ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ELEANOR SHARPSTON
της 6ης Μαΐου 2010 (1)
Υπόθεση C‑151/09
Federación de Servicios Públicos de la UGT (UGT-FSP)
κατά
Ayuntamiento de la Línea de la Concepción
María del Rosario Vecino Uribe (και άλλων 19 προσώπων)
[αίτηση του Juzgado de lo Social Único de Algeciras (Ισπανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Μεταβιβάσεις επιχειρήσεων – Διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων – Εκπρόσωποι προσωπικού– Αυτονομία της μεταβιβαζόμενης μονάδας»
1. Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως το Δικαστήριο καλείται εκ νέου να ερμηνεύσει την οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (στο εξής οδηγία 2001/23) (2). Εν προκειμένω, όμως, ανακύπτει ένα ζήτημα για το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί, και συγκεκριμένα το ζήτημα της έννοιας της φράσεως «διατηρεί την αυτονομία της» στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Νομικό πλαίσιο
Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
2. Η τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/23 αναφέρει ότι «είναι απαραίτητη η θέσπιση διατάξεων για την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα, και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους».
3. Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζει ότι «ο Κοινοτικός Χάρτης των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, που εγκρίθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1989 (“Κοινωνικός Χάρτης”), ορίζει στα σημεία 7, 17 και 18 ότι: “Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς πρέπει να οδηγήσει σε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η βελτίωση αυτή πρέπει, επίσης, να επιφέρει, όπου είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη ορισμένων πλευρών της εργατικής νομοθεσίας, όπως οι διαδικασίες ομαδικών απολύσεων ή οι διαδικασίες πτώχευσης. Η πληροφόρηση, η διαβούλευση και η συμμετοχή των εργαζομένων πρέπει να αναπτυχθούν με τον κατάλληλο τρόπο, σύμφωνα με τα κρατούντα στα διάφορα κράτη μέλη. Η εν λόγω πληροφόρηση, διαβούλευση και συμμετοχή πρέπει να πραγματοποιούνται εγκαίρως, ιδίως όταν πραγματοποιούνται αναδιαρθρώσεις ή συγχωνεύσεις επιχειρήσεων που έχουν αντίκτυπο στην απασχόληση εργαζομένων”».
4. Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει το πεδίο εφαρμογής της και προβλέπει τα εξής:
«1. α) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης σε άλλον εργοδότη, ως αποτέλεσμα νομικής μεταβίβασης ή συγχώνευσης.
β) Υπό την επιφύλαξη του στοιχείου α΄ και των ακολούθων διατάξεων του παρόντος άρθρου, θεωρείται ως μεταβίβαση, κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας.
γ) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασκούν κερδοσκοπικές ή μη οικονομικές δραστηριότητες […]».
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει κάποιες συγκεκριμένες έννοιες. Καθόσον ενδιαφέρει τις παρούσες προτάσεις, προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
α) “εκχωρητής”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λόγω μιας μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης·
β) “εκδοχέας”: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που, λόγω μεταβιβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης·
γ) “εκπρόσωποι των εργαζομένων” και συναφείς εκφράσεις: οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που προβλέπονται από τις νομοθεσίες ή τις πρακτικές των κρατών μελών·
δ) “εργαζόμενος”: πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος, προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας.
2. Η παρούσα οδηγία δε θίγει την εθνική νομοθεσία όσον αφορά τον ορισμό της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης.
[…]»
6. Το άρθρο 3 αποτελεί τμήμα του κεφαλαίου ΙΙ, το οποίο επιγράφεται: «Διασφάλιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων». Κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του εκχωρητή, που απορρέουν από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση υφισταμένη κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, δια της μεταβιβάσεως αυτής, στον εκδοχέα.
7. Το άρθρο 3, παράγραφος 3, περιέχει ρυθμίσεις σχετικές με τις συλλογικές συμβάσεις σε περίπτωση μεταβιβάσεως και προβλέπει τα εξής:
«Μετά τη μεταβίβαση, ο εκδοχέας εξακολουθεί να τηρεί τους συμφωνηθέντες με συλλογική σύμβαση όρους εργασίας, ως αυτοί εφαρμόζονται και έναντι του εκχωρητή, σύμφωνα με τη σύμβαση, μέχρι την ημερομηνία της καταγγελίας ή λήξεως της συλλογικής συμβάσεως ή της ενάρξεως της ισχύος ή εφαρμογής άλλης συλλογικής συμβάσεως.
[…]»
8. Το άρθρο 6 της οδηγίας αφορά το καθεστώς και τη λειτουργία των εκπροσώπων ή της αντιπροσωπείας των εργαζομένων κατόπιν της μεταβιβάσεως και ορίζει τα εξής:
«1. Εάν η εγκατάσταση, επιχείρηση ή τμήμα εγκατάστασης ή επιχείρησης διατηρεί την αυτονομία της, το καθεστώς και η λειτουργία των εκπροσώπων ή της αντιπροσωπείας των εργαζομένων, που θίγονται από τη μεταβίβαση, διατηρούνται με τους ίδιους όρους και υπόκεινται στις ίδιες συνθήκες με αυτές που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία της μεταβίβασης, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων ή συμφωνιών, με την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη σύσταση της αντιπροσωπείας των εργαζομένων.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή την πρακτική των κρατών μελών ή κατόπιν της συμφωνίας με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, πληρούνται οι αναγκαίοι όροι για το νέο διορισμό εκπροσώπων των εργαζομένων ή την ανασύσταση της αντιπροσωπείας τους.
Όταν ο εκχωρητής υπόκειται σε πτωχευτική διαδικασία ή σε οποιαδήποτε ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών του στοιχείων και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής (που μπορεί να είναι σύνδικος πτωχεύσεως, εξουσιοδοτημένος από αρμόδια αρχή), τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, για να εξασφαλίζουν ότι οι μεταβιβαζόμενοι εργαζόμενοι εκπροσωπούνται δεόντως μέχρι τη νέα εκλογή ή [τον νέο] ορισμό εκπροσώπων των εργαζομένων.
Αν η εγκατάσταση, επιχείρηση ή τμήμα εγκατάστασης ή επιχείρησης δεν διατηρεί την αυτονομία της, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, για να διασφαλίζεται ότι οι μεταβιβασθέντες εργαζόμενοι, οι οποίοι διέθεταν εκπροσώπηση πριν από τη μεταβίβαση, εξακολουθούν να εκπροσωπούνται δεόντως και κατά την περίοδο που απαιτείται για την ανασύσταση ή το νέο διορισμό της αντιπροσωπείας των εργαζομένων σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία ή πρακτική.
2. Αν η θητεία των εκπροσώπων των εργαζομένων που θίγονται από τη μεταβίβαση λήγει λόγω αυτής της μεταβιβάσεως, οι εκπρόσωποι αυτοί συνεχίζουν να απολαύουν της προστασίας που προβλέπεται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ή την πρακτική των κρατών μελών.»
Εθνικό δίκαιο
9. Το άρθρο 67, παράγραφος 1, του Estatuto de los Trabajadores (ισπανικού Εργατικού Κώδικα) προβλέπει τα εξής:
«Επιμέρους εκλογές μπορεί να οργανώνονται (εντός της επιχειρήσεως) συνεπεία παραιτήσεων ή απολύσεων ή προς προσαρμογή της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων λόγω της αυξήσεως του εργατικού δυναμικού. Οι συλλογικές συμβάσεις είναι δυνατόν να προβλέπουν τα αναγκαία μέτρα ούτως ώστε η εκπροσώπηση των εργαζομένων να προσαρμοστεί στην ουσιώδη μείωση του εργατικού δυναμικού που μπορεί να προκύψει στο πλαίσιο μιας επιχειρήσεως. Αν δεν προβλέπονται τέτοια μέτρα, η εν λόγω προσαρμογή θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ της επιχειρήσεως και των εκπροσώπων των εργαζομένων.»
Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
10. Με την απόφαση 5983/08, της 25ης Αυγούστου 2008, του Δημάρχου της La Línea de la Concepción, αποφασίστηκε να επανέλθουν στον δήμο ορισμένες δημοτικές υπηρεσίες των οποίων η παροχή είχε ανατεθεί σε εξωτερικούς φορείς. Συγκεκριμένα, θα μεταφερόταν το σύνολο του προσωπικού των επιχειρήσεων που παρείχαν τις ακόλουθες δημοτικές υπηρεσίες: i) φυλάξεως των δημόσιων σχολικών κτιρίων, ii) καθαρισμού των δημόσιων σχολικών κτιρίων, iii) καθαριότητας των οδών και iv) συντηρήσεως των πάρκων και κήπων.
11. Αυτές οι υπηρεσίες παρέχονταν έως τότε από τέσσερις αυτοτελείς εταιρίες του ιδιωτικού τομέα. Οι 20 εναγόμενοι στην υπόθεση της κύριας δίκης ήσαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι των υπό μεταφορά εργαζομένων πριν από τη μεταβίβαση των υπηρεσιών στον δήμο.
12. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, σε απάντηση διαφόρων αιτήσεων που υπέβαλαν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, η δημοτική αρχή αρνήθηκε να τους αναγνωρίσει ως εκπροσώπους των εργαζομένων. Από τη διάταξη περί παραπομπής συνάγεται ότι η άρνηση αυτή στηρίχθηκε στο ακόλουθο αιτιολογικό: «Δεδομένου ότι οι εν λόγω μισθωτοί έχουν ενταχθεί πλέον στο προσωπικό του δήμου, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι ανωτέρω εκπρόσωποι έχουν παύσει να ασκούν τα καθήκοντά τους, ανεξάρτητα από τις εγγυήσεις που τους παρέχει ο νόμος».
