221-9 προβλέπει (ή καλύτερα προέβλεπε) ότι οι διευθυντές και οι αναπληρωτές διευθυντές πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους προσωπικά και πραγματικά.
169. Μολονότι είναι αλήθεια ότι ο νόμος δεν προβλέπει υποχρέωση διαρκούς παρουσίας του διευθυντή-βιολόγου στο εργαστήριο, είναι απολύτως σαφές ότι η εθνική νομοθεσία επιβάλλει να ασκεί διευθυντής –πράγματι– τον αποτελεσματικό έλεγχο της όλης δραστηριότητας του εργαστηρίου, ως άμεσα υπεύθυνος, χωρίς να μπορεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να αναθέσει τα εν λόγω επαγγελματικά καθήκοντα σε τρίτους.
170. Κατόπιν τούτου, οι διατάξεις αυτές δεν είναι αντίθετες –ή ασυνεπείς– προς τον σκοπό της μεγαλύτερης δυνατής προστασίας της δημόσιας υγείας τον οποίον επικαλείται του καθού κράτος μέλος.
171. Εξάλλου, όπως ορθώς υποστηρίζει η καθής, η παραδοχή στην οποία θεμελιώνεται η συγκριτική επιχειρηματολογία στην οποία βασίζεται η Επιτροπή προκειμένου να αντικρούσει τη συνέπεια της ρυθμίσεως του κλάδου, δηλαδή η ύπαρξη απόλυτης υποχρεώσεως πραγματικής παρουσίας του φαρμακοποιού στο κτίριο όπου διεξάγεται η σχετική δραστηριότητα.
172. Πράγματι, το άρθρο L.5125-21 του κώδικα δημόσιας υγείας απλώς προβλέπει ότι ένα φαρμακείο δεν μπορεί να παραμένει ανοικτό αν ο ιδιοκτήτης του δεν έχει φροντίσει για την ύπαρξη αντικαταστάτη του, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο R 4235-13, η προσωπική άσκηση του επαγγέλματος, η οποία συνιστά υποχρέωση του φαρμακοποιού, έγκειται στο ότι πρέπει να εκτελεί ο ίδιος τις πράξεις που ανάγονται στο επάγγελμά του, ή έστω να εποπτεύει προσεκτικά την εκτέλεσή τους (37).
173. Πρόκειται για υποχρεώσεις απολύτως όμοιες με τις προβλεπόμενες για διευθυντή εργαστηρίου ιατρικών αναλύσεων, συνεπώς δεν υπάρχει κανένα στοιχείο ασυνέπειας, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι σχετικές παρατηρήσεις της οποίας δεν είναι ακριβείς.
174. Επίσης, όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής πιθανών λιγότερο περιοριστικών μέτρων, είναι σκόπιμο να επισημανθεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται στα κράτη μέλη, εντός των ορίων που επιβάλλει η Συνθήκη, να αποφασίζουν για το επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας που επιθυμούν να διασφαλίσουν και για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να επιτευχθεί το επίπεδο αυτό (38).
175. Πέραν αυτού, και δεδομένου ότι το επίπεδο αυτό μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τα κράτη μέλη, πρέπει να τους αναγνωρίζεται περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του τρόπου τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας (39) και, κατά συνέπεια, το γεγονός ότι κράτος μέλος επιβάλλει κανόνες λιγότερο αυστηρούς από εκείνους που επιβάλλει άλλο κράτος μέλος δεν σημαίνει ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι αναλογικοί (40).
176. Για τη θεμελίωση των ισχυρισμών της σχετικά με την υποτιθέμενη ύπαρξη κλαδικών μέτρων κατάλληλων για την επίτευξη του σκοπού τον οποίο δηλώνει ότι επιδιώκει το καθού κράτος μέλος, η προσφεύγουσα παραπέμπει ιδίως στο άρθρο 12 του διατάγματος 92-545 της 17ης Ιουνίου 1992, το οποίο θεσπίζει απαγόρευση της συμμετοχής ορισμένων ειδικών κατηγοριών φυσικών ή νομικών προσώπων στο κεφάλαιο των εν λόγω εταιριών.
177. Πρόκειται για απαγόρευση που συνδέεται με το γεγονός ότι τα πρόσωπα αυτά, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, εκπροσωπούν συμφέροντα που, κατά κάποιο τρόπο, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την ελεύθερη άσκηση της δραστηριότητας του εργαστηρίου (41).
178. Οι απαγορεύσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλες σε περιπτώσεις στις οποίες χρειάζεται απλώς να αποφευχθεί ο ανεπίτρεπτος επηρεασμός της εταιρικής δραστηριότητας από ένα διαφορετικό συμφέρον –το οποίο δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται, δεδομένου ότι συνδέεται αντικειμενικά με τα προσωπικά χαρακτηριστικά του δυνητικού συμμετέχοντα στο εταιρικό κεφάλαιο.
179. Αντιθέτως, είναι ανεπαρκείς όταν χρειάζεται να διασφαλιστεί πραγματικά ανεξάρτητη εταιρική διαχείριση από συμμετέχοντες στο κεφάλαιο, οι οποίοι έχουν τα προσόντα του βιολόγου, πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, ακόμα και ανεξαρτήτως της ύπαρξης συγκρούσεως συμφερόντων, την οποία θεωρεί δεδομένη η ισχύουσα νομοθεσία.
180. Για τους λόγους αυτούς, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαίτερα υψηλού βαθμού προστασίας της δημόσιας υγείας που επιθυμεί να εξασφαλίσει, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της, η Γαλλική Δημοκρατία, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι το σύστημα τυπικής ασυμβατότητας το οποίο προβλέπει το άρθρο 12 του διατάγματος 92-545 της 17ης Ιουνίου 1992 δεν επαρκεί για τον σκοπό αυτόν.
