ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 11ης Μαΐου 2010 (1)
Υπόθεση C‑162/09
Secretary of State for Work and Pensions
κατά
Taous Lassal
[αίτηση του Court of Appeal (England & Wales) (Ηνωμένο Βασίλειο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 2004/38/EK – Δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να διαμένουν στην επικράτεια των κρατών μελών – Άρθρο 16, παράγραφος 1 – Δικαίωμα μόνιμης διαμονής – Συνεχής διαμονή πέντε ετών – Λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη – Αναδρομικότητα – Εφαρμογή των προϋποθέσεων κανόνα δικαίου σε πραγματικά περιστατικά του παρελθόντος – Άρθρο 16, παράγραφος 4 – Απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής – Απουσία άνω των δύο ετών»
1. Η υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 234 ΕΚ (2) παρέχει στο Δικαστήριο την ευκαιρία να αποφανθεί επί των προϋποθέσεων για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (3). Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, οι πολίτες της Ένωσης που έχουν διαμείνει για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του.
2. Το Court of Appeal (στο εξής: αιτούν δικαστήριο) υποβάλλει στο Δικαστήριο το ερώτημα αν, κατά τον υπολογισμό της πενταετούς διαμονής, πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη διαμονή η οποία τερματίστηκε πριν από την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας 2004/38 στο εθνικό δίκαιο ή λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει επιπτώσεις πέραν της υπό κρίση διαφοράς. Το αιτούν δικαστήριο θέτει παρόμοιο ερώτημα στο πλαίσιο της υποθέσεως Dias, η οποία επίσης εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (4).
I – Εφαρμοστέο δίκαιο
Α – Κοινοτικό δίκαιο (5)
3. Το άρθρο 18 ΕΚ ορίζει τα εξής:
«1. Κάθε πολίτης της Ένωσης έχει το δικαίωμα να κυκλοφορεί και να διαμένει ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παρούσα συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της.
2. Εάν, προς επίτευξη αυτού του στόχου, απαιτείται δράση της Κοινότητας και εφόσον η παρούσα συνθήκη δεν έχει προβλέψει εξουσίες προς τούτο, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίζει διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 δικαιωμάτων Το Συμβούλιο αποφασίζει σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251.
3. Η παράγραφος 2 δεν ισχύει για τις διατάξεις σχετικά με τα διαβατήρια, τα δελτία ταυτότητας, τους τίτλους διαμονής ή κάθε άλλο εξομοιούμενο έγγραφο, ούτε για τις διατάξεις σχετικά με την κοινωνική ασφάλεια ή την κοινωνική προστασία.»
4. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/38 έχει ως εξής:
«Στο πλαίσιο αυτό, για να διορθωθεί η τμηματική και αποσπασματική προσέγγιση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής και να διευκολυνθεί η άσκησή του απαιτείται ενιαία νομοθετική πράξη η οποία θα τροποποιήσει τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας, και θα καταργήσει τις ακόλουθες πράξεις: την οδηγία 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας […], την οδηγία 73/148/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1973, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των υπηκόων των κρατών μελών στο εσωτερικό της Κοινότητας στον τομέα της εγκαταστάσεως και της παροχής υπηρεσιών […], την οδηγία 90/364/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής […], την οδηγία 90/365/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των μισθωτών και μη μισθωτών εργαζομένων που έχουν παύσει την επαγγελματική τους δραστηριότητα […] και την οδηγία 93/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1993, σχετικά με το δικαίωμα διαμονής των σπουδαστών […]».
5. Οι αιτιολογικές σκέψεις 17 και 18 της οδηγίας 2004/38 έχουν ως εξής:
«17) Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής για τους πολίτες της Ένωσης που έχουν επιλέξει να εγκατασταθούν μακροχρόνια στο κράτος μέλος υποδοχής ενισχύει τη συνείδηση της ιθαγένειας της Ένωσης και συμβάλλει καθοριστικά στην προαγωγή της κοινωνικής συνοχής, που αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις στόχους της Ένωσης. Για το λόγο αυτόν, ενδείκνυται να καθιερωθεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής για όλους τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους, που έχουν διαμείνει στο κράτος μέλος υποδοχής, τηρουμένων των όρων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, επί ένα συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών και δεν έχει ληφθεί κατά αυτών μέτρο απέλασης.
18) Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, άπαξ αποκτηθεί, δεν θα πρέπει να υπόκειται σε όρους, προκειμένου να αποτελεί ένα πραγματικό μέσο ενσωμάτωσης στην κοινωνία του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο διαμένει ο πολίτης της Ένωσης.»
6. Το άρθρο 16 της οδηγίας περιλαμβάνει τον γενικό κανόνα που διέπει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Αυτό ορίζει τα εξής:
«Γενικός κανόνας για τους πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους
1. Οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του. Το δικαίωμα αυτό δεν υπόκειται στους όρους που προβλέπονται στο κεφάλαιο III.
[…]
3. Το αδιάλειπτο της διαμονής δεν θίγεται από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν συνολικά τους έξι μήνες ετησίως ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από μία απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ’ ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, ιδίως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια, σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση ή τοποθέτηση σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.
4. Αφής στιγμής αποκτηθεί, απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής επέρχεται μόνο σε περίπτωση απουσίας από το κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη.»
7. Το άρθρο 17 της οδηγίας ρυθμίζει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής των προσώπων που δεν εργάζονται πλέον και των μελών της οικογένειάς τους. Το εν λόγω άρθρο προβλέπει τα εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 16, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από τη συμπλήρωση συνεχούς χρονικού διαστήματος πέντε ετών διαμονής απολαύουν:
[...]
β) στους μισθωτούς ή μη μισθωτούς, οι οποίοι διέμεναν συνεχώς για περισσότερα από δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής και έπαυσαν να εργάζονται εκεί εξαιτίας μόνιμης ανικανότητας προς εργασία.
[…]
[…]
3. Ανεξαρτήτως ιθαγένειας, τα μέλη της οικογένειας μισθωτού ή μη μισθωτού που διαμένουν μαζί του στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον ο ίδιος ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει της παραγράφου 1.
4. Ωστόσο, αν ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός απεβίωσε ενόσω ακόμη εργαζόταν αλλά πριν αποκτήσει το καθεστώς μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής δυνάμει της παραγράφου 1, τα μέλη της οικογένειάς του που διαμένουν μαζί του στο κράτος μέλος υποδοχής, έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής εκεί, υπό την προϋπόθεση ότι:
α) ο μισθωτός ή ο μη μισθωτός είχε διαμείνει κατά τον χρόνο του θανάτου του, συνεχώς επί δύο έτη στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους, ή
[….]».
8. Το άρθρο 38 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Κατάργηση
1. Τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 καταργούνται από τις 30 Απριλίου 2006.
2. Οι οδηγίες 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ καταργούνται από τις 30 Απριλίου 2006.
3. Οι αναφορές που γίνονται στις καταργούμενες διατάξεις και οδηγίες θεωρούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία.»
9. Κατά το άρθρο 40, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, που είναι αναγκαίες προκειμένου να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία μέχρι τις 30 Απριλίου 2006.
10. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 68/360/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί καταργήσεως των περιορισμών στη διακίνηση και στη διαμονή των εργαζομένων των κρατών μελών και των οικογενειών τους στο εσωτερικό της Κοινότητας (6), που ίσχυε έως τις 30 Απριλίου, όριζε τα εξής:
«Διακοπές διαμονής που δεν υπερβαίνουν τους έξη συνεχείς μήνες καθώς και απουσίες λόγω εκπληρώσεως στρατιωτικών υποχρεώσεων δεν θίγουν την ισχύ της αδείας διαμονής.»
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, πρώτη περίοδος, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ’ αυτό ορισμένης εργασίας, όριζε τα εξής:
«1. Έχει το δικαίωμα μονίμου παραμονής στο έδαφος κράτους μέλους:
[...]
β) Ο εργαζόμενος ο οποίος έχοντας διαμείνει συνεχώς στο έδαφος του κράτους αυτού περισσότερο από δύο έτη, παύει να έχει εκεί μισθωτή απασχόληση λόγω μόνιμης ανικανότητας προς εργασία.»
12. Το άρθρο 3 του κανονισμού 1251/70 όριζε τα εξής:
«1. Τα μέλη της οικογενείας εργαζομένου, τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 του παρόντος κανονισμού, τα οποία κατοικούν μαζί με αυτόν στο έδαφος κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εκεί μονίμως, αν ο εργαζόμενος έχει αποκτήσει το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του κράτους αυτού σύμφωνα με το άρθρο 2, ακόμα και μετά τον θάνατό του.
2. Αν ο εργαζόμενος αποβιώσει κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου και πριν αποκτήσει το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του εν λόγω κράτους, τα μέλη της οικογενείας του έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εκεί μονίμως υπό τον όρο:
– ότι ο εργαζόμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε διαμείνει στο έδαφος του κράτους μέλους αυτού επί δύο τουλάχιστον έτη·
[…]».
13. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού, η συνεχής διαμονή, υπό την έννοια του άρθρου του 3, παράγραφος 2, δεν θίγεται ούτε από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν στο σύνολό τους τους τρεις μήνες κατ’ έτος, ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας που οφείλονται στην εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων.
14. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1251/70 όριζε τα εξής:
«Διακοπές διαμονής που δεν υπερβαίνουν τους 6 συνεχείς μήνες δεν θίγουν την ισχύ της άδειας διαμονής.»
15. Ο κανονισμός 1251/70 καταργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 635/2006 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 2006, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σε αυτό ορισμένης εργασίας (7), με αποτέλεσμα από τις 30 Απριλίου 2006.
Β – Εθνικό δίκαιο
1. Διατάξεις περί επιδόματος χαμηλού εισοδήματος
16. Κατά το συναφές εθνικό δίκαιο, το επίδομα χαμηλού εισοδήματος είναι μια παροχή που χορηγείται σε άτομα ηλικίας μεταξύ 16 και 59 ετών που έχουν ανάγκη, τα οποία δεν απαιτείται να έχουν ζητήσει επίδομα ανεργίας διότι, για παράδειγμα, βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο της εγκυμοσύνης, είναι ανίκανα προς εργασία ή ο ενδιαφερόμενος είναι γονέας που ανατρέφει μόνος τα τέκνα του. Η νόμιμη βάση για το επίδομα χαμηλού εισοδήματος περιλαμβάνεται στον Social Security Contributions and Benefits Act 1992 (νόμο περί εισφορών και παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως του 1992, στο εξής: νόμος του 1992). Κατά το άρθρο 124, παράγραφος 1, στοιχείο b, του νόμου του 1992, αξίωση για επίδομα χαμηλού εισοδήματος προϋποθέτει ότι το εισόδημα του ενδιαφερομένου δεν υπερβαίνει το «εφαρμοστέο ποσό», δηλαδή «το ποσό αυτό ή το άθροισμα των ποσών που ενδέχεται να προβλέπει ο νόμος όσον αφορά τη χορήγηση του οικείου επιδόματος» (άρθρο 135, παράγραφος 1, του νόμου του 1992) Κατά το άρθρο 135, παράγραφος 2, του νόμου του 1992, η εξουσία καθορισμού του εφαρμοστέου ποσού περιλαμβάνει επίσης την εξουσία καθορισμού μηδενικού εφαρμοστέου ποσού.