13. Η διάταξη περί παραπομπής αναφέρει επίσης ότι η ενάγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, η UGT-FSP (συνδικαλιστική οργάνωση εκπροσωπούσα τους οικείους εργαζομένους) ζήτησε τότε διάφορες διευκρινίσεις από την εναγόμενη δημοτική αρχή ως προς αυτή την απόφασή της. Ακολούθως, στις 13 Νοεμβρίου 2008, η συνδικαλιστική οργάνωση κατέθεσε αγωγή ενώπιον του Juzgado de lo Social Único de Algeciras (Εργατοδικείου του Algeciras), με την οποία ζήτησε από το δικαστήριο αυτό να αναγνωρίσει, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω εκπρόσωποι δικαιούνται να διατηρήσουν την ιδιότητά τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
14. Η διάταξη περί παραπομπής είναι λακωνική στην περιγραφή των πραγματικών περιστατικών της συναλλαγής από την οποία προέκυψε η επαναδημοτικοποίηση των οικείων υπηρεσιών.
15. Η εν λόγω διάταξη αναφέρει μόνον ότι, μετά την επάνοδο στον δήμο της παροχής των διαφόρων δημόσιων υπηρεσιών, οι μισθωτοί οι οποίοι αποτελούσαν μέρος του προσωπικού των επιχειρήσεων που παρείχαν μέχρι τότε τις εν λόγω δημόσιες υπηρεσίες προσλήφθηκαν από τον δήμο και «εντάχθηκαν» στο προσωπικό του, πλην όμως οι ίδιοι αυτοί μισθωτοί άνευ εξαιρέσεως εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τις ίδιες θέσεις εργασίας και να ασκούν τα ίδια καθήκοντα όπως και πριν, στους ίδιους χώρους εργασίας και υπό τις διαταγές των ιδίων άμεσων προϊσταμένων, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών εργασίας τους, με μόνη διαφορά ότι οι τελικοί προϊστάμενοι είναι τα αρμόδια εκλεγμένα όργανα (δημοτικοί σύμβουλοι ή ο δήμαρχος).
16. Εκτιμώ ότι το εθνικό δικαστήριο, αναφέροντας ότι οι εν λόγω εργαζόμενοι έχουν ενταχθεί στο προσωπικό του νέου εργοδότη, ήθελε απλά να επισημάνει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί αποτελούν πλέον μέρος του προσωπικού του νέου εργοδότη. Το δικαστήριο αυτό δεν αποπειράται, σε αυτό το στάδιο της εκκρεμούς ενώπιόν του διαδικασίας, να κρίνει σε ποιο βαθμό οι οικείοι εργαζόμενοι έχουν απορροφηθεί στο προσωπικό του νέου εργοδότη.
17. Η διάταξη περί παραπομπής σιωπά επί του ζητήματος εάν το εθνικό δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι υπήρξε μεταβίβαση των οικείων υπηρεσιών υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23. Δεν αναφέρει, ιδίως, εάν κατά τον διακανονισμό για την επαναδημοτικοποίηση των οικείων υπηρεσιών μεταβιβάστηκαν ενσώματα περιουσιακά στοιχεία ή μάλιστα κατά πόσον η παροχή αυτών των υπηρεσιών απαιτούσε πράγματι τη χρήση αυτών των περιουσιακών στοιχείων.
18. Το Juzgado de lo Social Único de Algeciras, αφού έκρινε ότι παρίσταται ανάγκη ερμηνείας της έννοιας «αυτονομία» κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23 προκειμένου να αποφανθεί επί της κύριας υποθέσεως, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πληρούται η αφορώσα τη διατήρηση της αυτονομίας προϋπόθεση, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας [2001/23], όταν πρόκειται για πραγματική κατάσταση (όπως αυτή της διαφοράς της κύριας δίκης) στην οποία, μετά την επάνοδο στον δήμο διαφόρων δημόσιων υπηρεσιών των οποίων η παροχή είχε ανατεθεί προηγουμένως σε εξωτερικούς φορείς, οι μισθωτοί οι οποίοι ανήκαν στο προσωπικό των επιχειρήσεων που παρείχαν μέχρι τότε τις υπηρεσίες αυτές επαναπροσλαμβάνονται από την εν λόγω δημοτική αρχή και εντάσσονται στο προσωπικό της, αλλά οι ίδιοι αυτοί μισθωτοί (άνευ εξαιρέσεως) εξακολουθούν να κατέχουν τις ίδιες θέσεις εργασίας και να ασκούν τα ίδια καθήκοντα όπως και προηγουμένως, στους ίδιους χώρους εργασίας και υπό τις διαταγές των ιδίων άμεσων προϊσταμένων, χωρίς ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών εργασίας τους, με μόνη διαφορά ότι οι τελικοί προϊστάμενοι είναι τα αρμόδια εκλεγμένα όργανα (δημοτικοί σύμβουλοι ή ο δήμαρχος);»
19. Γραπτές παρατηρήσεις κατατέθηκαν από το Ministerio Fiscal (την εισαγγελική αρχή), την Ισπανική Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Δεν ζητήθηκε να διεξαχθεί και δεν διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Ανάλυση
Προκαταρκτική παρατήρηση
20. Παρά το γεγονός ότι η ισπανική εισαγγελική αρχή επικρίνει το εθνικό δικαστήριο για την απόφασή του να υποβάλει αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως (καθόσον, κατά τη γνώμη της, το νόημα του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 είναι σαφέστατο), δεν αμφισβητεί τη λυσιτέλεια του προδικαστικού ερωτήματος ούτε προτείνει να κηρυχθεί απαράδεκτη η εν λόγω αίτηση. Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς αυτό το θέμα. Η διάταξη περί παραπομπής είναι πλήρως παραδεκτή.
Η έννοια της «μεταβιβάσεως» κατά το άρθρο 1 της οδηγίας 2001/23
21. Παρόλο που το προδικαστικό ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου αφορά αποκλειστικώς ζητήματα σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων υπό την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2001/23, είναι εξίσου αναγκαίο να εξεταστεί η έννοια της «μεταβιβάσεως» κατά το άρθρο 1.
22. Αυτό οφείλεται σε δύο λόγους. Πρώτον, με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η μεν Ισπανική Κυβέρνηση θέτει το ερώτημα εάν πράγματι υπήρξε μεταβίβαση υπό τις περιγραφόμενες από τη διάταξη περί παραπομπής συνθήκες. Η δε Επιτροπή καλεί το Δικαστήριο να βασίσει την ανάλυσή του στην ύπαρξη μεταβιβάσεως. Δεύτερον, ο προσδιορισμός του τι νοείται ως μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την «ταυτότητά» της κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, είναι, κατά τη γνώμη μου, ουσιώδης για την κατανόηση της έννοιας της «αυτονομίας», η οποία αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1.
23. Με τις παρατηρήσεις της, η Ισπανική Κυβέρνηση αναφέρεται αρκετά λεπτομερώς στη νομολογία του Δικαστηρίου για το ζήτημα αν υπάρχει μεταβίβαση υπό την έννοια της οδηγίας. Αυτό το σκεπτικό, όπως το ερμηνεύω, λαμβάνει ως δεδομένο ότι, για να προσδιοριστεί εάν η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση διατηρεί την αυτονομία της από την άποψη του άρθρου 6, αρκεί να καθοριστεί εάν υπήρξε μεταβίβαση της επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄.
24. Ακολούθως, θα εξετάσω την αμοιβαία σχέση μεταξύ των δύο αυτών άρθρων (3). Εφόσον έχει ανακύψει το ερώτημα εάν η επίμαχη συναλλαγή ισοδυναμούσε με μεταβίβαση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, θα ασχοληθώ πρωτίστως με αυτό το ζήτημα.
25. Δεν πρόκειται πάντως να προβώ, με τις παρούσες προτάσεις, σε εκτενή μελέτη της νομολογίας του Δικαστηρίου μέχρι σήμερα. Αυτή η μελέτη έχει ήδη γίνει από πολλούς γενικούς εισαγγελείς και πιο πρόσφατα από τον γενικό εισαγγελέα P. Mengozzi στις προτάσεις του στην υπόθεση Klarenberg (4).
26. Αντιθέτως, προτίθεμαι απλώς να κάνω μία σύντομη αναφορά σε εκείνα τα στοιχεία τα οποία απαριθμούνται από τη νομοθεσία και, ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου την οποία το εθνικό δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του προκειμένου να άρει οποιαδήποτε αμφιβολία, εάν υπάρχει, για το αν η μεταβίβαση εν προκειμένω εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας και συνεπώς εάν αποτελεί μεταβίβαση επιχειρήσεως. Το ζήτημα της αυτονομίας κατά το άρθρο 6 δεν ανακύπτει παρά μόνον αν στο παραπάνω ερώτημα δοθεί καταφατική απάντηση.
27. Γενικότερα, έχει κριθεί ότι οι οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων έχουν εφαρμογή «σε κάθε περίπτωση αλλαγής, στο πλαίσιο συμβατικών σχέσεων, του φυσικού ή νομικού προσώπου που έχει την ευθύνη της εκμεταλλεύσεως της επιχειρήσεως και το οποίο, ως εκ τούτου, αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του εργοδότη έναντι των εργαζομένων στην επιχείρηση» (5). Μια τέτοια αλλαγή είναι αναγκαία για να υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως υπό την έννοια της οδηγίας 2001/23 (6). Αυτό βέβαια δεν αποκλείει τη μεταφορά της σχέσης εργασίας από τον πρώην εργοδότη στον νέο μέσω απλής μεταβιβάσεως περιουσιακών αγαθών, αλλά τα έννομα αποτελέσματα μιας τέτοιας μεταβιβάσεως διέπονται αποκλειστικά από το εθνικό δίκαιο.