181. Όσον αφορά τις πτυχές της τεχνικής και ποιοτικής πλαισιώσεως και των συνακόλουθων μηχανισμών επιθεωρήσεων από τους ιατρούς και φαρμακοποιούς υγειονομικούς επιθεωρητές, η προσφεύγουσα επικαλείται τα άρθρα L.6213-1 έως L.6213-5 του γαλλικού κώδικα δημόσιας υγείας (όπως ίσχυαν, αντιστοίχως, κατά τον χρόνο καταθέσεως των υπομνημάτων και όπως τροποποιήθηκαν με το νομοθετικό διάταγμα 2010-49 της 13ης Ιανουαρίου 2010 για την ιατρική βιολογία) (42).
182. Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για μηχανισμούς σκοπός των οποίων είναι να εξασφαλίσουν ότι η δραστηριότητα αναλύσεων ιατρικής βιολογίας ασκείται από πρόσωπα που διαθέτουν την κατάλληλη κατάρτιση και τεχνική ικανότητα, καθώς και ότι το ποιοτικό επίπεδο ασκήσεως της δραστηριότητας αυτής είναι επαρκές.
183. Μεταξύ άλλων, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η απαίτηση της προστασίας της δημόσιας υγείας, την οποία προβλέπει το άρθρο 46 ΕΚ, καθιστά, μεταξύ άλλων, δυνατή τη διατήρηση της ποιότητας των ιατρικών υπηρεσιών όχι μόνον εξασφαλίζοντας ότι οι διευθυντές και το προσωπικό των εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας έχουν τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά και ελέγχοντας, μέσω περιοδικών επιθεωρήσεων, αν η πραγματοποίηση των αναλύσεων συνάδει σταθερά με τους κανόνες που έχουν θέσει η γαλλική νομοθεσία και οι γαλλικές αρχές και, ειδικότερα, με την απαιτούμενη άδεια (43).
184. Πρόκειται, εντούτοις, για άλλη μια φορά, για συστήματα τα οποία δεν μπορούν αφ’ εαυτών να διασφαλίσουν την επίτευξη του αποτελέσματος το οποίο θεωρείται πρωταρχικό: της προστασίας του αγαθού της δημόσιας υγείας μέσω της εξασφαλίσεως της ανεξαρτησίας της λήψεως αποφάσεων από τον επαγγελματία που ασκεί τη δραστηριότητα του εργαστηρίου.
185. Εν κατακλείδι, τα λιγότερο περιοριστικά μέτρα στα οποία αναφέρθηκε εξαρχής η Επιτροπή δεν καθιστούν, προφανώς, περιττή την επίδικη γαλλική παρέμβαση που αφορά τον περιορισμό της εταιρικής συμμετοχής, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου ειδικού σκοπού.
186. Στο σημείο αυτό μένει να εξεταστεί μόνο το περαιτέρω ζήτημα που εγείρει η προσφεύγουσα για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, σχετικά με την ύπαρξη περιπτώσεων στις οποίες το εν λόγω όριο του 25 % για τους μη βιολόγους καταστρατηγείται εκ των πραγμάτων στη Γαλλία, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις, μεταξύ άλλων μέσω μηχανισμών αποσυνδέσεως του ποσοστού οικονομικής συμμετοχής από τα δικαιώματα ψήφου.
187. Η Γαλλική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε ρητώς απαράδεκτο του εν λόγω ισχυρισμού ούτε με το υπόμνημα απαντήσεως ούτε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αλλά άφησε το Δικαστήριο να προβεί στον νομικό χαρακτηρισμό του και να εκτιμήσει στη συνέχεια αν είναι δυνατόν να τον εξετάσει.
188. Επισημαίνω πως είναι προφανές ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται για τροποποίηση των αρχικά υποβληθέντων αιτημάτων της προσφεύγουσας, η διατύπωση των οποίων δεν έχει μεταβληθεί κατ’ ουδένα τρόπο.
189. Φρονώ ότι δεν πρόκειται ούτε για νέο λόγο, εφόσον η Επιτροπή έθεσε το ζήτημα της αναλογικότητας του μέτρου που θέσπισε η Γαλλική Δημοκρατία ήδη εξαρχής, έστω και χωρίς ειδική αναφορά στην προεκτεθείσα πτυχή.
190. Πρόκειται μάλλον για νέο επιχείρημα το οποίο, όπως υποστήριξε η Επιτροπή, βασίζεται σε μια απλή διαπίστωση που εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο της συζητήσεως η οποία έλαβε χώρα κατά το έγγραφο στάδιο της διαδικασίας και αφορούσε το γενικό θέμα της αναλογικότητας και της συνέπειας της γαλλικής ρυθμίσεως, χωρίς να μεταβάλλει το αντικείμενο της διαφοράς.
191. Φρονώ επίσης ότι είναι ιδιαιτέρως σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται και από το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει νοητή εν προκειμένω παραβίαση της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως, δεδομένου ότι η καθής μπορούσε κάλλιστα να ασκήσει, με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, το δικαίωμα άμυνάς της για το θέμα.
192. Εντούτοις, η Γαλλική Δημοκρατία σιώπησε πλήρως επί της ουσίας, έτσι ώστε να χρειαστεί να της τεθεί ειδικό γραπτό ερώτημα, πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και μόνο κατά τη συζήτηση αυτή σχολιάστηκαν πραγματικά επί της ουσίας τα προεκτεθέντα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεώς της.
193. Όσον αφορά την ουσία των ισχυρισμών της Επιτροπής, φρονώ ότι, υπό το πρίσμα των διευκρινίσεων στις οποίες προέβη κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση η Γαλλική Δημοκρατία, η ισχύουσα νομοθεσία, όπως εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που επικαλέστηκε η προσφεύγουσα –η οποία δεν αμφισβήτησε τα αντίθετα συμπεράσματα σχετικά με το σημείο αυτό– δεν παρουσιάζει ασυνέπειες.
194. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, εφόσον γίνεται δεκτό ότι η δραστηριότητα του βιολόγου μπορεί να ασκείται και υπό μορφή εταιρίας, χωρίς περιορισμούς όσον αφορά τη μορφή της εταιρίας αυτής (πρόσωπα, κεφάλαιο κ.λπ.), μπορεί ενδεχομένως το κεφάλαιο της εταιρίας, στην περίπτωση που έχει συσταθεί σε κράτη μέλη στα οποία δεν ισχύουν περιορισμοί ανάλογοι με αυτούς που προβλέπονται στη Γαλλία, να ανήκει, ακόμη και στο σύνολό του, σε μη βιολόγους, απλούς οικονομικούς επενδυτές.
