ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÀN MAZÁK
της 2ας Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑153/09
Agrargut Bäbelin GmbH & Co. KG
κατά
Amt für Landwirtschaft Bützow
[αίτηση του Verwaltungsgericht Schwerin (Γερμανία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινή γεωργική πολιτική – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Κανονισμός (ΕΚ) 796/2004 – Ενισχύσεις υπέρ της γεωργίας – Υποχρέωση του γεωργού, προς αποτροπή δηλώσεως μεγαλύτερης γεωργικής εκτάσεως, περί κατά προτεραιότητα διεκδικήσεως δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας, πριν από κάθε άλλο δικαίωμα – Παράβαση της υποχρεώσεως σε περίπτωση που, μετά την υπαγωγή εκτάσεως σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας, ο γεωργός δεν έχει στην κατοχή του άλλη αροτραία έκταση – Κυρώσεις»
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Schwerin (Διοικητικό Δικαστήριο, Schwerin) (Γερμανία) ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 50, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 της Επιτροπής (2), σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού. Αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης μεταξύ της Agrargut Bäbelin GmbH & Co. KG (στο εξής: Agrargut) και του Amt für Landwirtschaft Bützow (Υπηρεσία Γεωργίας, Bützow, στο εξής: Amt) αποτελεί, κατ’ ουσίαν, αίτηση χορηγήσεως ενιαίας ενισχύσεως για το έτος 2006.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Κανονισμός 1782/2003
2. Ο κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 (3) του Συμβουλίου θεσπίζει μια μορφή στήριξης του εισοδήματος των γεωργών, καλούμενη καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης (στο εξής: ΚΕΕ). Όσον αφορά τον καθορισμό των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας, το άρθρο 53 του κανονισμού ορίζει:
«1. Κατά παρέκκλιση των άρθρων 37 και 43 του παρόντος κανονισμού, στην περίπτωση που ο γεωργός υπόκειται στην υποχρέωση παύσης καλλιέργειας για τμήμα της γης της εκμετάλλευσής του, για την περίοδο αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 1251/1999 του Συμβουλίου [ΕΕ 1999, L 160, σ. 1], ο τριετής μέσος όρος του ποσού που αντιστοιχεί στην ενίσχυση για την υποχρεωτική παύση καλλιέργειας που υπολογίζεται και προσαρμόζεται σύμφωνα με το Παράρτημα VII και ο τριετής μέσος όρος του αριθμού των εκταρίων υπό υποχρεωτική παύση καλλιέργειας δεν περιλαμβάνονται στον καθορισμό των δικαιωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 43 του παρόντος κανονισμού.
2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ο γεωργός λαμβάνει δικαίωμα ανά εκτάριο (εφεξής αποκαλούμενο “δικαίωμα από παύση καλλιέργειας”) το οποίο υπολογίζεται διαιρώντας τον τριετή μέσο όρο του ποσού για παύση καλλιέργειας διά του τριετούς μέσου όρου του αριθμού εκταρίων υπό παύση καλλιέργειας που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Ο συνολικός αριθμός των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας ισούται με τον μέσο αριθμό εκταρίων υπό υποχρεωτική παύση καλλιέργειας.»
3. Όσον αφορά τη χρήση των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας, το άρθρο 54, παράγραφοι 2 και 6, του κανονισμού 1782/2003 προβλέπει αντίστοιχα, στο μέτρο που ασκεί επιρροή εν προκειμένω, ότι ο όρος «[…] “επιλέξιμα εκτάρια για δικαιώματα από παύση καλλιέργειας” σημαίνει κάθε γεωργική έκταση της εκμετάλλευσης που καλύπτεται από αρόσιμη γη, εκτός από εκτάσεις οι οποίες, κατά την ημερομηνία που προβλέπεται για τις αιτήσεις στρεμματικής ενίσχυσης για το 2003, καλύπτονται από μόνιμες καλλιέργειες, δάση ή χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες ή καλύπτονται από μόνιμους βοσκότοπους [(4)]» και ότι «[…] τα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας διεκδικούνται πριν από κάθε άλλο δικαίωμα».
Β – Κανονισμός 796/2004
4. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο 22, του κανονισμού 796/2004, «προσδιορισθείσα έκταση» είναι η έκταση, για την οποία έχουν εκπληρωθεί όλοι οι όροι που περιλαμβάνονται στους κανόνες για τη χορήγηση της ενίσχυσης, ενώ «στην περίπτωση του [ΚΕΕ], η δηλωθείσα έκταση μπορεί να θεωρηθεί προσδιορισθείσα, μόνον εάν πράγματι συνοδεύεται από τον αντίστοιχο αριθμό δικαιωμάτων ενίσχυσης».
5. Στο τμήμα II του κανονισμού 796/2004, με τίτλο «Ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου», ο τίτλος IV θέτει τους κανόνες υπολογισμού των ενισχύσεων του κανονισμού 1782/2003, καθώς και των μειώσεων και των αποκλεισμών.
6. Ειδικότερα, το άρθρο 49, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 προβλέπει ότι για τους σκοπούς του παρόντος τμήματος, διακρίνονται οι ακόλουθες καλλιεργητικές ομάδες, κατά περίπτωση: «εκτάσεις για τους σκοπούς του [ΚΕΕ], ανάλογα με την περίπτωση, οι οποίες πρέπει να πληρούν τους ειδικούς για καθεμία όρους».
7. Το άρθρο 50, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού προβλέπει ότι «με την επιφύλαξη των μειώσεων και των αποκλεισμών σύμφωνα με τα άρθρα 51 και 53, όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης στο πλαίσιο του [ΚΕΕ], εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις στα δικαιώματα που συνδέονται με την παύση καλλιέργειας, για τους σκοπούς του ορισμού της «προσδιορισθείσας έκτασης» που διατυπώνεται στο άρθρο 2, στοιχείο 22:
(α) εάν ο κάτοχος της εκμετάλλευσης δεν έχει δηλώσει ολόκληρη την οικεία έκταση για την ενεργοποίηση των σχετικών με την παύση καλλιέργειας δικαιωμάτων που διαθέτει, συγχρόνως όμως, έχει δηλώσει μια αντίστοιχη έκταση για την ενεργοποίηση άλλων δικαιωμάτων, η εν λόγω έκταση θεωρείται ότι έχει δηλωθεί ως έκταση υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας και ότι δεν έχει προσδιοριστεί για τους σκοπούς της καλλιεργητικής ομάδας που αναφέρεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, στοιχείο α΄·
(β) εάν, σε δηλωθείσα έκταση υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας, διαπιστωθεί ότι δεν έχει παύσει η καλλιέργεια, η εν λόγω έκταση θεωρείται ότι δεν έχει προσδιοριστεί.»
8. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 ορίζει ότι «εάν, όσον αφορά μια καλλιεργητική ομάδα, η έκταση που έχει δηλωθεί για τους σκοπούς οποιουδήποτε καθεστώτος στρεμματικής ενίσχυσης [...] υπερβαίνει την προσδιορισθείσα έκταση σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφοι 3 έως 5, του παρόντος κανονισμού, η ενίσχυση υπολογίζεται με βάση την προσδιορισθείσα έκταση, μειωμένη κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εφόσον αυτή υπερβαίνει το 3 % ή τα δύο εκτάρια, αλλά δεν υπερβαίνει το 20 % της προσδιορισθείσας έκτασης.
