ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 2ας Δεκεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑148/09 P
Βασίλειο του Βελγίου
κατά
Deutsche Post
DHL International
«Αίτηση αναιρέσεως – Προσφυγή ακυρώσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Απόφαση της Επιτροπής περί μη προβολής αντιρρήσεων, ληφθείσα δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ – Νέος χαρακτηρισμός του αντικειμένου της προσφυγής – Έννοια των “σοβαρών δυσχερειών”»
1. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η Βελγική Κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης] στις 10 Φεβρουαρίου 2009 στην υπόθεση T‑388/03, Deutsche Post και DHL International κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 2009, σ. II-199, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 2003, να μη διατυπώσει αντιρρήσεις κατόπιν της διαδικασίας προκαταρκτικής εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ κατά διαφόρων μέτρων που έλαβαν οι βελγικές αρχές υπέρ της βελγικής δημόσιας επιχείρησης ταχυδρομείων La Poste SA [C(2003) 2508 τελικό, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση].
2. Το κύριο ζήτημα που ανακύπτει στην υπό κρίση υπόθεση αφορά την έκταση της εξουσίας του Γενικού Δικαστηρίου όσον αφορά τον νέο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί. Το Δικαστήριο καλείται επίσης να αποφανθεί επί της ερμηνείας της έννοιας των «σοβαρών δυσχερειών» που μπορούν να οδηγήσουν στην εκ μέρους της Επιτροπής κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
I – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
3. Η Poste SA (στο εξής: La Poste) μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία δημοσίου δικαίου το 1992, εντούτοις παραμένει ο φορέας παροχής της καθολικής ταχυδρομικής υπηρεσίας στο Βέλγιο οφείλοντας, ως εκ τούτου, να εκπληρώνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις στο πλαίσιο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (στο εξής: ΥΓΟΣ). Ο τρόπος αντισταθμίσεως του καθαρού πρόσθετου κόστους που συνεπάγεται η παροχή ΥΓΟΣ καθορίζεται στη σύμβαση διαχειρίσεως που έχει συναφθεί με το βελγικό Δημόσιο.
4. Ο τομέας της ταχυδιανομής δεμάτων αντιπροσωπεύει το 4 % του κύκλου εργασιών της La Poste, πράγμα που αντιστοιχεί σε μερίδιο αγοράς 18 % στον τομέα αυτόν. Η Deutsche Post AG (στο εξής: Deutsche Post) και η βελγική θυγατρική της DHL International κατέχουν μερίδια 35 % έως 45 % στην ίδια αγορά.
5. Με επιστολή της 3ης Δεκεμβρίου 2002, οι βελγικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή σχέδιο αυξήσεως του κεφαλαίου της La Poste κατά το ποσό των 297,5 εκατομμυρίων ευρώ.
6. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η αναδιάρθρωση αυτή του κεφαλαίου εντασσόταν στην επιχειρηματική λογική ιδιώτη επενδυτή σε καθεστώς οικονομίας της αγοράς, οπότε δεν περιείχε κανένα στοιχείο κρατικής ενισχύσεως.
7. Κατά την εξέταση του εν λόγω μέτρου, προέκυψε ότι έπρεπε να εξεταστούν ακόμα έξι μη κοινοποιηθέντα μέτρα, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο και συνδεόμενα με την εκτέλεση αποστολής ΥΓΟΣ, δεδομένου ότι, κατά την Επιτροπή, τα μέτρα αυτά επηρέαζαν τη νομιμότητα της κοινοποιηθείσας αύξησης κεφαλαίου. Τα εν λόγω μέτρα συνίσταντο σε απαλλαγή από την καταβολή του φόρου εταιριών, στη διαγραφή αποθεματικού για την καταβολή συντάξεων το 1997 ανερχόμενου στο ποσό των 100 εκατομμυρίων ευρώ, στη δυνατότητα λήψεως εγγύησης από το Δημόσιο για τη σύναψη δανείων, στην απαλλαγή από την προκαταβολή φόρου ακίνητης περιουσίας για τα ακίνητα που εξυπηρετούν δημόσια υπηρεσία, στην υπεραντιστάθμιση των οικονομικών υπηρεσιών γενικού συμφέροντος στο πλαίσιο της πρώτης σύμβασης διαχειρίσεως (1992-1997) και στις δύο μη κοινοποιηθείσες αυξήσεις κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν το 1997 για συνολικό ποσό 62 εκατομμυρίων ευρώ.
8. Στις 22 Ιουλίου 2003, η Deutsche Post και η DHL International υπέβαλαν στην Επιτροπή αίτηση παροχής πληροφοριών σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η διαδικασία εξετάσεως του κοινοποιούμενου μέτρου προκειμένου να συμμετάσχουν ενδεχομένως στη διαδικασία αυτή.
9. Στις 23 Ιουλίου 2003, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι η κοινοποιηθείσα αύξηση κεφαλαίου καθώς και τα λοιπά εξεταζόμενα μέτρα δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση, εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατόπιν της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10. Στις 27 Νοεμβρίου 2003, η Deutsche Post και η DHL International άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
11. Η Επιτροπή προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ένσταση απαραδέκτου στηριζόμενη στην έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης και έννομου συμφέροντος των πρωτοδίκως προσφευγουσών. Επί του παραδεκτού, το Πρωτοδικείο προέβη διαδοχικώς στην εξέταση της ενεργητικής νομιμοποίησης και του έννομου συμφέροντος των πρωτοδίκως προσφευγουσών. Κατόπιν της αναλύσεως αυτής, το Πρωτοδικείο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου της Επιτροπής εκτιμώντας, με τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι προσφεύγουσες νομιμοποιούνται ενεργητικά προκειμένου να διασφαλίσουν τις δικονομικές εγγυήσεις τους. Με τις σκέψεις 61 έως 64, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι προσφεύγουσες έχουν έννομο συμφέρον, υπό την ιδιότητα του ενδιαφερομένου, κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
12. Όσον αφορά την ουσία, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι η έννοια των «σοβαρών δυσχερειών» έχει αντικειμενικό χαρακτήρα, προσδιόρισε, με τις σκέψεις 96 έως 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη δέσμη ενδείξεων που θεμελιώνουν την ύπαρξη τέτοιων σοβαρών δυσχερειών και που απορρέουν, αφενός, από τη διάρκεια και τις περιστάσεις της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως και, αφετέρου, από τον ανεπαρκή και ατελή χαρακτήρα της εξετάσεως και του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως.
13. Το Πρωτοδικείο κατέληξε, με τη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαδικασία που διεξήγαγε η Επιτροπή υπερέβη αισθητά τον χρόνο που κατά κανόνα απαιτείται για μια πρώτη εξέταση διενεργούμενη βάσει των διατάξεων του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
14. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η εξέταση του δεύτερου ευνοϊκού για τη La Poste μέτρου στην οποία προέβη η Επιτροπή, ήτοι του μέτρου της διαγραφής του αποθεματικού για τις συντάξεις, ήταν ανεπαρκής, στο μέτρο που το θεσμικό αυτό όργανο δεν διέθετε τα αναγκαία στοιχεία για να εκτιμήσει το πλεονέκτημα που αντιπροσώπευε η δωρεάν εκχώρηση ακινήτων εκ μέρους του βελγικού Δημοσίου.
15. Τέλος, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι, κατά την απόφαση Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (στο εξής: Altmark) (2) που εκδόθηκε μετά την προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει αν το κόστος των ΥΓΟΣ που αντισταθμίζεται από το Δημόσιο είναι ίσο ή χαμηλότερο από το κόστος μιας μεσαίου μεγέθους επιχείρησης με χρηστή διαχείριση [κριτήριο του «benchmarking» (συγκριτικής αξιολόγησης)], διαπίστωσε ότι εν προκειμένω δεν είχε πραγματοποιηθεί η εξακρίβωση αυτή. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι η εξέταση του κοινοποιούμενου μέτρου ήταν ατελής.
16. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενο τον δεύτερο, τον τέταρτο και τον έβδομο λόγο ακυρώσεως.
III – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
17. Με την αίτησή του αναιρέσεως, το Βασίλειο του Βελγίου, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει τις πρωτοδίκως προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα. Η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
18. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή απαντά στους τρεις αυτούς λόγους αναιρέσεως προβάλλοντας ταυτοχρόνως έναν «αυτοτελή» λόγο αντλούμενο από το απαράδεκτο της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου (3) [νυν Γενικού Δικαστηρίου].
19. Η Deutsche Post και η DHL International ζητούν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν το Βασίλειο του Βελγίου και η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV – Επί του αυτοτελούς λόγου αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή
20. Δεδομένου του καθοριστικού χαρακτήρα του λόγου αυτού, προτείνω στο Δικαστήριο να εξεταστεί πρώτος.
A – Επιχειρήματα των διαδίκων
21. Κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 230, παράγραφος 4, ΕΚ, καθόσον έκρινε παραδεκτή την προσφυγή των πρωτοδίκως προσφευγουσών για τον λόγο ότι αυτές επικαλέστηκαν την αντλούμενη από το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ διασφάλιση των δικονομικών τους εγγυήσεων. Είναι όμως σαφές ότι το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο δεν περιείχε τον υποτιθέμενο δεύτερο λόγο ακυρώσεως που αντλείται από την άμυνα των δικονομικών δικαιωμάτων. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι προέβη σε νέο χαρακτηρισμό προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιόν του.
22. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής, η συλλογιστική σχετικά με την άμυνα των δικονομικών δικαιωμάτων μνημονεύεται μόνο μια φορά, στο χωρίο που εκθέτει την επιχειρηματολογία επί του παραδεκτού των ήδη παρατεθέντων λόγων ακυρώσεως που στρέφονται κατά του βασίμου της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, κατά την Επιτροπή, ουδόλως πρόκειται για χωριστό λόγο ακυρώσεως.
23. Οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι ο αυτοτελής λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής είναι απαράδεκτος, καθόσον αποτελεί πρόσθετο λόγο υπό την έννοια του άρθρου 117, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβαλλόμενο από παρεμβαίνοντα διάδικο. Επιπλέον, η Επιτροπή σφάλλει, κατά τις προσφεύγουσες, καθόσον διατείνεται ότι δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως ο λόγος που αφορά τη διασφάλιση των δικονομικών δικαιωμάτων. Συναφώς, οι προσφεύγουσες απαριθμούν τα διάφορα χωρία του δικογράφου της προσφυγής τους τα οποία παραπέμπουν στην επιχειρηματολογία αυτή και καταλήγουν, ως εκ τούτου, ότι το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά τον χαρακτηρισμό των εν λόγω επιχειρημάτων.
B – Εκτίμηση
1. Παρατηρήσεις επί του παραδεκτού του λόγου
24. Προκαταρκτικώς, όσον αφορά την αυτεπάγγελτη εξέταση, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάζει αυτεπαγγέλτως οιοδήποτε ζήτημα σχετικό με το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου (4).
25. Όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο, επιληφθέν αιτήσεως αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του, οφείλει να αποφαίνεται, κατ’ ανάγκη αυτεπαγγέλτως, επί του λόγου δημοσίας τάξεως που αντλείται από την παράβαση του όρου, που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ότι ο προσφεύγων δεν μπορεί να ζητήσει την ακύρωση αποφάσεως η οποία δεν απευθύνεται σε αυτόν παρά μόνον αν τον αφορά άμεσα και ατομικά (5).
26. Οι λόγοι που μπορούν, αναλόγως της περιστάσεως, να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως μπορούν να προβληθούν σε οποιαδήποτε στάση της δίκης (6). Επομένως, λόγος δυνάμενος να προβληθεί αυτεπαγγέλτως είτε προβάλλεται από τους διαδίκους είτε εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το ίδιο το Δικαστήριο.
27. Εντούτοις, εν προκειμένω, φρονώ ότι το παραδεκτό του αυτοτελούς λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής μπορεί να στηριχθεί στην mutatis mutandis εφαρμογή των αρχών που διέπουν την άσκηση αντίθετης αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 115 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι κάθε διάδικος της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης μπορεί να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως εντός δύο μηνών από την επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή είχε, ενώπιον του Πρωτοδικείου, την ιδιότητα της καθής.
28. Επιπλέον, κατά τη νομολογία, το άρθρο 40, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαγορεύει στον παρεμβαίνοντα να επικαλεστεί διαφορετικά επιχειρήματα από εκείνα του διαδίκου υπέρ του οποίου παρεμβαίνει, υπό τον όρο ότι σκοπεί την υποστήριξη των αιτημάτων του διαδίκου αυτού (7). Όσον αφορά τους λόγους που μπορούν να προβληθούν, καμία διάκριση δεν γίνεται μεταξύ των διαδίκων που δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα απαντήσεως, εφόσον οι διάδικοι αυτοί υπόκεινται, κατά τον ίδιο τρόπο, στις απαιτήσεις των άρθρων 115 και 116 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Παρεμβαίνων που δικαιούται να υποβάλει υπόμνημα αντικρούσεως, δυνάμει του άρθρου 115 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει ρητός περιορισμός, να μπορεί να προβάλει λόγους που αφορούν όλα τα νομικά ζητήματα επί των οποίων στηρίχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (8).
29. Κατά μείζονα λόγο, το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωρίζεται στην Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως καθής πρωτοδίκως και διαδίκου στη διαδικασία αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
30. Συνεπώς, ο αυτοτελής λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να κριθεί παραδεκτός.
2. Επί της ουσίας
31. Ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως θέτει σημαντικά ζητήματα ως προς την έκταση των εξουσιών του Γενικού Δικαστηρίου κατά την ερμηνεία των λόγων που προβάλλονται με τις προσφυγές των οποίων επιλαμβάνεται. Η απάντηση που πρέπει να δοθεί εν προκειμένω είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την προβληματική της απαγορεύσεως νέου χαρακτηρισμού του αντικειμένου της διαφοράς σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής, προβληματική την οποία ήδη παρουσίασα με τις προτάσεις που ανέπτυξα στην υπόθεση Kronoply και Kronotex, όπου κάλεσα το Δικαστήριο να εμμείνει στη νομολογία Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής (9) διευκρινίζοντας συγχρόνως τον τρόπο εφαρμογής της (10).
32. Συγκεκριμένα, η νομολογία αυτή αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή, χωρίς να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, διαπιστώνει, δυνάμει του άρθρου 3 του ίδιου άρθρου, ότι το κοινοποιούμενο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση ή ότι μια κρατική ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά. Επομένως, τα φυσικά πρόσωπα, οι επιχειρήσεις ή οργανώσεις των οποίων τα συμφέροντα θίγονται ενδεχομένως από τη χορήγηση της ενισχύσεως, ειδικότερα δε οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις και οι επαγγελματικές ενώσεις, στις οποίες, ως ενδιαφερόμενα μέρη, αναγνωρίζονται δικονομικές εγγυήσεις οσάκις τίθεται σε εφαρμογή η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, παραδεκτώς ασκούν προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως που προβαίνει σε τέτοια διαπίστωση.
33. Επομένως, το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής, κατά την προπαρατεθείσα νομολογία Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, εξαρτάται από τη φύση των λόγων, αφενός, και την ιδιότητα του προσφεύγοντος, αφετέρου. Οι όροι του παραδεκτού εκτιμώνται κατά διαφορετικό τρόπο, αναλόγως του αν ο προσφεύγων προτίθεται να αμφισβητήσει την απόφαση της Επιτροπής επί της ουσίας ή να υποστηρίξει τις δικονομικές εγγυήσεις που του αναγνωρίζονται. Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως Επιτροπή κατά Aktionsgemeinschaft Recht und Eigentum, η σαφής αυτή διάκριση καθορίζει τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται στην εξέταση του παραδεκτού (11).
34. Εν προκειμένω, για να δοθεί απάντηση στον παρόντα λόγο, πρέπει να γίνει αντιπαραβολή του δικογράφου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής με την ερμηνεία που έδωσε στο περιεχόμενο της προσφυγής αυτής το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
35. Με τη σκέψη 36 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τη νομολογία, την οποία επικαλέστηκαν οι διάδικοι, όσον αφορά την κατάσταση των ανταγωνιστών του ωφελουμένου από μέτρο ενίσχυσης στους οποίους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να προσβάλουν την απόφαση που λαμβάνεται κατόπιν της διαδικασίας προκαταρκτικής εξέτασης του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (12).
36. Με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέθεσε όλους τους ενώπιόν του προβληθέντες λόγους, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο δεύτερος λόγος αντλείται ρητώς από παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ (13).
37. Ωστόσο, από το δικόγραφο της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής προκύπτει ότι το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίστηκε από τις πρωτοδίκως προσφεύγουσες μέσω της επικλήσεως των λόγων που παρατίθενται με τα σημεία 3 και 4 του εν λόγω εγγράφου.
38. Επομένως, με το σημείο 3 του δικογράφου της προσφυγής, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες επικαλέστηκαν, καταρχάς, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας απορρέουσα από τη διαγραφή ουσιωδών κατά την κρίση τους πληροφοριών από το μη εμπιστευτικό κείμενο της αποφάσεως.
39. Με το σημείο 4 του δικογράφου της προσφυγής, οι προσφεύγουσες προσήψαν στην Επιτροπή ότι δεν χαρακτήρισε ως κρατικές ενισχύσεις τα ακόλουθα μέτρα: πρώτον, την απαλλαγή της La Poste από την καταβολή του φόρου εταιριών, δεύτερον, τη διαγραφή αποθεματικού για την καταβολή συντάξεων και, τρίτον, τη δυνατότητα της La Poste να λαμβάνει εγγύηση από το Δημόσιο για τη σύναψη δανείων. Τέλος, με το ίδιο σημείο 4 του δικογράφου της προσφυγής, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες αμφισβήτησαν τη μέθοδο και το αποτέλεσμα του υπολογισμού στον οποίο προέβη η Επιτροπή όσον αφορά το προκύπτον υπόλοιπο από την αντιστάθμιση μεταξύ των χορηγούμενων στη La Poste οικονομικών πλεονεκτημάτων και των εξόδων που συνδέονται με τις ΥΓΟΣ, καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω περιγραφόμενα μέτρα. Τέλος, οι προσφεύγουσες προσήψαν στην Επιτροπή ότι προέβη σε κατ’ αποκοπή αφαίρεση από τις αντισταθμίσεις του καθαρού πρόσθετου κόστους που συνδέεται με την παροχή των ΥΓΟΣ χωρίς να εξακριβώσει αν η αντιστάθμιση όντως πραγματοποιήθηκε ακριβώς για την περίοδο κατά την οποία προέκυψε το εν λόγω κόστος.