195. Αυτό συνέβη σε δύο τουλάχιστον από τις περιπτώσεις που επικαλέστηκε η Επιτροπή ως παράδειγμα ασυνέπειας (ενώ στις υπόλοιπες η πραγματική κατάσταση είναι διαφορετική και δεν είναι προβληματική για τους σκοπούς της παρούσας δίκης), και συγκεκριμένα στις περιπτώσεις των εταιριών Biomnis και Unilabs.
196. Εντούτοις, από προσεκτικότερη εξέταση προκύπτει ότι πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες η διαφορετική συμπεριφορά του καθού κράτους μέλους θα μπορούσε να αποτελέσει δυσμενή διάκριση, και συνεπώς να συνεπάγεται προσβολή των θεμελιωδών ελευθεριών τις οποίες προβλέπει η Συνθήκη, και ειδικότερα των ελευθεριών εγκαταστάσεως και παροχής υπηρεσιών.
197. Στην περίπτωση αυτή, η συμπεριφορά της Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία, κρίνοντας ότι οι ενδιαφερόμενες εταιρίες διέθεταν τα απαραίτητα προσόντα του βιολόγου, τους επέτρεψε να ασκήσουν δραστηριότητα διαχειρίσεως εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας στο έδαφός της, χωρίς να εξετάσει σε ποιον ανήκει το εταιρικό κεφάλαιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο ασυνέπειας.
198. Η καθής διευκρίνισε, μεταξύ άλλων, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι είναι διαφορετικό το ζήτημα της προαναφερθείσας αποσυνδέσεως της συμμετοχής από τα δικαιώματα ψήφου, η οποία αφορά ορισμένες συγκεκριμένες περιπτώσεις και όχι τις εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, σε σχέση με τη διαφορετική πτυχή των σχέσεων μεταξύ βιολόγων που απασχολούνται στα εργαστήρια αναλύσεων και των λεγόμενων «εξωτερικών» βιολόγων.
199. Στην περίπτωση αυτή, εντούτοις, ο κανόνας του ορίου 25 % για τους μη βιολόγους δεν τίθεται σε καμία περίπτωση υπό αμφισβήτηση, η δε Επιτροπή δεν προέβαλε καμία αντίρρηση στη συνέχεια, μετά από τις διευκρινίσεις που έδωσε σχετικά η καθής.
200. Το μόνο πρόβλημα που απομένει στο σημείο αυτό αφορά τη δυνατότητα, στην οποία αναφέρθηκε υποθετικά η Επιτροπή, να εφαρμοστεί στην εταιρία διαχειρίσεως εργαστηρίων αναλύσεως μηχανισμός αποσυνδέσεως ανάλογος με τον προεκτεθέντα (44). Με τον τρόπο αυτόν, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, προστατεύεται η ελευθερία λήψεως αποφάσεων των βιολόγων και η επίπτωση στην ελευθερία εγκαταστάσεως είναι ασφαλώς μικρότερη.
201. Η Γαλλική Δημοκρατία απάντησε στην επιχειρηματολογία αυτή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, διευκρινίζοντας ότι μια λύση αυτού του τύπου δεν μπορεί να θεωρηθεί ενδεδειγμένη, διότι δεν πρέπει να υποτιμάται η οικονομική πίεση την οποία ασκούν οι κάτοχοι του εταιρικού κεφαλαίου έστω και αν οι περισσότερες ψήφοι ανήκουν ενδεχομένως σε βιολόγους.
202. Απαντώντας στη σχετική ερώτηση που της τέθηκε, η καθής διευκρίνισε επίσης ότι η άποψη αυτή δεν αντιφάσκει προς τη διαφορετική περίπτωση –η οποία προβλέπεται αποκλειστικά και μόνο για τις ετερόρρυθμες κατά μετοχές εταιρίες– στις οποίες οι μη βιολόγοι μπορούν να κατέχουν έως και 49 % του εταιρικού κεφαλαίου (βλ. άρθρο 11, παράγραφος ΙΙ, του διατάγματος 92545 της 17ης Ιουνίου 1992).
203. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η διαφορά εξηγείται λόγω του διαφορετικού τρόπου λειτουργίας εταιρίας αυτού του τύπου και, κυρίως, λόγω της υπάρξεως δύο διαφορετικών κατηγοριών εταίρων (των ετερόρρυθμων και των ομόρρυθμων, οι οποίοι διαθέτουν αναγκαστικά προσόντα βιολόγου και ασκούν τη δραστηριότητά τους στα εργαστήρια) και πολύ αυστηρών κανόνων λειτουργίας, στους οποίους οφείλεται, εξάλλου, η περιορισμένη χρησιμοποίηση της εταιρικής οργάνωσης αυτού του τύπου (45).
204. Οι ομόρρυθμοι εταίροι, οι οποίοι διαθέτουν αναγκαστικά τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα, είναι εκείνοι που ασκούν τη γενική εξουσία λήψεως αποφάσεων, συχνά με ομοφωνία.
205. Δεδομένου ότι η τελευταία αυτή υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί στοιχείο ασυνέπειας σε σχέση με τη γενική διάρθρωση του κλάδου και αιτιολογείται λόγω της ιδιομορφίας της εν λόγω εταιρικής μορφής, θα πρέπει να εξακριβωθεί αν, και σε ποιο βαθμό, ανταποκρίνεται στα πράγματα ο ισχυρισμός της καθής σχετικά με την ανεπάρκεια ενός μηχανισμού αποσυνδέσεως όπως ο προαναφερθείς, για την επίτευξη του γενικού σκοπού προστασίας της ανεξαρτησίας των βιολόγων οι οποίοι απασχολούνται σε εργαστήρια αναλύσεων.
