ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
NIILO JÄÄSKINEN
της 23ης Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑194/09 P
Alcoa Trasformazioni Srl
«Αίτηση αναιρέσεως – Συστήματα προτιμησιακής τιμολογήσεως ηλεκτρικής ενέργειας παρεχόμενης σε ορισμένες ενεργοβόρες βιομηχανίες στην Ιταλία – Μέτρο που δεν συνιστά ενίσχυση – Παράταση της ισχύος των συστημάτων αυτών από τις ιταλικές αρχές – Απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ»
1. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η Alcoa Trasformazioni Srl (στο εξής: Alcoa) ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 25ης Μαρτίου 2009, T‑332/06, Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) (2) και τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 2006/C 214/03 της Επιτροπής περί κινήσεως της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 36/06 (πρώην NN 38/06) – Προτιμησιακή τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας για ορισμένες ενεργοβόρες βιομηχανίες στην Ιταλία (3) (στο εξής: επίδικη απόφαση), όσον αφορά τα συστήματα τιμολογήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που εφαρμόζονται στα συγκροτήματα παραγωγής αλουμινίου της Alcoa.
2. Η ιδιαιτερότητα της παρούσας υποθέσεως έγκειται στο γεγονός ότι η προσφυγή της Alcoa αφορά απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας κατά μέτρου που παρατείνει σύστημα εφαρμοζόμενο στην Alcoa και αφορά προτιμησιακή τιμολόγηση, το οποίο χαρακτηρίσθηκε από την Επιτροπή το 1995 μέτρο που δεν συνιστά ενίσχυση, και όχι οριστική απόφαση εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
3. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει, ειδικότερα, τις έννομες συνέπειες αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία κρίθηκε ότι συγκεκριμένο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
I – Το νομικό πλαίσιο
4. Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88 ΕΚ] (ΕΕ L 83, σ. 1), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 16η Απριλίου 1999, περιέχει τους ακόλουθους σχετικούς με την παρούσα υπόθεση ορισμούς:
«α) “ενίσχυση”: κάθε μέτρο το οποίο πληροί όλα τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο [87], παράγραφος 1, [ΕΚ]·
β) “υφιστάμενη ενίσχυση”:
i) [...] όλες οι ενισχύσεις οι οποίες υφίσταντο πριν από την έναρξη ισχύος της συνθήκης στο οικείο κράτος μέλος, δηλαδή καθεστώτα ενισχύσεων και ατομικές ενισχύσεις που είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν, και εφαρμόζονται ακόμη έπειτα, από την έναρξη ισχύος της συνθήκης·
ii) κάθε εγκεκριμένη ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις που έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή ή από το Συμβούλιο·
[...]
v) κάθε ενίσχυση που θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι όταν τέθηκε σε ισχύ δεν αποτελούσε ενίσχυση, αλλά στη συνέχεια έγινε ενίσχυση λόγω της εξέλιξης της κοινής αγοράς και χωρίς να μεταβληθεί από το κράτος μέλος. Όταν ορισμένα μέτρα μετατρέπονται σε ενισχύσεις λόγω της ελευθέρωσης μιας δραστηριότητας από την κοινοτική νομοθεσία, τα μέτρα αυτά δεν θεωρούνται ως υφιστάμενη ενίσχυση μετά την ταχθείσα ημερομηνία ελευθέρωσης·
γ) “νέα ενίσχυση”: κάθε ενίσχυση, δηλαδή τα καθεστώτα ενισχύσεων και οι ατομικές ενισχύσεις, οι οποίες δεν αποτελούν υφιστάμενη ενίσχυση, καθώς και οι μεταβολές υφιστάμενων ενισχύσεων·
[...]
στ) “παράνομη ενίσχυση”: νέα ενίσχυση η οποία εφαρμόζεται κατά παράβαση του άρθρου [88], παράγραφος 3, [ΕΚ]·
[...]».
5. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, «κάθε σχέδιο για τη χορήγηση νέας ενίσχυσης κοινοποιείται εγκαίρως στην Επιτροπή από το οικείο κράτος μέλος». Το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι μια νέα ενίσχυση «δεν τίθενται σε εφαρμογή παρά μόνον αφού η Επιτροπή λάβει, ή θεωρηθεί ότι έχει λάβει, απόφαση με την οποία εγκρίνει την εν λόγω ενίσχυση».
6. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:
«Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αποφασίζει να κινήσει τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο [88], παράγραφος 2, [ΕΚ] (εφεξής αποκαλούμενη “απόφαση για κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας”).»
7. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«Στην απόφαση για κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή αναφέρει συνοπτικά τα σημαντικότερα πραγματικά και νομικά ζητήματα, προβαίνει σε προσωρινή εκτίμηση σχετικά με τον χαρακτήρα του σχεδιαζόμενου μέτρου ως ενίσχυσης και εκθέτει τις αμφιβολίες της για το συμβατό του μέτρου με την κοινή αγορά. Η απόφαση καλεί το οικείο κράτος μέλος και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν παρατηρήσεις εντός ορισμένης προθεσμίας, η οποία συνήθως δεν υπερβαίνει τον ένα μήνα. Σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει την ταχθείσα προθεσμία.»
8. Όσον αφορά τα μη κοινοποιηθέντα μέτρα, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 ορίζει ότι «[ε]φόσον η Επιτροπή έχει στην κατοχή της πληροφορίες από τις οποίες απορρέει ότι υπήρξαν παράνομες ενισχύσεις, ανεξαρτήτως της πηγής τους, εξετάζει αμελλητί τις πληροφορίες αυτές». Στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού προβλέπεται ότι μετά την εξέταση αυτή εκδίδεται, ενδεχομένως, απόφαση κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας.
9. Η διαδικασία σχετικά με τα υφιστάμενα συστήματα ενισχύσεων προβλέπεται στα άρθρα 17 έως 19 του κανονισμού 659/1999. Κατά το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού, εάν η Επιτροπή «συνάγει ότι το υφιστάμενο καθεστώς ενισχύσεων δεν είναι συμβιβάσιμο ή δεν είναι πλέον συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά, εκδίδει σύσταση με την οποία προτείνει κατάλληλα μέτρα στο οικείο κράτος μέλος». Εάν το οικείο κράτος μέλος δεν δέχεται τα προτεινόμενα μέτρα, η Επιτροπή μπορεί, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας.
II – Τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
10. Η Alcoa είναι εταιρεία του ιταλικού δικαίου, ιδιοκτήτρια δύο συγκροτημάτων παραγωγής πρωτογενούς αλουμινίου, στο Portovesme, στη Σαρδηνία, και στη Fusina, στο Βένετο. Οι εγκαταστάσεις αυτές εκχωρήθηκαν στην αναιρεσείουσα από την Alumix SpA στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως της τελευταίας.
11. Με την απόφαση 96/C 288/04, η οποία κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία και δημοσιεύθηκε την 1η Οκτωβρίου 1996 (4) (στο εξής: απόφαση Alumix), η Επιτροπή κατέληξε, ειδικότερα, ότι η προτιμησιακή τιμολόγηση για την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας από την ENEL στις εγκαταστάσεις που απέκτησε η Alcoa δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Η εν λόγω προτιμησιακή τιμολόγηση είχε θεσπισθεί το 1992 με την απόφαση αριθ. 13, της 24ης Ιουλίου 1992, της διυπουργικής επιτροπής τιμών. Κατά το άρθρο του νομοθετικού διατάγματος της 19ης Δεκεμβρίου 1995 (5) (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα του 1995), το εν λόγω σύστημα τιμολογήσεως ήταν εφαρμοστέο έως την 31η Δεκεμβρίου 2005. Συναφώς, η Επιτροπή έκρινε, ειδικότερα, ότι, «εφαρμόζοντας ένα καθεστώς τιμολογήσεως για την παραγωγή πρωτογενούς αλουμινίου [στις εγκαταστάσεις που απέκτησε η αναιρεσείουσα], το οποίο καλύπτει το μεταβλητό κόστος της και συμβάλλει στα πάγια έξοδά της, η ENEL συμπεριφερόταν [ως φορέας που ενεργεί υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς], εφόσον τα εν λόγω καθεστώτα επιτρέπουν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στους σημαντικότερους βιομηχανικούς πελάτες της σε περιοχές στις οποίες υπάρχει πολύ σημαντικό πλεονάζον δυναμικό όσον αφορά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας».
12. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι με την απόφαση αριθ. 148/04 της 9ης Αυγούστου 2004, της Αρχής για την ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο (στο εξής: Αρχή), η διαχείριση της προτιμησιακής τιμολογήσεως ανατέθηκε στον δημόσιο φορέα Cassa Conguaglio per il settore elettrico (Ειδικό Ταμείο του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας, στο εξής: Cassa Conguaglio). Υπό την ιδιότητα αυτή, το Cassa Conguaglio επέστρεφε απευθείας στην Alcoa τη διαφορά μεταξύ της τιμής που της χρέωνε η ENEL και της προτιμησιακής τιμής που προέβλεπε το νομοθετικό διάταγμα του 1995, μέσω ενός φόρου υπέρ τρίτων επιβαλλόμενου στο σύνολο των καταναλωτών ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιταλία.