40. Επομένως, είναι σαφές ότι κανένας από τους λόγους αυτούς δεν παραπέμπει ρητώς στην προσβολή των δικαιωμάτων που απονέμει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
41. Ασφαλώς, σε ένα απόσπασμα των εγγράφων τους σχετικά με το παραδεκτό του συνόλου της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής και, ειδικότερα, στο σημείο 17 του δικογράφου της προσφυγής, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες υπενθύμισαν τη νομολογία που αφορά την τήρηση των δικονομικών εγγυήσεων. Ωστόσο, κανένας από τους ανωτέρω περιγραφέντες λόγους δεν παραπέμπει ρητώς στην παραβίαση των δικονομικών εγγυήσεων κατά την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής. Επομένως, προκύπτει ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες υπενθύμισαν τη νομολογία σχετικά με τους όρους του παραδεκτού χωρίς να πραγματοποιήσουν διάκριση μεταξύ των όρων του παραδεκτού που αφορούν την κρίση επί της ουσίας και των όρων του παραδεκτού στην περίπτωση της διασφαλίσεως των δικονομικών δικαιωμάτων.
42. Επιπλέον, είναι αληθές ότι, με το σημείο 22 του δικογράφου της προσφυγής, που συνδέεται με τον πρώτο λόγο σχετικά με την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες προβάλλουν ότι, «στο πλαίσιο ενδεδειγμένης εξετάσεως, η Επιτροπή θα όφειλε να κινήσει την κύρια διαδικασία εξετάσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Καθόσον δεν το έπραξε, η απόφασή της είναι παράνομη». Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν αρκεί για να αποτελέσει χωριστό λόγο ακυρώσεως. Άλλωστε, το ίδιο επιχείρημα περιλαμβάνεται και σε απόσπασμα του δικογράφου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής που αφορά το βάσιμο της προσφυγής αυτής.
43. Τέλος, με το σημείο 14 του δικογράφου της προσφυγής, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες υπενθυμίζουν ότι απηύθυναν στην Επιτροπή αίτημα ζητώντας να θεωρηθούν ενδιαφερόμενα μέρη κατά την έννοια των άρθρων 1, στοιχείο η΄, και 20 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 (14).
44. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν αφ’ εαυτών να συνιστούν λόγο ακυρώσεως.
45. Κατόπιν των προεκτεθέντων, οι επικρίσεις της Επιτροπής όσον αφορά τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου πρέπει να θεωρηθούν βάσιμες, δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο άντλησε προφανώς από το δικόγραφο της προσφυγής της οποίας επιλήφθηκε στοιχεία από τα οποία μπόρεσε να κατασκευάσει χωριστό λόγο ακυρώσεως, τον οποίο ονόμασε «δεύτερο λόγο», βάσει αποσπασματικών αναφορών διεσπαρμένων σε διάφορα τμήματα του δικογράφου της προσφυγής.
46. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει της προπαρατεθείσας νομολογίας Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο εκ μέρους του Πρωτοδικείου νέος χαρακτηρισμός του αντικειμένου της προσφυγής της οποίας είχε επιληφθεί, τη στιγμή μάλιστα που τα αιτήματα που προβλήθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου και το σύνολο των λόγων των οποίων έγινε επίκληση προς στήριξη των αιτημάτων αυτών σκοπούσαν στην ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί της ουσίας, συνιστά πλάνη περί το δίκαιο η οποία οδήγησε το Πρωτοδικείο στην εσφαλμένη εκτίμηση ότι οι προσφεύγουσες απέβλεπαν στη διασφάλιση των δικονομικών εγγυήσεων οι οποίες όφειλαν να τους έχουν χορηγηθεί.
47. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε εκ νέου το αντικείμενο της προσφυγής κατά παράβαση της προπαρατεθείσας νομολογίας, πράγμα που συνιστά πλάνη περί το δίκαιο. Πράττοντας τούτο, το Πρωτοδικείο υπερέβη τα όρια των αρμοδιοτήτων του, γνωρίζοντας ότι, σύμφωνα με την εν λόγω νομολογία, δεσμεύεται από το αντικείμενο της διαφοράς όπως προσδιορίζεται με το δικόγραφο της προσφυγής της οποίας επιλαμβάνεται.
48. Λαμβανομένου υπόψη, αφενός, ότι από τις προηγηθείσες εκτιμήσεις προκύπτει ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες δεν προέβαλαν κανένα λόγο με σκοπό τη διασφάλιση των δικονομικών εγγυήσεων και, αφετέρου, ότι το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 47 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι εν λόγω προσφεύγουσες δεν ικανοποιούν τα κριτήρια της νομολογίας Plaumann κατά Επιτροπής (15), φρονώ ότι το Πρωτοδικείο όφειλε να κρίνει απαράδεκτους τους λόγους που αφορούν την ουσία της υποθέσεως. Το Πρωτοδικείο όμως περιορίστηκε, με τις σκέψεις 67 και 68 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να απορρίψει ως απαράδεκτους, αφενός, τους λόγους ακυρώσεως με τους οποίους κλήθηκε να αποφανθεί ως προς την ύπαρξη ενίσχυσης ή ως προς το συμβατό της με την κοινή αγορά και, αφετέρου, τον λόγο ακυρώσεως που αφορά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
49. Συνεπώς, χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξετάσεως των λοιπών λόγων της κύριας αναιρέσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχτεί τον λόγο αναιρέσεως που προβάλλει η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου καθόσον, με την απόφαση αυτή, το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε εκ νέου το αντικείμενο της διαφοράς της οποίας επιλήφθηκε.
50. Επιπλέον, θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί και επί της διαφοράς χωρίς να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο, απορρίπτοντας την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
51. Ωστόσο, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο επιλέξει διαφορετική λύση, θα αναλύσω, επικουρικώς, τα επιχειρήματα που προβάλλει η Βελγική Κυβέρνηση με το δικόγραφο της κύριας αναιρέσεως.
V – Επί του δευτέρου λόγου της κύριας αναιρέσεως
52. Δεδομένου ότι ο λόγος αυτός είναι στενά συνδεδεμένος με τον λόγο που προηγήθηκε, θα τον εξετάσω πριν από τους λοιπούς λόγους της κύριας αναιρέσεως.
Α – Τα επιχειρήματα των διαδίκων
53. Η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε παραδεκτούς τον τέταρτο και τον έβδομο λόγο ακυρώσεως της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής, έστω και αν με τους λόγους αυτούς οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες αμφισβήτησαν το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
54. Η Επιτροπή προβάλλει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο εξέτασε την προσβαλλόμενη απόφαση επί της ουσίας.
55. Κατά τις πρωτοδίκως προσφεύγουσες, το Πρωτοδικείο αρκέστηκε να λάβει υπόψη το σύνολο των λυσιτελών στοιχείων προκειμένου να εκτιμήσει την ενδεχόμενη ύπαρξη «σοβαρών δυσχερειών».
Β – Εκτίμηση
56. Προκαταρκτικώς, υπογραμμίζεται ότι η απάντηση που πρέπει να δοθεί στον παρόντα λόγο αναιρέσεως εξαρτάται από την απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο, αφενός, στο ερώτημα σχετικά με το αν η προπαρατεθείσα νομολογία Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής μπορεί να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της προπαρατεθείσας υποθέσεως Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, και, αφετέρου, στον αυτοτελή λόγο που προέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
57. Καταρχάς, όσον αφορά ειδικότερα τον έβδομο λόγο που προβάλλουν οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες ενώπιον του Πρωτοδικείου, παρατηρείται ότι, με το δικόγραφο της προσφυγής τους, οι εν λόγω προσφεύγουσες ουδεμία αναφορά κάνουν στη συλλογιστική σχετικά με τη λυσιτέλεια της προπαρατεθείσας νομολογίας Altmark. Η συλλογιστική αυτή εκτίθεται μόνο με την απάντηση στα έγγραφα της Επιτροπής (16). Επομένως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τον λόγο αυτόν, με τις σκέψεις 70 και 73 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, υπό το πρίσμα της νομολογίας σύμφωνα με την οποία λόγος ακυρώσεως ο οποίος αποτελεί ανάπτυξη λόγου που προβλήθηκε προηγουμένως, αμέσως ή εμμέσως, με το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο πρέπει να θεωρείται παραδεκτός (17). Εντούτοις, αν το Πρωτοδικείο είχε κρίνει ότι το ζήτημα της εξετάσεως των κριτηρίων που ορίζει η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark δεν μπορεί να συναρτάται με τον λόγο που παρατίθεται με το δικόγραφο της προσφυγής, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η επιχειρηματολογία συνιστά νέο λόγο, η προβολή του οποίου απαγορεύεται, κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, εκτός αν ο λόγος αυτός στηρίζεται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία.
58. Συναφώς, επισημαίνω ότι, με τη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο έβδομος λόγος του δικογράφου της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής συνδέεται στενά με τον δεύτερο λόγο που αντλείται από παράβαση των διατάξεων του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Στο μέτρο όμως που υποστηρίζω την άποψη ότι ο πρωτοδίκως προβληθείς δεύτερος λόγος, κατά την έννοια του δικονομικού λόγου υπό την οποία τον ερμηνεύει το Πρωτοδικείο, πρέπει να θεωρηθεί ως μη προβληθείς, προτείνω να κριθεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι ο έβδομος λόγος συνιστά ανάπτυξη του υποθετικού δεύτερου λόγου, τη στιγμή που ο έβδομος αυτός λόγους θα έπρεπε να έχει κριθεί απαράδεκτος. Ωστόσο, σε περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιλέξει μια τόσο ριζική πρόταση, θα απαντήσω στην εν λόγω επιχειρηματολογία με τις ακόλουθες παρατηρήσεις.