206. Κρίσιμη ως προς το σημείο αυτό μπορεί να θεωρηθεί η πάγια αρχή της νομολογίας ότι το βάρος αποδείξεως της αναλογικότητας και της συνέπειας ενδεχόμενων περιορισμών των θεμελιωδών ελευθεριών φέρει το κράτος μέλος.
207. Η Γαλλική Δημοκρατία φρονεί ότι ανταποκρίθηκε σε αυτό το βάρος αιτιολογώντας τους εν λόγω περιορισμούς στην πρόσβαση τρίτων μη βιολόγων στις προαναφερθείσες εταιρίες ελεύθερων επαγγελματιών λόγω του σκοπού της προστασίας της ανεξαρτησίας λήψεως αποφάσεων των βιολόγων που αναγκαστικά διαθέτουν πλειοψηφική συμμετοχή στο κεφάλαιο.
208. Εφόσον ο σκοπός αυτός κρίθηκε νόμιμος, κατά τα προεκτεθέντα, η καθής έφερε επίσης το βάρος να αποδείξει ότι το λιγότερο περιοριστικό μέτρο στο οποίο αναφέρθηκε η Επιτροπή –και το οποίο, όπως ισχυρίζεται, είναι ικανό να εξασφαλίσει κατά τον ίδιο τρόπο αυτήν την ανεξαρτησία λήψεως αποφάσεων– στην πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται προσηκόντως στον τεθέντα σκοπό.
209. Ανεξαρτήτως αυτού, η Γαλλική Δημοκρατία, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν διευκρίνισε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους ο μηχανισμός αποσυνδέσεως δεν είναι αποτελεσματικός, αλλά απλώς δήλωσε ότι το υψηλότερο ποσοστό οικονομικής συμμετοχής μη βιολόγων θα τους έδινε τη δυνατότητα να ασκήσουν πίεση επί των βιολόγων, ακόμα και αν οι τελευταίοι διαθέτουν τυπικά την εξουσία λήψεως αποφάσεων.
210. Εξάλλου, ούτε και η Επιτροπή έλαβε σαφή θέση όσον αφορά τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό. Στην πραγματικότητα, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε σε λεπτομέρειες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ή με το υπόμνημα απαντήσεως.
211. Συναφώς επισημαίνω, πρώτον, ότι το να γίνει δεκτό ότι μια εταιρία που διατηρεί εργαστήριο ιατρικών αναλύσεων μπορεί να συσταθεί υπό μορφή κεφαλαιουχικής εταιρίας (46) και ότι μπορούν να συμμετέχουν σε αυτή πρόσωπα που δεν έχουν τα σχετικά ειδικά επαγγελματικά προσόντα σημαίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν εκτιμά ότι η οικονομική συμμετοχή προσώπων «ξένων» προς τη συγκεκριμένη επαγγελματική κατηγορία είναι ικανή αφεαυτής να αποτρέψει την κατάλληλη προστασία της ανεξαρτησίας του βιολόγου που διαχειρίζεται τη δραστηριότητα, και συνεπώς και της δημόσιας υγείας.
212. Αυτή η «εξωτερική» παρουσία, κατά τους ισχυρισμούς της καθής, καθιστά απαγορευτική την επίτευξη του διακηρυγμένου σκοπού γενικού συμφέροντος μόνον όταν η συμμετοχή υπερβαίνει το 25 % και συνεπώς επιτρέπει την άσκηση επιρροής στις σημαντικότερες αποφάσεις που αφορούν τη διαχείριση των εργαστηρίων αναλύσεων.
213. Κατ’ ουσίαν, κατά τη συλλογιστική που ακολούθησε η Γαλλική Δημοκρατία μέχρι την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το «εξωτερικό» κεφάλαιο δεν αποτελεί αφεαυτού απόλυτο παράγοντα κινδύνου, αλλά αποκτά την ιδιότητα αυτή μόνον αν επιτρέπει την άσκηση ουσιαστικής επιρροής στις εταιρικές διαχειριστικές επιλογές.
214. Εξάλλου, το ότι αυτή είναι η άποψη του νομοθέτη του οικείου κράτους μέλους αποδεικνύεται από το ότι, στις περιπτώσεις στις οποίες η ανεξαρτησία λήψεως αποφάσεων του βιολόγου εταίρου εξασφαλίζεται με άλλο τρόπο, όπως στην περίπτωση των εταιριών αναλύσεων ιατρικής βιολογίας που έχουν συσταθεί υπό μορφή εταιρίας ετερόρρυθμης κατά μετοχές, επιτρέπεται «εξωτερική» συμμετοχή στο κεφάλαιο κατά ποσοστό που μπορεί να φθάνει και το 49 %.
215. Αυτό δικαιολογείται ακριβώς διότι, όπως υπογραμμίστηκε, σύμφωνα με τους ειδικούς κανόνες που διέπουν αυτή τη μορφή εταιρίας, η διαχειριστική εξουσία ασκείται από τους ομόρρυθμους εταίρους, οι οποίοι πρέπει αναγκαστικά να διαθέτουν προσόντα βιολόγου.
216. Η επιλογή στην οποία προέβη η Γαλλική Δημοκρατία προκειμένου να συνδυάσει τη συμμετοχή στο κεφάλαιο εταίρων απλών επενδυτών με την προστασία της ανεξαρτησίας των βιολόγων εταίρων αποτελεί αναμφίβολα από μόνη της σημαντικό παράγοντα που πρέπει να εκτιμηθεί θετικά στο πλαίσιο της συνολικής κρίσεως περί της αναλογικότητας του θεσπισθέντος μέτρου.
217. Η θέση αυτή, μολονότι δεν θέτει σε κίνδυνο την αξία της ανεξαρτησίας λήψεως αποφάσεων της επαγγελματικής εταιρικής συνιστώσας, επιτρέπει την εισφορά εξωτερικών οικονομικών πόρων και τη συμμετοχή προσώπων που αποβλέπουν απλώς στην απόδοση η οποία θα προέλθει από τα διαχειριστικά έσοδα, βάσει των κοινών κανόνων της αγοράς και χωρίς καμία δυσμενή διάκριση.