13. Το 2005, εγκρίθηκε από τις ιταλικές αρχές το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 35, της 14ης Μαρτίου 2005, το οποίο μετατράπηκε στον νόμο αριθ. 80, της 14ης Μαΐου 2005 (τακτικό συμπλήρωμα στην GURI αριθ. 91, της 14ης Μαΐου 2005, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα του 2005). Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 11, η προτιμησιακή τιμολόγηση που εφαρμοζόταν στις δύο εγκαταστάσεις της Alcoa παρατάθηκε έως την 31η Δεκεμβρίου 2010.
14. Απόφαση της αρμόδιας αρχής σε θέματα ηλεκτρικής ενέργειας (απόφαση της Αρχής αριθ. 217/05, της 13ης Οκτωβρίου 2005, ληφθείσα κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 11, παράγραφοι 11 και 13, του νομοθετικού διατάγματος του 2005) διευκρίνισε τους όρους εφαρμογής του εν λόγω άρθρου 11, παράγραφος 11. Οι όροι προέβλεπαν ότι η τιμή του 2004 θα συνεχίσει να εφαρμόζεται το 2005 και ότι η τιμή που ορίστηκε για τις εγκαταστάσεις της Alcoa δεν μπορεί να αυξηθεί, σε περίπτωση αυξήσεως των ετήσιων τιμών αναφοράς στα χρηματιστήρια ενέργειας της Φραγκφούρτης και του Άμστερνταμ παρά μόνον κατά μέγιστο ποσοστό 4 % ετησίως.
15. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή εξέδωσε την επίδικη απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, για τις νέες ενισχύσεις.
16. Με δικόγραφο της 29ης Νοεμβρίου 2006, η Alcoa άσκησε ενώπιον του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] προσφυγή ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Πρώτον, προέβαλε τον λόγο ότι η Επιτροπή έσφαλε χαρακτηρίζοντας κρατική ενίσχυση την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας που εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις της, ενώ η εν λόγω τιμή, η οποία αντιστοιχούσε σε τιμή της αγοράς, δεν τους προσέδιδε κανένα πλεονέκτημα. Δεύτερον, προσήψε στην Επιτροπή ότι παραβίασε τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, διατεινόμενη ότι η εν λόγω απόφαση ερχόταν σε αντίφαση με την απόφαση Alumix. Τρίτον, προέταξε, επικουρικώς, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή έσφαλε εξετάζοντας το επίμαχο μέτρο στο πλαίσιο της διαδικασίας που εφαρμόζεται για τις νέες ενισχύσεις και όχι στο πλαίσιο της διαδικασίας που εφαρμόζεται για τις υφιστάμενες ενισχύσεις.
17. Με απόφαση της 25ης Μαρτίου 2009, το Πρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή.
III – Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
18. Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η Alcoa προβάλλει δύο λόγους υποδιαιρούμενους σε περισσότερες συγκεκριμένες αιτιάσεις.
19. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Alcoa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι η Επιτροπή μπορούσε να κινήσει διαδικασία χωρίς να εξετάσει εάν τα συμπεράσματα που περιέχονται στην απόφαση Alumix ανταποκρίνονται πλέον στα πράγματα. Επομένως, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, πρώτον, περιορίζοντας τον εκ μέρους του έλεγχο της επίδικης αποφάσεως στην πρόδηλη πλάνη· δεύτερον, παραλείποντας να εφαρμόσει τη νομολογία και τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της Ένωσης, σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις προηγούμενες αποφάσεις της στην ίδια υπόθεση· τρίτον, βασιζόμενο σε ανεπαρκή στοιχεία προς συναγωγή του συμπεράσματος ότι η Επιτροπή αιτιολόγησε την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας· τέταρτον, εκτιμώντας ότι η απόφαση Alumix αφορούσε συγκεκριμένη χρονική περίοδο· πέμπτον, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι, με την επίδικη απόφαση, η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και του δικαιώματος ακροάσεως· έκτον, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η επίδικη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
20. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Alcoa διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι εν προκειμένω είχε εφαρμογή η διαδικασία η σχετική με τις νέες ενισχύσεις. Προς στήριξη αυτού του λόγου, η Alcoa προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πρώτον, ότι βασίσθηκε σε νομολογία σχετική με τη χρονική παράταση μιας συμβατής ενισχύσεως· δεύτερον, ότι ερμήνευσε την απόφαση Alumix ως αφορώσα συγκεκριμένη χρονική περίοδο· τρίτον, ότι βασίσθηκε εσφαλμένα σε τεχνικές τροποποιήσεις που επήλθαν το 1999 και το 2004· τέταρτον, ότι παραγνώρισε την αναγκαιότητα προστασίας της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο πλαίσιο της κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας.