Εάν η διαφορά υπερβαίνει το 20 % της προσδιορισθείσας έκτασης, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση βάσει της έκτασης για τη σχετική καλλιεργητική ομάδα.»
II – Τα πραγματικά περιστατικά και τα υποβληθέντα ερωτήματα
9. Το 2006 η Agrargut είχε στη διάθεσή της 12.10 δικαιώματα ενίσχυσης λόγω εκμετάλλευσης διαρκούς χορτολιβαδικής εκτάσεως και 59.57 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας. Κατά την ίδια αυτή περίοδο είχε στην εκμετάλλευσή της συνολικά 48 εκτάρια, ήτοι 11.90 εκτάρια χορτολιβαδικών εκτάσεων και 36.10 εκτάρια αροτραίων εκτάσεων. Στην αίτησή της για τη χορήγηση της ενισχύσεως για το έτος 2006, η Agrargut προέβαλε δικαιώματα για ενίσχυση λόγω παύσης της καλλιέργειας αροτραίων εκτάσεων εμβαδού 36,10 εκταρίων και δικαιώματα για ενίσχυση λόγω εκμετάλλευσης χορτολιβαδικών εκτάσεων εμβαδού 11,90 εκταρίων. Όμως, το Amt απέρριψε την αίτηση αυτή με απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 2007.
10. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η Agrargut υπέβαλε διοικητική ένσταση η οποία τελικώς απορρίφθηκε. Το Amt έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003, η Agrargut έπρεπε, προς ενεργοποίηση των δικαιωμάτων λόγω παύσης καλλιέργειας που είχε στη διάθεσή της (59.57 δικαιώματα ενίσχυσης), να δηλώσει τη συνολική έκταση των 48 εκταρίων. Δεδομένου ότι η Agrargut είχε δηλώσει έκταση μόνον 36.10 εκταρίων ως έκταση ως προς την οποία είχε δικαιώματα ενίσχυσης λόγω παύσης καλλιέργειας, ενώ παράλληλα είχε δηλώσει έκταση 11,90 εκταρίων προς ενεργοποίηση δικαιωμάτων για ενίσχυση λόγω εκμετάλλευσης χορτολιβαδικής εκτάσεως, το Amt έκρινε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, τα εν λόγω 11.90 εκτάρια έπρεπε να θεωρηθούν ως έκταση δηλωθείσα υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας και μη προσδιορισθείσα. Κατά συνέπεια, το Amt επέβαλε τις κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004.
11. Η Agrargut άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Verwaltungsgericht Schwerin, το οποίο έκρινε απαραίτητο να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Απαγορεύεται σε γεωργό να ενεργοποιήσει δικαιώματα ενίσχυσης στηριζόμενα στην εκμετάλλευση διαρκούς χορτολιβαδικής εκτάσεως, αν προηγουμένως δεν έχει ενεργοποιήσει το σύνολο των δικαιωμάτων του για ενίσχυση λόγω παύσης της καλλιέργειας, έστω και αν δεν έχει στην κατοχή του άλλη (αροτραία) έκταση για την οποία θα μπορούσε να διεκδικήσει ενίσχυση λόγω παύσης της καλλιέργειας;
2) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Έχουν εφαρμογή οι προβλεπόμενες από το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004 κυρώσεις και επί γεωργού ο οποίος, πριν από τις 29 Δεκεμβρίου 2006 (ενώ δεν είχε στην εκμετάλλευσή του εκτάσεις για τις οποίες θα μπορούσε να διεκδικήσει ενίσχυση λόγω παύσεως της καλλιέργειας), δεν συμμορφώνεται προς την υποχρέωση να έχει προηγουμένως ενεργοποιήσει το σύνολο των δικαιωμάτων που δύναται να προβάλει λόγω παύσεως της καλλιέργειας;»
III – Εκτίμηση
Α – Το πρώτο ερώτημα
1. Κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
12. Η Agrargut υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η υποχρέωση περί της κατά προτεραιότητα διεκδικήσεως των δικαιωμάτων λόγω παύσης καλλιέργειας, πριν από κάθε άλλο δικαίωμα, ισχύει μόνον ως προς τις αροτραίες εκτάσεις που είναι επιλέξιμες για υπαγωγή στο σύστημα παύσης της καλλιέργειας. Αυτό ισχύει ακόμη και όταν ο αριθμός των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας που ο γεωργός έχει στη διάθεσή του υπερβαίνει τον αριθμό εκταρίων που αυτός έχει πράγματι στην κατοχή του και ο γεωργός ενεργοποιεί τα δικαιώματα για ενίσχυση λόγω εκμετάλλευσης διαρκών χορτολιβαδικών εκτάσεων στηριζόμενος σε άλλες διαθέσιμες εκτάσεις. Η παύση καλλιέργειας αποτελεί εκ φύσεως εργαλείο το οποίο αφορά αποκλειστικά αροτραίες εκτάσεις. Η Agrargut υποστηρίζει ότι η ερμηνεία στην οποία προβαίνει είναι σύμφωνη με το γράμμα, το πνεύμα και τον σκοπό των κανονισμών 796/2004 και 1782/2003.
13. Η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι απαγορεύεται σε γεωργό να προβάλει δικαιώματα στηριζόμενα στην εκμετάλλευση χορτολιβαδικής εκτάσεως, αν προηγουμένως δεν έχει προβάλει το σύνολο των δικαιωμάτων του για ενίσχυση λόγω παύσης της καλλιέργειας, έστω και αν δεν έχει στην κατοχή του άλλη αροτραία έκταση επιλέξιμη για ενίσχυση λόγω παύσης της καλλιέργειας. Η Ελληνική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, επομένως, ο γεωργός που έχει στη διάθεσή του περισσότερα δικαιώματα απ’ ό,τι εκτάσεις επιλέξιμες για ενίσχυση υποχρεούται να εκμισθώσει ή να μεταβιβάσει τα δικαιώματα αυτά ή, άλλως, να μη δηλώσει ταυτοχρόνως άλλα δικαιώματα.
2. Εκτίμηση
14. Κατά την άποψή μου, από τη διατύπωση των υποβληθέντων προδικαστικών ερωτημάτων προκύπτει σαφώς ότι, με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 έχει την έννοια ότι η προϋπόθεση για την εφαρμογή της κυρώσεως που το εν λόγω άρθρο προβλέπει πληρούται μόνον σε περίπτωση που ο γεωργός δεν δηλώσει, προς ενεργοποίηση των δικαιωμάτων του λόγω παύσης καλλιέργειας, το σύνολο των «επιλέξιμων εκταρίων για δικαιώματα από παύση καλλιέργειας», σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 και, αντίστοιχα, δεν πληρούται σε περίπτωση που ο γεωργός δηλώσει, προς ενεργοποίηση άλλων δικαιωμάτων που διαθέτει, εκτάσεις οι οποίες δεν μπορούν να υποβληθούν σε παύση καλλιέργειας, όπως διαρκείς χορτολιβαδικές εκτάσεις.
15. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι είναι παράλογη η ερμηνεία που προτείνει το Amt, σύμφωνα με την οποία η φράση «ολόκληρη η οικεία έκταση» του άρθρου 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 πρέπει να νοηθεί ως αναφερόμενη, μάλλον, στο σύνολο της εκτάσεως που έχει στην εκμετάλλευσή του ο γεωργός (η οποία είναι επιλέξιμη για χορήγηση ενιαίας ενισχύσεως), παρά ως αναφερόμενη μόνο στην έκταση που είναι επιλέξιμη για χορήγηση ενισχύσεως λόγω παύσης της καλλιέργειας σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003, ήτοι στην αροτραία έκταση που έχει στην κατοχή του ο γεωργός. Επιπλέον, κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η κρίσιμη έννοια «αντίστοιχη έκταση», η οποία γραμματικώς συναρτάται με τη φράση «δεν […] ολόκληρη την οικεία έκταση», δεν μπορεί να νοηθεί ως έχουσα ποσοτικό χαρακτήρα, ήτοι υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε έκταση «ίσης επιφάνειας». Εντούτοις, δεν είναι επίσης προφανές ότι έχει ποιοτικό χαρακτήρα.
16. Κατά πάγια νομολογία, ο προσδιορισμός της σημασίας και του περιεχομένου εκφράσεων ως προς τις οποίες το κοινοτικό δίκαιο δεν παρέχει κανέναν ορισμό πρέπει να γίνεται σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου αυτές χρησιμοποιούνται και τους σκοπούς που επιδιώκει η ρύθμιση της οποίας αποτελούν τμήμα. Εξάλλου, το προοίμιο μιας κοινοτικής πράξεως μπορεί να διευκρινίζει το περιεχόμενο αυτής (5).
17. Πρώτον, όσον αφορά τη φράση «ολόκληρη την οικεία έκταση», αυτή σαφώς, κατά την άποψή μου, αναφέρεται στο σύνολο της εκτάσεως που έχει στην κατοχή του ο γεωργός, ήτοι καλύπτει «εκτάρια επιλέξιμα για δικαιώματα από παύση καλλιέργειας» σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003, καθώς επίσης και άλλες εκτάσεις (επιλέξιμες για ενίσχυση) τις οποίες έχει στην κατοχή του ο γεωργός. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της σειράς των λέξεων στην απόδοση στη γερμανική γλώσσα, η φράση «δεν […] ολόκληρη την οικεία περιοχή» (nicht seine gesamte Fläche), στην πράξη, δεν συναρτάται με τη φράση «δικαιώματα από παύση καλλιέργειας» (zur Verfügung stehenden Zahlungsansprüchen bei Flächenstilllegung). Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η περιοχή περί της οποίας πρόκειται πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια, ως το σύνολο των επιλέξιμων για ενίσχυση εκτάσεων που έχει στην κατοχή του ο γεωργός.
18. Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, η εν λόγω διάταξη και αυτή του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 περιλαμβάνονται στον τίτλο IV του μέρους II του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος θέτει κανόνες σχετικά με τη βάση υπολογισμού των ενισχύσεων του κανονισμού 1782/2003, καθώς και των μειώσεων και των αποκλεισμών. Η αιτιολογική σκέψη 55 του προοιμίου του κανονισμού 796/2004 προβλέπει ότι «για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της [Ενώσεως] πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την καταπολέμηση των παρατυπιών και των περιπτώσεων απάτης. Πρέπει να θεσπιστούν χωριστές διατάξεις σε περιπτώσεις παρατυπιών που διαπιστώνονται σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα διάφορα καθεστώτα ενισχύσεων».
19. Όσον αφορά τις μειώσεις και τους αποκλεισμούς, όπως επισήμανε η Επιτροπή, το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, συνιστά απλώς χωριστή διάταξη σε σχέση με παρατυπίες που συνδέονται με την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας, σύμφωνα με το άρθρο 53, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003. Συναφώς, από την αιτιολογική σκέψη 59 (6) του προοιμίου του κανονισμού 796/2004 προκύπτει ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ενώσεως ήταν να διασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα του άρθρου 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003.
20. Το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003 ρητώς προβλέπει ότι τα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας διεκδικούνται «πριν από κάθε άλλο δικαίωμα». Από το στοιχείο αυτό προκύπτει σαφώς ότι ο νομοθέτης της Ενώσεως σκοπούσε στο να δώσει προτεραιότητα στα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας έναντι όλων των λοιπών δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως της φύσεώς τους. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει περί του ότι η προτεραιότητα αυτή έπρεπε να ισχύει μόνον έναντι δικαιωμάτων σχετικών με εκτάσεις δυνάμενες να υπαχθούν σε παύση καλλιέργειας. Πράγματι, κατά τη σύνταξη των εν λόγω διατάξεων, ο νομοθέτης επέλεξε όχι όρους περιοριστικούς αναφερόμενους αποκλειστικώς σε δικαιώματα από παύση καλλιέργειας, αλλά όρους ευρείς καλύπτοντες όλα τα δικαιώματα. Επομένως, ο ρόλος που επιτελεί το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, στο πλαίσιο του κανονισμού 796/2004 αντιστοιχεί στη δοθείσα στο σημείο 17 ανωτέρω ερμηνεία.
21. Τρίτον και τελευταίον, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι σκοποί που επιδιώκουν οι κανονισμοί 796/2004 και1782/2003. Από την αιτιολογική σκέψη 32 του προοιμίου του κανονισμού 1782/2003 προκύπτει σαφώς ότι σκοπός του εν λόγω κανονισμού είναι να διατηρηθούν, στα πλαίσια του νέου συστήματος στήριξης, οι όροι παύσης καλλιέργειας για γεωργική γη προκειμένου να διατηρηθούν τα οφέλη από τον έλεγχο της προσφοράς λόγω παύσης καλλιέργειας, με ταυτόχρονη ενίσχυση του περιβαλλοντικού της οφέλους.
22. Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλονται οι ακόλουθες παρατηρήσεις όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης.
23. Από τα υποβληθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφα και, ιδίως, από την εθνική δικογραφία την οποία απέστειλε το αιτούν δικαστήριο προκύπτει ότι το 2005 –έτος κατά το οποίο χορηγήθηκαν τα αρχικά δικαιώματα– η Agrargut είχε στη διάθεσή της 6.28 δικαιώματα από παύση καλλιέργειας. Τα δικαιώματα αυτά υπολογίστηκαν με βάση την κατάλληλη για υπαγωγή σε παύση καλλιέργειας έκταση που η Agrargut είχε δηλώσει και την οποία, επομένως, είχε στη διάθεσή της.
24. Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, μέσω μεταβιβάσεων που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια του 2005, η Agrargut να απέκτησε τόσο πολλά δικαιώματα από παύση καλλιέργειας, ώστε να κατέληξε να έχει μεγαλύτερο αριθμό δικαιωμάτων απ’ ό,τι αριθμό εκταρίων δυναμένων να υπαχθούν σε παύση καλλιέργειας. Πράγματι, τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης αποτελούν προφανώς ακραίο παράδειγμα περιπτώσεως στην οποία ο αριθμός των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας υπερβαίνει τον αριθμό των εκταρίων που μπορούν να υπαχθούν σε παύση καλλιέργειας: κατά την περίοδο αναφοράς, ο γεωργός είχε στη διάθεσή του 59.57 δικαιώματα από παύση καλλιέργειας, αλλά μόνον 36.10 εκτάρια αροτραίας εκτάσεως. Επομένως, ο αριθμός των δικαιωμάτων υπερέβαινε κατά 65 % τη δυνάμενη να υπαχθεί σε παύση καλλιέργειας έκταση.