59. Με τη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παραθέτει τους λόγους που προβάλλονται προς στήριξη της προσφυγής, εκτιμώντας ότι ο τέταρτος λόγος αφορά την εξέταση μέτρων που αντιστοιχούν σε διαγραφή αποθεματικού ενώ ο έβδομος λόγος αντλείται από την παράλειψη εξακριβώσεως, σύμφωνα με τα κριτήρια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Altmark, του κόστους στο οποίο είχαν παρασχεθεί οι ΥΓΟΣ.
60. Επομένως, εκ πρώτης όψεως, και υπό την προϋπόθεση ότι το Πρωτοδικείο προσδιόρισε και περιέγραψε ορθώς τους επίμαχους λόγους ακυρώσεως, διαπιστώνεται ότι οι λόγοι αυτοί αφορούν την ουσία. Επομένως, κατά την προπαρατεθείσα νομολογία Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, που είναι λυσιτελής και εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει αν οι προσφεύγουσες ευρίσκονταν σε ιδιαίτερη κατάσταση, υπό την έννοια της προπαρατεθείσας νομολογίας Plaumann κατά Επιτροπής. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, με τις σκέψεις 47 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες δεν ήταν ικανά να αποδείξουν ότι η ανταγωνιστική θέση τους, συγκρινόμενη με τη θέση των άλλων ανταγωνιστών της La Poste, επηρεάστηκε ουσιωδώς.
61. Αντιθέτως, το Πρωτοδικείο, αφού έκρινε με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες είχαν την ιδιότητα ενδιαφερόμενου κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, προέβη σε ανάλυση της επιχειρηματολογίας σχετικά με τη διασφάλιση των δικονομικών δικαιωμάτων προς απάντηση στον υποτιθέμενο δεύτερο λόγο ακυρώσεως της προσφυγής.
62. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο, αφού χαρακτήρισε τον δεύτερο λόγο, με τη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως λόγο με τον οποίο ρητώς προβάλλεται προσβολή των δικονομικών δικαιωμάτων, έκρινε, με τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έβδομος λόγος ακυρώσεως παρείχαν στοιχεία που στηρίζουν τον δεύτερο λόγο. Κατά συνέπεια, με τη σκέψη 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατέληξε ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες νομιμοποιούνταν να ασκήσουν προσφυγή.
63. Επομένως, το Πρωτοδικείο συνάρτησε το παραδεκτό του τέταρτου και του έβδομου λόγου της προσφυγής με το παραδεκτό του δεύτερου λόγου σχετικά με τη διασφάλιση των δικονομικών εγγυήσεων ο οποίος, αν είχε πράγματι προβληθεί, θα διεπόταν από λιγότερο αυστηρούς όρους παραδεκτού, σύμφωνα με τα κριτήρια της προπαρατεθείσας νομολογίας Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής.
64. Η ενέργεια αυτή του Πρωτοδικείου συνιστά διπλή πλάνη περί το δίκαιο.
65. Αφενός, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο χρησιμοποίησε, στο πλαίσιο εξετάσεως του δεύτερου λόγου, τον οποίο θεωρώ ως μη προβληθέντα, επιχειρήματα που προβλήθηκαν προς στήριξη του τέταρτου και του έβδομου λόγου που αφορούν την ουσία.
66. Επιπλέον, ακόμα και αν υποτεθεί ότι ο δεύτερος αυτός λόγος όντως προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, κατά τη γνώμη μου, η προσέγγιση αυτή επιδέχεται κριτική. Στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Επιτροπής, απόκειται στον προσφεύγοντα να οριοθετήσει το πλαίσιο της διαφοράς και να προσδιορίσει με σαφήνεια την επιχειρηματολογία με την οποία σκοπεί να αποδείξει την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών προς τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, που δικαιολογούν την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως από την Επιτροπή. Επομένως, η προσφεύγουσα, μολονότι διατυπώνει «δικονομικό» λόγο, μπορεί να παραπέμπει σε πραγματικά περιστατικά που αποτελούν στοιχεία της ουσίας. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαθίσταται στη θέση των διαδίκων προκειμένου να αναζητήσει στο δικόγραφο της προσφυγής στοιχεία ικανά να στηρίξουν λόγο ακυρώσεως αντλούμενο από προσβολή δικονομικών δικαιωμάτων (18). Συνεπώς, στο μέτρο που δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου καμία επιχειρηματολογία προς στήριξη του δεύτερου λόγου, ο λόγος αυτός, αν υποτεθεί ότι διατυπώθηκε, έπρεπε να έχει απορριφθεί ως απαράδεκτος.
67. Αφετέρου, δεδομένου ότι ο τέταρτος και ο έβδομος λόγος του δικογράφου της προσφυγής αφορούν την ουσία και λαμβανομένης υπόψη της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου που περιέχεται στις σκέψεις 47 και 51 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η ανταγωνιστική θέση τους στην αγορά επηρεάστηκε ουσιωδώς, ο τέταρτος και ο έβδομος λόγος του δικογράφου της προσφυγής έπρεπε να έχουν απορριφθεί ως απαράδεκτοι σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, ήτοι, τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής.
68. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφασίσει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και, ως εκ τούτου, να δεχτεί ως βάσιμο τον δεύτερο λόγο της κύριας αναιρέσεως. Επιπλέον, προτείνω στο Δικαστήριο, στηριζόμενο στον λόγο αυτόν, να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στο σύνολό της και να αποφανθεί οριστικώς επί της διαφοράς απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή.
VI – Επί του πρώτου λόγου της κύριας αναιρέσεως
Α – Τα επιχειρήματα των διαδίκων
69. Η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε καθόσον χαρακτήρισε ορισμένες περιστάσεις της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως ως αντικειμενικές και συγκλίνουσες ενδείξεις «σοβαρών δυσχερειών» που καθιστούν αναγκαία την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
70. Όσον αφορά τις περιστάσεις υπό τις οποίες διεξήχθη η διαδικασία εξετάσεως, η προθεσμία αναφοράς των δύο μηνών που υπενθύμισε το Πρωτοδικείο είναι απλώς ενδεικτική, οπότε η παρέλευσή της δεν μπορεί να σημαίνει αυτοδικαίως ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε σοβαρές δυσχέρειες. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι προθεσμία επτά μηνών υπερβαίνει προδήλως το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η Επιτροπή οφείλει να ολοκληρώσει το προκαταρκτικό στάδιο της εξετάσεώς της. Το θεσμικό αυτό όργανο προσθέτει ότι, υπό τις συγκεκριμένες εν προκειμένω περιστάσεις, η διάρκεια της εξετάσεως δεν ήταν υπερβολικά μεγάλη.
71. Εξάλλου, κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, η επέκταση των ουσιαστικών και χρονικών ορίων της διαδικασίας εξετάσεως δεν αποδίδεται αναγκαστικά σε σοβαρές δυσχέρειες επί της ουσίας. Το Πρωτοδικείο παρέλειψε να προσδιορίσει συγκεκριμένη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ, αφενός, του τεράστιου πεδίου έρευνας το οποίο συνεπάγεται η εξέταση της κοινοποιούμενης ενισχύσεως καθώς και η προφανής περιπλοκότητά της και, αφετέρου, της παρουσίας σοβαρών δυσχερειών. Κατά την Επιτροπή, οι πραγματικές δυσκολίες δεν συνεπάγονται αναγκαστικά την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών.
72. Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η αμφιταλάντευση της Επιτροπής ως προς τη νομική βάση της αποφάσεώς της αποτελεί ένδειξη μάλλον της επιλογής που διέθετε το θεσμικό αυτό όργανο για να κλείσει τον φάκελο παρά σοβαρών δυσχερειών που αντιμετώπισε.
73. Όσον αφορά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Βελγική Κυβέρνηση φρονεί ότι το Πρωτοδικείο, κατά την ανάλυση του επαρκούς χαρακτήρα της εξετάσεως της κοινοποιούμενης ενισχύσεως, καταλήγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα από εκείνο της Επιτροπής. Η παρουσία όμως σοβαρών δυσχερειών δεν μπορεί να συναχθεί από μια τέτοια απόκλιση. Επιπλέον, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η εξέταση του αποκαλούμενου κριτηρίου «benchmarking» (συγκριτικής αξιολόγησης) που απορρέει από την προπαρατεθείσα απόφαση Altmark δεν είναι λυσιτελής στο πλαίσιο του ελέγχου διασφαλίσεως των δικονομικών εγγυήσεων του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
74. Κατά γενικό κανόνα, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες θεωρούν ότι οι διαδικασίες εξετάσεως της Επιτροπής που κινούνται στο πλαίσιο ιδιωτικοποιήσεως κρατικών ταχυδρομικών επιχειρήσεων διεκπεραιώνονται παραδοσιακά από το θεσμικό αυτό όργανο μέσω της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Συγκεκριμένα, το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών που χαρακτηρίζει τις εν λόγω διαδικασίες είναι πολύπλοκο με αποτέλεσμα να ανακύπτουν αναγκαστικά σοβαρές δυσχέρειες.