218. Θα πρέπει τέλος να εκτιμηθεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η συμμετοχή «εξωτερικών» κεφαλαίων κατά ποσοστό άνω του 25 %, που όμως δεν μπορεί να αποστερήσει τους εταίρους οι οποίοι διαθέτουν τα προσόντα του βιολόγου από την πραγματική εξουσία λήψεως αποφάσεων στο εσωτερικό της εταιρίας –όπως συμβαίνει εκ των πραγμάτων στις ετερόρρυθμες κατά μετοχές εταιρίες– είναι επίσης κατάλληλη, σε σχέση με τον θεσπισθέντα περιορισμό, για την επίτευξη του διακηρυγμένου σκοπού της προστασίας της ανεξαρτησίας της επαγγελματικής εταιρικής συνιστώσας.
219. Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, παρά το γεγονός ότι τα δικαιώματα ψήφου δεν υπερβαίνουν το προαναφερθέν ποσοστό 25%, το να επιτραπεί μεγαλύτερη οικονομική συμμετοχή προκαλεί, όπως υποστηρίζει η Γαλλική Δημοκρατία, μεγαλύτερο κίνδυνο για την ανεξαρτησία των εταίρων βιολόγων.
220. Πράγματι, δεν πρέπει να υποτιμηθεί το ότι οι αποφάσεις που είναι εγγενείς στην οικονομική επένδυση ή απόσυρση της επένδυσης από τους μειοψηφούντες εταίρους θα μπορούσαν να ασκήσουν, έμμεση έστω, επιρροή στις αποφάσεις των εταιρικών οργάνων, οι οποίες αποτελούν την έκφραση των απόψεων της πλειοψηφίας, ακόμα και αν οι οικονομικές αυτές επιλογές αφορούν συμμετοχή που είναι αμελητέα, ή τουλάχιστον περιορισμένου μεγέθους.
221. Κατ’ ουσίαν, ο ισχυρισμός της καθής ότι το γεγονός και μόνον της κατοχής του κεφαλαίου κατά ποσοστό ανώτερο του 25 % θα μπορούσε να μεταφραστεί σε οικονομική πίεση ανεξαρτήτως των συναφών δικαιωμάτων ψήφου, φαίνεται εύλογος.
222. Όπως προαναφέρθηκε, η προσφεύγουσα ουσιαστικά δεν απάντησε, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σε αυτό το συγκεκριμένο επιχείρημα και δεν προσκόμισε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να το διαψεύδει.
223. Για τους λόγους αυτούς, κατά τη γνώμη μου, λαμβανομένου υπόψη του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας που, όπως υπογραμμίστηκε, πρέπει να αναγνωρίζεται σε κάθε περίπτωση στα κράτη μέλη όσον αφορά την προστασία της δημόσιας υγείας, μπορεί να υποστηριχθεί ότι ο εν λόγω μηχανισμός αποσύνδεσης της οικονομικής συμμετοχής από τα εταιρικά δικαιώματα μπορεί πράγματι να αποδειχθεί ότι δεν είναι εξίσου αποτελεσματικός για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
224. Η επιλογή στην οποία προέβη η Γαλλική Δημοκρατία και η οποία εμπεριέχει σε κάθε περίπτωση άνοιγμα –έστω και περιορισμένο– σε εξωτερικά κεφάλαια, μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη προς τον εν λόγω σκοπό, σε σχέση με τον οποίο προκύπτει ότι είναι το λιγότερο περιοριστικό μέτρο που μπορεί να θεσπιστεί, επιφυλασσομένης της διακριτικής ευχέρειας του κράτους μέλους όσον αφορά τα επιλεγόμενα μέσα και επί ίσοις όροις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα, δεδομένου μάλιστα ότι η Επιτροπή δεν προσκόμισε στοιχεία ουσιαστικής διαψεύσεως.
225. Το συμπέρασμα αυτό τεκμηριώνεται ακόμα περισσότερο αν η εκτίμηση της αναλογικότητας πραγματοποιηθεί λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των μέτρων που έχουν ληφθεί στον κλάδο των αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, ιδίως σε σχέση με τους διάφορους τρόπους εισφοράς εξωτερικού κεφαλαίου σε σχέση με τις εταιρικές μορφές.
226. Το περισσότερο περιοριστικό μέτρο για τα εργαστήρια αναλύσεων που έχουν συσταθεί υπό μορφή εταιρίας ελεύθερων επαγγελματιών περιορισμένης ευθύνης, το οποίο αποτελεί το ειδικότερο αντικείμενο της προσφυγής της Επιτροπής, συνοδεύεται πράγματι, στο νομοθετικό κείμενο το οποίο το προβλέπει, από την πρόβλεψη ευρύτερης δυνατότητας επενδύσεων «εξωτερικών» κεφαλαίων (μέχρι ποσοστού 49 %) σε εργαστήρια τα οποία διαχειρίζονται εταιρίες που έχουν συσταθεί υπό τη μορφή της ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρίας και στις οποίες παρέχεται αυτή η ευρύτερη δυνατότητα εξωτερικών επενδύσεων, γιατί χαρακτηρίζονται από πολύ αυστηρότερους κανόνες λειτουργίας.
227. Οι προηγηθείσες σκέψεις οδηγούν αναμφίβολα σε θετική κρίση όσον αφορά τη συνέπεια και την αναλογικότητα του μέτρου το οποίο θέσπισε η Γαλλική Δημοκρατία και κατά του οποίου βάλλει η Επιτροπή με την πρώτη από τις αιτιάσεις που περιέχονται στην προσφυγή της, η οποία, συνεπώς, θεωρώ ότι είναι αβάσιμη ως προς το σημείο αυτό.
228. Για τον λόγο αυτό προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή στον βαθμό κατά τον οποίο η Επιτροπή ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, περιορίζοντας δια νόμου στο ένα τέταρτο κατ’ ανώτατο όριο το ποσοστό του κεφαλαίου και επομένως τα δικαιώματα ψήφου που μπορούν να κατέχουν μη βιολόγοι σε εταιρία ελεύθερων επαγγελματιών περιορισμένης ευθύνης (SELARL) που έχει συσταθεί για την από κοινού εκμετάλλευση ενός ή περισσοτέρων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ.