25. Εντούτοις, κατά το άρθρο 63, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003, τα δικαιώματα λόγω παύσης εκμετάλλευσης πρέπει να αντιστοιχούν κατά τον χρόνο της αρχικής χορηγήσεως σε περίπου 10 % (7) της δυνάμενης να υπαχθεί σε παύση καλλιέργειας εκτάσεως (8). Κατά συνέπεια, είναι σαφές ότι η δυσαναλογία μεταξύ των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας και της δυνάμενης να υπαχθεί σε παύση καλλιέργειας εκτάσεως δεν είναι σύμφωνη με το προβλεπόμενο από το άρθρο 63, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 ποσοστό και ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την επίτευξη του σκοπού της διατηρήσεως των όρων παύσης καλλιέργειας για γεωργική γη (βλ. σημείο 21, ανωτέρω).
26. Φρονώ (όπως το Amt και η Ελληνική Κυβέρνηση) ότι ο σκοπός αυτός έχει επίσης την έννοια ότι πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια ώστε να διασφαλίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των χορηγηθέντων το 2005 δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας ενεργοποιείται και ότι οι αντίστοιχες αροτραίες εκτάσεις υπάγονται σε παύση καλλιέργειας. Τον σκοπό αυτό υπηρετεί η κατά το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003 υποχρέωση περί της κατά προτεραιότητα ενεργοποιήσεως των δικαιωμάτων λόγω παύσης καλλιέργειας η οποία, όπως επισήμανε η Επιτροπή, συνιστά οικονομικό κίνητρο παρασχεθέν από τον νομοθέτη για τη διατήρηση των όρων παύσης καλλιέργειας για γεωργική γη (9).
27. Πλην της ανωτέρω υποχρεώσεως, τον προαναφερθέντα σκοπό υπηρετεί και το σύστημα κυρώσεων που θεσπίστηκε προκειμένου να αποτρέψει τους γεωργούς από το ενδεχόμενο να εγκαταλείψουν την παύση καλλιέργειας. Η κύρωση για την παράβαση του άρθρου 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003 προβλέπεται από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού.
28. Συμφωνώ με το επιχείρημα που προέβαλε το Amt στο πλαίσιο της κύριας δίκης ότι από το σύνολο των ανωτέρω κανόνων συνάγεται ότι οι κυρώσεις επιβάλλονται στον γεωργό ο οποίος, χωρίς να ενεργοποιήσει το σύνολο των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας που έχει στη διάθεσή του, δηλώνει –ταυτόχρονα– μια αντίστοιχη έκταση για την ενεργοποίηση άλλων δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια στην περίπτωση που ο γεωργός βρίσκεται να έχει στη διάθεσή του περισσότερα δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας απ’ ό,τι αροτραία έκταση (επιλέξιμη για παύση καλλιέργειας), πρέπει είτε να εκμισθώσει είτε να μεταβιβάσει τα δικαιώματά του από παύση καλλιέργειας ή, άλλως, δεν επιτρέπεται να δηλώσει –ταυτοχρόνως– άλλα δικαιώματα.
29. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, ο νομοθέτης της Ενώσεως, προκειμένου να περιορίσει τον κίνδυνο να μην διατηρηθούν οι όροι παύσης καλλιέργειας για γεωργική γη, προσπάθησε, μέσω του ως άνω συστήματος κυρώσεων, να εξασφαλίσει ότι ένας γεωργός δεν θα είχε κίνητρο να ενεργοποιήσει λιγότερα αριθμητικώς δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας απ’ ό,τι αυτά που έχει στη διάθεσή του.
30. Συναφώς, η αιτιολογική σκέψη 59 του προοιμίου του κανονισμού 796/2004 αναφέρεται σε δύο περιπτώσεις που αφορούν την επιβολή κυρώσεων λόγω παραβάσεως του άρθρου 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003. Συναφής εν προκειμένω είναι η δεύτερη περίπτωση, στην οποία τα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας δεν ενεργοποιούνται, αλλά η αντίστοιχη προς τα εν λόγω δικαιώματα από παύση καλλιέργειας έκταση χρησιμοποιείται ταυτοχρόνως προς ενεργοποίηση άλλων δικαιωμάτων. Στην περίπτωση αυτή, η αντίστοιχη έκταση, δηλωθείσα ως ευρισκόμενη υπό καθεστώς παύση καλλιέργειας, πρέπει, πλασματικώς, να θεωρείται ως μη προσδιορισθείσα έκταση, με συνέπεια να εφαρμόζεται η κατά το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 κύρωση.
31. Στην αποσταλείσα από το αιτούν δικαστήριο εθνική δικογραφία το Amt παραθέτει διεξοδικώς ένα παράδειγμα, το οποίο θεωρώ συναφές προς την παρούσα νομική ανάλυση. Δύο εταιρίες χαρτοφυλακίου, οι A και B, διαθέτουν έκταση 100 εκταρίων εκάστη: 40 εκτάρια αροτραίας γης και 60 εκτάρια χορτολιβαδικών εκτάσεων. Αμφότερες οι εταιρίες χαρτοφυλακίου έχουν στη διάθεσή τους 60 δικαιώματα λόγω εκμετάλλευσης χορτολιβαδικών εκτάσεων, 20 δικαιώματα λόγω εκμετάλλευσης αροτραίων εκτάσεων και 20 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας. Ας υποθέσουμε ότι ο γεωργός Γ είναι ο έχων την πλειοψηφία μέτοχος σε αμφότερες τις εταιρίες συμμετοχών A και B. Σε περιόδους ανόδου των τιμών των γεωργικών προϊόντων, ο γεωργός Γ επιδιώκει να περιορίσει την υποχρέωσή του για παύση καλλιέργειας στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Συνακόλουθα, λαμβάνει τρία μέτρα: i) μεταβιβάζει 20 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας από την εταιρία συμμετοχών B στην εταιρία συμμετοχών A· ii) μεταβιβάζει 20 εκτάρια αροτραίας γης από την εταιρία συμμετοχών A στην εταιρία συμμετοχών B· και iii) μεταβιβάζει 20 δικαιώματα λόγω εκμετάλλευσης αροτραίων εκτάσεων από την εταιρία συμμετοχών A στην εταιρία συμμετοχών B. Η εταιρία συμμετοχών A έχει στο εξής στη διάθεσή της, πλέον των χορτολιβαδικών εκτάσεων μετά των αντίστοιχων δικαιωμάτων, 20 εκτάρια αροτραίας γης και 40 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας. Η εταιρία συμμετοχών B έχει στο εξής στη διάθεσή της, πλέον των 60 εκταρίων χορτολιβαδικών εκτάσεων μετά των αντίστοιχων δικαιωμάτων, 60 εκτάρια αροτραίας γης και 40 δικαιώματα λόγω εκμετάλλευσης αροτραίων εκτάσεων. Στην εταιρία αυτή συμμετοχών ο γεωργός Γ δύναται στο εξής να αναπτύξει καλλιέργειες σε 60 εκτάρια αροτραίας γης έναντι αρχικώς 40 εκταρίων (10). Δεν υφίσταται πλέον υποχρέωση παύσης καλλιέργειας για την εταιρία συμμετοχών B. Από την άλλη πλευρά, η εταιρία συμμετοχών A υποχρεούται να ενεργοποιήσει κατά προτεραιότητα 40 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας. Δεδομένου ότι διαθέτει μόνον 20 εκτάρια αροτραίας γης, το γεγονός ότι δεν ενεργοποιεί τα 20 δικαιώματα από παύση καλλιέργειας δεν επισύρει (επισημαίνει το Amt) –σύμφωνα με την ερμηνεία του συστήματος κυρώσεων που υποστηρίζει η Agrargut– την επιβολή κυρώσεων. Σύμφωνα με την ερμηνεία που υποστηρίζει η Agrargut, η εταιρία συμμετοχών B θα λάβει ενίσχυση βάσει 60 δικαιωμάτων λόγω εκμετάλλευσης χορτολιβαδικών εκτάσεων (11) και 40 δικαιωμάτων λόγω εκμετάλλευσης αροτραίων εκτάσεων. Η εταιρία συμμετοχών A θα λάβει ενίσχυση για 60 δικαιώματα λόγω εκμετάλλευσης χορτολιβαδικών εκτάσεων και για 20 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας.
32. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι η ελευθερία μειώσεως των επιλέξιμων για παύση καλλιέργειας εκτάσεων σε επίπεδο χαμηλότερο του επιπέδου των δικαιωμάτων λόγω παύσης καλλιέργειας, χωρίς επιβολή κυρώσεων, δεν συμβιβάζεται με τον σκοπό της διατηρήσεως των όρων παύσης καλλιέργειας για γεωργική γη. Ομοίως δεν θα συμβιβαζόταν σε περίπτωση που δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας δεν θα είχαν ενεργοποιηθεί μολονότι υπήρχαν διαθέσιμες αροτραίες εκτάσεις επιλέξιμες για παύση καλλιέργειας.
33. Για τους ανωτέρω λόγους κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση του κανόνα περί του οποίου γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 59 του προοιμίου του κανονισμού 796/2004 και ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 50, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού.
34. Στο παράδειγμα που αναπτύχθηκε στο σημείο 31 ανωτέρω, ο γεωργός Γ ενεργοποίησε για την εταιρία συμμετοχών A μόνον 20 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας και, ταυτοχρόνως, 60 δικαιώματα λόγω εκμετάλλευσης χορτολιβαδικών εκτάσεων. Κατά το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α', του κανονισμού 796/2004, από τα εν λόγω 60 εκτάρια χορτολιβαδικών εκτάσεων, βάσει των οποίων ο γεωργός ενεργοποίησε 60 δικαιώματα από εκμετάλλευση χορτολιβαδικών εκτάσεων, 20 εκτάρια θα θεωρηθούν δηλωθέντα ως έκταση υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας.
35. Επομένως, οι έννομες συνέπειες απορρέουν από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο β΄, του κανονισμού 796/2004 και η κύρωση από τη δεύτερη υποπαράγραφο του άρθρου 51, παράγραφος 1, πράγμα που σημαίνει ότι ουδεμία ενίσχυση χορηγείται για δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας. Όσον αφορά τα 60 εκτάρια χορτολιβαδικών εκτάσεων, βάσει των οποίων ο γεωργός Γ ενεργοποίησε 60 δικαιώματα από εκμετάλλευση χορτολιβαδικών εκτάσεων, η έννομη συνέπεια απορρέει από τη δεύτερη υποπαράγραφο του άρθρου 51, παράγραφος 1, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υφίσταται αξίωση για καταβολή ενισχύσεως.
36. Κατ' ακολουθία, συμφωνώ με το Amt ότι, στη διαφορά της κύριας δίκης, στο πλαίσιο της οποίας προβλήθηκε το ανωτέρω παράδειγμα, δεν υφίσταται ομοίως αξίωση για καταβολή ενισχύσεως.
37. Τέλος, όπως επισήμανε η Επιτροπή, ήταν σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας η επιδίωξη του νομοθέτη της Ενώσεως να περιορίσει –χρησιμοποιώντας στο άρθρο 50, παράγραφος, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 τη φράση «μια αντίστοιχη έκταση»– το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003, με τρόπον ώστε η κατά το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 κύρωση, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού να εφαρμόζεται μόνον: i) σε περίπτωση που υπάρχει απόκλιση μεταξύ των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας και της δηλωθείσας υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας εκτάσεως και ii) σε περίπτωση που εκτάσεις οι οποίες αντιστοιχούν στην απόκλιση αυτή έχουν δηλωθεί προς τον σκοπό ενεργοποιήσεως άλλων δικαιωμάτων, περίπτωση η οποία πράγματι συντρέχει στο πλαίσιο της κύριας δίκης.
38. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προϋπόθεση για την επιβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 50, παράγραφος, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 κυρώσεως πληρούται οσάκις ο γεωργός δεν δηλώνει το σύνολο της αναγκαίας για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας που έχει στη διάθεσή του εκτάσεως ενώ, ταυτοχρόνως, δηλώνει εκτάσεις για την ενεργοποίηση άλλων δικαιωμάτων, ανεξαρτήτως του αν οι εκτάσεις αυτές είναι ή όχι επιλέξιμες για παύση καλλιέργειας.
Β – Το δεύτερο ερώτημα
39. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσίαν να διευκρινιστεί αν το σύστημα κυρώσεων του άρθρου 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 50, παράγραφος 4, του κανονισμού –ως ίσχυε πριν την έναρξη ισχύος του κανονισμού της Επιτροπής (ΕΚ) 2025/2006 (12), που τροποποίησε το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄– έχει εφαρμογή σε περιστάσεις όπως αυτές της εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως.
1. Κύρια επιχειρήματα των μετεχόντων στη διαδικασία
40. Η Agrargut υποστηρίζει ότι η κατά το άρθρο 51 του κανονισμού 796/2004 κύρωση δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Το σύστημα κυρώσεων που προβλέπεται από τους κανονισμούς 1782/2003 και 796/2004 προϋποθέτει δόλο του αιτούντος, στοιχείο το οποίο δεν συντρέχει εν προκειμένω. Σύμφωνα με την αρχή nulla poena sine lege, ο νομοθέτης οφείλει να προβλέπει κατά τρόπο αρκούντως σαφή και κατανοητό τις προϋποθέσεις και τις έννομες συνέπειες που συναρτώνται με ορισμένη κύρωση, το δε άρθρο 50 του κανονισμού 796/2004 δεν πληροί τις προϋποθέσεις αυτές. Η Agrargut υποστηρίζει ότι, υπό το πρίσμα του καθεστώτος παύσης καλλιέργειας, ήταν εύλογο αυτή να θεωρήσει ότι το σύνολο των συναφών διατάξεων αναφέρεται σε εκτάσεις που είναι επιλέξιμες για ενίσχυση λόγω παύσης καλλιέργειας, ήτοι, σε αροτραίες εκτάσεις. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται εξάλλου από το γεγονός ότι το άρθρο 50 αποσαφηνίστηκε μεταγενέστερα με σχετική τροποποίηση.