17. Κατά το άρθρο 21 και το παράρτημα 7 της Income Support (General) Regulations 1987 (γενικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί χορηγήσεως επιδόματος χαμηλού εισοδήματος του 1987), το εφαρμοστέο ποσό για «άτομα από το εξωτερικό» είναι μηδενικό. «Άτομο από το εξωτερικό» είναι, σύμφωνα με το άρθρο 21AA, «ο ενδιαφερόμενος που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, στις νήσους της Μάγχης και στη νήσο του Μαν». Κατά το άρθρο 21AA, παράγραφος 2, κανείς ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να θεωρείται ότι έχει τη συνήθη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο αν δεν έχει «δικαίωμα διαμονής» εκεί. Ρητός ορισμός του όρου «δικαίωμα διαμονής» δεν υπάρχει, αλλά αναγνωρίζεται γενικώς ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής υπό την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο a, της κανονιστικής αποφάσεως του 2006 αποτελεί δικαίωμα διαμονής υπό την έννοια αυτή.
2. Διατάξεις περί του δικαιώματος μεταναστεύσεως
18. Η κανονιστική ρύθμιση του 2006 τέθηκε σε ισχύ στις 30 Απριλίου 2006. Σκοπούσε τη μεταφορά των διατάξεων της οδηγίας 2004/38 στο εθνικό δίκαιο.
19. Το άρθρο 15 της κανονιστικής ρυθμίσεως του 2006 ορίζει τα εξής:
«Δικαίωμα μόνιμης διαμονής
(1) Τα ακόλουθα άτομα αποκτούν το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο:
α) οι υπήκοοι κράτους του ΕΟΧ, που έχουν διαμείνει στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με την παρούσα κανονιστική ρύθμιση, για μια συνεχή περίοδο πέντε ετών·
[...]
(2) Αφ’ ης στιγμής αποκτηθεί, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής δυνάμει του παρόντος νόμου απόλλυται μόνο σε περίπτωση απουσίας από το Ηνωμένο Βασίλειο για περίοδο που υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη.
[...]»
20. Το σημείο 6 του παραρτήματος 4 της κανονιστικής ρυθμίσεως του 2006 ορίζει τα εξής:
«Για τον υπολογισμό των χρονικών περιόδων της επαγγελματικής δραστηριότητας και της διαμονής σύμφωνα με την παρούσα κανονιστική ρύθμιση ισχύουν οι περίοδοι της επαγγελματικής δραστηριότητας ή της διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση του 2000, ως περίοδοι της επαγγελματικής δραστηριότητας ή της διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με την παρούσα κανονιστική ρύθμιση.»
21. Η «κανονιστική ρύθμιση του 2000» περί της οποίας γίνεται λόγος ανωτέρω είναι η Immigration (European Economic Area) Regulations 2000 [κανονιστική ρύθμιση του 2000 για την υποδοχή μεταναστών (από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο)], η οποία δεν ισχύει πλέον. Κατ’ αυτήν, άτομα που ήταν, μεταξύ άλλων, εργαζόμενοι είχαν αξίωση να τους χορηγηθεί δικαίωμα διαμονής (άρθρα 5, παράγραφος 1, και 14, παράγραφος 1). Η κανονιστική ρύθμιση του 2000 άρχισε να ισχύει στις 2 Οκτωβρίου 2000. Η κανονιστική ρύθμιση του 2006 δεν περιέχει καμία διάταξη που να προβλέπει την προσμέτρηση περιόδων διαμονής πριν από τις 2 Οκτωβρίου 2000 για την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο a.
II – Πραγματικά περιστατικά
22. Η Τ. Lassal είναι Γαλλίδα υπήκοος. Εισήλθε στο Ηνωμένο Βασίλειο το έτος 1999. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα μεταξύ Σεπτεμβρίου του 1999 και Φεβρουαρίου του 2005, η Τ. Lassal ήταν «εργαζομένη» υπό την έννοια του κοινοτικού δικαίου.
23. Τον Φεβρουάριο του 2005, η Τ. Lassal εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο για δέκα μήνες, για να επισκεφθεί τη μητέρα της στη Γαλλία. Μετά την επιστροφή της στο Ηνωμένο Βασίλειο, τον Δεκέμβριο του 2005, άρχισε ξανά την αναζήτηση εργασίας. Από τον Ιανουάριο έως τον Νοέμβριο του 2006 ελάμβανε επίδομα ανεργίας (Jobseeker’s Allowance). Τον Νοέμβριο του 2006 ζήτησε επίδομα χαμηλού εισοδήματος (Income Support) με την αιτιολογία ότι αυτή ήταν έγκυος. Η αίτηση απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι δεν είχε δικαίωμα διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
24. Η Τ. Lassal άσκησε προσφυγή κατά της απορρίψεως της αιτήσεώς της για καταβολή του επιδόματος, η οποία κρίθηκε βάσιμη από το αρμόδιο Appeal Tribunal στις 3 Σεπτεμβρίου 2007. Το Appeal Tribunal αποφάσισε ότι η Τ. Lassal είχε δικαίωμα να λάβει το επίδομα αυτό, διότι είχε δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 1, στοιχείο a, της Immigration (European Economic Area) Regulations 2006 (στο εξής: κανονιστική ρύθμιση του 2006).
25. Ο Secretary of State άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Social Security Commissioner και, κατά της απορριπτικής αποφάσεως του Social Security Commissioner, άσκησε ένδικο μέσο ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου.
III – Διαδικασία ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου
26. Κατά την άποψη του Secretary of State, η Τ. Lassal δεν έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με την κανονιστική ρύθμιση του 2006. Η διαμονή της κατά τη χρονική περίοδο μεταξύ της ενάρξεως ισχύος της κανονιστικής ρυθμίσεως του 2000, στις 2 Οκτωβρίου 2000, και της αναχωρήσεώς της για τη Γαλλία, τον Φεβρουάριο του 2005, βρισκόταν μεν σε συμφωνία με την κανονιστική ρύθμιση του 2000. Αμέσως μετά, όμως, αυτή εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο για χρονική περίοδο δέκα περίπου μηνών, οπότε η εκεί διαμονή της δεν ήταν πλέον αδιάλειπτη. Τον Δεκέμβριο του 2005 επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία της αιτήσεώς της για επίδομα χαμηλού εισοδήματος, τον Νοέμβριο του 2006, είχε συνεχή διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο μόνον ένδεκα μηνών. Κατά την άποψη του Secretary of State, το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί με την οδηγία 2004/38 (8).
27. H T. Lassal δεν παρέστη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου και δεν εκπροσωπήθηκε ενώπιον αυτού. Στην ένωση Child Poverty Action Group (στο εξής: CPAG) επετράπη να παρέμβει στο πλαίσιο της δίκης αυτής και να καταθέσει παρατηρήσεις επ’ ονόματι της Τ. Lassal. Η CPAG υποστηρίζει ότι η Τ. Lassal έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Αυτή διέμεινε μεταξύ του Σεπτεμβρίου του 1999 και του Φεβρουαρίου του 2005 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την άποψη της CPAG, συνεχής χρονική περίοδος πέντε ετών μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, να περιλαμβάνει χρονικές περιόδους που τερματίστηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη στις 30 Απριλίου 2006. Μεταξύ του Φεβρουαρίου του 2005 και του χρόνου επιστροφής της Τ. Lassal στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν παρήλθαν ούτε δύο έτη, έτσι ώστε η Τ. Lassal δεν απώλεσε το δικαίωμά της μόνιμης διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας (9).
28. Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν τα πρόσωπα τα οποία έχουν διαμείνει «νομίμως» για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο εν λόγω κράτος μέλος. Ο όρος «νομίμως» πρέπει να νοείται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και όχι σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Σύμφωνα με τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, ο όρος αυτός πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι αναφέρεται σε πενταετή συνεχή διαμονή «τηρουμένων των όρων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία».
29. Εάν ο όρος «νομίμως» στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον η αναφορά στους όρους «που ορίζονται στην παρούσα οδηγία» θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παραπέμπει επίσης σε όρους που ορίστηκαν σε προηγούμενες νομοθετικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου σχετικά με την παροχή δικαιώματος διαμονής στους εργαζομένους. Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί την ερμηνεία αυτή ορθή. Σ’ αυτή την περίπτωση, η διαμονή της Τ. Lassal στο Ηνωμένο Βασίλειο θα πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας. Αν, αντιθέτως, η αναφορά αυτή ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αναφέρεται μόνο στη διαμονή σύμφωνα με την οδηγία 2004/38, η διαμονή της Τ. Lassal δεν θα πληροί τις προϋποθέσεις.
IV – Προδικαστικό ερώτημα και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
30. Λόγω των αμφιβολιών αυτών ως προς την ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, το αιτούν δικαστήριο, με διάταξη περί παραπομπής της 10ης Μαρτίου, 2009, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 2009, υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Σε περίπτωση κατά την οποία: i) ένας πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετέβη στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Σεπτέμβριο του 1999 ως εργαζόμενος και παρέμεινε εκεί ως εργαζόμενος μέχρι τον Φεβρουάριο του 2005· (ii) στη συνέχεια, ο εν λόγω πολίτης εγκατέλειψε το Ηνωμένο Βασίλειο και επέστρεψε στο κράτος μέλος του οποίου έχει την ιθαγένεια για περίοδο δέκα μηνών και (iii) ο πολίτης αυτός επέστρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Δεκέμβριο του 2005 και διέμεινε εκεί συνεχώς μέχρι τον Νοέμβριο του 2006, οπότε και υπέβαλε αίτημα χορηγήσεως επιδόματος κοινωνικής ασφαλίσεως:
έχει την έννοια το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38, ότι ο ως άνω πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής λόγω του ότι διέμενε νομίμως στη χώρα, σύμφωνα με το προϊσχύσαν κοινοτικό δίκαιο που παρείχε δικαίωμα διαμονής στους εργαζομένους, για μια συνεχή περίοδο πέντε ετών, η οποία έληξε πριν από τις 30 Απριλίου 2006 (ημερομηνία μέχρι την οποία τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν μεταφέρει την οδηγία στην εθνική έννομη τάξη);»
31. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Μαρτίου 2010, στην οποία συμμετείχαν οι εκπρόσωποι του Ηνωμένου Βασιλείου, του Βασιλείου του Βελγίου, της CPAG και της Επιτροπής, οι εν λόγω εκπρόσωποι συμπλήρωσαν τις γραπτές τους παρατηρήσεις και απάντησαν σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
V – Ισχυρισμοί των μετεχόντων στη διαδικασία
32. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Ακολουθώντας την προσέγγιση του Secretary of State, στηρίζεται επιπλέον σε δύο σειρές επιχειρημάτων.
33. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο διαμονή μετά από την 30ή Απριλίου 2006. Στο πλαίσιο αυτό παρατηρεί κατ’ αρχάς ότι το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι ανεπαρκές. Ούτε αναφέρει κάτι για το αν η συνεχής χρονική περίοδος των πέντε ετών πρέπει να διανύεται μετά από τις 30 Απριλίου 2006 ούτε αν μπορεί επίσης να τερματίζεται πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Οπωσδήποτε, δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας προϋποθέτει νόμιμη διαμονή πέντε ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Νόμιμος» υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας σημαίνει ότι η διαμονή πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της οδηγίας. Αυτό προκύπτει από τη δεύτερη περίοδο της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2004/38. Πάντως, διαμονή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της οδηγίας αυτής, λογικώς, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά τη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο, ήτοι από τις 30 Απριλίου 2006 και μετά. Όπως προκύπτει από την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Κοινοβούλιο, της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (10), η οποία εκδόθηκε στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας, η δεύτερη περίοδος της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως διευκρινίζει τη σημασία της μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας.