21. Η Alcoa ζητεί, επομένως, την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και την ακύρωση της αποφάσεως 2006/C 214/03 της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία την 19η Ιουλίου 2006, κατά το μέρος που αφορά τα συστήματα τιμολογήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που εφαρμόζονται στις εγκαταστάσεις αλουμινίου της Alcoa. Επικουρικώς, ζητεί την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και την αναπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να επανεξετασθεί λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Η Alcoa ζητεί να καταδικασθεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής των ποσών που της καταβλήθηκαν ως έξοδα επιδικασθέντα στο πλαίσιο της διαδικασίας σε πρώτο βαθμό.
22. Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
IV – Εισαγωγή
23. Παρατηρώ, κατ’ αρχάς, ότι το ζήτημα που τίθεται στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως συνίσταται στο υπό ποιες προϋποθέσεις μέτρο το οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί πλέον αυτοτελές μέτρο, αν οι εθνικές αρχές το τροποποιήσουν μερικώς και αποφασίσουν να παρατείνουν τη χρονική διάρκειά του.
24. Διαπιστώνω ότι η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της θέσεως της Alcoa και της θέσεως της Επιτροπής έγκειται στο ότι, για την Alcoa, πρόκειται για παράταση του μέτρου που ήδη εξέτασε η Επιτροπή, ενώ για την Επιτροπή πρόκειται για αυτοτελές μέτρο, το οποίο, επομένως, μπορεί να εξετασθεί μόνον υπό την έννοια μήπως συνιστά νέα ενίσχυση.
25. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί εξαρχής ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου βασίζεται στην εκτιθέμενη στη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διαπίστωση ότι το επίμαχο μέτρο δεν μπορεί να θεωρηθεί υφιστάμενη ενίσχυση, όχι μόνον επειδή καλύπτει διαφορετική περίοδο από την εξεταζόμενη στην απόφαση Alumix, αλλά και επειδή δεν συνίσταται πλέον στην εφαρμογή από την ENEL του προβλεπόμενου από το νομοθετικό διάταγμα του 1995 συστήματος τιμολογήσεως, προβλέποντος τιμές αντίστοιχες των τιμών της αγοράς, αλλά στην παροχή επιστροφής από το Cassa Conguaglio για την αντιστάθμιση της διαφοράς μεταξύ της τιμής που εφαρμόζει η ENEL και της τιμής που προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα του 1995, όπως αυτό παρατάθηκε με το νομοθετικό διάταγμα του 2005. Επομένως, κατά το Πρωτοδικείο, πρόκειται για διαφορετικό μέτρο.
V – Γενικές παρατηρήσεις επί των μέτρων που δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση και της ενδεχόμενης μεταβολής του χαρακτηρισμού τους
26. Η Συνθήκη προέβλεψε και ρύθμισε, στο άρθρο 88 ΕΚ, τη διαρκή εξέταση και τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή. Δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 1, ΕΚ, η Επιτροπή εξετάζει διαρκώς τα συστήματα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη μέλη. Όσον αφορά τις νέες ενισχύσεις, τις οποίες τα κράτη μέλη προτίθενται να θεσπίσουν, η Συνθήκη ορίζει μια προκαταρκτική διαδικασία χωρίς την τήρηση της οποίας καμία ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί νομοτύπως θεσπισθείσα. Δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, τα σχέδια που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή πριν από την εφαρμογή τους.
27. Συναφώς, πρέπει, επομένως, να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της προκαταρκτικής διαδικασίας εξετάσεως των ενισχύσεων, η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, σκοπός της οποίας είναι απλώς να επιτρέψει στην Επιτροπή να διαμορφώσει μια πρώτη γνώμη σχετικά με τη μερική ή πλήρη συμβατότητα της ενισχύσεως και, αφετέρου, της επίσημης διαδικασίας έρευνας που αναφέρεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η δεύτερη αυτή διαδικασία επιτρέπει την εμβριθή εξέταση των κρατικών μέτρων και έχει διττό σκοπό: αφενός, να προστατεύσει τα δικαιώματα ενδεχόμενων τρίτων ενδιαφερομένων και, αφετέρου, να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να διαφωτισθεί πλήρως επί του συνόλου των στοιχείων της υποθέσεως πριν λάβει την απόφασή της (6).
28. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί στην υπόθεση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής σχετικά με τις συνέπειες αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία μετέβαλε την εκτίμησή της σε σχέση με προηγούμενη απόφαση με την οποία διαπίστωνε ότι ένα μέτρο δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση (7).