Οι περιορισμοί που αφορούν την απόκτηση εταιρικών συμμετοχών σε διαφορετικές εταιρίες
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
229. Η Επιτροπή θεωρεί παράνομη, λόγω παραβίασης της ελευθερίας εγκαταστάσεως, και την απαγόρευση να κατέχει φυσικό ή νομικό πρόσωπο συμμετοχή σε περισσότερες από δύο εταιρίες που έχουν συσταθεί για την από κοινού εκμετάλλευση ενός ή περισσότερων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας.
230. Όπως προκύπτει από το σημείο 64 του σχετικού υπομνήματος αντικρούσεως, η Γαλλική Κυβέρνηση, αντιθέτως προς όσα ισχυρίστηκε κατά το προς της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, δεν αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτό –ήδη από την αρχή του έγγραφου σταδίου της διαδικασίας– δεχόμενη ότι ο περιορισμός αυτός δεν φαίνεται να δικαιολογείται από την απαίτηση προστασίας της δημόσιας υγείας.
231. Παρά τη μετέπειτα μεταβολή της απόψεως αυτής με το υπόμνημα απαντήσεως, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, η καθής δεν ζήτησε την απόρριψη της προσφυγής της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό. Ακόμα και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαρτίου 2010, η Γαλλική Δημοκρατία δήλωσε ότι δεν αντικρούει την προσφυγή ως προς το εξεταζόμενο σημείο.
232. Απαντώντας σε συγκεκριμένη σχετική ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή επιβεβαίωσε γενικά ότι η εν λόγω απαγόρευση αφορά κατά κύριο λόγο τους βιολόγους, αλλά και τους μη βιολόγους, επιρρίπτοντας ουσιαστικά το βάρος της λεπτομερέστερης ερμηνείας στη Γαλλική Δημοκρατία. Η Γαλλική Δημοκρατία διευκρίνισε ότι ο επίδικος περιορισμός αφορά αποκλειστικά τους βιολόγους.
β) Εκτίμηση
233. Κατ’ αρχάς θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μολονότι η προσφεύγουσα βάλλει αρχικώς κατά μιας απαγορεύσεως γενικού χαρακτήρα, λαμβανομένου υπόψη του γράμματος του προαναφερθέντος άρθρου 10 του διατάγματος 92-545 της 17ης Ιουνίου 1992, αλλά και των διευκρινίσεων στις οποίες προέβη η Γαλλική Δημοκρατία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 25ης Μαρτίου 2010, καθίσταται προφανές ότι η απαγόρευση κατά της οποίας στρέφεται η προσφυγή αφορά αποκλειστικά τα πρόσωπα που διαθέτουν τα προσόντα του βιολόγου.
234. Κατ’ ουσίαν, κατά τη Γαλλική Δημοκρατία, για τα πρόσωπα που δεν έχουν προσόντα βιολόγου –και συνεπώς δεν περιλαμβάνονται στα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στα σημεία 1 και 5 της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 5 του νόμου 90-1258 της 31ης Δεκεμβρίου 1990, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 11 του διατάγματος 92-545 της 17ης Ιουνίου 1992– δεν ισχύει κανένας περιορισμός όσον αφορά τον αριθμό εταιριών στις οποίες μπορούν να συμμετέχουν, επιφυλασσομένου πάντα, προφανώς, του ανώτατου ορίου του ποσοστού κεφαλαίου το οποίο μπορεί να αποκτήσει κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα και το οποίο ανέρχεται στο 25 %, όπως προαναφέρθηκε.
235. Κατόπιν των προεκτεθέντων, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων των διαδίκων, όπως αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή της Επιτροπής, όπως αυτή διευκρινίστηκε ανωτέρω, την απόρριψη της οποίας ζήτησε η καθής μόνον όσον αφορά την πρώτη αιτίαση.
236. Προτείνω συνεπώς στο Δικαστήριο να κρίνει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που αναφέρονται στα σημεία 1 και 5 της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 5 του νόμου 90-1258 της 31ης Δεκεμβρίου 1990 να συμμετέχει σε περισσότερες από δύο εταιρίες που έχουν συσταθεί για την από κοινού εκμετάλλευση ενός ή περισσότερων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ.
VI – Επί των δικαστικών εξόδων
237. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων ή εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
238. Στην υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή ζήτησε να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, ενώ η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
239. Βάσει των προεκτεθέντων, δεδομένου ότι και οι δύο διάδικοι ηττήθηκαν μερικώς, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι οι διάδικοι φέρουν αντιστοίχως τα δικαστικά έξοδά τους.
VII – Πρόταση
240. Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, απαγορεύοντας σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο περιλαμβάνεται στα πρόσωπα που αναφέρονται στα σημεία 1 και 5 της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 5 του νόμου 90-1258 της 31ης Δεκεμβρίου 1990 να συμμετέχει σε περισσότερες από δύο εταιρίες που έχουν συσταθεί για την από κοινού εκμετάλλευση ενός ή περισσότερων εργαστηρίων αναλύσεων ιατρικής βιολογίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει σύμφωνα με το άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ·
– να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή·
– να αποφασίσει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η Γαλλική Δημοκρατία φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική
2 – Journal officiel de la République française, τεύχος 4 της 5ης Ιανουαρίου 2001, σ. 216.
3 – Όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 60 του νόμου 2008-776 για τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας (JournalofficieldelaRépubliquefrançaise, τεύχος 181 της 5ης Αυγούστου 2008, σ. 12471).
4 – Βλ. πλέον πρόσφατες αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2010, C-392/08, Επιτροπή κατά Ισπανίας (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 26), της 19ης Μαΐου 2009, C-531/06, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2009, σ. Ι-4103, σκέψη 98), της 17ης Ιανουαρίου 2008, C-152/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σ. Ι-39, σκέψη 15), της 6ης Δεκεμβρίου 2007, C-456/05, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2007, σ. I-10517, σκέψη 15), και της 30ής Ιανουαρίου 2002, C-103/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2002, σ. I-1147, σκέψη 23).