34. Δεύτερον, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίζεται σε αποκλίνουσα ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, κατά την οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη μόνο συνεχής διαμονή πέντε ετών, η οποία τερματίστηκε στις 30 Απριλίου 2006 ή μετά από την ημερομηνία αυτή. Η ερμηνεία αυτή λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι δικαίωμα μόνιμης διαμονής υφίσταται μόνον από τις 30 Απριλίου 2006 και μετά και, επομένως, δεν μπορεί να υφίσταται πριν από την ημερομηνία αυτή. Δικαίωμα το οποίο δεν υφίσταται, δεν μπορεί ούτε να αποκτηθεί. Επιπλέον, δικαίωμα μόνιμης διαμονής δεν μπορεί πάλι ούτε κατά το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας να απόλλυται προτού να έχει υπάρξει. Το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν μπορεί, επομένως, να εφαρμόζεται σε διαμονές οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Αυτό δημιουργεί πρόβλημα στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η πενταετής διαμονή ενός πολίτη της Ένωσης στο κράτος υποδοχής συνέβη πριν από πολύ καιρό. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με την ερμηνεία κατά την οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας και οι διαμονές οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006, θα γεννιόταν δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας, κατά το οποίο επέρχεται απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής σε περίπτωση απουσίας για χρονικό διάστημα δύο ετών, δεν μπορεί όμως να εφαρμοστεί, διότι η διάταξη αυτή ρυθμίζει μόνον την απώλεια ενός ήδη αποκτηθέντος δικαιώματος. Αυτή η ερμηνεία, η οποία παρέχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής και στους πολίτες της Ένωσης οι οποίοι λόγω της απουσίας τους από το κράτος μέλος υποδοχής δεν έχουν πλέον τον απαιτούμενο βαθμό ενσωμάτωσης, δεν συμβιβάζεται με τον αναφερόμενο στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας σκοπό προωθήσεως της ενσωματώσεως των πολιτών της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής.
35. Για την απόφαση επί της υπό κρίση περιπτώσεως δεν έχει σημασία αν πρέπει να ακολουθηθεί ο πρώτος ή ο δεύτερος τρόπος ερμηνείας. Οπωσδήποτε, η τρίτη ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, που προτείνεται από τη CPAG και την Επιτροπή, κατά την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη επίσης διαμονή η οποία τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, δεν ευσταθεί λόγω των προαναφερθέντων επιχειρημάτων. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας αποτελεί νέο δικαίωμα, το οποίο δεν εξαρτάται από οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, από πουθενά δεν συνάγεται ότι η οδηγία θα πρέπει να εφαρμοστεί αναδρομικώς. Αντιθέτως, από τη σκέψη 50 της αποφάσεως Givane (11) συνάγεται ότι συνεχής διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, η οποία τερματίστηκε πριν από την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας 2004/38 στην εσωτερική έννομη τάξη, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επίσης, οι ισχυρισμοί της CPAG και της Επιτροπής ότι οι υποστηριζόμενες από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ερμηνείες οδηγούν σε αυθαίρετα αποτελέσματα είναι αβάσιμοι. Είναι αναπόφευκτο, ο κανόνας, κατά τον οποίο δεν λαμβάνεται υπόψη διαμονή τερματισθείσα πριν από ορισμένη ημερομηνία, ήτοι πριν από τις 30 Απριλίου 2006, να βλάπτει εκείνους τους πολίτες της Ένωσης των οποίων η διαμονή τερματίστηκε λίγο πριν από την ημερομηνία αυτή.
36. Η Βελγική Κυβέρνηση προτείνει να δοθεί αρνητική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Κατά την άποψή της, συνεχής διαμονή πέντε ετών σε κράτος μέλος υποδοχής, η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, δεν θεμελιώνει δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας.
37. Κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, αυτό θα οδηγούσε σε αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας. Επειδή η αναδρομική εφαρμογή παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου, δεν θα πρέπει κατ’ αρχήν πράξεις κοινοτικού δικαίου να αναπτύσσουν αποτελέσματα σε ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεώς τους. Επιτρέπονται εξαιρέσεις μόνον αν αυτό απαιτείται για να επιτευχθεί ένας σκοπός και αν οι δικαιολογημένες προσδοκίες των ενδιαφερομένων ελήφθησαν επαρκώς υπόψη. Οι προϋποθέσεις αυτές δεν πληρούνται εν προκειμένω. Τα κράτη μέλη είχαν προθεσμία δύο ετών για να μεταφέρουν την οδηγία στην εσωτερική έννομη τάξη και συγκεκριμένα έως τις 30 Απριλίου 2006. Επιπλέον, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται τον Κοινό Πρακτικό Οδηγό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τα πρόσωπα που συμβάλλουν στη σύνταξη των νομοθετικών κειμένων στο πλαίσιο των κοινοτικών οργάνων (12). Σ’ αυτόν αναφέρεται ότι η αναδρομικότητα νομικής πράξεως μπορεί να προβλέπεται μόνον κατ’ εξαίρεση. Στην περίπτωση αυτή, η αναδρομικότητα θα πρέπει να προβλέπεται ρητώς. Η οδηγία 2004/38 δεν προβλέπει όμως αναδρομική εφαρμογή.
38. Κατά την άποψη της Βελγικής Κυβερνήσεως, αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 16 της οδηγίας θα δημιουργούσε επιπλέον πληθώρα νομικών και πρακτικών προβλημάτων όσον αφορά το κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμάται η νομιμότητα της διαμονής. Η αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 16 της οδηγίας θα είχε ως αποτέλεσμα να αποκτά ξαφνικά δικαίωμα μόνιμης διαμονής πρόσωπο το οποίο στις 29 Απριλίου 2006 διέμενε παρανόμως στην Ένωση και δεν είχε, επομένως, δικαίωμα διαμονής. Όμως, σκοπός της οδηγίας δεν είναι να θεραπεύσει παρελθούσα παράνομη διαμονή. Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής θα πρέπει να θεωρείται ως συνέχιση ήδη υφισταμένου δικαιώματος για μη μόνιμη διαμονή. Κάποιος ο οποίος, στις 29 Απριλίου 2006, δεν είχε δικαίωμα διαμονής δεν θα αποκτήσει, με τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2004/38, δικαίωμα διαμονής και επομένως, ακόμη περισσότερο, δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Για τους λόγους αυτούς, έχει σημασία για την υπό κρίση περίπτωση αν η Τ. Lassal είχε στις 30 Απριλίου 2006 δικαίωμα διαμονής. Επειδή, κατά την ημερομηνία αυτή, η Τ. Lassal δεν διέμενε στο Ηνωμένο Βασίλειο για άλλους λόγους εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη μόνον η διαμονή της στο Ηνωμένο Βασίλειο από τον Δεκέμβριο του 2005. Επομένως, τον Νοέμβριο του 2006 δεν είχε ακόμη αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 68/360 και κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1251/70, που ίσχυαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006, απουσία έξι διαδοχικών μηνών οδηγούσε στον τερματισμό του προηγουμένου δικαιώματος διαμονής. Η άνω των έξι μηνών απουσία της Τ. Lassal είχε επομένως επιπτώσεις στην ισχύ της άδειάς της διαμονής.
39. Η CPAG και η Επιτροπή προτείνουν να δοθεί καταφατική απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα. Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ενσωματώσεως ενός πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής, στο οποίο ο πολίτης της Ένωσης έχει εγκατασταθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και με το οποίο έχει επομένως αναπτύξει στενούς δεσμούς. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει μόνον ότι πρέπει να υπάρχει συνεχής νόμιμη διαμονή πέντε ετών. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση, ερμηνεύοντας το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, συνήγαγαν από αυτό μια πρόσθετη προϋπόθεση, η οποία δεν καλύπτεται από το γράμμα του. Ούτε το άρθρο 16, παράγραφος 1, ούτε κάποια άλλη διάταξη της οδηγίας 2004/38 προβλέπουν ότι στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας, ήτοι στις 30 Απριλίου 2004, ή πριν από τη μεταφορά της ή τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της, ήτοι στις 30 Απριλίου 2006. Η Τ. Lassal πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας και δεν απώλεσε το δικαίωμα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 4, της εν λόγω οδηγίας, διότι αυτή απουσίασε λιγότερο από δύο έτη από το Ηνωμένο Βασίλειο.
40. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, υποστηριζόμενη από τη CPAG, ότι δικαιώματα διαμονής υπήρχαν ήδη δυνάμει των άρθρων 4 και 6 της οδηγίας 68/360. Δεν επρόκειτο μεν για δικαίωμα μόνιμης διαμονής, αλλά για δικαίωμα διαμονής για πέντε έτη, ανανεούμενο αυτομάτως. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1251/70, ο οποίος εν τω μεταξύ καταργήθηκε, υπήρχε δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Επειδή η διάταξη αυτή έχει επαναληφθεί κατά λέξη στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, η εν λόγω διάταξη της οδηγίας θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη επίσης διαμονές οι οποίες έχουν τερματιστεί πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Δεν είναι δυνατόν ο νομοθέτης να ήθελε να αποκτά ένα πρόσωπο δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 μόνον αν αυτό είχε διαμείνει δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής μετά από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2004/38, ήτοι μετά τις 30 Απριλίου 2006. Ο κανόνας αυτός, που ισχύει στο πλαίσιο του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, μπορεί να εφαρμοστεί ως προς το δικαίωμα μόνιμης διαμονής του άρθρου 16 της οδηγίας 2004/38. Παρ’ όλον ότι το άρθρο αυτό απονέμει δικαίωμα το οποίο είναι πιο γενναιόδωρο απ’ ό,τι υπό το καθεστώς της οδηγίας 68/360, εντούτοις, δεν διαφέρει τόσο ώστε να μη μπορούν να ληφθούν υπόψη χρονικές περίοδοι που συμπληρώθηκαν υπό το καθεστώς της οδηγίας 68/360 για την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής βάσει της οδηγίας 2004/38. Ο νομοθέτης εθεώρησε τόσο προφανές ότι κατά το άρθρο 16 της οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη χρονικές περίοδοι διαμονής οι οποίες ήσαν σύμφωνες με τις σχετικές, προγενέστερες της οδηγίας 2004/38 διατάξεις, ώστε δεν θεώρησε αναγκαίο να ρυθμίσει το σημείο αυτό ρητώς.
41. Κατά την άποψη της Επιτροπής, από την απόφαση (13) την οποία ανέφερε η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να συναχθεί ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, η οποία τερματίστηκε πριν από τη μεταφορά της οδηγίας ή πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στις 30 Απριλίου 2006, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
42. Κατά τον ισχυρισμό της CPAG και της Επιτροπής, η λήψη υπόψη διαμονών που τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006 συμβιβάζεται επίσης με τη δεύτερη περίοδο της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 2004/38. Η περίοδος αυτή αναφέρεται στη διαμονή σύμφωνα με τις καθοριζόμενες στην οδηγία 2004/38 προϋποθέσεις. Δεν μπορεί να νοείται υπό την έννοια ότι περιορίζει την απαίτηση νόμιμης διαμονής σε διαμονές που πραγματοποιήθηκαν μετά τη μεταφορά της οδηγίας ή μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά της στις 30 Απριλίου 2006. Κατά την άποψη της CPAG, η δεύτερη περίοδος σημαίνει απλώς ότι για τον υπολογισμό της διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διατυπούμενοι στο άρθρο της 16 κανόνες, ειδικότερα η παράγραφος 3. Ακόμη και αν υφίσταται αντίφαση μεταξύ του γράμματος του άρθρου 16, παράγραφος 1, και των αιτιολογικών σκέψεων μιας οδηγίας, οι αιτιολογικές σκέψεις δεν μπορούν να επικρατήσουν έναντι του σαφούς γράμματος του άρθρου 16 της οδηγίας. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δεύτερη περίοδος σημαίνει ότι η διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής πρέπει να ήταν νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις κοινοτικού δικαίου που ίσχυαν κατά τον χρόνο της διαμονής. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η οδηγία συνδέεται με τις προγενέστερες αυτής διατάξεις περί του δικαιώματος διαμονής. Η CPAG και η Επιτροπή επισημαίνουν επιπλέον ότι η ερμηνεία της δευτέρας περιόδου, την οποία υποστηρίζουν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση, θα είχε ως αποτέλεσμα να γεννηθεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής το νωρίτερο στις 29 Απριλίου 2011. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης απέβλεψε σ’ ένα τέτοιο απροσδόκητο αποτέλεσμα χωρίς να το έχει διατυπώσει ρητώς στην οδηγία.