29. Επιπλέον, στις προτάσεις του επί της εν λόγω υποθέσεως, ο γενικός εισαγγελέας Léger επισήμανε ότι η απόφαση με την οποία η Επιτροπή διαπιστώνει ότι ένα μέτρο δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν δημιουργεί νομική κατάσταση η οποία μπορεί να μεταβάλλεται συχνά στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας των κοινοτικών οργάνων, όπως μπορεί να συμβεί, μεταξύ άλλων, σε τομείς όπως οι κοινές οργανώσεις αγοράς, των οποίων το αντικείμενο περιλαμβάνει συνεχή προσαρμογή στις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως (8).
30. Συνεπώς, κατά τον γενικό εισαγγελέα P. Léger, όταν ένα εθνικό μέτρο έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, και η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση διαπιστώνουσα ότι το εν λόγω μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, τόσο το κράτος που θέσπισε το εν λόγω μέτρο, όσο και οι αποδέκτες του μέτρου αυτού μπορούν να έχουν, μετά την παρέλευση της προθεσμίας προσφυγής κατά της εν λόγω αποφάσεως, τη βεβαιότητα ότι το καθεστώς αυτό δεν αντιβαίνει στους κοινοτικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Οι ενδιαφερόμενοι, επομένως, μπορούν βασίμως να θεωρούν ότι η εν λόγω απόφαση μπορεί να επανεξεταστεί μόνο σε περίπτωση εξελίξεως της κοινής αγοράς (9).
31. Παρότι συμφωνώ με την ως άνω συλλογιστική, επισημαίνω ότι οι ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της παρούσας υποθέσεως και της προαναφερθείσας υποθέσεως Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής δεν επιτρέπουν τον περιορισμό της αναλύσεως της προκειμένης περιπτώσεως στη διαπίστωση αυτή.
32. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, διαπιστώθηκε ότι, μετά την κοινοποίησή του, το μέτρο δεν είχε υποστεί καμία ουσιαστική τροποποίηση (10). Όμως, στο πλαίσιο της παρούσας αιτήσεως αναιρέσεως, το κύριο ζήτημα έγκειται στις συνέπειες της τροποποιήσεως ενός μέτρου το οποίο είχε κριθεί προηγουμένως ως μη εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
33. Συναφώς, χρήσιμα διδάγματα μπορούν να αντληθούν από την ακόλουθη νομολογία.
34. Αφενός, επισημαίνω ότι όσον αφορά τα κοινοποιηθέντα μέτρα, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η απαγόρευση εφαρμογής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο της Συνθήκης (νυν άρθρο 88, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, ΕΚ) αφορά το σχεδιαζόμενο σύστημα ενισχύσεων στο σύνολό του και την τελική μορφή του όπως αποφασίζεται από τις εθνικές αρχές. Εάν το αρχικώς κοινοποιηθέν σχέδιο υποβληθεί στο μεταξύ σε τροποποιήσεις, για τις οποίες η Επιτροπή δεν ενημερώθηκε, η απαγόρευση αφορά το τροποποιηθέν σχέδιο, εκτός εάν η προβαλλόμενη τροποποίηση δεν συνιστά στην πραγματικότητα διαφορετικό μέτρο ενισχύσεως, το οποίο πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο χωριστής εκτιμήσεως και, επομένως, δεν μπορεί να επηρεάσει την εκτίμηση που έχει ήδη διατυπώσει η Επιτροπή επί του αρχικού σχεδίου. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, η απαγόρευση ισχύει μόνο για το μέτρο ενισχύσεως που θεσπίσθηκε με την τροποποίηση (11).
35. Αφετέρου, κατά το Δικαστήριο, όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο όσο και από τον σκοπό των διατάξεων του άρθρου 93 της Συνθήκης (νυν άρθρο 88 ΕΚ), πρέπει να θεωρηθούν ως νέες ενισχύσεις, για τις οποίες υφίσταται η προβλεπόμενη από την τελευταία αυτή διάταξη υποχρέωση κοινοποιήσεως, τα αποσκοπούντα στη θέσπιση ή τροποποίηση ενισχύσεων μέτρα, με τη διευκρίνιση ότι οι τροποποιήσεις μπορούν να αφορούν είτε υφιστάμενες ενισχύσεις είτε αρχικά σχέδια κοινοποιηθέντα στην Επιτροπή (12).