28. Το Δικαστήριο έχει δεχτεί ότι οι οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων αποσκοπούν στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του εργοδότη, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τους αυτούς όρους που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα (7).
29. Όσον αφορά τη μορφή που πρέπει να λάβει η «νομική μεταβίβαση» στην οποία αναφέρεται το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2001/23, το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει αρκετά ελαστικά την εν λόγω έννοια, ώστε να ανταποκρίνεται προς τον σκοπό της οδηγίας, ο οποίος συνίσταται στην προστασία των μισθωτών σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως στην οποία απασχολούνται (8). Συνεπώς, φρονώ ότι το γεγονός ότι η αλλαγή της ιδιοκτησίας και της διευθύνσεως η οποία έλαβε χώρα εν προκειμένω έγινε με απόφαση του αρμόδιου δημάρχου δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, κώλυμα για την εφαρμογή της οδηγίας.
30. Στην υπόθεση Spijkers (9), το Δικαστήριο έκρινε ότι το αποφασιστικό κριτήριο για την εκτίμηση της υπάρξεως σχετικής μεταβιβάσεως είναι η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας η οποία διατηρεί την ταυτότητά της. Σύμφωνα με την απόφαση, το κείμενο της οποίας επαναλήφθηκε από το σύνολο της μεταγενέστερης νομολογίας, «πρέπει να συνεκτιμηθούν όλες οι πραγματικές περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπό κρίση συναλλαγή, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται ιδίως ο τύπος της επιχειρήσεως ή της εγκαταστάσεως για την οποία πρόκειται, η μεταβίβαση ή μη των υλικών στοιχείων, όπως τα κτίρια και τα κινητά, η αξία των άυλων στοιχείων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, η ανάληψη ή μη του κύριου μέρους του εργατικού δυναμικού από τον νέο επιχειρηματία, η μεταβίβαση ή μη της πελατείας καθώς και ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και η διάρκεια της ενδεχόμενης αναστολής των δραστηριοτήτων αυτών». Εντούτοις, όλα αυτά τα στοιχεία «αποτελούν απλώς επί μέρους πτυχές της συνολικής εκτιμήσεως που επιβάλλεται και δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να εκτιμηθούν μεμονωμένως» (10).
31. Η απαρίθμηση των παραγόντων αυτών από το Δικαστήριο στην υπόθεση Spijkers έχει αντέξει στον χρόνο. Είναι, εντούτοις, αναγκαίο να ληφθεί υπόψη ο τύπος της μεταβιβαζόμενης επιχειρήσεως, ενώ η σημασία που πρέπει να δοθεί αντιστοίχως στα διάφορα κριτήρια ποικίλλει Κατ’ ανάγκη ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα και ανάλογα με τις μεθόδους παραγωγής ή εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιούνται (11). Από της εκδόσεως της αποφάσεως στην υπόθεση Schmidt (12) το 1994, το Δικαστήριο έχει κληθεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προβεί σε λεπτομερή εξέταση των ζητημάτων τα οποία ανακύπτουν όταν η μεταβίβαση αφορά δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί σε εξωτερικούς φορείς, όπως συμβαίνει και στην κύρια υπόθεση. Οι ακόλουθες αρχές απορρέουν από τη σχετική με τα ζητήματα αυτά νομολογία.
32. Πρώτα απ’ όλα, είναι σαφές ότι η σχετική μεταβίβαση μπορεί να πραγματοποιείται ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο εκδοχέας είναι δημόσιος οργανισμός (13) ή ότι η οικεία μεταβίβαση αφορά υπηρεσίες οι οποίες έχουν παραχωρηθεί στον ιδιωτικό τομέα (14). Οι οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων εφαρμόζονται εξίσου ακόμα και αν η μεταβιβαζόμενη δραστηριότητα αποτελεί γενικά παρακολουθηματική μόνο δραστηριότητα για τη μεταβιβάζουσα επιχείρηση και δεν έχει σχέση με τον εταιρικό της σκοπό (15).
33. Ούτε το γεγονός ότι η μεταβίβαση περιλαμβάνει την επάνοδο στη δημόσια αρχή των υπηρεσιών οι οποίες παρέχονταν προηγουμένως για λογαριασμό της από εταιρία ή εταιρίες του ιδιωτικού τομέα αποτελεί κώλυμα για τον χαρακτηρισμό της ως σχετικής μεταβιβάσεως (16). Το ίδιο ισχύει όταν η σχετική δραστηριότητα είναι μη κερδοσκοπική. Είναι σαφές ότι μια τέτοια δραστηριότητα μπορεί να συνιστά οικονομική δραστηριότητα υπό την έννοια των οδηγιών περί κεκτημένων δικαιωμάτων (17).
34. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι, στις υποθέσεις που αφορούν ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους, η απαίτηση η οποία εκφράστηκε στην υπόθεση Spijkers σχετικά με τη μεταβίβαση των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων της εγκαταστάσεως ενδέχεται να μην είναι ρεαλιστική. Ο λόγος είναι απλός. Οι επιχειρήσεις οι οποίες επιδίδονται σε αυτόν τον τύπο δραστηριοτήτων μπορεί πράγματι να μη διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία ή να διαθέτουν μόνον περιουσιακά στοιχεία των οποίων η σημασία είναι αμελητέα σε σχέση με την εκτέλεση των δραστηριοτήτων τους στο σύνολό τους. Συνεπώς, στην υπόθεση Schmidt, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η απουσία περιουσιακών στοιχείων δεν αποκλείει την ύπαρξη μεταβίβασης» (18). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε περαιτέρω, με την απόφασή του επί της υποθέσεως Süzen (19), ότι, «ειδικότερα, εφόσον μια οικονομική μονάδα μπορεί, σε ορισμένους τομείς, να λειτουργεί χωρίς σημαντικά ενσώματα ή άυλα περιουσιακά στοιχεία, η διατήρηση της ταυτότητας μιας τέτοιας μονάδας πέρα από τα όρια των εργασιών που αποτελούν το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να εξαρτάται από την εκχώρηση τέτοιων στοιχείων» (20).
35. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση σχετική με τη μεταβίβαση υπηρεσιών ανατεθειμένων σε τρίτους τα περιουσιακά στοιχεία είναι άνευ σημασίας. Οι οικείες υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελούν δραστηριότητες εντάσεως εργασίας, προκειμένου να τύχει εφαρμογής η εκτεθείσα στο σημείο 33 αρχή. Αντιθέτως, αν οι δραστηριότητες των παρεχουσών τις υπηρεσίες επιχειρήσεων απαιτούν τη χρήση σημαντικού εξοπλισμού και εγκαταστάσεων και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βασίζονται προεχόντως στο εργατικό δυναμικό, η μη μεταβίβαση μεγάλου μέρους αυτών των περιουσιακών στοιχείων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μεταβιβασθείσα μονάδα δεν διατηρεί την ταυτότητά της (21).
36. Ομοίως, η εν λόγω μεταβίβαση θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να αποτελεί μεταβίβαση μιας σταθερής οικονομικής οντότητας, ήτοι «ενός οργανωμένου συνόλου προσώπων και στοιχείων που καθιστά δυνατή την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας και επιδιώκει ίδιο σκοπό» (22).
37. Εντούτοις, το γεγονός ότι οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται για δραστηριότητες της οικείας επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως τίθενται από τη συμβαλλόμενη αρχή στη διάθεση του αρχικού παραχωρησιούχου της υπηρεσίας και στη συνέχεια διατίθενται από την αρχή αυτή στον εκδοχέα ως μέρος του διακανονισμού της μεταβιβάσεως, δεν αποτελεί κώλυμα για τον χαρακτηρισμό της μεταβιβάσεως ως σχετικής μεταβιβάσεως (23). Δεν είναι απαραίτητο τα οικεία περιουσιακά στοιχεία να προορίζονται «για τον σκοπό ιδίας οικονομικής διαχειρίσεως» από τον ανάδοχο, είτε πριν είτε μετά τη μεταβίβαση (24).
38. Το γεγονός ότι ολόκληρο το απασχολούμενο στην εγκατάσταση ή επιχείρηση εργατικό δυναμικό μεταφέρθηκε ως μέρος της μεταβιβάσεως μπορεί να είναι κρίσιμος παράγοντας, ο οποίος να πρέπει να ληφθεί υπόψη ιδιαιτέρως όταν, όπως και στην παρούσα υπόθεση, οι σχετικές δραστηριότητες πιθανότατα είναι δραστηριότητες εντάσεως εργασίας. Και πάλι, όμως, δεν μπορεί να είναι καθοριστικός (25).
39. Θα πρέπει, εντούτοις, να διευκρινίσω ότι, σε ό,τι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία (εάν υπάρχουν) τα οποία χρησιμοποιούνται στις οικείες επιχειρήσεις, κρίσιμες είναι οι εγκαταστάσεις, μηχανές και/ή ο εξοπλισμός που χρησιμοποιούνται πράγματι για την παροχή των οικείων υπηρεσιών. Σε αντίθεση με τα όσα εμφανίζεται να υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση με τις παρατηρήσεις της, το γεγονός ότι δεν υπήρξε μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων στην κύρια υπόθεση, μέσω των οποίων παρέχονται οι υπηρεσίες, όπως σχολικά κτίρια, δρόμοι, πάρκα και δημοτικοί κήποι, δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή στην υπόθεση.
40. Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο, και όχι στο Δικαστήριο, να προβεί στην απαραίτητη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, υπό το φως αυτών των κριτηρίων, προκειμένου να καθορίσει εάν πράγματι υπήρξε σχετική μεταβίβαση. Σε περίπτωση και κατά το μέτρο που το εθνικό δικαστήριο δεν έχει ακόμα αποφανθεί, θα χρειαστεί να αποφασίσει σχετικώς πριν εξετάσει τα άλλα ζητήματα που καλύπτει το υπόλοιπο κείμενο των προτάσεών μου.
Η έννοια της «αυτονομίας» κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23
41. Ενώ η έννοια της «μεταβιβάσεως» του άρθρου 1 των οδηγιών περί κεκτημένων δικαιωμάτων απετέλεσε αντικείμενο πολλών αποφάσεων, είναι η πρώτη φορά που το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει προδικαστική απόφαση ως προς την ερμηνεία της έννοιας του όρου «αυτονομία» στο πλαίσιο της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23.
42. Είναι φανερό ότι ο ρόλος της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων στο πλαίσιο της εφαρμογής των οδηγιών περί κεκτημένων δικαιωμάτων, και μάλιστα στο ευρύτερο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης γενικότερα, είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Αυτή η εκπροσώπηση είναι απαραίτητη για την «ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζομένους» στην προώθηση της οποίας στοχεύει το άρθρο 137 ΕΚ και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του «κοινωνικού διαλόγου», στον οποίο αναφέρεται το άρθρο 136 ΕΚ (26).
43. Οι οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων δεν είναι οι μόνες διατάξεις παράγωγου κοινοτικού δικαίου στις οποίες η σημασία αυτού του ρόλου είναι έκδηλη. Ειδικότερα, η οδηγία 2002/14 προβλέπει την κατάλληλη ενημέρωση και/ή διαβούλευση «σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης», «σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση […], καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται», και «σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας […]» (27). Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, της ίδιας οδηγίας διευκρινίζει ότι αυτή η ενημέρωση και διαβούλευση εκτείνεται και επί των θεμάτων που ρυθμίζονται από την οδηγία 2001/23 (28).
44. Η σημασία που δίνεται στην εκπροσώπηση των εργαζομένων αντανακλάται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Maurissen (29), το Δικαστήριο έκρινε ότι «η ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι συνιστά γενική αρχή του εργατικού δικαίου» (30). Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (31), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα κράτη μέλη υπέχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι η εθνική έννομη τάξη τους ρυθμίζει την ανάδειξη των εκπροσώπων των εργαζομένων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της οδηγίας 77/187 (νυν άρθρου 7 της οδηγίας 2001/23) για την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως (32).
Η εφαρμογή της οδηγίας 2001/23 σε επιχείρηση που έχει μεταβιβασθεί
45. Για να εφαρμοστεί η οδηγία 2001/23 σε μεταβίβαση, η επιχείρηση, η εγκατάσταση ή το τμήμα εγκαταστάσεως που μεταβιβάζεται πρέπει να διατηρεί την ταυτότητά του αμέσως μετά τη μεταβίβαση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στα σημεία 26 έως 39 κριτήρια. Αυτή η οδηγία, εντούτοις, δεν απαιτεί να παραμείνει επ’ άπειρον ανέπαφη η μεταβιβασθείσα επιχείρηση. Απλώς, η οδηγία προβλέπει συγκεκριμένες ρυθμίσεις τις οποίες ο νέος εργοδότης πρέπει να τηρεί προκειμένου να προστατευθούν τα δικαιώματα των μεταβιβασθέντων εργαζομένων.
46. Οποιεσδήποτε αλλαγές οι οποίες γίνονται από τον εργοδότη στη μεταβιβασθείσα μονάδα μπορεί να έχουν καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα. Σε αυτή την περίπτωση, οι όποιες επιπτώσεις τους στο εργατικό δυναμικό πιθανότατα θα είναι ελάχιστες. Σε άλλες περιπτώσεις, ο αντίκτυπος αυτών των αλλαγών μπορεί να είναι πιο ισχυρός. Ο εργοδότης ο οποίος έχει αναλάβει πρόσφατα μια επιχείρηση κατόπιν σχετικής μεταβιβάσεως μπορεί κάλλιστα να επιθυμεί να προβεί σε σημαντικές αναδιαρθρώσεις. Η λήψη τέτοιων μέτρων από τον νέο εργοδότη ενδέχεται να είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος, αν όχι ζωτικής σημασίας, για τους εργαζομένους που αφορά η μεταβίβαση. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο ρόλος των εκπροσώπων αποκτά πολύ μεγάλη και πιθανώς θεμελιώδη σημασία (33). Συναφώς είναι χαρακτηριστικό ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/23 προβλέπει την τήρηση από τον νέο εργοδότη των συμφωνηθέντων με συλλογική σύμβαση όρων εργασίας που ισχύουν για τους μεταβιβαζόμενους εργαζομένους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους από της μεταβιβάσεως.
47. Εντός αυτού του γενικότερου πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί και η αναφορά του άρθρου 6 αυτής της οδηγίας στη διατήρηση της αυτονομίας της επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως.
Πρέπει οι όροι «ταυτότητα» κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και «αυτονομία» κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23 να ερμηνευθούν με τον ίδιο τρόπο;
48. Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο όρος «αυτονομία» κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23 πρέπει να ερμηνευθεί ως όρος ισοδύναμος ή ταυτόσημος με την έννοια της μεταβιβάσεως, κατά την οποία η μεταβιβαζόμενη οικονομική οντότητα «διατηρεί την ταυτότητά της» και συνεπώς αποτελεί σχετική μεταβίβαση κατά το άρθρο 1.
49. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με το ως άνω επιχείρημα.
50. Από το γράμμα του άρθρου 6 προκύπτει σαφώς ότι εκείνο το οποίο εννοείται με τον όρο «αυτονομία» στο άρθρο 6 και «ταυτότητα» στο άρθρο 1 δεν μπορεί να είναι το ίδιο. Σε αντίθετη περίπτωση, ούτε η πρώτη φράση του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 1 («εάν η εγκατάσταση, επιχείρηση ή τμήμα εγκατάστασης ή επιχείρησης διατηρεί την αυτονομία της» (34)) ούτε η αναφορά στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, στην περίπτωση κατά την οποία η επιχείρηση δεν διατηρεί την αυτονομία της θα είχαν νόημα (35).
51. Είναι φανερό ότι το ερώτημα εάν μια επιχείρηση έχει διατηρήσει την αυτονομία της υπό την έννοια του άρθρου 6 ανακύπτει αφού εξακριβωθεί ότι πράγματι υπήρξε σχετική μεταβίβαση κατά την έννοια του άρθρου 1.
52. Συνεπώς ο όρος «αυτονομία» πρέπει να ερμηνευθεί αυτοτελώς. Δεν μπορεί απλώς να ερμηνευθεί με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται η έννοια «ταυτότητα» του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄.
53. Ας υποτεθεί ότι μεταβιβάζεται μία επιχείρηση η οποία διατηρεί την ταυτότητά της (συνεπώς πραγματοποιείται σχετική μεταβίβαση υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α΄). Τι επακολουθεί; Νομίζω ότι, σε γενικές γραμμές, υπάρχουν δύο πιθανότητες. Κατόπιν της μεταβιβάσεως, η μεταβιβασθείσα μονάδα ενδέχεται να διαλυθεί και να απορροφηθεί από την επιχείρηση του εκδοχέα. Η άλλη πιθανότητα είναι να συνεχίσει να ασκεί τη δραστηριότητά της ως ευπροσδιόριστη οντότητα εντός της επιχειρήσεως του εκδοχέα.
54. Φρονώ ότι ο ορισμός της έννοιας «αυτονομία» του άρθρου 6 πρέπει να γίνει εντός αυτού του πλαισίου. Εντούτοις, η ερμηνεία που θα επιλεγεί θα πρέπει επίσης να αντανακλά την ουσιώδη σημασία της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων στη λειτουργία οποιασδήποτε επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως (36). Θα πρέπει να συνάδει προς τον σκοπό της οδηγίας 2001/23, κατά τον οποίο οι «συνθήκες εργασίας» (για να χρησιμοποιήσω αυτόν τον γενικό όρο) των εργαζομένων τους οποίους αφορά η μεταβίβαση θα πρέπει, κατά το μέτρο του δυνατού και του εφικτού, να μη θίγονται από τη μεταβίβαση. Θα πρέπει όμως και να αποδίδει την επιχειρησιακή πραγματικότητα, κατά την οποία, κατόπιν της μεταβιβάσεως, ο εργοδότης ενδέχεται να προβεί σε οργανωτικές αλλαγές. Κατά συνέπεια η διατήρηση αυτοτελούς εκπροσωπήσεως των εργαζομένων αυτών μπορεί να μην αποτελεί λογικό ή κατάλληλο τρόπο εκπροσωπήσεως των συμφερόντων του εργατικού δυναμικού.
55. Η Επιτροπή, στο μνημόνιο του 1997 (37), ανέφερε ότι η απαίτηση αυτονομίας πληρούται όταν η μεταβιβασθείσα επιχείρηση «συνεχίζει να υφίσταται ως αυτοτελής επιχειρησιακή μονάδα και δεν έχει απορροφηθεί από μια πιο περίπλοκη δομή» (38). Σχεδόν πανομοιότυπη προσέγγιση υιοθετήθηκε από την Επιτροπή στην έκθεσή της του 2007 (39), κατά την οποία χρησιμοποιείται η φράση «συνεχίζει να υφίσταται ως αυτοτελής επιχειρησιακή μονάδα και δεν έχει απορροφηθεί από μια πιο περίπλοκη δομή» (40).
56. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της επί της παρούσης υποθέσεως, η Επιτροπή προτείνει ένα ελαφρώς πληρέστερο κριτήριο. Εκτιμά, αναφερόμενη στην υπόθεση Klarenberg (41), ότι για να προσδιοριστεί εάν η οικονομική οντότητα διατηρεί την αυτονομία της, το κριτήριο είναι εάν, κατόπιν της μεταβιβάσεως, διατηρεί την ειδική οργανωτική δομή που είχε επιβληθεί από τον εκχωρητή στους διάφορους μεταβιβαζόμενους συντελεστές παραγωγής. Αντίστροφα, η οικονομική οντότητα δεν διατηρεί την αυτονομία της όταν, παρά τη διατήρηση του λειτουργικού συνδέσμου αλληλεξαρτήσεως και συμπληρωματικότητας μεταξύ αυτών των συντελεστών παραγωγής (ο οποίος αποτελεί προϋπόθεση για να διατηρήσει η οικονομική οντότητα την αυτονομία της μετά τη μεταβίβασή της), αυτοί οι συντελεστές ενσωματώνονται σε μια νέα και διαφορετική οργανωτική δομή κατόπιν της μεταβιβάσεως.
57. Η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτή η προσέγγιση συνάδει προς τους σκοπούς τους οποίους εξυπηρετεί το άρθρο 6. Αυτό το άρθρο εξαρτά τη συνέχιση της θητείας και της άσκησης των καθηκόντων των εκπροσώπων των εργαζομένων από τη διατήρηση της αυτονομίας της οικονομικής οντότητας, διότι, εάν αυτή η αυτονομία χαθεί, οι οικείοι εργαζόμενοι θα βρεθούν απορροφημένοι εντός της οργανώσεως της επιχειρήσεως του εκδοχέα, παράλληλα με το υπάρχον εργατικό δυναμικό, το οποίο θα διαθέτει ήδη τους δικούς του εκπροσώπους. Προφανώς, θα ήταν «άστοχο, αντιπαραγωγικό και μια πιθανή αιτία συγκρούσεων» να υπάρχουν διαφορετικοί εκπρόσωποι των εργαζομένων που παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες και εκτελούν παρόμοια καθήκοντα. Είναι όμως εξίσου πρόδηλο ότι η απλή αντικατάσταση των εχόντων την τελική ευθύνη της επιχειρήσεως δεν δημιουργεί ζητήματα τέτοιας φύσεως. Συνεπώς, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διακοπή της θητείας των εν λόγω εκπροσώπων.
58. H Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι η ερμηνεία που προτείνει είναι απαραίτητη προκειμένου το πρώτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 να έχει πρακτικό αποτέλεσμα. Εξάλλου, η μεταβίβαση επιχειρήσεως συνοδεύεται σχεδόν πάντα από την αντικατάσταση των εχόντων την τελική ευθύνη στελεχών.
59. Συμφωνώ με την άποψη της Επιτροπής, με μια όμως σημαντική επιφύλαξη. Κατά τη γνώμη μου, είναι βασικό το εφαρμοστέο κριτήριο αξιολογήσεως να λαμβάνει υπόψη την οργανωτική πραγματικότητα της οικείας οικονομικής οντότητας μετά τη μεταβίβαση. Η αλλαγή η οποία εκ φύσεως έχει καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα δεν επηρεάζει την πραγματικότητα αυτή. Το ίδιο ισχύει και για τις αλλαγές ελάσσονος σημασίας, οι οποίες δεν επηρεάζουν στην πραγματικότητα την ουσία της οργανωτικής δομής. Εάν οποιαδήποτε αλλαγή, παρά τον διακοσμητικό χαρακτήρα ή την ελάσσονα σημασία της, εθεωρείτο αρκετή για να θίξει την αυτονομία της μεταβιβασθείσας οντότητας, θα ήταν εύκολο για οποιονδήποτε αδίστακτο εργοδότη να στερήσει τους εργαζομένους από τη δυνατότητα να εξακολουθήσουν να έχουν τους εκπροσώπους τους. Τούτο θα ερχόταν σε αντίθεση με το πνεύμα και τον σκοπό της οδηγίας 2001/23.
60. Η Ισπανική Κυβέρνηση, από την άλλη, διατείνεται ότι ένα στοιχείο το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη ώστε να εξακριβωθεί εάν η αυτονομία διατηρήθηκε και μετά τη μεταβίβαση είναι το αν έχει μεταβληθεί ή έχει παραμείνει ίδιο το εργατικό δυναμικό το οποίο και εξέλεξε τους οικείους εκπροσώπους. Με άλλα λόγια, αν κατανοώ ορθά το επιχείρημα, σε περίπτωση κατά την οποία ένα ευπροσδιόριστο σύνολο εργαζομένων έχει εκλέξει εκπροσώπους προ της μεταβιβάσεως και παραμένει μία διακεκριμένη μονάδα ακόμη και μετά τη μεταβίβαση, είναι λογικό να συναχθεί ότι έχει διατηρηθεί η αυτονομία.
61. Δέχομαι ότι ένα τέτοιο κριτήριο μπορεί να φανεί χρήσιμο στην πράξη, αρκεί να εφαρμοστεί με προσοχή. Θα ήταν σφάλμα, για παράδειγμα, να απαιτείται πλήρης ταύτιση. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, η σχετική με τη θητεία των εκπροσώπων εθνική νομοθεσία προβλέπει ότι η θητεία τους διαρκεί τέσσερα έτη (42). Σε πολλές περιπτώσεις, ενδέχεται πράγματι η σύνθεση του συνόλου των οικείων εργαζομένων να έχει ήδη αλλάξει τουλάχιστον σημαντικά, αν δεν έχει καταστεί αγνώριστη, μέχρι το χρονικό σημείο της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως.
62. Οι ως άνω παρατηρήσεις επαρκούν ώστε να δοθεί απάντηση στο ειδικότερο ερώτημα το οποίο παραπέμφθηκε από το εθνικό δικαστήριο, ήτοι τι νοείται ως «αυτονομία» κατά το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23. Εντούτοις, για να δοθεί μία χρήσιμη απάντηση στο εθνικό δικαστήριο και για να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα τα διάφορα στοιχεία τα οποία προβλήθηκαν από την Ισπανική Κυβέρνηση, είναι αναγκαία η εξέταση του άρθρου 6 ως συνόλου και, ειδικότερα, η εξέταση όλων των περιστάσεων υπό τις οποίες η εκπροσώπηση των εργαζομένων συνεχίζεται και μετά τη μεταβίβαση και, σε αυτή την περίπτωση, η εξέταση των όρων υπό των οποίων αυτή συνεχίζεται.
Η δομή του άρθρου 6
63. Το άρθρο 6 της οδηγίας 2001/23 χωρίζεται σε πέντε μέρη (από τα οποία τα πρώτα τέσσερα παρουσιάζονται ως εδάφια του άρθρου 6, παράγραφος 1, και το τελικό ως παράγραφος 2 του άρθρου 6). Το πρώτο μέρος εφαρμόζεται όταν η επιχείρηση διατηρεί την αυτονομία της κατόπιν της μεταβιβάσεως. Σε αυτή την περίπτωση, «το καθεστώς και η λειτουργία των εκπροσώπων ή της αντιπροσωπείας των εργαζομένων, που θίγονται από τη μεταβίβαση, διατηρούνται με τους ίδιους όρους και υπόκεινται στις ίδιες συνθήκες με αυτές που ίσχυαν πριν από την ημερομηνία της μεταβίβασης, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων ή συμφωνιών» (πρώτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1). Εάν δηλαδή η επιχείρηση διατηρεί την αυτονομία της, το υφιστάμενο καθεστώς βρίσκει εφαρμογή. Οι εργαζόμενοι τους οποίους αφορά η μεταβίβαση συνεχίζουν να εκπροσωπούνται και μετά τη μεταβίβαση ακριβώς όπως εκπροσωπούνταν προτού πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση, Κατ’ εφαρμογήν των εθνικών κανόνων περί εκπροσωπήσεως.
64. Η διάταξη αυτή υπόκειται πάντως σε δύο εξαιρέσεις. Η πρώτη απορρέει από το γράμμα του πρώτου εδαφίου του ιδίου του άρθρου 6, παράγραφος 1, «με την επιφύλαξη ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη σύσταση της αντιπροσωπείας των εργαζομένων». Θα ασχοληθώ αργότερα με αυτή την εξαίρεση (43).
65. Το δεύτερο μέρος λειτουργεί επίσης ως εξαίρεση στο πρώτο. Εφαρμόζεται όταν, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες εθνικές διατάξεις ή την πρακτική του οικείου κράτους μέλους ή κατόπιν συμφωνίας με τους εκπροσώπους των εργαζομένων που αφορά η μεταβίβαση, «πληρούνται οι αναγκαίοι όροι για τον νέο διορισμό εκπροσώπων των εργαζομένων ή την ανασύσταση της αντιπροσωπείας τους» (δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1). Σε αυτή την περίπτωση, οι ρυθμίσεις του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζονται. Ο λόγος είναι προφανής. Αφού για τα συμφέροντα των οικείων εργαζομένων θα φροντίζουν πλέον οι νέοι εκπρόσωποι, δεν είναι στο εξής αναγκαίο να διατηρηθούν το καθεστώς και η λειτουργία των πρώην εκπροσώπων τους. Κατά συνέπεια, εκλείπει η ανάγκη να εφαρμοστούν οι διατάξεις του πρώτου μέρους.