75. Ειδικότερα, οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες υπενθυμίζουν, καταρχάς, ότι, κατά τη διαδικασία εξετάσεως, η ίδια η Επιτροπή επισήμανε την περιπλοκότητα του φακέλου που της είχε υποβληθεί. Εν συνεχεία, η Βελγική Κυβέρνηση παρέλειψε να απαντήσει στις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή δεν διέθετε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά ώστε να εξετάσει την παραχώρηση ακινήτων και τη διαγραφή αποθεματικού για τις συντάξεις. Τέλος, οι προσφεύγουσες τονίζουν τη σπουδαιότητα του «benchmarking» του κόστους των ΥΓΟΣ κατά την έννοια του τέταρτου κριτηρίου που θέτει η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark.
Β – Εκτίμηση
76. Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγχει τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που αντλεί το Γενικό Δικαστήριο από αυτά (19). Επομένως, το Δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται επί της έννοιας των «σοβαρών δυσχερειών», όπως την ερμηνεύει το Γενικό Δικαστήριο βάσει των πραγματικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιόν του.
77. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια της κρατικής ενισχύσεως, όπως καθορίζεται στη Συνθήκη ΕΚ, έχει νομικό χαρακτήρα και πρέπει να ερμηνεύεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων. Για τον λόγο αυτόν, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει, καταρχήν και λαμβανομένων υπόψη τόσο των συγκεκριμένων στοιχείων της διαφοράς της οποίας επιλήφθηκε όσο και του τεχνικού ή περίπλοκου χαρακτήρα των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη η Επιτροπή, να ασκεί πλήρη έλεγχο του κατά πόσον ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (20).
78. Δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, πρώτη περίοδος, ΕΚ, τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν τεθούν σε εφαρμογή. Η Επιτροπή προβαίνει τότε σε μια πρώτη εξέταση των σχεδιαζόμενων ενισχύσεων. Εάν κατά το πέρας της εξετάσεως αυτής φρονεί ότι ένα σχέδιο δεν είναι συμβατό με την κοινή αγορά, κινεί αμελλητί τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ (21).
79. Υπογραμμίζεται ότι η Επιτροπή οφείλει να καθορίζει, ανάλογα με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία της συγκεκριμένης υποθέσεως, αν οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει κατά την έρευνα του συμβατού της ενισχύσεως με την κοινή αγορά καθιστούν απαραίτητη την κίνηση της διαδικασίας αυτής. Όταν προβαίνει στην εκτίμησή της, πρώτον, η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τις απαιτήσεις σύμφωνα με τις οποίες η εξουσία της να αποφαίνεται επί της συμβατότητας ενισχύσεως περιορίζεται μόνο στα μέτρα που δεν δημιουργούν σοβαρές δυσχέρειες, οπότε το κριτήριο αυτό αποκτά αποκλειστικό χαρακτήρα (22). Δεύτερον, όταν προσκρούει σε σοβαρές δυσχέρειες, η Επιτροπή δεν διαθέτει συναφώς διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως (23). Τρίτον, η έννοια των σοβαρών δυσχερειών έχει αντικειμενικό χαρακτήρα (24). Τέλος, ο έλεγχος νομιμότητας που ασκεί το Γενικό Δικαστήριο επί της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών, εκ φύσεως, υπερβαίνει την αναζήτηση της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως (25).
80. Επομένως, κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή μπορεί να αρκεστεί στην προκαταρκτική έρευνα του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και να λάβει ευνοϊκή απόφαση για κάποια ενίσχυση, μόνον αν είναι σε θέση να σχηματίσει την πεποίθηση, μετά από μια πρώτη εξέταση, ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι συμβατή με τη Συνθήκη ΕΚ ή ότι το κοινοποιούμενο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση. Αντιθέτως, αν, από την πρώτη αυτή εξέταση, η Επιτροπή σχηματίσει αντίθετη γνώμη ή δεν μπορέσει να υπερβεί όλες τις δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά τον έλεγχο της συμβατότητας της εν λόγω ενισχύσεως με την κοινή αγορά, τότε οφείλει να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες γνώμες και να κινήσει προς τούτο τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (26).
81. Η Επιτροπή διαθέτει κάποιο περιθώριο εκτιμήσεως κατά την εξέταση των περιστάσεων για τον καθορισμό του ζητήματος αν αυτές δημιουργούν σοβαρές δυσχέρειες (27). Αντιθέτως, η έννοια των σοβαρών δυσχερειών έχει αντικειμενικό χαρακτήρα. Η διαπίστωση της υπάρξέως τους δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στις συνθήκες λήψεως του επίμαχου μέτρου, αλλά και στις εκτιμήσεις επί των οποίων στηρίχθηκε η Επιτροπή (28).
82. Εν προκειμένω, η Βελγική Κυβέρνηση προσπαθεί να αποδείξει ότι από καμία από τις ενδείξεις που έλαβε υπόψη της η Επιτροπή δεν μπορεί να συναχθεί η παρουσία σοβαρών δυσχερειών. Αναφέρεται ειδικότερα στη διάρκεια της διαδικασίας, στο πεδίο έρευνας της αρχικής διαδικασίας, στην αμφιταλάντευση της Επιτροπής ως προς την επιλογή νομικής βάσεως για την απόφασή της καθώς και στα στοιχεία του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως.
83. Υπενθυμίζω ότι, μολονότι το Δικαστήριο δεν προσδιόρισε επακριβώς ποια είναι τα στοιχεία που μπορεί να συνιστούν ενδείξεις για την ύπαρξη σοβαρής δυσχέρειας, όπως συνόψισε και η γενική εισαγγελέας V. Trstenjak με τις προτάσεις της, εντούτοις η νομολογία λαμβάνει υπόψη τρία είδη ενδείξεων. Αυτές μπορούν να απορρέουν, πρώτον, από το περιεχόμενο των συζητήσεων που διεξήχθησαν μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους κατά το προκαταρκτικό στάδιο, δεύτερον, από το χρονικό διάστημα που παρήλθε εν προκειμένω κατά τη διάρκεια του προκαταρκτικού σταδίου της εξετάσεως, και τρίτον, από εκτιμήσεις στις οποίες στηρίχθηκε η Επιτροπή για να εκδώσει απόφαση κατά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου. Από τις εκτιμήσεις αυτές μπορεί να ανακύπτουν δυσχέρειες που ενδεχομένως δικαιολογούν την κίνηση του επίσημου σταδίου εξετάσεως (29).
84. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, το Πρωτοδικείο, αφού ορθώς υπενθύμισε τους κανόνες που διέπουν τη διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ, προσπάθησε, με τις σκέψεις 96 έως 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, να εξετάσει τις εν προκειμένω περιστάσεις που μπορούν να αποδείξουν την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών.
85. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε, με τη σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι χρονικό διάστημα που υπερβαίνει σημαντικά τον χρόνο που συνήθως απαιτείται για μια πρώτη εξέταση στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ μπορεί, μαζί με άλλα στοιχεία, να οδηγήσει στην αναγνώριση ότι η Επιτροπή αντιμετώπισε σοβαρές δυσχέρειες εκτιμήσεως που καθιστούν επιβεβλημένη την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (30).
86. Επομένως, κατά το Πρωτοδικείο, υπέρ της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών συνηγορεί μια δέσμη ενδείξεων, εξεταζόμενων στο σύνολό τους.
87. Συναφώς, θα ήθελα να τονίσω μια διάκριση που πρέπει να ισχύσει και εν προκειμένω, ήτοι τη διάκριση μεταξύ της έννοιας της ενδείξεως και της έννοιας της αποδείξεως. Έτσι, τα στοιχεία που παραθέτει το Πρωτοδικείο και τα οποία αποτελούν πραγματικό περιστατικό, γεγονός, ή ειδική περίσταση πρέπει να ερμηνευτούν ως απλές ενδείξεις που υποδηλώνουν ότι η υποστηριζόμενη άποψη περί υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών είναι κατά πάσα πιθανότητα ακριβής.
88. Εντούτοις, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να θεωρηθούν αποδεικτικά στοιχεία, υπό την έννοια των στοιχείων μιας αποδεικτικής διαδικασίας τα οποία θεμελιώνουν μια δικανική πεποίθηση που απόκειται στο Πρωτοδικείο να διαμορφώσει. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν πρέπει να αποδείξει ορισμένες περιστάσεις αλλά να είναι σε θέση να συναγάγει λογικό και αιτιολογημένο συμπέρασμα βάσει των ενώπιόν του προσκομισθέντων αντικειμενικών στοιχείων.
89. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ανέλυσε, καταρχάς, τις δυσχέρειες σχετικά με τη διάρκεια και τις περιστάσεις της εν προκειμένω διαδικασίας. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο προέβη, με τις σκέψεις 107 έως 118, σε ανάλυση των δυσχερειών η δικαιολόγηση των οποίων στηρίζεται στο ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως της Επιτροπής.
90. Πρώτον, φρονώ ότι η εκτίμηση της έννοιας των «σοβαρών δυσχερειών» δεν συνεπάγεται την αναγκαιότητα αναλύσεως άλλων υποθέσεων προκειμένου να προσδιοριστεί η μέση διάρκεια της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως στην περίπτωση που η Επιτροπή δεν αντιμετωπίζει δυσχέρειες. Αντιθέτως, οι ενδείξεις σοβαρών δυσχερειών πρέπει να εξεταστούν κατά περίπτωση και, ιδιαίτερα, υπό το πρίσμα της φύσεως του μέτρου το οποίο η Επιτροπή καλείται να εκτιμήσει.