36. Παρατηρώ, επίσης, ότι στη νομολογία του, το Πρωτοδικείο επιχείρησε να οριοθετήσει τη φύση της τροποποιήσεως υφιστάμενης ενισχύσεως (13). Ωστόσο, φρονώ ότι η φύση της παρατάσεως ή τροποποιήσεως, καθώς και οι συνέπειες που απορρέουν από αυτές, πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση, γεγονός που αποκλείει, κατά την άποψή μου, τη διαμόρφωση ενός κανόνα ή γενικών κριτηρίων σχετικά με τη φύση των επελθουσών μεταβολών.
37. Φρονώ ότι μέτρο για το οποίο η Επιτροπή αποφάνθηκε προηγουμένως ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ειδικότερα στις ακόλουθες υποθετικές περιπτώσεις.
38. Κατ’ αρχάς, κατ’ εφαρμογή της έννοιας της «εξέλιξης της κοινής αγοράς», η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1, στοιχείο β΄, περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999 και διευκρινίζει ότι μέτρο που δεν αποτελούσε ενίσχυση όταν τέθηκε σε ισχύ πρέπει εντούτοις να θεωρηθεί υφιστάμενη ενίσχυση εφόσον στη συνέχεια κατέστη «ενίσχυση λόγω της εξέλιξης της κοινής αγοράς». Έτσι, το μέτρο θεωρείται πλέον υφιστάμενη ενίσχυση.
39. Εν συνεχεία, στην περίπτωση αναθεωρήσεως από την Επιτροπή της εκτιμήσεώς της όσον αφορά το μέτρο, ιδίως, βάσει αυστηρότερης εφαρμογής των κανόνων των Συνθήκης για τις κρατικές ενισχύσεις. Επομένως, το μέτρο μπορεί να υποβληθεί στη διαδικασία για τις υφιστάμενες ενισχύσεις (14).
40. Τέλος, όταν το κράτος μέλος τροποποιεί το μέτρο κατά τρόπο ώστε να αποκτά τα χαρακτηριστικά που προβλέπονται στο άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ και να καθίσταται μέτρο αυτοτελές σε σχέση με το προηγουμένως εξετασθέν. Έτσι, το μέτρο καθίσταται νέα ενίσχυση.
41. Κατά την άποψή μου, εν προκειμένω συντρέχει η τελευταία περίπτωση.
42. Βεβαίως, αν η Επιτροπή αποφανθεί ότι συγκεκριμένο μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, η απλή παράταση ισχύος του εν λόγω μέτρου δεν μπορεί να επιφέρει μεταβολή της εκτιμήσεως της Επιτροπής. Πράγματι, εξυπακούεται ότι όταν οι παράμετροι που παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες, δηλαδή το μέτρο που εξακολουθεί να μην εμφανίζει χαρακτηριστικά κρατικής ενισχύσεως, καλύπτεται από τις διαβεβαιώσεις όσον αφορά τη συμβατότητά του προς το δίκαιο της Ένωσης, τις οποίες διατύπωσε η Επιτροπή στη σχετική με το μέτρο αυτό απόφασή της.
43. Στην περίπτωση απλής παρατάσεως ενός καθεστώτος ή ενός μέτρου, φαίνεται προσήκον, σε περίπτωση εξελίξεως της αγοράς, να εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος β΄, περίπτωση v, και των άρθρων 17 έως 19 του κανονισμού 659/1999.
44. Ωστόσο, παράταση η οποία λαμβάνει χώρα μετά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής που έκρινε ότι το μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση και η οποία συνδυάζεται με αλλαγή της ουσίας του μέτρου, ώστε να συνιστά ουσιαστική τροποποίησή του, έχει ως αποτέλεσμα αναθεώρηση του χαρακτηρισμού του εφαρμοζομένου συστήματος. Πράγματι, το μέτρο μπορεί να μετατραπεί σε μέτρο το οποίο ενδεχομένως εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Ένα τέτοιο μέτρο αποτελεί κατ’ ανάγκη αυτοτελές μέτρο σε σχέση με το προϋπάρχον.
45. Συναφώς, η Επιτροπή υπέχει υποχρέωση πολύπλευρης αναλύσεως της φύσεως των επελθουσών τροποποιήσεων. Πράγματι, εάν έκρινε ότι το μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή πρέπει να βεβαιωθεί, μέσω επαρκώς εμβριθούς εξετάσεως, ότι πρόκειται για παράταση χωρίς τροποποίηση ή για ουσιαστική τροποποίηση προτού κινήσει προκαταρκτική διαδικασία.