43. Η CPAG και η Επιτροπή υποστηρίζουν επιπλέον ότι η λήψη υπόψη διαμονής που τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006 δεν καταλήγει σε απαράδεκτο αναδρομικό αποτέλεσμα. Ακόμη και αν ελήφθησαν υπόψη χρονικές περίοδοι προγενέστερες της 30ής Απριλίου 2006 για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής σύμφωνα με το άρθρο 16 της οδηγίας, αυτό δεν έχει ως αποτέλεσμα, αντίθετα προς τον ισχυρισμό της Βελγικής Κυβερνήσεως, ότι γεννάται δικαίωμα πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής γεννάται το πρώτον με τη μεταφορά της οδηγίας ή τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη στις 30 Απριλίου 2006. Στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, συνεπώς, μπορούν να ληφθούν υπόψη διαμονές που πραγματοποιήθηκαν πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη. Επ’ αυτών εφαρμογή δεν έχει μόνον το άρθρο 16, παράγραφος 1, αλλά και οι παράγραφοι 3 και 4 του εν λόγω άρθρου της οδηγίας 2004/38. Επομένως, πολίτης της Ένωσης ο οποίος διέμεινε πριν από τις 30 Απριλίου 2006 επί πέντε συνεχή έτη στο κράτος μέλος υποδοχής, αλλά ο οποίος στις 30 Απριλίου 2006 απουσίαζε από το κράτος αυτό ήδη πέραν των δύο ετών, δεν αποκτά δικαίωμα μόνιμης διαμονής.
44. Τέλος, η CPAG και η Επιτροπή επισημαίνουν ότι οι προτάσεις ερμηνείας της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου οδηγούν σε αυθαίρετα συμπεράσματα και, επιπλέον, οι δύο σειρές επιχειρημάτων αντιφάσκουν μεταξύ τους.
45. Συμπληρωματικώς, η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση Trojani (14), κατά την οποία ο υπήκοος κράτους μέλους, ο οποίος διέμεινε νομίμως ορισμένο χρονικό διάστημα σε άλλο κράτος μέλος, μπορεί να επικαλείται την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αυτό ισχύει επίσης για το επίδομα χαμηλού εισοδήματος. Αυτό συμβαίνει επίσης στην περίπτωση κατά την οποία ο υπήκοος ενός κράτους δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαίωμα διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής βάσει του κοινοτικού δικαίου.
VI – Νομική εκτίμηση
46. Το προδικαστικό ερώτημα αφορά την ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38. Κατ’ αρχάς, θα εξετάσω τη διάταξη αυτή εν συντομία στο πλαίσιο του γενικού συστήματος της οδηγίας 2004/38 (A), προτού εξετάσω το προδικαστικό ερώτημα (B).
Α – Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας
47. Με την οδηγία 2004/38, ο κοινοτικός νομοθέτης διαμόρφωσε σε επίπεδο παραγώγου δικαίου (15) το δικαίωμα διαμονής των πολιτών της Ένωσης σε άλλο κράτος μέλος, το οποίο δικαίωμα απορρέει από τις θεμελιώδεις ελευθερίες του πρωτογενούς δικαίου και από τους κανόνες περί ιθαγενείας της Ένωσης. Προς τον σκοπό αυτόν, η οδηγία προβλέπει τρία διαφορετικά είδη δικαιωμάτων διαμονής, ήτοι, πρώτον, το δικαίωμα διαμονής έως τρεις μήνες (16), δεύτερον, το δικαίωμα διαμονής άνω των τριών μηνών (17) και, τρίτον, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Το δικαίωμα μόνιμης διαμονής ρυθμίζεται στο κεφάλαιο IV της οδηγίας· οι ουσιαστικές διατάξεις περί της αποκτήσεως αυτού του δικαιώματος βρίσκονται στο πρώτο τμήμα του κεφαλαίου αυτού, στα άρθρα 16 έως 18 της οδηγίας.
48. Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, της οδηγίας, οι πολίτες της Ένωσης οι οποίοι έχουν διαμείνει νομίμως για συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής έχουν δικαίωμα μόνιμης διαμονής στην επικράτειά του. Η απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής γεννάται, επομένως, υπό δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, ο πολίτης της Ένωσης πρέπει να έχει διαμείνει στο κράτος υποδοχής πέντε συνεχή έτη. Δεύτερον, η διαμονή αυτή πρέπει να είναι νόμιμη.
Β – Επί του προδικαστικού ερωτήματος
49. Το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εκδικάσει μια υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας Γαλλίδα υπήκοος διέμεινε από τον Σεπτέμβριο του 1999 έως τον Φεβρουάριο του 2005 αδιαλείπτως στο Ηνωμένο Βασίλειο και η διαμονή της στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής ήταν νόμιμη σύμφωνα με τις διατάξεις κοινοτικού δικαίου που είχαν εφαρμογή κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα. Πάντως, η διαμονή αυτή τερματίστηκε τον Φεβρουάριο του 2005 και, επομένως, πριν από τις 30 Απριλίου 2006, ημερομηνία κατά την οποία έληξε η προθεσμία μεταφοράς στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2004/38 και άρχισε να ισχύει ο περί μεταφοράς της εθνικός νόμος. Το αιτούν δικαστήριο αμφιβάλλει αν αυτή η διαμονή μπορεί επίσης να δημιουργήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας.
50. Η κύρια αντίρρηση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βελγικής Κυβερνήσεως ως προς το να λαμβάνεται υπόψη αυτή η διαμονή στηρίζεται στην άποψη ότι αυτή η ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας θα οδηγούσε σε αναδρομική εφαρμογή της διατάξεως αυτής. Ακολούθως, θα εξετάσω αυτή την αντίρρηση, λαμβάνοντας επίσης υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, τις λοιπές αντιρρήσεις που προέβαλαν οι εν λόγω κυβερνήσεις.
51. Ως προς την αναδρομική εφαρμογή διατάξεων, το Δικαστήριο διακρίνει κατ’ αρχάς μεταξύ διατάξεων του δικονομικού δικαίου και διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου (18). Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο ρυθμίζει τις προϋποθέσεις για την απόκτηση και την απώλεια δικαιώματος μόνιμης διαμονής, αποτελεί διάταξη του ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, στη συνέχεια θα εξετάσω μόνον τη νομολογία σχετικά με το παραδεκτό της αναδρομικής εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου.
52. Ως προς τους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, το Δικαστήριο διακρίνει μεταξύ δύο διαφορετικών καταστάσεων.
53. Το Δικαστήριο δέχεται αναδρομική ισχύ αν η έναρξη της διάρκειας ισχύος νομοθετικής πράξεως ανάγεται σε ημερομηνία πριν από τη δημοσίευσή της (19). Πρόκειται για περιπτώσεις κατά τις οποίες τα έννομα αποτελέσματα μιας πράξεως αρχίζουν ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της. Αυτό είναι κατ’ αρχήν απαράδεκτο. Ισχύει μια εξαίρεση, αν ο επιδιωκόμενος σκοπός το απαιτεί και αν λαμβάνεται προσηκόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων (20).
54. Επιπλέον, το Δικαστήριο δέχεται ότι οι ουσιαστικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει κατ’ αρχήν να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι αυτές ισχύουν μόνον επί καταστάσεων που έχουν δημιουργηθεί μετά την έναρξη της ισχύος τους (21). Εξαίρεση από την αρχή αυτή ισχύει αν προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση, τους σκοπούς ή την οικονομία των εν λόγω ουσιαστικών διατάξεων ότι αυτές ισχύουν επίσης για καταστάσεις που διαμορφώθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους (22). Σ’ αυτή την περίπτωση δεν υπάρχουν μεν, αντίθετα απ’ ό,τι στην προαναφερθείσα περίπτωση, έννομες συνέπειες πριν από την έναρξη ισχύος της διατάξεως· συνεπώς, δεν υφίσταται αναδρομική εφαρμογή υπό την κυριολεκτική έννοια του όρου (23). Εντούτοις, και σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι από μια κατάσταση του παρελθόντος, η οποία επομένως δεν μπορεί πλέον να αλλάξει, απορρέουν έννομες συνέπειες για το παρόν ή το μέλλον (24).
55. Ως προς την υπό κρίση υπόθεση πρέπει κατ’ αρχάς να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν θα επέβαλλε αναδρομικά έννομα αποτελέσματα ούτε αν, στο πλαίσιο της διατάξεως αυτής, λαμβανόταν υπόψη διαμονή τερματισθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006 (1). Επομένως, σημασία έχει μόνον αν, από τη διατύπωση, τους σκοπούς ή την οικονομία της διατάξεως αυτής, προκύπτει ότι αυτή εφαρμόζεται επίσης σε διαμονές στο κράτος μέλος υποδοχής που τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της (2).
1. Δεν επιβάλλονται αναδρομικές έννομες συνέπειες
56. Αντίθετα προς την άποψη που φαίνεται να υποστηρίζει η Βελγική Κυβέρνηση, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά την αναδρομική εφαρμογή εννόμων συνεπειών. Δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δημιουργείται στην υπό κρίση περίπτωση για πρώτη φορά στις 30 Απριλίου 2006 και, επομένως, μετά την έναρξη ισχύος της οδηγίας στις 29 Ιουνίου 2004 και, επίσης, μετά τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο στις 30 Απριλίου 2006. Αυτό ισχύει επίσης στη περίπτωση που το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι για την απόκτηση (το νωρίτερο στις 30 Απριλίου 2006 δημιουργούμενου) δικαιώματος μόνιμης διαμονής λαμβάνεται υπόψη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, η οποία τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
57. Η παραπομπή της Βελγικής Κυβερνήσεως στα σημεία 20.3.1, 20.8 και 20.9 του Κοινού Πρακτικού Οδηγού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, για τα πρόσωπα που συμβάλλουν στη σύνταξη των νομοθετικών κειμένων στο πλαίσιο των κοινοτικών οργάνων (25), επομένως, είναι αβάσιμη. Τα σημεία αυτά αφορούν τη μη συναφή εν προκειμένω κατάσταση, στο πλαίσιο της οποίας μια πράξη κοινοτικού δικαίου θα αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματά της ήδη πριν από την έναρξη ισχύος της.
58. Καθόσον η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας υπό την έννοια ότι θα ληφθεί υπόψη διαμονή τερματισθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006 θα έχει ως αποτέλεσμα να καταστεί ξαφνικά νόμιμη μια πραγματοποιηθείσα στο παρελθόν, μη νόμιμη διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, ομοίως δεν μπορεί να πείσει. Επειδή το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, στην υπό κρίση περίπτωση, μπορεί να δημιουργηθεί το πρώτον από τις 30 Απριλίου 2006, αυτό δεν μπορεί να καταστήσει αναδρομικώς νόμιμη μια διαμονή που πραγματοποιήθηκε μη νομίμως πριν από την ημερομηνία αυτή.