66. Το τρίτο μέρος εφαρμόζεται μόνο σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εκχωρητή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα κράτη μέλη «μπορούν» να λαμβάνουν μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εργαζόμενοι θα εκπροσωπούνται δεόντως μέχρι τη νέα εκλογή ή τον νέο ορισμό εκπροσώπων των εργαζομένων (τρίτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1). Αφ’ ης στιγμής το ζήτημα της αφερεγγυότητας δεν εγείρεται στην υπόθεση ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, δεν θα το αναλύσω περαιτέρω.
67. Το τέταρτο μέρος εφαρμόζεται όταν η μεταβιβαζόμενη εγκατάσταση ή επιχείρηση ή το μεταβιβαζόμενο τμήμα εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως δεν διατηρεί την αυτονομία του. Σε αυτή την περίπτωση, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διασφαλίζεται ότι οι μεταβιβασθέντες εργαζόμενοι, οι οποίοι διέθεταν εκπροσώπηση πριν από τη μεταβίβαση, εξακολουθούν να εκπροσωπούνται δεόντως και κατά την περίοδο που απαιτείται για την ανασύσταση της αντιπροσωπείας των εργαζομένων ή τον νέο διορισμό εκπροσώπων τους (τέταρτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1).
68. Μέχρι στιγμής, η δομή του άρθρου 6 είναι σαφής. Πέρα από τις περιπτώσεις της αφερεγγυότητας, σε κάθε περίπτωση σχετικής μεταβιβάσεως οι μεταβιβασθέντες εργαζόμενοι πρέπει να εκπροσωπούνται μετά τη μεταβίβαση. Αυτή η εκπροσώπηση μπορεί να επιτυγχάνεται είτε α) μέσω της συνεχίσεως των καθηκόντων της ήδη υπάρχουσας αντιπροσωπείας των εργαζομένων (όταν η επιχείρηση διατηρεί την αυτονομία της και δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για νέα εκπροσώπηση) είτε β) (όταν δεν πληρούνται οι παραπάνω προϋποθέσεις) μέσω νέας εκπροσωπήσεως είτε γ) με τη μορφή «προσωρινής εκπροσωπήσεως», κατά την οποία οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να εκπροσωπούνται δεόντως κατά την περίοδο που απαιτείται για την ανασύσταση ή τον νέο διορισμό της αντιπροσωπείας των εργαζομένων.
69. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, προβλέπεται μικρότερος βαθμός προστασίας.
70. Το πέμπτο μέρος αφορά την περιγραφόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 2, κατάσταση. Εφαρμόζεται όταν «λόγω της μεταβιβάσεως» λήγει η θητεία των εκπροσώπων των εργαζομένων. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι οι εκπρόσωποι των εργαζομένων που αφορά η μεταβίβαση συνεχίζουν να απολαύουν της προστασίας που παρέχεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και την πρακτική των κρατών μελών. Ένα παράδειγμα περίπτωσης στην οποία μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η ρύθμιση αποτελεί η εξαίρεση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, το οποίο θέτει τη διατήρηση της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων υπό την επιφύλαξη «ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη σύσταση της αντιπροσωπείας των εργαζομένων».
71. Η διάταξη αυτή είναι απαραίτητη, καθόσον οι οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων αποσκοπούν (ή αποσκοπούσαν) αποκλειστικά στην επίτευξη μερικής εναρμονίσεως των διατάξεων εργατικού δικαίου των κρατών μελών (44). Δεδομένων των μεγάλων διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών και της πρακτικής των διαφόρων κρατών μελών στον τομέα αυτόν, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί κάτι άλλο. Αυτό αποτυπώνεται, για παράδειγμα, στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/86 (45), η οποία αναφέρεται στη «μεγάλη ποικιλομορφία των κανόνων και των πρακτικών στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων στα πλαίσια των εταιρειών».
72. Κατά συνέπεια, η οδηγία 2001/23 εφαρμόζεται διαφορετικά στις διάφορες καταστάσεις –ιδιαίτερα όταν το ένα αντισυμβαλλόμενο μέρος της μεταβιβάσεως είναι όργανο του δημοσίου τομέα, όπως συμβαίνει εν προκειμένω. Έτσι, στην υπόθεση Mayeur, το Δικαστήριο καλούνταν να αποφανθεί επί υποθέσεως η οποία αφορούσε τη μεταβίβαση δραστηριοτήτων σε εργοδότη του δημοσίου τομέα, η οποία είχε καταλήξει στην απόλυση του ενάγοντος στην κύρια διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη μεταβίβαση. Εντούτοις, δεν προχώρησε σε τέτοιο βαθμό τον συλλογισμό του ώστε να αποφανθεί ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το εθνικό δίκαιο προβλέπει τη λύση των συμβάσεων εργασίας κατά τη μεταβίβαση από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα, η ρύθμιση αυτή είναι καθαυτή ασυμβίβαστη με την οδηγία 77/187. Αντ’ αυτού, έκρινε ότι οποιαδήποτε απόλυση απορρέει από τη θέση σε εφαρμογή αυτής της ρυθμίσεως οδηγεί σε ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών εργασίας σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται πλέον στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/23, με αποτέλεσμα η απόλυση να θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας των ενεργειών του νέου εργοδότη του δημοσίου τομέα (46).
73. Ομοίως, στην υπόθεση Delahaye (47), στην οποία η αμοιβή του εργαζομένου είχε μειωθεί Κατ’ εφαρμογήν των εθνικών διατάξεων οι οποίες ισχύουν επί μεταβιβάσεως από τον ιδιωτικό στον δημόσιο τομέα, το Δικαστήριο, αφού επεσήμανε ότι η οδηγία δεν αποκλείει την εφαρμογή της εθνικής διατάξεως η οποία ρυθμίζει τη λύση των συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου λόγω της μεταβιβάσεως της δραστηριότητας σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, έκρινε ότι το ίδιο πρέπει να ισχύσει και όταν η εφαρμογή των κανόνων του εθνικού δικαίου που διέπουν την υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων επιφέρει μείωση της αμοιβής των επηρεαζόμενων από τη μεταβίβαση εργαζομένων (48).
74. Όπως οι εθνικές διατάξεις οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αμοιβής του εργαζομένου εξ αιτίας της σχετικής μεταβιβάσεως ή ακόμα και την υποκείμενη σε επαρκείς εγγυήσεις απόλυση του εργαζομένου μπορεί να είναι ασύμβατες με την οδηγία 2001/23, έτσι και η οδηγία δεν αποκλείει ούτε την εφαρμογή των εθνικών ρυθμίσεων που ενδέχεται να έχουν ως άμεση ή έμμεση συνέπεια τη ματαίωση της συνεχίσεως της εκπροσωπήσεως των εργαζομένων υπό την ίδια μορφή. Αυτό π.χ. μπορεί να συμβαίνει σε ορισμένες εθνικές έννομες τάξεις στις οποίες οι διατάξεις για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα διαφέρουν από αυτές που εφαρμόζονται για την εκπροσώπηση των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο τέλος του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 1.
75. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι οι οικείοι εργαζόμενοι στερούνται παντελώς προστασίας υπό αυτές τις συνθήκες. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, εγγυάται ότι αυτό δεν θα συμβεί. Εντούτοις, η απάντηση στο ερώτημα τι είδους ακριβώς προστασία θα παρασχεθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση και ποιες ρυθμίσεις θα εφαρμοστούν δίνεται από τη νομοθεσία και/ή την πρακτική των κρατών μελών.
76. Απομένουν να εξεταστούν τα δύο πρόσθετα επιχειρήματα που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση.
Διττή εκπροσώπηση του εργατικού δυναμικού
77. Πρώτον, η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει το επιχείρημα ότι η έννοια «αυτονομία» στο άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση τη διατήρηση της ήδη υπάρχουσας εκπροσωπήσεως εργαζομένων, θα δημιουργούσε μία μορφή «διττής εκπροσωπήσεως» εντός του εργατικού δυναμικού του νέου εργοδότη. Δεδομένου ότι το υπάρχον εργατικό δυναμικό θα εκπροσωπείτο ήδη δεόντως, θα ανέκυπτε ένα σημαντικό πρακτικό πρόβλημα. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορεί συνεπώς να γίνει δεκτό.
78. Σε περίπτωση και στον βαθμό που τα πραγματικά περιστατικά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 1, η προαναφερθείσα διττή εκπροσώπηση αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, την οποία ο εργοδότης πρέπει απλά να αποδεχτεί.
79. Αν όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις του δεύτερου ή του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 1, ή του άρθρου 6, παράγραφος 2, το ζήτημα της διττής εκπροσωπήσεως είτε δεν ανακύπτει είτε, εάν ανακύψει, η περίοδος κατά την οποία αυτή θα διαρκέσει θα είναι σχετικά μικρή.
80. Επομένως, το πρώτο επιχείρημα της Ισπανικής Κυβέρνησης θα πρέπει να απορριφθεί.
Διακρίσεις, αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, δικαίωμα του συνδικαλίζεσθαι και ανάγκη συνεκτιμήσεως των συμφερόντων του εκδοχέα
81. Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εάν γινόταν δεκτό ότι η αυτονομία διατηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, θα εισαγόταν διάκριση ως προς τους εκπροσώπους των εργαζομένων και τους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού του νέου εργοδότη. Η μη διοργάνωση νέων εκλογών κατόπιν της μεταβιβάσεως θα οδηγούσε σε οργανωτική ανισότητα για τον νέο εργοδότη, εις βάρος όχι μόνον της συνδικαλιστικής οργανώσεως η οποία ήδη εκπροσωπείται εντός της οικονομικής οντότητας αλλά και των νομίμων εκπροσώπων του οικείου εργατικού δυναμικού. Αυτή η ανισότητα θα αντέβαινε στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και θα έθιγε την ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι των νομίμων εκπροσώπων του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού του δήμου. Επιπροσθέτως, δεν θα ελάμβανε υπόψη την οικονομική ζημία που θα υφίστατο ο νέος εργοδότης και η οποία θα απέρρεε από την υποχρέωση παροχής στους εκπροσώπους των μεταβιβασθέντων εργαζομένων των «συμπληρωματικών ωρών εργασίας», κατά τον όρο που χρησιμοποιεί η διάταξη περί παραπομπής, κατά τις οποίες οι εκπρόσωποι ασκούν τις δραστηριότητές τους (49).