46. Φρονώ ότι η απαίτηση αυτή συνδέεται με την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
47. Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας P. Léger το κατά πόσον ένα εθνικό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ δεν αποτελεί ζήτημα εκτιμώμενο κατά διακριτική ευχέρεια. Το γεγονός ότι η Επιτροπή μπορεί να εκτιμήσει με ευρεία διακριτική ευχέρεια αν ένα εθνικό μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως, όταν η εξέταση των προϋποθέσεων εφαρμογής της απαιτεί πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις, δεν σημαίνει ότι το εν λόγω όργανο μπορεί να μεταβάλει ανά πάσα στιγμή, κατά διακριτική ευχέρεια, την εκτίμησή του ως προς την ύπαρξη ενισχύσεως ενισχύσεις (15).
48. Συναφώς, επισημαίνω ότι η τροποποίηση ενός μέτρου μπορεί να λάβει χώρα σε διάφορα επίπεδα.
49. Πρέπει να τονισθεί ότι σε περίπτωση αλλαγής της δημόσιας αρχής που αποφασίζει περί ενός μέτρου, δηλαδή του φορέα που θέσπισε μέτρο το οποίο κρίθηκε ότι δεν συνιστά ενίσχυση, η εν λόγω αλλαγή μπορεί να είναι απλώς τυπική. Έτσι, συνήθως, αποφασιστικό κριτήριο προκειμένου να διαπιστωθεί εάν επήλθε ουσιαστική αλλαγή πρέπει να αποτελεί η οικονομική συνέπεια μιας τέτοιας αλλαγής.
50. Μια μεταβολή μπορεί επίσης να έχει τυπικό χαρακτήρα, όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής του μέτρου, δηλαδή τις λεπτομέρειες τις σχετικές με τη διάθεση των πόρων που απαιτούνται για τη χρηματοδότηση του μέτρου.
51. Εν προκειμένω, φρονώ ότι δεν πρόκειται για αμιγώς τυπική τροποποίηση. Η διττή τροποποίηση, η οποία αφορά, αφενός, τον φορέα που χορηγεί την προβαλλόμενη ενίσχυση, δηλαδή τη μετάβαση από μια δημόσια επιχείρηση η οποία απολάμβανε ενός ιστορικού μονοπωλίου σε έναν δημόσιο φορέα και, αφετέρου, τον μηχανισμό χρηματοδοτήσεως, ο οποίος από προτιμησιακή τιμολόγηση μετατρέπεται σε φόρο υπέρ τρίτων που βαρύνει όλους τους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, μπορεί να συμβάλει στον χαρακτηρισμό της εν λόγω τροποποιήσεως ως ουσιαστικής. Ο χαρακτηρισμός αυτός μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί το επίμαχο μέτρο ως αυτοτελές μέτρο και ενδέχεται να θεμελιώσει την απόφαση της Επιτροπής περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας.
52. Επίσης, το γεγονός ότι εξέτασε τον νομικό χαρακτηρισμό ενός μέτρου δεν εμποδίζει την αρμόδια αρχή να επανεξετάσει το επίμαχο μέτρο, εφόσον η εν λόγω αρχή έχει αμφιβολίες, βάσει νέων σχετικών πληροφοριών, όσον αφορά τη συμβατότητά του προς τους εφαρμοστέους κανόνες. Στην περίπτωση που μέτρο το οποίο κρίθηκε ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση τροποποιηθεί έτσι ώστε να καταστεί αυτοτελές νέο μέτρο, η Επιτροπή πρέπει να έχει τη δυνατότητα, σε μια τέτοια περίπτωση, να προσφύγει στην ως άνω διαδικασία.
53. Κατά το πέρας του προκαταρκτικού σταδίου εξετάσεως κρατικού μέτρου, η Επιτροπή έχει, επομένως, τριπλή επιλογή: είτε να αποφασίσει ότι το επίμαχο κρατικό μέτρο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, είτε να αποφασίσει ότι το μέτρο αυτό, μολονότι συνιστά ενίσχυση, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, είτε να αποφασίσει να κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας (16).
54. Εν προκειμένω, όσον αφορά την προτιμησιακή τιμολόγηση που παρασχέθηκε στην Alcoa, προκύπτει από τη δικογραφία ότι η Επιτροπή έλαβε την επίδικη απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας λόγω αμφιβολιών κατά το προκαταρκτικό στάδιο. Η οριστική απόφαση, με την οποία διαπιστώθηκε ασυμβατότητα του καθεστώτος επιδοτήσεως των τιμών υπέρ της Alcoa, εκδόθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2009 (17).
VI – Επί της πρώτης αιτιάσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
55. Επειδή φρονώ ότι η αιτίαση αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία για την επίλυση της παρούσας διαφοράς, προτείνω να εξετασθεί πρώτη.