2. Επί του ερωτήματος αν πρέπει το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι λαμβάνονται υπόψη διαμονές που τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006
59. Στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται μόνο για το ερώτημα αν το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι καλύπτει την περίπτωση διαμονής η οποία έχει ήδη τερματιστεί πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Όπως εξέθεσα πιο πάνω, το Δικαστήριο, λόγω των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ερμηνεύει διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου κατ’ αρχήν έτσι ώστε αυτές να μην εφαρμόζονται σε καταστάσεις που δημιουργήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος τους. Εξαίρεση ισχύει, εφόσον προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση, τους σκοπούς ή την οικονομία της διατάξεως ότι πρέπει να της αναγνωριστεί αναδρομική ισχύς και ότι λαμβάνεται προσηκόντως υπόψη η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
60. Από τη διατύπωση του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να συναχθεί σαφές συμπέρασμα (α). Συστηματική ανάλυση των ουσιαστικών διατάξεων της οδηγίας 2004/38 σχετικά με το δικαίωμα μόνιμης διαμονής (β) και λήψη υπόψη του ιστορικού και του σκοπού του άρθρου 16 της οδηγίας (γ) συνηγορούν οπωσδήποτε υπέρ του να λαμβάνονται υπόψη οι διαμονές οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Αντιθέτως, δεν μπορούν να πείσουν οι αντιρρήσεις οι οποίες στηρίζονται στην έννοια της νομιμότητας της διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας (δ), στο ανεφάρμοστο του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας (ε) και στις διατάξεις της οδηγίας 68/360 ή στον κανονισμό 1251/70 (στ). Τέλος, ούτε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εμποδίζει την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία λαμβάνονται υπόψη διαμονές οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006 (ζ).
α) Διατύπωση
61. Όπως εξήγησαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η CPAG και η Επιτροπή, από τη διατύπωση του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν μπορεί να συναχθεί σαφές συμπέρασμα. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας λαμβάνει απλώς υπόψη τη συνεχή πενταετή διαμονή χωρίς να προσδιορίζει ακριβέστερα πότε πρέπει η διαμονή αυτή να έχει λάβει χώρα.
β) Επί της συστηματικής σχέσεως του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας με άλλες ουσιαστικές διατάξεις περί του δικαιώματος μόνιμης διαμονής
62. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω (26), εκτός του άρθρου 16 της οδηγίας, ουσιαστικές διατάξεις για την απόκτηση του δικαιώματος μόνιμης διαμονής υπάρχουν επίσης στα άρθρα της 17 και 18. Το άρθρο 17 της οδηγίας προβλέπει ότι ορισμένα πρόσωπα αποκτούν ήδη πριν από τη συμπλήρωση συνεχούς διαμονής πέντε ετών δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής. Έτσι, μισθωτοί ή μη μισθωτοί, οι οποίοι διέμεναν συνεχώς για περισσότερα από δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής και έπαυσαν να εργάζονται εκεί εξαιτίας μόνιμης ανικανότητας προς εργασία, έχουν, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, δικαίωμα μόνιμης διαμονής.
i) Επί της αναγκαιότητας να λαμβάνονται αναδρομικώς υπόψη, στο πλαίσιο του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, οι τερματισθείσες πριν από τις 30 Απριλίου 2006 διαμονές
63. Κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, η απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής, όπως και κατά το άρθρο της 16, παράγραφος 1, προϋποθέτει προηγούμενη, συνεχή διαμονή στο κράτος μέλος υποδοχής, ορισμένης διάρκειας, όπου το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας απαιτεί διετή μόνο διαμονή. Επομένως, ως προς τη διάταξη αυτή επίσης τίθεται το ερώτημα αν διαμονή περατωθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006 πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ως προς το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, στο ερώτημα αυτό μπορεί να δοθεί ως απάντηση μόνον ότι πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη διαμονή πραγματοποιηθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
64. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει πράγματι να ληφθεί υπόψη η σχέση μεταξύ του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 και της προηγηθείσας αυτού διατάξεως, δηλαδή του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1251/70. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1251/70 ρύθμιζε με σχεδόν πανομοιότυπη διατύπωση το δικαίωμα παραμονής του ανίκανου προς εργασία εργαζομένου στην επικράτεια του κράτους μέλους υποδοχής. Ο κανονισμός 1251/70 έπαυσε να ισχύει από τις 30 Απριλίου 2006 (27). Η κατάργησή του επήλθε στο πλαίσιο της λήξεως της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2004/38 στις 30 Απριλίου 2006, οπότε το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της εν λόγω οδηγίας αντικατέστησε το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1251/70 και έτσι το δικαίωμα διαμονής ανίκανου προς εργασία εργαζομένου προκύπτει από το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 (28).
65. Αν στο πλαίσιο του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38 δεν λαμβάνονταν υπόψη διετείς συνεχείς διαμονές στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από την έναρξη της διαρκούς ανικανότητας προς εργασία, οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου, τότε δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι, οι οποίοι απέκτησαν αυτό το δικαίωμα σύμφωνα με τον κανονισμό 1251/70 λόγω διαμονής που τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, δεν θα είχαν πλέον αντίστοιχο δικαίωμα διαμονής μετά τη λήξη της χορηγηθείσας σύμφωνα με τον κανονισμό 1251/70 άδειας διαμονής. Σύμφωνα με τον κανονισμό 1251/70, τα κράτη μέλη έπρεπε πράγματι να χορηγούν μόνον άδειες διαμονής ορισμένου χρόνου (29). Κατά τη λήξη της αδείας διαμονής που χορηγήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού, ο εργαζόμενος του οποίου η διετής διαμονή τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006 δεν μπορεί πλέον σήμερα να ζητήσει παράταση σύμφωνα με τον κανονισμό 1251/70, διότι ο εν λόγω κανονισμός έχει παύσει να ισχύει από τις 30 Απριλίου 2006. Επιπλέον, ένας ανίκανος προς εργασία εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, διότι η διετής διαμονή του τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Επομένως, ούτε η διάταξη αυτή θα του εξασφάλιζε δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Γι’ αυτόν τον εργαζόμενο, επομένως, δεν θα υπήρχε πλέον καν, μετά τη λήξη της αδείας διαμονής του, δικαίωμα διαμονής κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1251/70 ή κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38.
66. Προφανέστατα, το αποτέλεσμα αυτό θα ήταν αντίθετο προς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, ο οποίος θέλησε με την έκδοση της οδηγίας 2004/38 να σταθεροποιήσει και να ενισχύσει το δικαίωμα διαμονής των εργαζομένων (30). Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε να επιτύχει με την έκδοση της οδηγίας 2004/38 το εκτεθέν πιο πάνω αποτέλεσμα. Αυτό θα ήταν αντίθετο προς το άρθρο 38 της οδηγίας 2004/38, καθώς και προς τον διατυπούμενο στην τέταρτη αιτιολογική της σκέψη σκοπό να διορθωθεί η τμηματική και αποσπασματική προσέγγιση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής. Πράγματι, η οδηγία σκοπεί στην ενίσχυση και συνένωση σε ενιαία νομική πράξη των δικαιωμάτων διαμονής, τα οποία προηγουμένως ρυθμίζονταν από πληθώρα πράξεων του παραγώγου δικαίου (31).
67. Στο πλαίσιο του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2004/38, η έννοια της διετούς, συνεχούς διαμονής πρέπει επομένως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η διαμονή, η οποία τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη.
ii) Επί της δυνατότητας εφαρμογής στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας
68. Όπως προκύπτει από την οικονομία της οδηγίας 2004/38, τα άρθρα της 16, παράγραφος 1, και 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, έχουν στενή μεταξύ τους σχέση. Βρίσκονται και τα δύο στο κεφάλαιο που ρυθμίζει το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, και μάλιστα στο τμήμα που ρυθμίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την απόκτηση αυτού του δικαιώματος. Πέραν αυτού, το άρθρο 17 της οδηγίας, με τις εισαγωγικές λέξεις «Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 16, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής πριν από τη συμπλήρωση συνεχούς χρονικού διαστήματος πέντε ετών διαμονής απολαύουν», καθιστά σαφές ότι και από απόψεως περιεχομένου υφίσταται στενή σχέση μεταξύ των άρθρων 16 και 17 της οδηγίας.
69. Έχοντας υπόψη τη στενή αυτή σχέση των δύο διατάξεων πρέπει κατ’ αρχήν να γίνει δεκτό ότι οι λεκτικώς σχεδόν ταυτόσημες προϋποθέσεις τους, «συνεχές χρονικό διάστημα πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής» στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας και «διέμεναν συνεχώς για περισσότερα από δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής» στο άρθρο 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, πρέπει να ερμηνευθούν κατά τον ίδιο τρόπο. Επομένως, στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη διαμονή η οποία τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
70. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντιτάσσει σ’ αυτό ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας αποτελεί δικαίωμα το οποίο μέχρι τούδε δεν είχε ακόμη προβλεφθεί σε επίπεδο παραγώγου δικαίου. Η αντίρρηση αυτή δεν πείθει. Ο κοινοτικός νομοθέτης θα μπορούσε εύκολα να έχει κάνει διάκριση μεταξύ του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας, αφενός, και του άρθρου της 16, παράγραφος 1, αφετέρου, ως προς το ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής σε παρελθούσες καταστάσεις. Τούτο δεν το έπραξε. Η χρησιμοποίηση σχεδόν ταυτόσημων προϋποθέσεων και στις δύο διατάξεις αποτελεί σοβαρή ένδειξη ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επεδίωξε και στις δύο διατάξεις ενιαία προσέγγιση όσον αφορά το σημείο αυτό.
iii) Επί της αποφάσεως Givane
71. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στηρίχθηκε, στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας, στην απόφαση Givane (32). Από τη σκέψη 50 της αποφάσεως αυτής προκύπτει ότι διαμονή περατωθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006 δεν μπορεί να αποτελεί συνεχή πενταετή διαμονή υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας. Το Δικαστήριο έλαβε πράγματι υπόψη στο πλαίσιο της σκέψεως αυτής ότι δικαίωμα διαμονής μελών της οικογενείας εργαζομένου κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70 μπορεί να υφίσταται μόνον αν ο θάνατος του εργαζομένου επήλθε αμέσως μετά την προβλεπομένη από τη διάταξη αυτή διετή περίοδο διαμονής του εργαζομένου. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να εφαρμοστεί στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη διαμονή η οποία έχει τερματιστεί πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
72. Ούτε η ένσταση αυτή είναι βάσιμη. Από την απόφαση Givane δεν μπορεί να συναχθεί αυτό το συμπέρασμα. Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70. Η διάταξη αυτή προέβλεπε ότι τα μέλη της οικογενείας ενός εργαζομένου, ο οποίος απεβίωσε κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου, πριν αποκτήσει το δικαίωμα παραμονής στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, έχουν το δικαίωμα να παραμείνουν εκεί μονίμως αν ο εργαζόμενος, κατά τον χρόνο του θανάτου του, είχε συμπληρώσει τουλάχιστον δύο έτη συνεχούς διαμονής στην επικράτεια του εν λόγω κράτους μέλους. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού αυτού, η συνεχής διαμονή υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, ούτε εθίγη από προσωρινές απουσίες που δεν υπερέβησαν συνολικώς τους τρεις μήνες κατ’ έτος ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων.
73. Στην υπόθεση Givane, ο εργαζόμενος είχε μεν διαμείνει δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής, στη συνέχεια όμως απουσίασε πέραν των τριών μηνών από το κράτος μέλος υποδοχής. Μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος υποδοχής και πριν από τον θάνατό του, ο εργαζόμενος δεν είχε παραμείνει άλλα δύο έτη στο κράτος μέλος υποδοχής.
74. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι η διαμονή δύο ετών πρέπει να έχει προηγηθεί αμέσως του θανάτου. Επειδή ο εργαζόμενος μετά την πρώτη του διαμονή, η οποία διήρκεσε άνω των δύο ετών, απουσίασε πέραν των τριών μηνών από το κράτος μέλος υποδοχής, η διαμονή αυτή κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, διακόπηκε και επομένως δεν μπορούσε πλέον να ληφθεί υπόψη. Επειδή ο εργαζόμενος μετά την επιστροφή του στο κράτος μέλος υποδοχής δεν διέμεινε εκεί άλλα δύο έτη, αμέσως πριν από τον θάνατό του, οι προϋποθέσεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν. Η απόφαση Givane, η οποία στηρίζεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70 προϋποθέσεις, προδήλως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στον εν προκειμένω εξεταζόμενο προβληματισμό. Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν βασίζεται, αντίθετα προς το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70, σε διαμονή που πραγματοποιήθηκε πριν από την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος.
75. Αντιθέτως, η σχέση μεταξύ του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70 και της διαδεχθείσας αυτό διατάξεως του άρθρου 17, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/38 αντιστρατεύεται την ένσταση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου. Αν η απαίτηση, κατά την οποία δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τερματισθείσες πριν από τις 30 Απριλίου 2006 διαμονές, ίσχυε πράγματι όχι μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, αλλά λόγω της παρόμοιας διατυπώσεως και στο πλαίσιο του άρθρου της 17, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, αυτό θα οδηγούσε σε απαράδεκτα αποτελέσματα. Όπως ήδη εκτέθηκε πιο πάνω, αυτός ο τρόπος ερμηνείας θα είχε ως αποτέλεσμα, τα μέλη της οικογένειας εργαζομένου, τα οποία απέκτησαν κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70 δικαίωμα παραμονής λόγω διαμονής του εργαζομένου που πραγματοποιήθηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, να μην έχουν πλέον, μετά τη λήξη της χορηγηθείσας δυνάμει του εν λόγω κανονισμού αδείας διαμονής, δικαίωμα διαμονής βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 1251/70 ή του άρθρου 17, παράγραφος 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2004/38.
iv) Συμπέρασμα
76. Τελικώς, διαπιστώνεται ότι η συστηματική σχέση μεταξύ του άρθρου 16 και του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και παράγραφος 4, στοιχείο α΄, της οδηγίας συνηγορεί υπέρ του ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, λαμβάνονται επίσης υπόψη διαμονές στο κράτος μέλος υποδοχής οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
γ) Επί του σκοπού του άρθρου 16 της οδηγίας
77. Ο σκοπός του άρθρου 16 της οδηγίας επίσης συνηγορεί υπέρ ερμηνείας σύμφωνα με την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και διαμονή που τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
78. Όπως προκύπτει από την πρώτη περίοδο της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας θεσπίστηκε προκειμένου να ενισχύσει το περί ιθαγένειας της Ένωσης αίσθημα ενός πολίτη της Ένωσης, ο οποίος έχει εγκατασταθεί σε κράτος μέλος κατά τρόπο διαρκή, και να συμβάλει καθοριστικά στην προαγωγή της κοινωνικής συνοχής, που αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις στόχους της Ένωσης.
79. Από το ιστορικό της θεσπίσεως του άρθρου 16 της οδηγίας προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να εξαρτήσει την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας από την ενσωμάτωση ενός πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής. Επιπλέον, από το εν λόγω ιστορικό προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί δεδομένο τον επαρκή βαθμό ενσωμάτωσης αν ένας πολίτης της Ένωσης διέμεινε συνεχώς για πέντε έτη στο κράτος μέλος υποδοχής (33). Κατά την άποψη του κοινοτικού νομοθέτη, ο σύνδεσμος μεταξύ του πολίτη της Ένωσης και του κράτους μέλους υποδοχής, μετά από απουσία δύο ετών, χαλαρώνει εντούτοις, υπό την έννοια ότι ο απαιτούμενος βαθμός ενσωμάτωσης που αποτελεί προϋπόθεση για το δικαίωμα μόνιμης διαμονής, δεν υφίσταται πλέον (34). Ως εκ τούτου απόλλυται κατά το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας το δικαίωμα μόνιμης διαμονής μετά από απουσία δύο ετών από το κράτος μέλος υποδοχής.
80. Λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω περί ενσωματώσεως σκέψη, στην οποία βασίζεται το άρθρο 16 της οδηγίας, δεν κατανοώ γιατί ο απαιτούμενος βαθμός ενσωμάτωσης στο κράτος μέλος υποδοχής να επηρεάζεται από το αν η συνεχής πενταετής διαμονή τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006 ή μετά από την ημερομηνία αυτή. Θεωρώ ότι αποφασιστική σημασία έχει μόνον αν αυτή η συνεχής πενταετής διαμονή πραγματοποιήθηκε και αν ο δημιουργηθείς με αυτή σύνδεσμος μεταξύ του πολίτη της Ένωσης και του κράτους μέλους υποδοχής χαλάρωσε εκ νέου λόγω διετούς απουσίας του πολίτη της Ένωσης από το κράτος μέλος υποδοχής.
δ) Επί της ενστάσεως που στηρίζεται στην έννοια της νομιμότητας της διαμονής
81. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση αντιτάσσουν στην ερμηνεία κατά την οποία, στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη διαμονή περατωθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006 ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας προϋποθέτει νόμιμη διαμονή. Νόμιμη διαμονή υπό την έννοια της διατάξεως αυτής μπορεί μόνο να είναι διαμονή σύμφωνα με την οδηγία 2004/38. Στη νομιμότητα της διαμονής υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας γίνεται πράγματι αναφορά στη δεύτερη περίοδο της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας. Εκεί αποσαφηνίζεται ότι πρέπει να πρόκειται για διαμονή «τηρουμένων των όρων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία». Επομένως, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνο διαμονή η οποία πραγματοποιήθηκε μετά τον νόμο περί μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη, που άρχισε να ισχύει στις 30 Απριλίου 2006, ή μετά τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη.
82. Ούτε αυτή η ένσταση μπορεί να πείσει.
83. Κατ’ αρχάς, πρέπει να επισημανθεί η διαπίστωση του αιτούντος δικαστηρίου ότι η συγκεκριμένη υπήκοος της Ένωσης διέμεινε νομίμως στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια της άνω των πέντε ετών συνεχούς διαμονής, από τον Σεπτέμβριο του 1999 έως τον Φεβρουάριο του 2005, δηλαδή σύμφωνα με τις διατάξεις κοινοτικού δικαίου που ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο.
84. Οπωσδήποτε, η ένσταση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου δεν στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν υπήρξε νόμιμη διαμονή σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κατά τον χρόνο αυτό διατάξεις. Αντιθέτως, αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι δεν υπήρξε νόμιμη διαμονή υπό την έννοια της οδηγίας 2004/38. Νόμιμη διαμονή υπό την έννοια του άρθρου 16 της οδηγίας είναι μόνον η διαμονή που πραγματοποιείται τηρουμένων των διατάξεων της οδηγίας 2004/38. Επομένως, νόμιμη διαμονή στην υπό κρίση περίπτωση κατέστη δυνατή μόνο μετά την έναρξη ισχύος του περί μεταφοράς νόμου, από τις 30 Απριλίου 2006 και μετά.
85. Η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη. Κατά τη γνώμη μου, από τη δεύτερη περίοδο της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας δεν μπορεί να συναχθεί ότι νόμιμη διαμονή υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι μόνον η διαμονή που πραγματοποιήθηκε εφαρμοζομένου του νόμου περί μεταφοράς της οδηγίας 2004/38, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 30 Απριλίου 2006.
86. Όπως προκύπτει από το ιστορικό της οδηγίας 2004/38, η δεύτερη περίοδος της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως συμπληρώθηκε για να διευκρινιστεί η έννοια της νόμιμης διαμονής (35). Οπωσδήποτε, αυτό δεν πρέπει υποχρεωτικά να νοείται έτσι όπως το αντιλαμβάνονται η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση.
87. Η δεύτερη περίοδος της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως μπορεί πράγματι να νοείται ως διευκρίνιση της έννοιας της διαμονής και επομένως ως αναφορά στο άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας, το οποίο πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον υπολογισμό της διάρκειας της διαμονής. Κατά τη διάταξη αυτή, το αδιάλειπτο της διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής δεν θίγεται ούτε από προσωρινές απουσίες που δεν υπερβαίνουν συνολικά τους έξι μήνες ετησίως ούτε από απουσίες μεγαλύτερης διάρκειας για την εκπλήρωση υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ή από απουσία δώδεκα συναπτών μηνών κατ’ ανώτατο όριο για σοβαρούς λόγους, ιδίως εγκυμοσύνη και μητρότητα, σοβαρή ασθένεια, σπουδές ή επαγγελματική κατάρτιση ή τοποθέτηση σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα.
88. Η δεύτερη περίοδος της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως μπορεί επίσης να νοείται ως διευκρίνιση της εννοίας της νομιμότητας. Η νομιμότητα μπορεί πράγματι κατ’ αρχήν να εκτιμάται σύμφωνα με δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Αφενός, η νομιμότητα της διαμονής μπορεί να συνδέεται μόνο με την τήρηση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, αφετέρου η νομιμότητα της διαμονής μπορεί να συνδέεται με την τήρηση των εθνικών διατάξεων. Οι τελευταίες μπορούν, όπως προκύπτει από το άρθρο 37 της οδηγίας, να βαίνουν πέραν των διατάξεων της οδηγίας 2004/38. Δεδομένου ότι το άρθρο 16 της οδηγίας λαμβάνει υπόψη την ενσωμάτωση ενός πολίτη της Ένωσης στο κράτος μέλος υποδοχής (36), το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας θα μπορούσε κάλλιστα να νοείται υπό την έννοια ότι δικαίωμα μόνιμης διαμονής πρέπει επίσης να χορηγείται αν η προγενέστερη συνεχής πενταετής διαμονή ήταν νόμιμη σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, οι οποίες ενδεχομένως βαίνουν πέραν των προδιαγραφών του κοινοτικού δικαίου. Κατά την άποψή μου, ορισμένα πράγματα συνηγορούν υπέρ του ότι η δεύτερη περίοδος της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως πρέπει να νοείται υπό την έννοια ότι δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας θα πρέπει να δημιουργείται μόνον αν η συνεχής πενταετής διαμονή πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του κοινοτικού δικαίου.
89. Αντιθέτως, την υποστηριζομένη από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και τη Βελγική Κυβέρνηση ερμηνεία της δεύτερης περιόδου της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως, σύμφωνα με την οποία πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνον η διαμονή που πραγματοποιήθηκε εφαρμοζομένου του περί μεταφοράς της οδηγίας 2004/38 νόμου, ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 30 Απριλίου 2006, αντιστρατεύονται οι ακόλουθοι λόγοι.
90. Κατ’ αρχάς, σ’ αυτήν αντιτίθεται η ήδη πιο πάνω αναφερθείσα σκέψη περί αντικαταστάσεως και ενοποιήσεως, κατά την οποία, με την οδηγία 2004/38, θα διορθωθεί η τμηματική και αποσπασματική προσέγγιση για τη ρύθμιση του δικαιώματος της ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής (37). Η σκέψη αυτή διατυπώνεται επίσης ειδικότερα στο άρθρο 38, παράγραφος 3, της οδηγίας, κατά το οποίο οι αναφορές στις καταργηθείσες διατάξεις ή οδηγίες ισχύουν ως αναφορές στην οδηγία 2004/38. Αν ληφθεί υπόψη αυτή η σκέψη που βρίσκεται πίσω από το άρθρο 38, παράγραφος 3, της οδηγίας, ότι οι καταργηθείσες διατάξεις εισέρευσαν στην οδηγία 2004/38 (38) και, επομένως, υφίσταται συνέχεια μεταξύ των προηγουμένων διατάξεων και της οδηγίας 2004/38, καθίσταται σαφές ότι η αναφορά στη νομιμότητα σύμφωνα με τις καθοριζόμενες στην οδηγία προϋποθέσεις αφορά επίσης τη νομιμότητα σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονταν προηγουμένως.