82. Δεν μπορώ να δεχτώ αυτά τα επιχειρήματα.
83. Αληθεύει ότι η εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23 επί των μεταβιβασθέντων υπαλλήλων μπορεί να επιφέρει ως ένα βαθμό αυτό που η Ισπανική Κυβέρνηση ονομάζει «οργανωτική ανισότητα» εντός της οργανώσεως του νέου εργοδότη. Μία επίπτωση της διατηρήσεως της εκπροσωπήσεως αυτών των υπαλλήλων ενδέχεται να είναι πράγματι η αύξηση των διοικητικών βαρών που συνεπάγεται η εκπροσώπηση του ήδη απασχολούμενου από τον νέο εργοδότη εργατικού δυναμικού.
84. Η επίπτωση αυτή, εντούτοις, πρέπει να εξεταστεί εντός του πλαισίου της οδηγίας 2001/23 ως συνόλου, ο πρωταρχικός στόχος της οποίας, όπως έχω ήδη υπενθυμίσει, είναι η διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του εργοδότη, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να παραμείνουν στην υπηρεσία του νέου εργοδότη υπό τους αυτούς όρους που είχαν συμφωνηθεί με τον μεταβιβάζοντα (50). Κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας, όχι μόνον τα σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων δικαιώματα αλλά και οι όροι και οι συνθήκες απασχολήσεως του εργατικού δυναμικού της οικονομικής οντότητας μεταφέρονται και διατηρούνται και στη νέα εργασιακή σχέση που απορρέει από τη μεταβίβαση. Αυτοί οι όροι και οι συνθήκες απασχολήσεως ενδέχεται να είναι καλύτεροι ή χειρότεροι από αυτούς που ισχύουν για το ήδη υπάρχον εργατικό δυναμικό του νέου εργοδότη. Αναπόφευκτα, μπορεί να ανακύψει κάποια ανισότητα. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια εγγενή έλλειψη νομιμότητας στην εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23, αλλά στην εφαρμογή της οδηγίας στο σύνολό της.
85. Σχετικά με τις παρατηρήσεις που αφορούν τους ισχυρισμούς για ύπαρξη διακρίσεως και για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, γίνεται κατά πάγια νομολογία δεκτό ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (51).
86. Το Δικαστήριο, όταν εξέτασε ζητήματα συγκρίσεως καταστάσεων, έκρινε ότι είναι απαραίτητο να λαμβάνονται υπόψη όλα τα στοιχεία τα οποία χαρακτηρίζουν τις εν λόγω καταστάσεις (52). Τα στοιχεία αυτά, και κατά συνέπεια η δυνατότητα συγκρίσεώς τους, «πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της κοινοτικής πράξεως που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση» (53).
87. Εν προκειμένω, η διάκριση που θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί προκύπτει από το πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας 2001/23, και υπό το φως του πρωταρχικού της σκοπού. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε ούτε διάκριση ούτε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. Οι καταστάσεις στις οποίες βρίσκονται τα δύο σύνολα των επηρεαζόμενων από τη μεταβίβαση εργαζομένων δεν είναι συγκρίσιμες υπό την έννοια της εφαρμοστέας κοινοτικής πολιτικής. Το αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτής της πολιτικής είναι η δημιουργία δύο διαφορετικών καταστάσεων εντός της ίδιας επιχειρήσεως. Η πρώτη από αυτές αφορά τους νέους εργαζομένους, των οποίων οι όροι και οι συνθήκες απασχόλησης έχουν μεταβιβαστεί Κατ’ εφαρμογήν του δικαίου. Η δεύτερη αφορά το υπάρχον εργατικό δυναμικό. Επομένως, είναι δικαιολογημένη η εφαρμογή διαφορετικών κανόνων.
88. Ακόμη και αν οι εν λόγω δύο καταστάσεις ήταν συγκρίσιμες, είμαι της άποψης ότι οποιαδήποτε ανακύπτουσα διαφορά αυτών των καταστάσεων θα δικαιολογείτο αντικειμενικά υπό το φως του σκοπού της οδηγίας 2001/23 να διασφαλίσει, κατά το μέτρο του δυνατού και του εφικτού, ότι οι νέοι εργαζόμενοι δεν τίθενται σε μειονεκτική θέση εξ αιτίας της μεταβιβάσεως.
89. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα κατά το οποίο θα εθίγετο η ελευθερία του συνδικαλίζεσθαι του υπάρχοντος εργατικού δυναμικού, το Δικαστήριο έχει πράγματι δεχτεί ότι αυτή η ελευθερία αποτελεί «γενική αρχή του εργατικού δικαίου». Εντούτοις, δεν συνάγω από τον συλλογισμό της Ισπανικής Κυβέρνησης καμία ένδειξη για το ότι η συγκεκριμένη ελευθερία θα εθίγετο ουσιαστικά ή αδικαιολόγητα υπό τις περιγραφείσες περιστάσεις.
90. Αναφορικά με το επιχείρημα το οποίο σχετίζεται με την ενδεχόμενη ζημία που υφίσταται ο νέος εργοδότης, ενώ το Δικαστήριο δέχεται ότι θα πρέπει ενδεχομένως να λαμβάνονται υπόψη και τα συμφέροντα του νέου εργοδότη (54), αυτή η προσέγγιση, κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να προαχθεί σε υπέρτερη αρχή ερμηνείας της οδηγίας ούτως ώστε να μπορέσει να αναιρέσει το σαφές νόημα των ρυθμίσεών της και να υπονομεύσει την πρακτική αποτελεσματικότητά τους (effet utile).
Εφαρμογή στην κύρια διαδικασία ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
91. Απόκειται φυσικά στο εθνικό δικαστήριο να εφαρμόσει στα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που εκδικάζει τις αρχές που θα διατυπωθούν με την απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαιτέρως τις σχετικές εθνικές ρυθμίσεις και πρακτικές.
92. Είναι πιθανό, παρ’ όλα αυτά, να σχετίζονται με την αξιολόγηση της αυτονομίας την οποία αναλαμβάνει το εθνικό δικαστήριο τα ακόλουθα ζητήματα:
– η συνέχεια της ασκήσεως των καθηκόντων και της παροχής των υπηρεσιών από τους μεταβιβασθέντες εργαζομένους·
– ο βαθμός κατά τον οποίο οι μεταβιβασθέντες εργαζόμενοι εξακολουθούν να αποτελούν ευδιάκριτη λειτουργική ενότητα κατά την απασχόλησή τους εντός της δικαιοδόχου επιχειρήσεως (εν προκειμένω της δημοτικής αρχής)·
– ο βαθμός κατά τον οποίο οι άμεσοι προϊστάμενοι αυτών των εργαζομένων παραμένουν οι ίδιοι·
– ο βαθμός κατά τον οποίο το εκλογικό σώμα των εργαζομένων που ανέδειξε τους οικείους εκπροσώπους παραμένει το ίδιο (παρά το γεγονός ότι, για τους λόγους που εκτέθηκαν πρωτύτερα στο σημείο 61, αυτό αποτελεί ένα κριτήριο αξιολογήσεως το οποίο πρέπει να εφαρμοσθεί κατά τρόπο ευρύ)·
– ο βαθμός κατά τον οποίο οποιεσδήποτε σημαντικές αναδιαρθρώσεις στις οποίες προέβη ο εκδοχέας μετά τη μεταβίβαση έχουν ενδεχομένως οδηγήσει στην απώλεια της οργανωτικής και οικονομικής ανεξαρτησίας της μονάδας που μεταβιβάσθηκε.
93. Αντιθέτως, θα ήθελα να τονίσω ότι το εθνικό δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις καθαρά ήσσονος σημασίας διαρθρωτικές αλλαγές στις οποίες προέβη ο εκδοχέας μετά τη μεταβίβαση. Παραδείγματος χάριν, αυτή καθαυτή η αλλαγή του χώρου εργασίας των εργαζομένων δεν μπορεί κανονικά να θεωρηθεί ως έχουσα σημαντική επίπτωση επί της διατηρήσεως της αυτονομίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση οιασδήποτε αλλαγής στην ταυτότητα των πελατών για τους οποίους εκτελούσαν τα καθήκοντά τους οι μεταβιβασθέντες εργαζόμενοι.
94. Παρομοίως, οποιαδήποτε αλλαγή των ανωτάτων προϊσταμένων των εργαζομένων αποτελεί παράγοντα ο οποίος πρέπει να αγνοηθεί. Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, μία τέτοιας φύσεως αλλαγή είναι σχεδόν αναπόφευκτη κατόπιν της όποιας σχετικής μεταβιβάσεως.
95. Τέλος, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι κανόνες που θέτει το άρθρο 67, παράγραφος 1, του ισπανικού Εργατικού Κώδικα (55) σημαίνουν ότι στην εκπροσώπηση των μεταβιβασθέντων εργαζομένων πρέπει να εφαρμοστεί το δεύτερο και όχι το πρώτο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23. Ως αποτέλεσμα της εφαρμογής αυτών των κανόνων ενδέχεται να «πληρούνται οι αναγκαίοι όροι για τον νέο διορισμό εκπροσώπων των εργαζομένων ή την ανασύσταση της αντιπροσωπείας τους». Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να αποφασίσει αν αυτό πράγματι συμβαίνει.