5 _ Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4. Βλ. και απόφαση της 19ης Μαΐου 2009, C‑171/07 και C‑172/07, Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. Ι-4171).
6 – Αντιθέτως, η Επιτροπή θεμελιώνει την προσφυγή της στην υπόθεση ότι η απαγόρευση επιδιώκει τον διαφορετικό σκοπό της διατήρησης της επαγγελματικής ανεξαρτησίας των βιολόγων· βλ. σημείο 29 του εισαγωγικού δικογράφου.
7 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2009, C-169/07, Hartlauer (Συλλογή 2009, σ. Ι-1721, σκέψη 29), καθώς και, με την ίδια επιχειρηματολογία, αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 238/82, Duphar (Συλλογή 1984, σ. 523, σκέψη 16), της 16ης Μαΐου 2006, C-372/04, Watts (Συλλογή 2006, σ. I-4325, σκέψεις 92 και 146), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C-141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σ. I-6935, σκέψεις 22 και 23).
8 – Αποφάσεις της 14ης Οκτωβρίου 2004, C-299/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. I‑9761, σκέψη 15), της 21ης Απριλίου 2005, C-140/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2005, σ. I-3177, σκέψη 27) και Hartlauer, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 (σκέψη 33).
9 – Απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, C-140/03, Επιτροπή κατά Ελλάδας (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8).
10 – Προαναφερθείσες προτάσεις (σημείο 34).
11 – Προαναφερθείσα απόφαση της 21ης Απριλίου 2005, C-140/03 (σκέψη 35). Η υπογράμμιση δική μου.
12 – Η διάκριση αυτή εκτίθεται ρητώς στο άρθρο L.6211-2 του κώδικα δημόσιας υγείας, όπως τροποποιήθηκε με το προαναφερθέν νομοθετικό διάταγμα 2010-49 της 13ης Ιανουαρίου 2010.
13 – Η Γαλλική Δημοκρατία υπογραμμίζει, ιδίως, ότι ο περιορισμός του ποσοστού στο 25 % βασίζεται στον νομικό κανόνα του εταιρικού δικαίου –άρθρο L.223-30 του εμπορικού κώδικα– κατά τον οποίο για τη λήψη αποφάσεων από την έκτακτη γενική συνέλευση, και ιδίως για την αύξηση του κεφαλαίου ή για τη συγχώνευση, απαιτείται πλειοψηφία εταίρων που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα των εταιρικών μεριδίων.
14 – Βλ. αποφάσεις της 31ης Μαρτίου 1993, C-19/92, Kraus (Συλλογή 1993, σ. I-1663, σκέψη 32), και της 30ής Νοεμβρίου 1995, C-55/94, Gebhard (Συλλογή 1995, σ. I-4165, σκέψη 37).
15 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 απόφαση Hartlauer (σκέψη 46).
16 – Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 13ης Μαΐου 2003, C-385/99, Müller-Fauré και van Riet (Συλλογή 2003, σ. I-4509, σκέψη 67), και της 11ης Μαρτίου 2004, C-496/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I-2351, σκέψη 66).
17 – Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5).
18 – Αντιθέτως, το Δικαστήριο έχει αποκλείσει την ύπαρξη αυτού του κινδύνου στην περίπτωση διαχείρισης φαρμακείου νοσοκομείου από μη φαρμακοποιό, ακριβώς διότι δεν υπάρχει κίνδυνος εσφαλμένης ή καταχρηστικής χρησιμοποίησης των φαρμάκων από τα νοσοκομεία, τα οποία παρέχουν ιατρική περίθαλψη· βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σκέψη 48).
19 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (σημείο 88).
20 – Βλ. προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5 αποφάσεις Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σκέψη 60) και Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 90).
21 – Βλ., συναφώς, νέο κείμενο του άρθρου L.6211-8 του κώδικα δημόσιας υγείας, το οποίο αναφέρει ρητώς τη δυνατότητα του βιολόγου να πραγματοποιεί εξετάσεις διαφορετικές από αυτές που έχουν συνταγογραφηθεί ή να μην πραγματοποιεί το σύνολο των εξετάσεων που ζητεί ο ιατρός, πάντοτε όμως μετά από δεσμευτική έγκριση της μεταβολής από τον ιατρό, εκτός αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση.
22 – Βλ. ειδική μνεία στο υπόμνημα απαντήσεως της καθής (σημείο 28) στις εκστρατείες ανίχνευσης της ηπατίτιδας C. Η αρχή αυτή περιλαμβάνεται, εξάλλου, ρητώς και στο άρθρο L.6211-10 του κώδικα δημόσιας υγείας, όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 2010-49 της 13ης Ιανουαρίου 2010.
23 – Παραπέμποντας στο περιεχόμενο της εκθέσεως για το σχέδιο μεταρρυθμίσεως της ιατρικής βιολογίας, το οποίο υπέβαλε ο κ. Ballereau και υποβλήθηκε στην Υπουργό Υγείας, R. Bachelot-Narquin, στις 23 Σεπτεμβρίου 2008, καθώς και στην έκθεση 2006 045 με θέμα «Η ιατρική βιολογία ως ελεύθερο επάγγελμα στη Γαλλία: απολογισμός και προοπτικές», την οποία υπέβαλαν οι ιατροί Françoise Lalande, Isabelle Yeni και Christine Lacombe, μέλη της γενικής επιθεώρησης κοινωνικών υποθέσεων (IGAS) τον Απρίλιο 2006 (βλ. υπόμνημα απαντήσεως, υποσημειώσεις 3 και 5).
24 – Η υπογράμμιση δική μου.
25 – Όπως ισχυρίζεται η καθής, η προοδευτική συνολική αύξηση των δαπανών για αναλύσεις ιατρικής βιολογίας μπορεί να εξηγηθεί, σε ένα πλαίσιο γενικής αύξησης των υγειονομικών δαπανών, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της επέκτασης της προληπτικής ιατρικής, η οποία απαιτεί μεγαλύτερο αριθμό εξετάσεων.