91. Την προσέγγιση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βελγικής Κυβερνήσεως αντιστρατεύεται επιπλέον το γεγονός ότι, σύμφωνα με αυτήν, δεν θα λαμβανόταν υπόψη η πιο πάνω εκτεθείσα συστηματική σχέση μεταξύ του άρθρου 16 και του άρθρου 17 της οδηγίας.
92. Τέλος, στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι, κατ’ αυτήν την προσέγγιση, δικαίωμα μόνιμης διαμονής θα μπορούσε να αποκτηθεί μόνον από τις 29 Απριλίου 2011 και μετά.
93. Καταλήγοντας, διαπιστώνεται ακόμη ότι, ανεξαρτήτως του ποια σημασία πρέπει τελικώς να αποδοθεί στη δεύτερη περίοδο της δεκάτης εβδόμης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας, κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον δεν μπορεί να συναχθεί από αυτήν ότι νόμιμη διαμονή υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας είναι μόνον η διαμονή η οποία πραγματοποιήθηκε εφαρμοζομένων των εθνικών διατάξεων που εκδόθηκαν για τη μεταφορά της οδηγίας 2004/38 και οι οποίες εφαρμόζονται από τις 30 Απριλίου 2006. Αντιθέτως, νόμιμη διαμονή υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αποτελεί επίσης η διαμονή η οποία πραγματοποιήθηκε εφαρμοζομένων των αντιστοίχων, προηγουμένων της οδηγίας 2004/38 διατάξεων. Επομένως, η στηριζομένη στην έννοια της νομιμότητας της διαμονής ένσταση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βελγικής Κυβερνήσεως δεν μπορεί να πείσει.
ε) Επί της ενστάσεως που αντλείται από το ανεφάρμοστο του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας 2004/38
94. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλουν επιπλέον την ένσταση ότι η λήψη υπόψη διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής, η οποία τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, καταλήγει σε απαράδεκτα αποτελέσματα. Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, δικαίωμα μόνιμης διαμονής δημιουργείται οσάκις πολίτης της Ενώσεως διέμεινε νομίμως πέντε συνεχή έτη σε κράτος μέλος υποδοχής. Το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας προβλέπει μεν ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής απόλλυται μετά από απουσία από το κράτος μέλος υποδοχής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη. Η διάταξη αυτή δεν έχει όμως εφαρμογή στην περίπτωση διαμονών που πραγματοποιήθηκαν πριν από πολύ καιρό, δεδομένου ότι δικαίωμα μόνιμης διαμονής δεν αποκτάται και επομένως ούτε μπορεί να απολεσθεί υπό την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας.
95. Η ένσταση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
96. Βεβαίως δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την περί ενσωματώσεως ιδέα που βρίσκεται πίσω από το άρθρο 16 της οδηγίας η δημιουργία δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας βάσει διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής που πραγματοποιήθηκε πριν από πολύ καιρό χωρίς να μπορεί να ληφθεί υπόψη αν ο απαιτούμενος βαθμός ενσωματώσεως εξακολουθεί να υφίσταται στις 30 Απριλίου 2006. Όπως εκτέθηκε πιο πάνω, ο κοινοτικός νομοθέτης θεωρεί δεδομένο ότι ο απαιτούμενος βαθμός ενσωματώσεως επιτυγχάνεται σε περίπτωση συνεχούς διαμονής πέντε ετών και ότι ο απαιτούμενος σύνδεσμος με το κράτος υποδοχής δεν υφίσταται πλέον μετά από διετή απουσία (39).
97. Η ένσταση της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Βελγικής Κυβερνήσεως στηρίζεται όμως στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε περίπτωση διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής που πραγματοποιήθηκε πριν από πολύ καιρό. Η προϋπόθεση αυτή φαίνεται να θεμελιώνεται στην υπόθεση ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής γεννάται, σε περίπτωση διαμονών που πραγματοποιήθηκαν πριν από πολύ καιρό, ήδη πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η υπόθεση αυτή δεν ευσταθεί. Αντιθέτως, το δικαίωμα μόνιμης διαμονής μπορεί να γεννηθεί μόνον κατά τη μεταφορά της οδηγίας ή κατά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας στις 30 Απριλίου 2006. Κατά τη γνώμη μου, ούτε η διατύπωση του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας αντιτίθεται στην εφαρμογή του σε περίπτωση διαμονών στο κράτος μέλος υποδοχής που πραγματοποιήθηκαν πριν από πολύ καιρό. Αν, στην περίπτωση διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο που πραγματοποιήθηκε πριν από πολύ καιρό, στις 30 Απριλίου 2006 γεννάται δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, τότε υφίσταται δικαίωμα μόνιμης διαμονής. Αν υφίσταται δικαίωμα μόνιμης διαμονής, τότε δεν υπάρχει λόγος να μην μπορεί να απολεσθεί εκ νέου αυτό το υφιστάμενο δικαίωμα κατά το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας, σε περίπτωση που παρήλθαν τουλάχιστον δύο έτη από την πενταετή διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στην περίπτωση διαμονών που ανάγονται στο παρελθόν, αυτό μεν έχει ως αποτέλεσμα να συμπίπτουν χρονικώς η απόκτηση και η απώλεια του δικαιώματος μόνιμης διαμονής, εφόσον κατ’ αρχάς γεννάται δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο στη συνέχεια αμέσως μετά τη γένεσή του, σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας απόλλυται εκ νέου. Αυτό οπωσδήποτε καλύπτεται από το γράμμα του άρθρου 16 της οδηγίας στο μέτρο που γίνεται αποδεκτό ότι το δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας υφίσταται μόνον «ένα εύλογο δευτερόλεπτο», πριν από την εκ νέου απώλειά του κατά το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας. Αυτή η εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας ενδείκνυται επίσης για να ληφθεί προσηκόντως υπόψη η σκέψη περί ενσωματώσεως, που βρίσκεται πίσω από το άρθρο 16 της οδηγίας.
98. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η ερμηνεία αυτή δεν συμβιβάζεται πλέον με το γράμμα του άρθρου 16, παράγραφοι 1 και 4, της οδηγίας, τότε, κατά τη γνώμη μου, επιβάλλεται ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη. Σ’ αυτή την περίπτωση, ο νομικός συλλογισμός που βρίσκεται πίσω από το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη συμπληρωματικώς στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, ώστε σε περίπτωση απουσίας από το κράτος μέλος υποδοχής, η οποία υπερβαίνει τα δύο συναπτά έτη, δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν γεννάται καν.
99. Επομένως, και η ένσταση που βασίζεται στη μη εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας πρέπει να απορριφθεί.
στ) Επί της ενστάσεως που βασίζεται στην οδηγία 68/360 και στον κανονισμό 1251/70
100. Επιπλέον, η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει αντιρρήσεις κατά της ερμηνείας του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη διαμονές που τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006, ισχυριζόμενη ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που ίσχυαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006, απουσία δέκα συναπτών μηνών, όπως η απουσία της T. Lassal, οδηγούσε σε τερματισμό του προηγούμενου δικαιώματος διαμονής. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 68/360 και σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1251/70, τα οποία ίσχυαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006, πράγματι, ήδη απουσία άνω των έξι μηνών είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια του δικαιώματος διαμονής.
101. Ούτε αυτή η ένσταση μπορεί να πείσει. Σύμφωνα με τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, το αργότερο από την 1η Μαΐου 2006 θα έπρεπε να γεννηθεί δικαίωμα μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38. Την 1η Μαΐου 2006, οι προϋποθέσεις για το εν λόγω δικαίωμα δεν μπορούσαν πλέον να ρυθμίζονται από το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 68/360 ή το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 1251/70. Οι διατάξεις της οδηγίας 68/360 και του κανονισμού 1251/70 είχαν πράγματι παύσει να ισχύουν κατά την ημερομηνία αυτή και είχαν αντικατασταθεί από τις διατάξεις της οδηγίας 2004/38 (40). Το γεγονός ότι ο νόμος για τη μεταφορά της οδηγίας 2004/38 στο Ηνωμένο Βασίλειο άρχισε να ισχύει ήδη στις 30 Απριλίου 2006, και, επομένως, μία ημέρα πριν από τη λήξη της προθεσμίας για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της εν λόγω οδηγίας, δεν μπορεί τίποτε να αλλάξει ως προς το αποτέλεσμα αυτό.
ζ) Επί της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
102. Τέλος, ούτε η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εμποδίζει ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας σύμφωνα με την οποία μπορούν να λαμβάνονται υπόψη διαμονές οι οποίες τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
103. Κατ’ αρχάς, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρωτίστως επιδιώκουν την προστασία από υπερβολική ανάμειξη σε νομικές καταστάσεις των πολιτών. Οπωσδήποτε, λαμβάνοντας υπόψη τις διαμονές που τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006, στο πλαίσιο του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα δικαιώματα των πολιτών της Ένωσης ενισχύονται. Αυτό δεν εμποδίζεται ούτε από την εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής έχει μεν ως αποτέλεσμα την απώλεια δικαιώματος μόνιμης διαμονής κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας. Όμως, το δικαίωμα αυτό είναι καινούργιο και, επομένως, δεν υπήρχε πριν από τις 30 Απριλίου 2006, οπότε δεν υφίσταται ανάμειξη σε νομική κατάσταση η οποία υπήρχε ήδη πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
104. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επισήμανε ότι θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η εμπιστοσύνη των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας θα εφαρμοζόταν αναδρομικώς.
105. Ούτε η ένσταση αυτή είναι βάσιμη. Εν προκειμένω δεν υφίσταται εμπιστοσύνη των κρατών μελών άξια προστασίας. Καθόσον η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζονται, κατ’ αρχάς, ότι η εφαρμογή του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας σε περίπτωση διαμονών που ανάγονται στο παρελθόν, λόγω της μη εφαρμογής του άρθρου 16, παράγραφος 4, της οδηγίας, οδηγεί σε απαράδεκτα αποτελέσματα, το εν λόγω επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί παραπέμποντας στα σημεία 94 έως 99 αυτών των προτάσεων. Επιπλέον, δεν υπήρχε άξια προστασίας εμπιστοσύνη των κρατών μελών ότι δεν θα εκδιδόταν διάταξη όπως το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38. Οι κανόνες σχετικά με την ιθαγένεια της Ένωσης ισχύουν ήδη από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης του Μάαστριχτ την 1η Νοεμβρίου 1993 (41). Εκτός τούτου, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Βελγική Κυβέρνηση ψήφισαν, κατά τη νομοθετική διαδικασία, υπέρ του σχεδίου οδηγίας (42). Τέλος, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του στο ότι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι λαμβάνεται υπόψη διαμονή περατωθείσα πριν από τις 30 Απριλίου 2006. Λόγω της πιο πάνω εκτεθείσας συστηματικής σχέσεως των άρθρων 16 και 17 της οδηγίας (43) και του σκοπού του άρθρου 16 της οδηγίας (44), αυτή η ερμηνεία ήταν προβλέψιμη.
η) Συμπέρασμα
106. Εν συμπεράσματι, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 16 της οδηγίας πρέπει, λόγω της οικονομίας και του σκοπού της οδηγίας, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι προϋποθέσεις που θέτει εφαρμόζονται επίσης σε διαμονές που τερματίστηκαν πριν από τις 30 Απριλίου 2006.