91. Δεν αμφισβητείται ότι μια συνηθισμένη άμεση στήριξη δεν συνεπάγεται την ίδια διάρκεια εξετάσεως που συνεπάγεται ένα πολύπλοκο πλέγμα διατάξεων όπως είναι αυτό βάσει του οποίου χορηγείται αντιστάθμιση για την παροχή ΥΓΟΣ. Επομένως, μια απλή διαφορά στη διάρκεια, σε απόλυτους αριθμούς, δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να συνιστά καθοριστικό στοιχείο από το οποίο να μπορεί να προκύψει η ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών. Ωστόσο, όπως επισήμανε και η γενική εισαγγελέας V. Trstenjak, η πτυχή αυτή μπορεί να αποτελεί ένδειξη συναφώς
92. Επιπλέον, η προθεσμία που προβλέπει για τις κοινοποιούμενες ενισχύσεις το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999 όσον αφορά την «απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων» ανέρχεται σε δύο μήνες. Δυνάμει του άρθρου 5 του ίδιου άρθρου, η προθεσμία μπορεί να παρατείνεται με τη συγκατάθεση τόσο της Επιτροπής όσο και του οικείου κράτους μέλους καθώς και όταν η Επιτροπή χρειάζεται πρόσθετες πληροφορίες.
93. Αντιθέτως, επισημαίνεται ότι, κατά τις πρωτοδίκως προσφεύγουσες, οι διαδικασίες εξετάσεως της Επιτροπής κατά την ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα διεξάγονται κατά γενικό κανόνα από το θεσμικό αυτό όργανο στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
94. Δεύτερον, όσον αφορά τη λυσιτέλεια των περιστάσεων υπό τις οποίες διεξήχθη η προκαταρκτική διαδικασία εξετάσεως και οι οποίες αποτελούν αντικείμενο αναλύσεως των σκέψεων 99 έως 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, φρονώ ότι το γεγονός ότι ζητήθηκε από το κράτος μέλος η παροχή πληροφοριών αποτελεί τμήμα των υποχρεώσεων επιμέλειας που υπέχει η Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως των κοινοποιούμενων μέτρων, οπότε, αν το μέτρο παρουσιάζει ιδιαιτέρως αυξημένο βαθμό περιπλοκότητας, το περιεχόμενο της σχετικής επικοινωνίας θα μπορέσει να αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών.
95. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε το εύρος του πεδίου έρευνας που κάλυψε η Επιτροπή. Εντούτοις, το γεγονός ότι, παρά την περιπλοκότητα του εγχειρήματος, η Επιτροπή κατόρθωσε να εξετάσει, εντός σχετικά μικρής χρονικής περιόδου, πολλά μέτρα, κοινοποιηθέντα και μη, των οποίων η εφαρμογή εκτείνεται σε χρονικό διάστημα ετών, είναι πρόσφορο να αποδείξει μάλλον τις ικανότητες των υπηρεσιών του θεσμικού αυτού οργάνου παρά την ύπαρξη δυσχερειών που αντιμετωπίστηκαν κατά την εξέταση του προς εκτίμηση μέτρου.
96. Δεν αμφισβητείται ότι η περιπλοκότητα ενός φακέλου δεν συνεπάγεται, αφ’ εαυτής, ότι η Επιτροπή αντιμετωπίζει σοβαρές δυσχέρειες και ότι, ως εκ τούτου, οφείλει να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Εντούτοις, όταν η περιπλοκότητα αυτή συνοδεύεται από μεγάλη διάρκεια εξετάσεως, οι περιστάσεις αυτές συνηγορούν υπέρ της υπάρξεως σοβαρών δυσχερειών.
97. Ωστόσο, το στοιχείο με την πιο αποφασιστική σημασία είναι, κατά τη γνώμη μου, εκείνο που επισημαίνει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την εκτίμηση των μέτρων που εξέτασε η Επιτροπή. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από τα περιεχόμενα στον φάκελο στοιχεία προκύπτει ότι η Επιτροπή δήλωσε επανειλημμένως ότι επιβάλλεται η κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Φρονώ ότι η έλλειψη σοβαρών δυσχερειών δύσκολα συμβιβάζεται με το συμπέρασμα αυτό, κατά το πέρας της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως.
98. Τρίτον, όσον αφορά την αμφιταλάντευση της Επιτροπής σχετικά με την επιλογή της νομικής βάσεως της αποφάσεώς της, φρονώ ότι το στοιχείο αυτό έχει αμιγώς τυπικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η Επιτροπή αμφιταλαντεύτηκε μεταξύ δύο επιλογών, ήτοι, αφενός, να διαπιστώσει ότι δεν υφίσταται ενίσχυση και, αφετέρου, να εκδώσει απόφαση με την οποία να κηρύσσει συμβατά τα δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, εξετασθέντα μέτρα.
99. Εντούτοις, επισημαίνω ότι η Επιτροπή εξάρτησε τη νομιμότητα του κοινοποιηθέντος μέτρου από τη νομιμότητα των έξι μη κοινοποιηθέντων μέτρων που ελήφθησαν μεταξύ των ετών 1992 και 1997. Επομένως, μου φαίνεται δύσκολο να αρνηθώ την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών λαμβανομένης υπόψη της αβεβαιότητας όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των μέτρων αντισταθμίσεως των ΥΓΟΣ για την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα μη κοινοποιηθέντα, και άρα παράνομα, μέτρα, ήταν δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
100. Συγκεκριμένα, με την απόφασή της, η Επιτροπή προβάλλει ότι, στο μέτρο που η La Poste σημείωσε καθαρή ζημία, το μέτρο που συνίσταται στην απαλλαγή από την καταβολή του φόρου εταιριών δεν συνεπάγεται για τη La Poste ούτε πλεονέκτημα ούτε μεταβίβαση κρατικών πόρων.
101. Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι η αξιολόγηση αυτού του μη κοινοποιηθέντος μέτρου πραγματοποιήθηκε μετά από τις εξετασθείσες οικονομικές χρήσεις. Επομένως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν το γεγονός της εκ των προτέρων κοινοποιήσεως και εξετάσεώς του θα μπορούσε να οδηγήσει την Επιτροπή σε διαφορετικό συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως. Τούτο δημιουργεί αμφιβολία βάσει της οποίας είναι θεμιτή η εκτίμηση ότι η Επιτροπή όφειλε να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως κατά την έννοια του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
102. Τέταρτον, όσον αφορά το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που εκτίθενται στις σκέψεις 108 έως 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η Επιτροπή εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση χωρίς να διαθέτει στοιχεία που να της παρέχουν τη δυνατότητα να εκτιμήσει αν υφίσταται πλεονέκτημα.
103. Τέλος, όσον αφορά την έλλειψη αξιολογήσεως σχετικά με το κόστος των ΥΓΟΣ σε σχέση με τα κριτήρια που καθόρισε η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark, προτείνω την εξέταση του ερωτήματος εκτός του πλαισίου του παρόντος λόγου αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, το ερώτημα αυτό εξετάστηκε ήδη, υπό το πρίσμα του παραδεκτού, στο πλαίσιο της απαντήσεως στον δεύτερο λόγο της κύριας αναιρέσεως. Αντιθέτως, όσον αφορά την ουσία, το ζήτημα της λυσιτέλειας της προπαρατεθείσας νομολογίας Altmark για την εκτίμηση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως θα αναλυθεί στο πλαίσιο της απαντήσεως στον τρίτο λόγο της κύριας αναιρέσεως.
104. Κατόπιν των προεκτεθέντων, είμαι της γνώμης ότι το Πρωτοδικείο ορθώς δέχτηκε την ύπαρξη στοιχείων που έπρεπε να οδηγήσουν την Επιτροπή στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Ωστόσο, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να καταλήξει στη διαπίστωση αυτή μόνον υπό το πρίσμα όλων των δυσχερειών στις οποίες το θεσμικό αυτό όργανο προσέκρουσε κατά την εξέταση των επίμαχων μέτρων. Αν ληφθούν μεμονωμένα, κανένα από τα στοιχεία που εξέτασε το Πρωτοδικείο δεν μου φαίνεται να έχει αποφασιστική σημασία. Στην εκτίμηση αυτή καταλήγει και το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 98 και 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
105. Κατά συνέπεια, και στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου σχετικά με την αντιμετώπιση του αυτοτελούς λόγου αναιρέσεως της Επιτροπής καθώς και του δεύτερου λόγου της κύριας αναιρέσεως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον δεύτερο λόγο ως αβάσιμο.
VII – Επί του τρίτου και του τέταρτου λόγου της κύριας αναιρέσεως
Α – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
106. Η επιχειρηματολογία που στηρίζεται στην εκ μέρους της Επιτροπής ανεπαρκή εξέταση υπό το πρίσμα των κριτηρίων που καθιερώνει η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark αποτέλεσε, κατά το Πρωτοδικείο, τη βάση του έβδομου λόγου που προβλήθηκε με το δικόγραφο της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής. Όπως εξέθεσα ανωτέρω, προς απάντηση στον δεύτερο λόγο της κύριας αναιρέσεως, ο έβδομος αυτός λόγος έπρεπε να έχει απορριφθεί ως απαράδεκτος. Εντούτοις, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρόταση αυτή, θα εξετάσω τον λόγο αυτόν επί της ουσίας.