26 – Βλ., συναφώς, έγγραφο της καθής που επισυνάπτεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, από το οποίο προκύπτει ότι ένας από τους σκοπούς που πρέπει να επιδιώκουν οι ιατρικοί επισκέπτες που απασχολούνται από τους μεγάλους ομίλους οι οποίοι διαχειρίζονται τα εργαστήρια αναλύσεων είναι ακριβώς η αύξηση του αριθμού των συνταγογραφούμενων παροχών σε σχέση με το διάστημα πριν τη σύναψη της συμβάσεώς τους.
27 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σκέψη 61)
28 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 109)
29 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 21ης Μαρτίου 1991, C‑369/88, Delattre (Συλλογή 1991, σ. I‑1487, σκέψη 54).
30 – Βλ. προαναφερθείσες στην υποσημείωση 5 αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψεις 55 και 56) και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σκέψεις 31 και 32).
31 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 57) και Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σκέψη 33). Βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, σχετικά με τη νοσοκομειακή περίθαλψη, αποφάσεις Müller-Fauré και van Riet, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 (σκέψη 80) και Watts, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 (σκέψη 109).
32 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας (σκέψη 63).
33 – Βλ. αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2007, C-338/04, C-359/04 και C-360/04, Placanica κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-1891, σκέψεις 53 και 58), της 17ης Ιουλίου 2008, C-500/06, Corporación Dermoestética (Συλλογή 2008, σ. I-5785, σκέψεις 39 και 40) και Hartlauer, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 7 (σκέψη 55).
34 – Βλ. σημεία 45 έως 50 των παρουσών.
35 – Βλ. προτάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 υπόθεση C‑531/06, Επιτροπή κατά Ιταλία (σημείο 87). Βλ. επίσης, με την ίδια επιχειρηματολογία, προτάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2008 για την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5 υπόθεση Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σημείο 49).
36 – Πρόκειται για τα άρθρα L.6211-1 και L.6221-9 (σημείο 41 του υπομνήματος αντικρούσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας).
37 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ. (σκέψη 60), την οποία επικαλείται η Γαλλική Δημοκρατία και με την οποία το Δικαστήριο έκρινε συνεπή την επίδικη γερμανική ρύθμιση η οποία προέβλεπε ότι ο φαρμακοποιός μπορεί να διαχειρίζεται μέχρι και τρία υποκαταστήματα φαρμακείου υπό την προσωπική του ευθύνη και καθορίζοντας την εμπορική πολιτική τους.
38 – Βλ. αποφάσεις της 11ης Δεκεμβρίου 2003, C‑322/01, Deutscher Apothekerverband (Συλλογή 2003, σ. I‑14887, σκέψη 103), της 13ης Ιουλίου 2004, C‑262/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2004, σ. I-6569, σκέψη 24), της 5ης Ιουνίου 2007, C‑170/04, Rosengren κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-4071, σκέψη 39), της 8ης Νοεμβρίου 2007, C‑143/06, Ludwigs-Apotheke (Συλλογή 2007, σ. I‑9623, σκέψη 27), και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σ. I‑6935, σκέψη 46).
39 – Βλ., με την ίδια επιχειρηματολογία, απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2004, C‑41/02, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 2004, σ. I-11375, σκέψεις 46 και 51) και της 11ης Σεπτεμβρίου 2008, C‑141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 2008, σ. Ι-6935, σκέψη 51).
40 – Βλ. αποφάσεις C‑262/02, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 38 (σκέψη 37), της 15ης Ιουλίου 2004, C‑443/02, Schreiber (Συλλογή 2004, σ. I-7275, σκέψη 48), και C‑141/07, Επιτροπή κατά Γερμανίας, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 38 (σκέψη 51).
41 – Αξίζει να επισημανθεί, για παράδειγμα, ότι απαγορεύεται η συμμετοχή στο εταιρικό κεφάλαιο: α) προσώπων που ασκούν άλλο υγειονομικό επάγγελμα· β) προμηθευτών, διανομέων ή κατασκευαστών των υλικών ή των αντιδραστηρίων που είναι απαραίτητα για τις ιατρικές αναλύσεις.
42 – Κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή με το σημείωμα της 9ης Μαρτίου 2010, όπως προαναφέρθηκε.
43 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση C-496/01, Επιτροπή κατά Γαλλίας (σκέψη 67). Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι η διαφορετική προϋπόθεση που επιβάλλεται στα εργαστήρια ιατρικής βιολογίας προκειμένου να λάβουν την απαραίτητη διοικητική άδεια ασκήσεως δραστηριότητας στο γαλλικό έδαφος, να διαθέτουν έδρα εργασιών στη Γαλλία, βαίνει πέραν αυτού που απαιτείται για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας της δημόσιας υγείας.
44 – Η Γαλλική Δημοκρατία επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η ύπαρξη μηχανισμού αποσυνδέσεως της οικονομικής συμμετοχής από τα δικαιώματα ψήφου δεν είναι άγνωστη στην εθνική νομοθεσία, η οποία την έχει εφαρμόσει στις σχέσεις μεταξύ βιολόγων που ασκούν δραστηριότητα στο εσωτερικό της εταιρίας και βιολόγων απλών επενδυτών.
45 – Σύμφωνα με τους μη αμφισβητηθέντες ισχυρισμούς της καθής, τα εργαστήρια αναλύσεων που λειτουργούν με αυτή τη μορφή δεν υπερβαίνουν το 4 % του συνόλου, ποσοστό το οποίο μειώνεται περαιτέρω.
46 – Αντιθέτως προς ό,τι ισχύει στην Ιταλία και στη Γερμανία, όπου η άσκηση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού υπό εταιρική μορφή επιτρέπεται –σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που εξετάστηκαν από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες αποφάσεις για τον κλάδο– μόνον υπό τη μορφή προσωπικών εταιριών (και, όσον αφορά την Ιταλία, υπό τη μορφή συνεταιριστικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης) στις οποίες μετέχουν πρόσωπα που διαθέτουν τον απαραίτητο τίτλο.
Full & Egal Universal Law Academy