VII – Γενικό συμπέρασμα
107. Επομένως, η έννοια της συνεχούς πενταετούς διαμονής του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/38 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη επίσης η διαμονή πολίτη της Ένωσης σε κράτος μέλος υποδοχής η οποία τερματίστηκε πριν από τη λήξη προθεσμίας για μεταφορά στις 30 Απριλίου 2006. Οπωσδήποτε, στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 16, παράγραφος 4, της οδηγίας. Συνεπώς, πολίτης της Ένωσης του οποίου η συνεχής πενταετής διαμονή τερματίστηκε πριν από τις 30 Απριλίου 2006 έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής μόνον αν η κατόπιν της διαμονής επακολουθήσασα απουσία από το κράτος μέλος υποδοχής δεν υπερέβη τα δύο συναπτά έτη.
VIII – Πρόταση
108. Κατόπιν των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα ως εξής:
Το άρθρο 16 της οδηγίας 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ, έχει την έννοια ότι πολίτης της Ένωσης ο οποίος διέμεινε νομίμως επί πέντε συνεχή έτη σε κράτος μέλος υποδοχής πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας, στις 30 Απριλίου 2006, έχει δικαίωμα μόνιμης διαμονής καθόσον αυτός δεν απουσίασε από το εν λόγω κράτος μέλος για χρονικό διάστημα άνω των δύο συναπτών ετών.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Η διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ρυθμίζεται στο εξής, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας για την τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της 13ης Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ C 306, σ. 1), από το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3 – ΕΕ L 158, σ. 77.
4 – Υπόθεση C-325/09, βλ. την ανακοίνωση στην ΕΕ 2009, C 256, σ. 13. Με την υπόθεση Dias το αιτούν δικαστήριο δεν απέβλεψε μεν στην εκ νέου υποβολή του ερωτήματος αυτού. Εντούτοις, ζητεί από το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται η υπόθεση Dias, και κατά την απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα της παρούσας υποθέσεως.
5 – Στο πλαίσιο αυτών των προτάσεων χρησιμοποιείται ο όρος «κοινοτικό δίκαιο», καθόσον ratione temporis έχει εφαρμογή ακόμη το κοινοτικό δίκαιο και όχι το δίκαιο της Ένωσης.
6 – ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 43.
7 – ΕΕ L 112, σ. 9.
8 – Επειδή η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρεται, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου παρατηρήσεις της, στα επιχειρήματα που ο Secretary of State προέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, αυτά δεν θα επαναληφθούν εδώ λεπτομερώς.
9 – Επειδή η CPAG αναφέρεται εκ νέου, με τις παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, στα επιχειρήματα που προέβαλε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, αυτά δεν θα επαναληφθούν εδώ λεπτομερώς.
10 – Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την αποδεχθείσα από το Συμβούλιο κοινή άποψη όσον αφορά την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, της 30ής Δεκεμβρίου 2003, SEK(2003) 1293 τελικό, σ. 10.
11 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-257/00 (Συλλογή 2003, σ. I-345).
12 – Ο Κοινός Πρακτικός Οδηγός εκδόθηκε το 2003 από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες και υπάρχει στο Διαδίκτυο στην ηλεκτρονική διεύθυνση .
13 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11.
14 – Απόφαση της 7ης Σεπτεμβρίου 2004, C-456/02 (Συλλογή 2004, σ. I‑7573).
15 – Βλ. την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
16 – Άρθρο 6 της οδηγίας.
17 – Άρθρο 7 της οδηγίας.
18 – Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9), της 6ης Ιουλίου 1993, C‑121/91 και C‑122/91, CT Control (Rotterdam) και JCT Benelux κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. I‑3873, σκέψη 22), και της 9ης Μαρτίου 2006, C‑293/04, Beemsterboer Coldstore Services (Συλλογή 2006, σ. I-2263, σκέψεις 19 έως 21).
19 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 20), και της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 119).
20 – Προαναφερθείσες στην υποσημείωση 19 αποφάσεις Racke (σκέψη 20) και Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (σκέψη 119).
21 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου Salumi (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψεις 9 επ.), της 15ης Ιουλίου 1993, C‑34/92, GruSa Fleisch (Συλλογή 1993, σ. I‑4147, σκέψη 22), Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 119), και Beemsterboer Coldstore Services (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 21).
22 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου Salumi (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψεις 9 επ.), GruSa Fleisch (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 22), Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 119) και Beemsterboer Coldstore Services (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 21).
23 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου 1987, 278/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1987, σ. 1, σκέψη 35). Ορθώς: Berger, T., Zulässigkeitsgrenzen der Rückwirkung von Gesetzen, Peter Lang 2002, σ. 180 και 196 επ., ο οποίος επισημαίνει ότι το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη διαρθρωτικά των διατάξεων στοιχεία, εντοπίζοντας επίσης το χρονικό πεδίο εφαρμογής της εκάστοτε συγκεκριμένης διατάξεως. Αποφασιστικό κριτήριο της αναδρομικής εφαρμογής είναι η έναρξη ισχύος μιας ρυθμίσεως σε σχέση με την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της.
24 – Αποφάσεις Salumi (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 9), vom GruSa Fleisch (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 21, σκέψη 22), Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19, σκέψη 119) και Beemsterboer Coldstore Services (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 21).
25 – Προαναφερθείς στην υποσημείωση 12.
26 – Βλ. σημείο 47 των προτάσεών μου.
27 – Η κατάργηση επήλθε με τον κανονισμό (ΕΚ) 635/2006 της Επιτροπής, της 25ης Απριλίου 2006, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 1251/70 περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σε αυτό ορισμένης εργασίας (ΕΕ L 112, σ. 9). Άμεση κατάργηση με το άρθρο 38 της οδηγίας 2004/38 δεν ήταν δυνατή, διότι η Επιτροπή είχε εκδώσει τον κανονισμό 1251/70 βάσει του άρθρου 39, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ και, κατά το άρθρο αυτό, διέθετε αποκλειστική αρμοδιότητα στον εν λόγω τομέα του δικαιώματος παραμονής των εργαζομένων στην επικράτεια κράτους μέλους.
28 – Όπως προκύπτει από την πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 635/2006, αυτό συνέβη ενόψει του ότι η οδηγία 2004/38 συγκέντρωσε σε ένα ενιαίο κείμενο τη νομοθεσία σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών της Ένωσης και στο άρθρο 17 της οδηγίας αυτής περιελήφθησαν τα βασικά στοιχεία των διατάξεων του κανονισμού 1251/70 και τροποποιήθηκαν υπό την έννοια ότι στους έχοντες δικαίωμα διαμονής χορηγείται προνομιακό καθεστώς, δηλαδή δικαίωμα μόνιμης διαμονής στο κράτος μέλος υποδοχής. Ο Egger, J., «Die neue Aufenthaltsrichtlinie der EU», Recht, Wirtschaft, Kultur: Herausforderungen an Staat und Gesellschaft im Zeitalter der Globalisierung: Festschrift für Hans Habitzel zum 60. Geburtstag, 2005, σ. 95 επ., 103, 111, επισημαίνει ότι η σχετική διάταξη της οδηγίας 2004/38 κατ’ ουσίαν ανταποκρίνεται –με προσαρμογές– στις διατάξεις του κανονισμού 1251/70 και αποσκοπεί στη διατήρησή τους.
29 – Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1251/70.
30 – Βλ. τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2004/38. Βλ., επίσης, Ηλιοπούλου, A., «Le nouveau droit de séjour des citoyens de l’Union et des membres de leur famille: la directive 2004/38/CE», Revue du Droit de l’Union Européenne 2004, σ. 523 επ., 530, η οποία, παραπέμποντας στο σημείο 114 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed της 5ης Ιουλίου 2001 στην υπόθεση C‑413/99, Baumbast (απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2002, Συλλογή 2002, σ. I-7091), υποστηρίζει την άποψη ότι το άρθρο 18 ΕΚ λειτουργεί ως εγγύηση του πρωτογενούς δικαίου για ήδη χορηγηθέντα δικαιώματα διαμονής, τα οποία ο κοινοτικός νομοθέτης οφείλει να διατηρήσει.
31 – Ο Hofstötter, B., «Die Aufenthaltsrechtliche Dimension der Unionsbürgerschaft im Spiegel aktueller Entscheidungen», Annuaire suisse de droit européen, 2005, σ. 267 επ., 278, ομιλεί για ενοποίηση και περαιτέρω εξέλιξη.
32 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 11.
33 – Βλ. αιτιολογική έκθεση του Συμβουλίου επί της κοινής θέσεως (ΕΚ) 6/2004 του Συμβουλίου, της 5ης Δεκεμβρίου 2003 (ΕΕ 2004, C 54, σ. 12, 31), και ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σ. 13). Η Ηλιοπούλου, A. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30) επισημαίνει ότι, μετά από παρέλευση πέντε ετών, ο σκοπός ενσωματώσεως υπερισχύει των οικονομικών επιφυλάξεων των κρατών μελών και, επομένως, το δικαίωμα διαμονής δεν βρίσκεται πλέον μεταξύ των προϋποθέσεων του κεφαλαίου 3 της οδηγίας. Μετά από διαμονή πέντε ετών στο κράτος μέλος υποδοχής, ένας πολίτης της Ένωσης έχει ριζώσει στο κράτος αυτό κατά τέτοιον τρόπο ώστε δικαιολογείται η είσοδός του στην κοινότητα αλληλεγγύης του εν λόγω κράτους μέλους.
34 – Βλ. αιτιολογική έκθεση του Συμβουλίου επί της κοινής θέσεως (ΕΚ) 6/2004 του Συμβουλίου της 5ης Δεκεμβρίου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 33), σ. 31, και ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10), σ. 13.
35 – Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο της 30ής Δεκεμβρίου 2003 (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σ. 10).
36 – Κατά τον Carlier, J.-Y., «Le devenir de la libre circulation des personnes dans l’Union Européenne: Regard sur la directive 2004/38», Cahiers de droit européen, 2006, σ. 13 επ., 32, η λήψη υπόψη πενταετούς διαμονής αποτελεί μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της αναπτυχθείσας από τη σχετική με την ιθαγένεια της Ένωσης νομολογία προϋποθέσεως πραγματικού δεσμού μεταξύ του πολίτη της Ένωσης και του κράτους μέλους υποδοχής.
37 – Βλ. σημείο 66 των προτάσεών μου.
38 – Οι Carlier, J.-Y. (προαναφερθείς στην υποσημείωση 36), σ. 14, και Ηλιοπούλου, A. (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 30), σ. 530, χαρακτηρίζουν την οδηγία 2004/38, λαμβάνοντας αυτά υπόψη, ως «directive refonte». Και ο Blázquez Peinado, D., «El derecho de libre circulación y residencia de los ciudadanos de la Unión y de los miembros de sus familias, últimos desarrollos normativos: La directiva 2004/38/CE de 29 de abril», Gazeta juridica de la Union Europea y de la competencia, 2004, σ. 18 επ.. ιδίως 20, επισημαίνει τη στενή σχέση μεταξύ της οδηγίας 2004/38 και των νομικών πράξεων που προηγήθηκαν αυτής.
39 – Βλ. σημείο 79 των προτάσεών μου.
40 – Βλ. άρθρο 38, παράγραφος 2, της οδηγίας 2004/38 και τον κανονισμό 635/2006.
41 – ΕΕ 2002, C 325.
42 – Ο Bezdeka, J., «Bemerkungen zur Umsetzung der Unionsbürgerrichtlinie in Österreich durch das Fremdenrechtspaket 2005», Zeitschrift für Ausländerrecht und Ausländerpolitik, 2005, σ. 384 επ., 384, επισημαίνει ότι μόνον η Αυστρία καταψήφισε την οδηγία 2004/38.
43 – Βλ. σημεία 59 έως 76 των προτάσεών μου.
44 – Βλ. σημεία 77 έως 80 των προτάσεών μου.
Full & Egal Universal Law Academy