Β – Επιχειρήματα των διαδίκων
107. Η Βελγική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου στο μέτρο που προέβη σε αναδρομική εφαρμογή του τέταρτου κριτηρίου της προπαρατεθείσας αποφάσεως Altmark. Η Βελγική Κυβέρνηση στηρίζεται συναφώς στην απόφαση του Πρωτοδικείου Sarrió κατά Επιτροπής (31), σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή πρέπει να συμμορφώνεται μόνον προς τη νομολογία που ισχύει κατά τον χρόνο εκδόσεως των αποφάσεών της.
108. Οι πρωτοδίκως προσφεύγουσες τονίζουν τις διαφορές μεταξύ της υπό κρίση υποθέσεως και των περιστατικών που οδήγησαν στην προπαρατεθείσα υπόθεση Sarrió κατά Επιτροπής προκειμένου να αμφισβητήσουν τη λυσιτέλεια των επιχειρημάτων που προβάλλει η Βελγική Κυβέρνηση.
Γ – Εκτίμηση
109. Με τον λόγο της αναιρέσεως, η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Εντούτοις, για να δοθεί απάντηση αίρουσα τις ανησυχίες που διατύπωσε η Βελγική Κυβέρνηση, είναι ανάγκη να υπενθυμίσω συνοπτικά, αφενός, την προβληματική που αφορά τα αποτελέσματα που πρέπει να αποδίδονται στις αποφάσεις που εκδίδει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της προδικαστικής διαδικασίας και, αφετέρου, τους κανόνες που διέπουν τη διαχρονική εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης.
110. Επισημαίνω ότι ο αναδρομικός χαρακτήρας της νομολογίας (judge‑made law) ως πηγής του δικαίου συνιστά παραδοσιακά στοιχείο αναλυτικών συζητήσεων στη θεωρία (32).
111. Με τη νομολογία του, το Δικαστήριο έχει ρητώς δεχτεί την αρχή του αναδρομικού αποτελέσματος των ερμηνευτικών του αποφάσεων δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ (33). Καταρχήν, η ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο εκφράζει απλώς το περιεχόμενο του εφαρμοστέου κανόνα του δικαίου της Ένωσης ως έχει εξ υπαρχής (34).
112. Επομένως, η ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο σε κανόνα του δικαίου της Ένωσης, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας που του παρέχει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ, διαφωτίζει και διευκρινίζει, εφόσον παρίσταται ανάγκη, την έννοια και το περιεχόμενο του κανόνα αυτού, όπως πρέπει ή θα έπρεπε να νοείται και να εφαρμόζεται αφότου τέθηκε σε ισχύ. Επομένως, ο κανόνας που έχει κατ’ αυτόν τον τρόπο ερμηνευθεί μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται από τα δικαστήρια ακόμα και επί εννόμων σχέσεων που γεννήθηκαν και συστάθηκαν πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της αιτήσεως ερμηνείας, εφόσον, εξάλλου, συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να εισαχθεί ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων η σχετική με την εφαρμογή του εν λόγω κανόνα διαφορά (35).
113. Ωστόσο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο είναι δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές διαταραχές που μπορεί να έχει η απόφασή του για το παρελθόν, να υποχρεωθεί να περιορίσει τη δυνατότητα κάθε ενδιαφερομένου να επικαλεστεί την ερμηνεία που έδωσε το Δικαστήριο, στο οποίο έχει υποβληθεί προδικαστικό ερώτημα, σε μία διάταξη (36).
114. Η εφαρμογή των κριτηρίων που καθιέρωσε η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark αποτέλεσε αντικείμενο εκτενέστατης αναλύσεως στην απόφαση του Πρωτοδικείου BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής (37). Με την απόφαση αυτή, κρίθηκε ότι, ελλείψει κάθε χρονικού περιορισμού, οι αρχές που απορρέουν από την προπαρατεθείσα απόφαση Altmark σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ είναι απολύτως εφαρμόσιμες στην πραγματική και νομική κατάσταση εκείνης της υποθέσεως, όπως αυτή τέθηκε υπόψη της Επιτροπής κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, έστω και αν η ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως ήταν μεταγενέστερη της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, οπότε το θεσμικό αυτό όργανο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το περιεχόμενό της κατά τον χρόνο λήψεως της δικής του αποφάσεως (38).
115. Φρονώ ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Altmark, το Δικαστήριο διευκρίνισε τα κριτήρια που εφαρμόζονται κατά τον διοικητικό έλεγχο ενός μέτρου ικανού να αποτελέσει κρατική ενίσχυση στο πλαίσιο της παροχής ΥΓΟΣ. Επομένως, το Δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία διατάξεως του δικαίου της Ένωσης, ήτοι του άρθρου 86 ΕΚ, προσπαθώντας να διευκρινίσει τον τρόπο ερμηνείας και εφαρμογής της.
116. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίστηκε να εφαρμόσει έναν ισχύοντα κανόνα, χωρίς να δημιουργήσει έναν νέο. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι μια προδικαστική απόφαση έχει αμιγώς ερμηνευτική και όχι πρωτογενή αξία, με συνέπεια τα αποτελέσματά της να ανάγονται, καταρχήν, στην ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του ερμηνευόμενου κανόνα (39).
117. Επιπλέον, πιστεύω ότι στην έννομη τάξη της Ένωσης δεν υφίσταται τεκμήριο περί του αλάθητου της Επιτροπής κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου της Ένωσης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την ορθή εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, το γεγονός ότι το Δικαστήριο της παρέχει ένα χρήσιμο στοιχείο για την εφαρμογή μιας διατάξεως συνιστά για το θεσμικό αυτό όργανο χρήσιμο διδακτικό εργαλείο κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του. Πράγματι, έργο της Επιτροπής είναι να εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης.
118. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο κρίνει ότι η απουσία ολοκληρωμένου ελέγχου του επίμαχου μέτρου υπό το πρίσμα ενός από τα κριτήρια που καθιέρωσε η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark συνηγορεί υπέρ της εκ μέρους της Επιτροπής αντιμετωπίσεως σοβαρών δυσχερειών. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή αγνόησε κανόνα του οποίου δεν μπορούσε να έχει γνώση κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (40).
119. Επομένως, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου στην απόφαση BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής διαφέρει ελαφρώς από εκείνη που χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη του συμπεράσματος στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο όσον αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων που καθόρισε η προπαρατεθείσα απόφαση Altmark το περιεχόμενο των οποίων δεν είχε περιοριστεί χρονικά από το Δικαστήριο, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να εξετάσει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι συμβατή με τα κριτήρια που καθόρισε η εν λόγω απόφαση. Επομένως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής εφαρμόζοντας ταυτοχρόνως τα κριτήρια της προπαρατεθείσας αποφάσεως Altmark σύμφωνα με το πνεύμα και τη σκοπιμότητα υπό την οποία διατυπώθηκαν, προσαρμοσμένα στα συγκεκριμένα δεδομένα της υπό κρίση υποθέσεως.
120. Επιπλέον, με την απόφασή του Asklepios Kliniken κατά Επιτροπής, το Πρωτοδικείο παραδέχτηκε, στο πλαίσιο εκτιμήσεως της προθεσμίας διεκπεραιώσεως μιας καταγγελίας, ότι η Επιτροπή νομίμως μπορούσε να αναβάλει την εξέταση των πραγματικών ζητημάτων που εκτίθενται με την καταγγελία εν αναμονή αποσαφηνίσεως του νομικού πλαισίου υπό το πρίσμα του οποίου πρέπει να πραγματοποιηθεί η εξέταση της καταγγελίας, λαμβανομένης υπόψη της σπουδαιότητας της προπαρατεθείσας υποθέσεως Altmark. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο έκρινε κατ’ ουσίαν ότι η Επιτροπή, στο μέτρο που ανέμεινε την έκβαση της προπαρατεθείσας υποθέσεως Altmark, δεν παρέβη τις υποχρεώσεις επιμέλειας που υπέχει (41).
121. Τέλος, μολονότι, κατά πάγια νομολογία, η νομιμότητα αποφάσεως στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε τη σχετική απόφαση (42), πρέπει να τονιστεί εκ νέου η θεμελιώδης διαφορά που υφίσταται μεταξύ, αφενός, των πραγματικών στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή και, αφετέρου, της ερμηνείας του δικαίου, ήτοι, του κανονιστικού πλαισίου αναφοράς που ο δικαστής της Ένωσης καλείται να ερμηνεύσει. Το πλαίσιο αυτό συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής νομιμότητας που δεσμεύει την Επιτροπή.
122. Κατόπιν των προεκτεθέντων, φρονώ ότι η ερμηνεία που δίδει το Δικαστήριο σε ισχύουσα διάταξη πρέπει να οδηγεί στην ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή και η οποία έχει εκδοθεί πριν την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου, εφόσον η Επιτροπή δεν εφάρμοσε τα κριτήρια διοικητικής εξετάσεως που απορρέουν από τη νέα αυτή ερμηνεία, υπό την προϋπόθεση ότι ο προσφεύγων έχει επικαλεστεί τη διάταξη που αποτελεί αντικείμενο της επίμαχης ερμηνείας.