Πρόταση
96. Κατόπιν των προεκτεθέντων, είμαι της γνώμης ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στο ερώτημα του Juzgado de lo Social Único de Algeciras πρέπει να είναι η εξής:
Για τους σκοπούς του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, μια επιχείρηση, μια εγκατάσταση ή ένα τμήμα επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως διατηρεί την αυτονομία του, εάν μετά τη μεταβίβαση διατηρεί την ειδική οργανωτική δομή που είχε επιβληθεί από τον εκχωρητή επί των διαφόρων συντελεστών παραγωγής που έχουν μεταβιβαστεί. Αντίστροφα, η οικονομική οντότητα δεν διατηρεί την αυτονομία της, όταν, παρά τη διατήρηση του λειτουργικού συνδέσμου αλληλεξαρτήσεως και συμπληρωματικότητας μεταξύ αυτών των συντελεστών παραγωγής, αυτοί οι συντελεστές ενσωματώνονται σε μια νέα και διαφορετική οργανωτική δομή μετά τη μεταβίβαση. Κατά την εφαρμογή αυτού του κριτηρίου αξιολογήσεως, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η οργανωτική πραγματικότητα της οικείας οικονομικής οντότητας μετά τη μεταβίβαση.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – ΕΕ 2001, L 82, σ. 16. Η οδηγία κωδικοποιεί και αντικαθιστά την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 171, στο εξής: οδηγία 77/187), η οποία εν συνεχεία τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 (ΕΕ 1998, L 201, σ. 88, στο εξής: οδηγία 98/50). Θα αναφέρομαι παρακάτω σε όλες αυτές τις οδηγίες με τον όρο «οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων».
3 – Βλ. σημεία 48 επ. των παρουσών προτάσεων.
4 – Απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2009, C-466/07 (Συλλογή 2009, σ. Ι-803, σκέψεις 20 επ.).
5 – Βλ., ειδικά, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1988, 324/86, Tellerup, καλούμενη «Daddy’s Dance Hall» (Συλλογή 1988, σ. 379, σκέψη 9).
6 – Για λόγους οικονομίας, θα χρησιμοποιώ από εδώ και στο εξής τον όρο «επιχείρηση» περικλείοντας σε αυτόν την έννοια της εγκαταστάσεως ή του τμήματος εγκαταστάσεως ή επιχειρήσεως και θα αναφέρομαι στην εμπίπτουσα στις οδηγίες περί κεκτημένων δικαιωμάτων μεταβίβαση χρησιμοποιώντας τον όρο «σχετική μεταβίβαση».
7 – Βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 2008, C-396/07, Juuri (Συλλογή 2008, σ. I-8883, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2001/23.
8 – Βλ. απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C-458/05, Jouini κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I-7301, σκέψη 24 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
9 – Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1986, 24/85 (Συλλογή 1986, σ. 1119).
10 – Σκέψεις 11 και 13.
11 – Βλ., στο πλαίσιο αυτό, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C-173/96 και C-247/96, Hidalgo κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-8237, σκέψη 31).
12 – Απόφαση της 14ης Απριλίου 1994, C-392/92 (Συλλογή 1994, σ. I-1311).
13 – Βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C-175/99, Mayeur (Συλλογή 2000, σ. I-7755, σκέψη 33), και άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23.
14 – Απόφαση Schmidt (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 20).
15 – Όπ.π. (σκέψη 14). Βλ., επίσης, άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23.
16 – Απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1998, C-127/96, C-229/96 και C-74/97, Hernández Vidal κ.λπ. (Συλλογή 1998, σ. I-8179, σκέψη 35).
17 – Βλ. απόφαση Mayeur (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 40).
18 – Σκέψη 16. Είναι μάλλον δύσκολο να υπάρξει περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως που να αφορά ενσώματα αγαθά λιγότερα από αυτά που αφορούσε εκείνη η υπόθεση.
19 – Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1997, C-13/95 (Συλλογή 1997, σ. I-1259).
20 – Σκέψη 18.
21 – Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-172/99, Liikenne (Συλλογή 2001, σ. I-745, σκέψεις 39 και 42).
22 – Βλ. απόφαση Mayeur (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, σκέψη 32 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ., επίσης, άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2001/23.
23 – Απόφαση της 20ής Νοεμβρίου 2003, C-340/01, Abler (Συλλογή 2003, σ. I-14023, σκέψη 43).
24 – Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C-232/04 και C-233/04, Güney-Görres και Demir (Συλλογή 2005, σ. I-11237, σκέψη 41).
25 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. La Pergola στην υπόθεση Süzen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 19, σημείο 10). Βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Γ. Κοσμά στην υπόθεση Hernández Vidal κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σημείο 80).
26 – Παρόμοιες γενικές αρχές εμπεριέχονται, μεταξύ άλλων, και στον κοινοτικό Χάρτη των Θεμελιωδών Κοινωνικών Δικαιωμάτων των Εργαζομένων, στα άρθρα 7, 17 και 18, στα οποία αναφέρεται η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της oδηγίας 2001/23 (Βλ., ανωτέρω, σημείο 3).
27 – Οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (ΕΕ L 80, σ. 29), άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχεία α΄, β΄ και γ΄.
28 – Βλ., επίσης, οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους (ΕΕ L 254, σ. 64), οδηγία 2001/86/ΕΚ του Συμβουλίου, της 8ης Οκτωβρίου 2001, για τη συμπλήρωση του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρίας όσον αφορά το ρόλο των εργαζομένων (ΕΕ L 294, σ. 22), και, για λόγους πληρότητας, οδηγία 2003/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, για τη συμπλήρωση του καταστατικού του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού όσον αφορά το ρόλο των εργαζομένων (ΕΕ L 207, σ. 25), καθώς και οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις (ΕΕ L 225, σ.16).
29 – Απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1990, C-193/87 και C-194/87, Maurissen και European Public Service Union κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου (Συλλογή 1990, σ. I-95).
30 – Σκέψη 21.
31 – Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92 (Συλλογή 1994, σ. I-2435).
32 – Σκέψη 24.
33 – Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η οδηγία δεν προβλέπει ότι οι μεταβιβασθέντες εργαζόμενοι δεν επιτρέπεται επ’ ουδενί να απολυθούν. Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ρητά αναφέρει ότι «η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει απολύσεις για οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς λόγους, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού».
34 – Η υπογράμμιση δική μου.
35 – Βλ., σχετικά, απόφαση Klarenberg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 50). Η τελική φράση της σκέψης αυτής σκοπεύει σαφώς στο να συμπεριλάβει τόσο τις περιπτώσεις στις οποίες η μεταβιβαζόμενη οικονομική οντότητα διατηρεί την αυτονομία της (οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο) όσο και εκείνες στις οποίες δεν τη διατηρεί (και οι οποίες καλύπτονται από το άρθρο 6, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο).
36 – Βλ., ανωτέρω, σημεία 42 έως 44.
37 – Μνημόνιο της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 1997, περί κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως (COM(97) 85 τελικό).
38 – Σημείο 2.7.
39 – Έκθεση της Επιτροπής, της 18ης Ιουνίου 2007, περί της οδηγίας 2001/23 (COM(2007) 334 τελικό).
40 – Δεν νομίζω ότι πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε σημασία στην ελαφρά διαφοροποίηση της διατύπωσης (τουλάχιστον στα αγγλικά) των δύο προαναφερθέντων εγγράφων της Επιτροπής. Το γαλλικό κείμενο των εγγράφων αυτών είναι πρακτικά το ίδιο.
41 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4. Βλ. σκέψεις 47 και 48.
42 – Άρθρο 67, παράγραφος 3, του ισπανικού Εργατικού Κώδικα.
43 – Βλ., κατωτέρω, σημεία 70 και 74.
44 – Βλ. σχετικά με την οδηγία 77/187, μεταξύ άλλων, αποφάσεις Daddy’s Dance Hall (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 16), και της 6ης Νοεμβρίου 2003, C-4/01, Martin κ.λπ. (Συλλογή 2003, σ. I‑12859, σκέψη 41). Βλ., επίσης, σχετικά με την οδηγία 2001/23, απόφαση Juuri (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 23).
45 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28.
46 – Σκέψη 56.
47 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2004, C-425/02 (Συλλογή 2004, σ. I‑10823)
48 – Σκέψεις 32 και 33.
49 – Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 68 του ισπανικού Εργατικού Κώδικα προβλέπει τη χορήγηση μηνιαίως ορισμένων συμπληρωματικών ωρών εργασίας στους εκπροσώπους των εργαζομένων για την άσκηση των συνδικαλιστικών τους δραστηριοτήτων ανάλογα με το μέγεθος της οικείας επιχείρησης. Σε μια επιχείρηση, για παράδειγμα, η οποία απασχολεί μέχρι 100 εργαζομένους, οι ώρες αυτές ανέρχονται σε 15. Εντός επιχειρήσεως η οποία απασχολεί περισσότερους από 751 εργαζομένους, οι ώρες αυτές ανέρχονται σε 40.
50 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 28.
51 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C-344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. I‑403, σκέψη 95), και απόφαση της 10ης Ιουλίου 2008, C- 173/07, Emirates Airlines (Συλλογή 2008, σ. I‑5237, σκέψη 39).
52 – Βλ. απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I‑9895, σκέψη 25).
53 – Όπ.π. (σκέψη 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
54 – Απόφαση της 9ης Μαρτίου 2006, C-499/04, Werhof (Συλλογή 2006, σ. I‑2397, σκέψη 31).
55 – Βλ., ανωτέρω, σημείο 9.
Full & Egal Universal Law Academy