41. Η Ελληνική Κυβέρνηση και η Επιτροπή προτείνουν, κατ’ ουσίαν, στο δεύτερο ερώτημα να δοθεί απάντηση υπό την έννοια ότι οι κατά το άρθρο 51 του κανονισμού 796/2004 κυρώσεις έχουν εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης.
42. Πάντως, η Ελληνική Κυβέρνηση προσθέτει ότι, όσον αφορά την επιβολή κυρώσεων, στο αιτούν δικαστήριο και μόνον απόκειται να καθορίσει αν, με βάση το σύνολο των πραγματικών περιστατικών της εκκρεμούς ενώπιόν του υποθέσεως, ο γεωργός ενήργησε με καλή πίστη ή με δόλο ή βαριά αμέλεια, κατά την υποβολή της δηλώσεώς του. Εντούτοις, κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, είναι δυνατή και διαφορετική ερμηνεία του άρθρου 50, παράγραφος 4, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 796/2004, υπό την έννοια ότι η απαίτηση περί της κατά προτεραιότητα διεκδικήσεως δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας πριν από κάθε άλλο δικαίωμα θα πληρούνταν εφόσον το σύνολο των αροτραίων εκτάσεων που ο γεωργός έχει στη διάθεσή του και για τις οποίες χορηγήθηκε ενίσχυση λόγω παύσης καλλιέργειας είχαν πράγματι υπαχθεί σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας.
2. Εκτίμηση
43. Το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι, σε περίπτωση που το ουσιαστικό περιεχόμενο του νόμου δεν είναι αρκούντως σαφές μέχρις ότου αποσαφηνισθεί μεταγενέστερα από τον νομοθέτη (όπως συνέβη εν προκειμένω με την έκδοση του κανονισμού 2025/2006, που δημοσιεύθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2006), η άρνηση καταβολής όχι μόνον της ενιαίας ενισχύσεως που αφορά χορτολιβαδικές εκτάσεις, αλλά και της ενιαίας ενισχύσεως που αφορά εκτάσεις υπό καθεστώς παύσης καλλιέργειας ως προς τις οποίες υποβλήθηκε αίτηση δεν φαίνεται ενδεδειγμένη υπό το πρίσμα των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της σαφήνειας των κανόνων δικαίου (das Gebot der Normenklarheit).
44. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, η αρχή της ασφάλειας δικαίου, αναγκαίο συμπλήρωμα της οποίας συνιστά η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, επιτάσσει οι κανόνες δικαίου να είναι σαφείς και ακριβείς (13).
45. Μολονότι το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε χωριστά στις αρχές της σαφήνειας των κανόνων δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, φρονώ ότι από την ανωτέρω νομολογία συνάγεται ότι δεν απαιτείται οι εν λόγω αρχές να εξεταστούν χωριστά.
46. Το Δικαστήριο, με την απόφαση Nijemeisland (14) –που αφορούσε υπόθεση σχετική με τον κανονισμό 1782/2003 και τον κανονισμό της Επιτροπής (ΕΚ) 795/2004 (15)– έκρινε ότι η αρχή της ασφάλειας δικαίου, γενική αρχή του δικαίου της Ενώσεως, επιτάσσει η ρύθμιση της Ενώσεως που επιβάλλεται στα υποκείμενα δικαίου να είναι σαφής και συγκεκριμένη έτσι ώστε τα υποκείμενα δικαίου να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν χωρίς διφορούμενο τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να ενεργήσουν ανάλογα.
47. Όσον αφορά, πρώτον, τη σαφήνεια, της προβλεπόμενης από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 προϋποθέσεως, από τα ανωτέρω εκτεθέντα σε σχέση με το πρώτο ερώτημα (βλ. σημείο 17 επ. ανωτέρω) προκύπτει, κατά τρόπο μη διφορούμενο, ότι στο πεδίο εφαρμογής της οικείας διατάξεως εμπίπτει «ολόκληρη η οικεία έκταση [του γεωργού]» και όχι απλώς «εκτάρια επιλέξιμα για ενίσχυση λόγω παύσης καλλιέργειας».
48. Δεύτερον, όσον αφορά τις έννομες συνέπειες της μη συμμορφώσεως προς την ανωτέρω διάταξη –ήτοι, τον βαθμό κατά τον οποίο η ενίσχυση μειώνεται σε περίπτωση που η δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει την προσδιορισθείσα έκταση– οι συνέπειες αυτές προκύπτουν κατά τρόπο μη διφορούμενο από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, όπως καθίσταται σαφές από τα ανωτέρω εκτεθέντα σε σχέση με το πρώτο ερώτημα.
49. Όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή, η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, λαμβανόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αρχής της ασφάλειας δικαίου –όπως και οι έννομες συνέπειες της οικείας διατάξεως– διότι είναι ακριβής και σαφής και επιτρέπει στα υποκείμενα δικαίου τα οποία η εν λόγω διάταξη αφορά να γνωρίζουν χωρίς διφορούμενο τρόπο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να ενεργήσουν ανάλογα.
50. Εν συνεχεία, όσον αφορά το γεγονός ότι το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2025/2006, δεν έχω πεισθεί ότι αυτό έχει οποιαδήποτε σημασία για την υπό κρίση υπόθεση. Κατά την αιτιολογική σκέψη 5 του προοιμίου του δεύτερου κανονισμού: «Το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 προβλέπει ότι τα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας διεκδικούνται πριν από κάθε άλλο δικαίωμα. Για λόγους ισότιμης αντιμετώπισης των γεωργών που δεν διαθέτουν όλη την απαιτούμενη έκταση για την ενεργοποίηση των σχετικών με την παύση καλλιέργειας δικαιωμάτων που διαθέτουν, θα πρέπει να διευκρινιστούν οι διατάξεις του άρθρου 50, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 796/2004.»
51. Από έγγραφο εργασίας της Επιτροπής (16) που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και από τη σύγκριση του γράμματος του άρθρου 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, στις αποδόσεις του σε διάφορες γλώσσες, καθίσταται σαφές ότι η επίμαχη διευκρίνιση αφορούσε κατ’ ουσίαν τις έννομες συνέπειες της εν λόγω διατάξεως. Στην απόδοση στη γερμανική γλώσσα, η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2025/2006, παρέμεινε αμετάβλητη. Όσον αφορά τις έννομες συνέπειες, η τροποποίηση συνίστατο, κατ’ ουσίαν, στην απάλειψη της φράσεως «και ότι δεν έχει προσδιοριστεί για τους σκοπούς της καλλιεργητικής ομάδας που αναφέρεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, στοιχείο α΄».
52. Αρκεί να τονισθεί ότι η νέα απόδοση του άρθρου 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 τροποποιεί τις έννομες συνέπειες της διατάξεως μόνον κατά το μέρος που η οικεία διάταξη αφορά άλλες περιπτώσεις, πλην αυτής περί της οποίας πρόκειται στην κύρια δίκη. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, ουδέν άλλο στοιχείο, αναγόμενο στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, υπάρχει το οποίο θα συνηγορούσε υπέρ της αρνήσεως χορηγήσεως της ενισχύσεως υπό τέτοιες περιστάσεις. Και τούτο για τον πρόσθετο λόγο ότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί ότι το δικαίωμα επικλήσεως της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έχει κάθε πρόσωπο στο οποίο ένα κοινοτικό όργανο δημιούργησε βάσιμες προσδοκίες λόγω των συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων που του έχει δώσει (17).