123. Κατά συνέπεια, με τις παρούσες προτάσεις δεν σκοπείται να προσαφθεί στην Επιτροπή πλάνη περί το δίκαιο, αλλά να επιβεβαιωθεί η αποστολή της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών, υπό τον δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την αρχή του κράτους δικαίου που διακηρύσσεται στο άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
124. Κατά συνέπεια, προτείνω να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της κύριας αναιρέσεως.
VIII – Πρόταση
125. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την απόφαση που εξέδωσε το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης] στις 10 Φεβρουαρίου 2009 στην υπόθεση T‑388/03, Deutsche Post και DHL International κατά Επιτροπής, στο σύνολό της είτε βάσει του αυτοτελούς λόγου που προέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είτε βάσει του δεύτερου λόγου της κύριας αναιρέσεως, και
– να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, απορρίπτοντας την πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή ως απαράδεκτη στο σύνολό της.
126. Αν, εντούτοις, το Δικαστήριο δεν επιθυμεί να ακολουθήσει την πρόταση αυτή, προτείνω, επικουρικώς, να απορρίψει τόσο τον αυτοτελή λόγο όσο και την κύρια αναίρεση στο σύνολό της.
127. Στο μέτρο που ο διακανονισμός των δικαστικών εξόδων εξαρτάται από τη λύση που θα επιλέξει το Δικαστήριο, επιφυλάσσομαι να τοποθετηθώ επί του ζητήματος αυτού.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2003, C‑280/00 (Συλλογή 2003, σ. I‑7747)
3 – Παρατηρείται ότι δεν είναι σαφές αν ο λόγος που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να χαρακτηριστεί ως «αντίθετη αναίρεση» ή ως «αυτοτελής λόγος αναιρέσεως». Είναι αυτονόητο ότι, από δικονομικής απόψεως, ο χαρακτηρισμός που θα επιλεγεί ουδεμία επιρροή ασκεί στην αντιμετώπιση της συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας της Επιτροπής. Στο μέτρο που η Επιτροπή δεν χρησιμοποιεί πουθενά στο υπόμνημά της απαντήσεως την έκφραση «αντίθετη αναίρεση», κατά την έκθεση των επιχειρημάτων στήριξης του παραδεκτού του χωριστού της λόγου αναιρέσεως, προτείνω να επιλεγεί ο χαρακτηρισμός «αυτοτελής λόγος αναιρέσεως».
4 – Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C-17/07 Ρ, Neirinck κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σκέψη 38).
5 – Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2007, C‑176/06 P, Stadtwerke Schwäbisch Hall κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σκέψη 18).
6 – Απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1997, C‑166/95 P, Επιτροπή κατά Dafix (Συλλογή 1997, σ. I‑983, σκέψη 25).
7 – Βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C‑245/92 P, Chemie Linz κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑4643, σκέψη 32).
8 – Απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C-390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑769, σκέψεις 21 και 22).
9 – Αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1993, C‑198/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑2487), και της 15ης Ιουνίου 1993, C‑225/91 (Συλλογή 1993, σ. I‑3203).
10 – Υπόθεση C‑83/09 P, Επιτροπή κατά Kronoply και Kronotex, εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου, στην οποία ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 25 Νοεμβρίου 2010.
11 – Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C‑78/03 P (Συλλογή 2005, σ I‑10737), με την οποία το Δικαστήριο προσπάθησε να αποσαφηνίσει τη λύση που επέλεξε με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής.
12 – Προπαρατεθείσας αποφάσεις Cook κατά Επιτροπής και Matra κατά Επιτροπής, καθώς και απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (Συλλογή 1998, σ. I‑1719).
13 – Με τη σκέψη 35 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέθεσε την άποψη της Επιτροπής ότι η προσφυγή που ασκήθηκε πρωτοδίκως δεν ήταν παραδεκτή διότι οι προσφεύγουσες προέβαλαν την προσβολή των δικονομικών τους εγγυήσεων μόνον κατά τρόπο πολύ αόριστο και ότι, στο αιτητικό της προσφυγής τους, ζητούν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και όχι την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
14 – Κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ
15 – Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939).
16 – Σημεία 15 επ. του υπομνήματος απαντήσεως που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου.
17 – Αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1983, 306/81, Βέρρος κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1981, σ. 1755, σκέψη 9), και της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑301/97, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. I‑8853, σκέψη 169).
18 – Βλ. προτάσεις που ανέπτυξα στις 25 Νοεμβρίου 2010 στην προπαρατεθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Kronoply και Kronopost (σημεία 112 και 113).
19 – Βλ. αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 Ρ, General Motors κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 51), της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Evonik Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σκέψη 72), και της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑8301, σκέψη 44).
20 – Απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑10505, σκέψη 111).
21 – Προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψεις 35 και 36).
22 – Κατά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνηθεί την κίνηση της τυπικής διαδικασίας εξετάσεως επικαλούμενη άλλες συνθήκες, όπως το συμφέρον τρίτων, λόγους που ανάγονται στην οικονομία της διαδικασίας ή άλλο λόγο διοικητικής διευκολύνσεως, βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2001, T‑73/98, Prayon-Rupel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑867, σκέψη 44).
23 – Προπαρατεθείσα απόφαση Prayon‑Rupel κατά Επιτροπής (σκέψη 45).
24 – Βλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 2009, C‑431/07 P Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. I‑2665, σκέψεις 61 έως 63).
25 – Προπαρατεθείσα απόφαση Prayon‑Rupel κατά Επιτροπής (σκέψη 47).
26 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 30ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 145, σκέψη 13), προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France (σκέψη 39), προπαρατεθείσα απόφαση Prayon‑Rupel κατά Επιτροπής (σκέψη 42)· απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, C‑521/06 P, Αθηναϊκή Τεχνική κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. Ι-5829, σκέψη 34), προπαρατεθείσα απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (σκέψη 61), καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Σεπτεμβρίου 1995, T‑49/93, SIDE κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. II‑2501, σκέψη 58).
27 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 2006, T‑95/03, Asociación de Estaciones de Servicio de Madrid και Federación Catalana de Estaciones de Servicio κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. II‑4739, σκέψη 139).
28 – Προπαρατεθείσα απόφαση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (σκέψη 63).
29 – Βλ. τις προτάσεις που αναπτύχθηκαν στην προπαρατεθείσα υπόθεση Bouygues και Bouygues Télécom κατά Επιτροπής (σκέψεις 210 επ.)
30 – Προπαρατεθείσες αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής (σκέψεις 15 και 17) και Prayon‑Rupel κατά Επιτροπής (σκέψη 93), καθώς και απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Μαΐου 2000, T‑46/97, SIC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. II‑2125, σκέψη 102)· βλ., επίσης, σκέψη 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
31 – Απόφαση της 14ης Μαΐου 1998, T‑334/94 (Συλλογή 1998, σ. II‑1439).
32 – Βλ. Cross, R., και Harris, J.W., Precedent in English Law, Clarendon Law Series, 1991, σ. 30 έως 32.
33 – Αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605), της 27ης Μαρτίου 1980, 66/79, 127/79 και 128/79, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 627), της 29ης Νοεμβρίου 2001, C‑366/99, Griesmar (Συλλογή 2001, σ. I‑9383), και της 20ής Σεπτεμβρίου 2001, C‑184/99, Grzelczyk (Συλλογή 2001, σ. I‑6193).
34 – Βλ., συναφώς, Pescatore, P., «Art. 177», Traité instituant la CEE. Commentaire article par article, Economica, Παρίσι, 1992, σ. 1120.
35 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 2004, C‑453/00, Kühne & Heitz (Συλλογή 2004, σ. I‑837, σκέψη 21), της 13ης Απριλίου 2010, C‑73/08, Bressol κ.λπ. και Chaverot κ.λπ. (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 90 επ. και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 43/75, Defrenne (Συλλογή τόμος 1976, σ. 175)· προπαρατεθείσα απόφαση Denkavit italiana (σκέψη 17)· αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2007, C‑292/04, Meilicke κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑1835, σκέψεις 36 και 37), και της 17ης Μαΐου 1990, C-262/88, Barber (Συλλογή 1990, σ. Ι-1889, σκέψεις 41 και 44). Βλ., επίσης, απόφαση της 1ης Απριλίου 2008, C‑267/06, Maruko (Συλλογή 2008, σ. I‑1757, σκέψη 77).
37 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, T‑289/03 (Συλλογή 2008, σ. II‑81).
38 – Επισημαίνω ότι κατά της προπαρατεθείσας αποφάσεως BUPA κ.λπ. δεν ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως.
39 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/06, Kempter (Συλλογή 2008, σ. I‑411, σκέψη 35).
40 – Η ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι η 23η Ιουλίου 2003, ενώ η ημερομηνία εκδόσεως της προπαρατεθείσας αποφάσεως Altmark είναι η 24η Ιουλίου 2003.
41 – Απόφαση της 11ης Ιουλίου 2007, T‑167/04 (Συλλογή 2007, σ. II-2379, σκέψεις 87 έως 89) (επί τη ευκαιρία καταγγελίας, όχι κοινοποιήσεως).
42 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 16), της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 168), της 14ης Σεπτεμβρίου 2004, C‑276/02, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. I‑8091, σκέψη 31), και της 15ης Απριλίου 2008, C‑390/06, Nuova Agricast (Συλλογή 2008, σ. I‑2577, σκέψη 54).
Full & Egal Universal Law Academy