53. Εν συνεχεία, είναι σαφές ότι προκειμένου οι έννομες συνέπειες του άρθρου 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, να τύχουν εφαρμογής σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει επίσης να συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας.
54. Με την απόφαση Viamex Agrar Handel and ZVK (18), το Δικαστήριο έκρινε ότι «καταρχάς, η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου [της Ενώσεως] και έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, στον τομέα της κοινής γεωργικής πολιτικής […], πρέπει να γίνεται σεβαστή ως τέτοια τόσο από τον νομοθέτη [της Ενώσεως] όσο και από τους εθνικούς νομοθέτες και δικαστές που εφαρμόζουν το δίκαιο [της Ενώσεως]».
55. Κατά πάγια νομολογία, για να εξακριβωθεί αν μια διάταξη του δικαίου της Ενώσεως συνάδει με την εν λόγω αρχή, πρέπει να προσδιοριστεί αν τα μέσα που αυτή προβλέπει είναι κατάλληλα για την πραγματοποίηση του επιδιωκομένου σκοπού και δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξή του μέτρου (19).
56. Είναι σαφές ότι ο κανονισμός 796/2004 (βλ. αιτιολογική σκέψη 55 του προοιμίου του) σκοπεί –για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ενώσεως– στη λήψη κατάλληλων μέτρων για την καταπολέμηση των παρατυπιών και των περιπτώσεων απάτης, με τη θέσπιση χωριστών διατάξεων για τις περιπτώσεις παρατυπιών που διαπιστώνονται σε σχέση με τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα διάφορα καθεστώτα ενισχύσεων. Το προβλεπόμενο από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ιδίου κανονισμού, σύστημα κυρώσεων σκοπεί στην επίτευξη του προβλεπόμενου στην αιτιολογική σκέψη 59 σκοπού: να διασφαλίσει ότι τα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας ενεργοποιούνται πριν από κάθε άλλο δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003. Η τελευταία αυτή διάταξη σκοπεί στην επίτευξη του προβλεπόμενου στην αιτιολογική σκέψη 32 του εν λόγω κανονισμού σκοπού: στη διατήρηση των όρων παύσης καλλιέργειας για γεωργική γη.
57. Κατά την άποψή μου, από το σύνολο των ανωτέρω εκτεθέντων προκύπτει ότι το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, θεσπίζει ένα αποτελεσματικό σύστημα κυρώσεων, το οποίο καθιστά δυσμενέστερη για τον γεωργό την ενεργοποίηση λιγότερων δικαιωμάτων λόγω παύσης καλλιέργειας απ’ όσα διαθέτει. Επομένως, η διάταξη είναι προφανώς κατάλληλη προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.
58. Όπως διευκρίνισε η Επιτροπή, ο νομοθέτης της Ενώσεως, επιλέγοντας το σύστημα κυρώσεων που προβλέπεται από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, με σκοπό να περιαγάγει σε δυσμενέστερη θέση τον γεωργό που ενεργοποιεί λιγότερα δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας απ’ όσα διαθέτει, επέλεξε ήδη το λιγότερο περιοριστικό μέσο. Και τούτο διότι, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο γεωργός να διαθέτει περισσότερα δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας απ’ ό,τι εκτάσεις δυνάμενες να υπαχθούν σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας, θα μπορούσε ακόμη και να απαγορευθεί στον γεωργό το να έχει στη διάθεσή του δικαιώματα από παύση καλλιέργειας μη συνδεόμενα με ορισμένη έκταση ή το να κατέχει έκταση δυνάμενη να υπαχθεί σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας αλλά μη συνδεόμενη με δικαιώματα από παύση καλλιέργειας, απαγόρευση η οποία αντιθέτως θα είχε πολύ σημαντικότερες συνέπειες για τα δικαιώματα των ιδιωτών απ’ ό,τι οι ισχύουσες διοικητικές κυρώσεις, οι οποίες συνεπάγονται απλώς άρνηση καταβολής μέρους της ζητηθείσας από την Ένωση ενισχύσεως ή, στη χειρότερη περίπτωση, άρνηση καταβολής του συνόλου της ενισχύσεως.
59. Τέλος, η Επιτροπή ορθώς επίσης υποστηρίζει ότι η κύρωση δεν είναι υπερβολική. Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού 796/2004 προβλέπει ένα σύστημα προοδευτικών κυρώσεων, οι οποίες διαβαθμίζονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της παρατυπίας (20). Πράγματι, η διοικητική κύρωση δεν είναι απόλυτη, αλλά αποτελεί συνάρτηση της βαρύτητας του διαπραχθέντος σφάλματος. Στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, πλήρης άρνηση καταβολής της ενιαίας ενισχύσεως δικαιολογείται λαμβανομένης υπόψη της ακραίας καταστάσεως στην οποία ευρίσκεται η Agrargut (21).
60. Επομένως, η επίμαχη διάταξη δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
61. Από τα ανωτέρω εκτεθέντα συνάγεται ότι το σύστημα κυρώσεων που προβλέπεται από το άρθρο 51 του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 50, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, εφαρμόζεται σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης.
IV – Πρόταση
62. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Verwaltungsgericht Schwerin ως εξής:
«1) Η προϋπόθεση εφαρμογής της κυρώσεως που προβλέπεται από το άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού της Επιτροπής (ΕΚ) 796/2004, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 659/2006, της 27ης Απριλίου 2006, πληρούται σε περίπτωση που γεωργός δεν δηλώνει ολόκληρη την έκταση που έχει στην κατοχή του προς ενεργοποίηση των σχετικών με την παύση καλλιέργειας δικαιωμάτων που διαθέτει και, ταυτοχρόνως, δηλώνει εκτάσεις προς ενεργοποίηση άλλων δικαιωμάτων, ανεξάρτητα από τα αν οι εκτάσεις αυτές είναι επιλέξιμες ή όχι για υπαγωγή στο καθεστώς παύσης καλλιέργειας.
2) Το σύστημα κυρώσεων που προβλέπεται από το άρθρο 51 του κανονισμού 796/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 50, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού, εφαρμόζεται σε περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή της πολλαπλής συμμόρφωσης, της διαφοροποίησης και του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον [κανονισμό 1782/2003] (ΕΕ L 141, σ. 18), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό της Επιτροπής (ΕΚ) 659/2006 της 27ης Απριλίου 2006 (ΕΕ L 116, σ. 20) (στο εξής: κανονισμός 796/2004).
3– Κανονισμός της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 270, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) 1009/2008 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2008 (ΕΕ L 276, σ. 1) (στο εξής: κανονισμός 1782/2003). Ο κανονισμός αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 73/2009 της 19ης Ιανουαρίου 2009 (ΕΕ L 30, σ. 16).
4 – Το άρθρο 44, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003 ως «επιλέξιμα εκτάρια» ορίζει «κάθε γεωργική έκταση της εκμετάλλευσης που καλύπτεται από αρόσιμη γη και μόνιμους βοσκοτόπους εκτός από εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μόνιμες καλλιέργειες, δάση ή εκτάσεις που χρησιμοποιούνται για μη γεωργικές δραστηριότητες».
5 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 22ας Δεκεμβρίου 2008, Wallentin‑Hermann, C‑549/07 (Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
6– Η σκέψη αυτή έχει ως εξής: «[…] Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, τα δικαιώματα από παύση καλλιέργειας πρέπει να ενεργοποιούνται πριν από κάθε άλλο δικαίωμα. Από την άποψη αυτή, πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις σχετικά με δύο περιπτώσεις. Πρώτον, η έκταση που έχει δηλωθεί ως έκταση στην οποία έχει παύσει η καλλιέργεια με σκοπό την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας και διαπιστώνεται ότι στην πραγματικότητα δεν έχει παύσει η καλλιέργεια σε αυτή, πρέπει να αφαιρείται από τη συνολική δηλωθείσα έκταση για το καθεστώς της ενιαίας ενίσχυσης ως μη προσδιορισθείσα έκταση. Δεύτερον, το ίδιο πρέπει να ισχύει, σε πλασματική βάση, σε σχέση με την έκταση που αντιστοιχεί σε δικαιώματα από παύση καλλιέργειας, τα οποία δεν ενεργοποιούνται, εάν ταυτόχρονα άλλα δικαιώματα ενεργοποιούνται παράλληλα με την αντίστοιχη έκταση.»
7 – Επισημαίνεται ότι η Γερμανία επέλεξε το σύστημα περιφερειακής εφαρμογής του ΚΕΕ σύμφωνα με τον κανονισμό 1782/2003 (τίτλος, III, κεφάλαιο 5, τμήμα 1).
8 – Στην πραγματικότητα, στο Land Mecklenburg-Western Pomerania το αρχικό ποσοστό των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας ήταν ακόμη χαμηλότερο (9,05 % της εκτάσεως αυτής).
9 – Το επιχείρημα συνίσταται στο ότι, αν γεωργός ενεργοποιήσει λιγότερα δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας απ’ όσα έχει στη διάθεσή του, τότε υπάρχει κίνδυνος η συνολική έκταση που θα μπορούσε να υπαχθεί σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας –και για την οποία χορηγούνται αντίστοιχα ποσοτικώς δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας– να μην υπαχθεί στην πράξη στο καθεστώς παύσης καλλιέργειας, καθόσον χωρίς την ενεργοποίηση των εν λόγω δικαιωμάτων, το οικονομικό κίνητρο προς στήριξη της παύσης καλλιέργειας εξαφανίζεται. Ο ίδιος κίνδυνος υπάρχει, επίσης, στις περιπτώσεις που η δυνάμενη να υπαχθεί σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας έκταση δεν αντιστοιχεί πλέον στον αριθμό δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας.
10 – Το Amt επισημαίνει ότι η αναστολή της υποχρεώσεως παύσης καλλιέργειας το 2008, καθώς και η δυνατότητα ανάπτυξης ενεργειακών καλλιεργειών στις εκτάσεις υπό καθεστώς παύσης εκμετάλλευσης, δεν ελήφθησαν υπόψη.
11– Το Amt αναφέρεται εν προκειμένω σε 60 δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας. Πρόκειται προφανώς για erreur de plume.
12 – Κανονισμός της 22ας Δεκεμβρίου 2006 περί τροποποιήσεως του [κανονισμού 796/2004] (ΕΕ L 384, σ. 81).
13 – Βλ. απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑201/08, Plantanol (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46), η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-63/96, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I-569, σκέψη 20)· αποφάσεις της 18ης Μαΐου 2000, C-107/97, Rombi και Arkopharma (Συλλογή 2000, σ. I-3367, σκέψη 66), και της 17ης Ιουνίου 2005, C-17/03, VEMW κ.λπ. (Συλλογή 2005, σ. I-4983, σκέψη 80).
14 – Απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, C-170/08 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 44), η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 9ης Ιουλίου 1981, 169/80, Gondrand και Garancini (Συλλογή 1981, σ. 1931, σκέψη 17). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 8ης Ιουλίου 2010 στην υπόθεση C-152/09, Grootes, σημείο 43. Η υπόθεση αυτή εκκρεμεί ακόμη.
15 – Κανονισμός της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 (ΕΕ L 141, σ. 1).
16– Έγγραφο εργασίας DS/2066/66AGRI/D1/ANP D(2006) της 10ης Οκτωβρίου 2006, το οποίο η Επιτροπή υπέβαλε ως συνημμένο στις έγγραφες παρατηρήσεις της. Στο εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή διευκρινίζει σε σχέση με την αρχική διατύπωση του άρθρου 50, παράγραφος 4, ότι «η κατά γράμμα ερμηνεία του θα είχε ως συνέπεια γεωργός ο οποίος δεν δηλώνει το σύνολο των [δικαιωμάτων] από παύση καλλιέργειας που έχει στη διάθεσή του, διότι δεν διαθέτει αντίστοιχες εκτάσεις για υπαγωγή σε παύση καλλιέργειας, να υπόκειται σε μεγαλύτερη μείωση απ’ ό,τι γεωργός ο οποίος δηλώνει το σύνολο των [δικαιωμάτων] του από παύση καλλιέργειας μολονότι γνωρίζει ότι δεν διαθέτει ολόκληρη την αντίστοιχη σε αυτά έκταση. Αμφότεροι οι γεωργοί οφείλουν να δηλώνουν το σύνολο των [δικαιωμάτων] τους από παύση καλλιέργειας προκειμένου να συμμορφωθούν προς το άρθρο 54, παράγραφος 6, του κανονισμού 1782/2003.»
17 – Βλ, πλέον πρόσφατα, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, C-519/07 P, Επιτροπή κατά Koninklijke Friesland Campina (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 84 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
18– Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2008, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-37/06 και C-58/06 (Συλλογή 2008, σ. I-69, σκέψεις 33 και 35). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου της 23ης Οκτωβρίου 2008 στην υπόθεση C-241/07, JK Otsa Talu (απόφαση της 4ης Ιουνίου 2009, Συλλογή 2008, σ. I-4323, σημείο 75).
19– Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-354/95, National Farmers’ Union κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-4559, σκέψη 49), η οποία παραπέμπει στην απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-426/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-3723, σκέψη 42).
20 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση National Farmers’ Union κ.λπ., σκέψεις 49 έως 59.
21 – Ήτοι, ενόψει της προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας και της δυνάμενης να υπαχθεί σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας εκτάσεως· βλ. σημεία 23 έως 25 ανωτέρω. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, όσον αφορά τους γεωργούς των οποίων το ποσοστό των δικαιωμάτων από παύση καλλιέργειας έναντι της δυνάμενης να υπαχθεί σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας εκτάσεως αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο στο άρθρο 63, παράγραφος 2, του κανονισμού 1782/2003, το προβλεπόμενο στο άρθρο 50, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, του κανονισμού 796/2004 πλάσμα δικαίου δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορά μεγαλύτερη από 20 % μεταξύ της δηλωθείσας και της προσδιορισθείσας εκτάσεως, διότι, σύμφωνα με το ποσοστό αυτό, ένας γεωργός θα έπρεπε να διαθέτει 10 φορές περισσότερες εκτάσεις δυνάμενες να υπαχθούν σε καθεστώς παύσης καλλιέργειας απ’ ό,τι δικαιώματα λόγω παύσης καλλιέργειας.
Full & Egal Universal Law Academy