Α – Παρατηρήσεις των διαδίκων
56. Η Alcoa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στήριξε τη συλλογιστική του στην απόφασή του επί της υποθέσεως Diputación Foral de Álava κ.λπ. (18), αποφαινόμενο ότι μια χρονική παράταση μπορεί από μόνη της να μεταβάλει ένα μέτρο σε νέα ενίσχυση. Όμως, η εν λόγω απόφαση αφορά την παράταση μέτρου το οποίο είχε χαρακτηρισθεί συμβατή ενίσχυση, ενώ στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για μέτρο για το οποίο η Επιτροπή έκρινε ότι δεν συνιστά ενίσχυση. Κατά την Alcoa, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο παραλείποντας να λάβει υπόψη τις νομικές διαφορές μεταξύ της διαπιστώσεως της συμβατότητας μιας ενισχύσεως και της διαπιστώσεως της ανυπαρξίας ενισχύσεως.
57. Κατά την Alcoa, όταν συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται ενίσχυση, η μεταβολή των συνθηκών της αγοράς μπορεί να μεταβάλει το μέτρο σε ενίσχυση, αλλά η απλή παράταση ισχύος του μέτρου δεν μπορεί να έχει μια τέτοια συνέπεια. Επομένως, εφαρμόζεται το άρθρο 1, στοιχείο β΄, περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999, το οποίο επιβάλλει να χαρακτηριστεί το μέτρο ως υφιστάμενη ενίσχυση παρά ως νέα ενίσχυση.
58. Η Επιτροπή τονίζει ότι η επίδικη απόφαση δεν στηρίζεται μόνο στην παράταση ισχύος του μέτρου, αλλά επίσης στην τροποποίηση του μέτρου σε θεωρητική τιμολόγηση. Αυτή η τροποποίηση του μέτρου επαρκεί προς αιτιολόγηση του προσωρινού χαρακτηρισμού του άρθρου 11, παράγραφος 11, του νομοθετικού διατάγματος του 2005 ως νέας ενισχύσεως.
Β – Εκτίμηση
59. Μέσω της θεμελιώδους αυτής αιτιάσεως, η Alcoa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στηρίζοντας τη συλλογιστική του σε νομολογία η οποία, κατά την Alcoa, δεν μπορεί να μεταφερθεί στα μέτρα που δεν συνιστούν ενίσχυση, ώστε να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται η διαδικασία για τις νέες ενισχύσεις.
60. Συναφώς, επισημαίνω ότι στη σκέψη 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, απαντώντας στο επιχείρημα της Alcoa που υποστήριζε ότι η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει το επίμαχο μέτρο στο πλαίσιο της διαδικασίας που εφαρμόζεται στις υφιστάμενες ενισχύσεις και όχι εκείνης που εφαρμόζεται στις νέες ενισχύσεις, με το αιτιολογικό ότι το εν λόγω μέτρο δεν συνιστά ουσιαστική τροποποίηση του μέτρου που αφορά η απόφαση Alumix, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ορθώς τη νομολογία που αφορά τις τροποποιήσεις υφιστάμενης ενισχύσεως. Παρέπεμψε επίσης στη νομολογία που αφορά την παράταση χορηγουμένων ήδη ενισχύσεων.
61. Ακολούθως, στη σκέψη 129 της αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε την εν λόγω νομολογία στην προκειμένη περίπτωση, εκτιμώντας ότι η παράταση της ισχύος ή η τροποποίηση ενός μέτρου που δεν συνιστά κρατική ενίσχυση πρέπει να συνεπάγεται την εφαρμογή της διαδικασίας για τις νέες ενισχύσεις.
62. Προς στήριξη της διαπιστώσεως αυτής, το Πρωτοδικείο εξέτασε λεπτομερώς, στις σκέψεις 130 και 131, τη φύση των επελθουσών τροποποιήσεων. Απέρριψε επίσης, στη σκέψη 134, το επιχείρημα της Alcoa ότι οι μεταβολές στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν ουσιαστικές.
63. Συναφώς, διαπιστώνω ότι προκύπτει με σαφήνεια από τη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι, κατόπιν παρατάσεως της ισχύος μέτρου για το οποίο η Επιτροπή αποφάνθηκε ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόσει μόνον τη διαδικασία για τις νέες ενισχύσεις.
64. Εντούτοις, μια τέτοια διαπίστωση αρχής δεν απορρέει ευθέως από την παρατεθείσα από το Πρωτοδικείο νομολογία στην προηγούμενη σκέψη της αποφάσεώς του, η οποία αφορά την περίπτωση τροποποιήσεως υφιστάμενης ενισχύσεως. Επίσης, φρονώ ότι αντιβαίνει στις σκέψεις που αναπτύχθηκαν ανωτέρω σχετικά με τις συνέπειες αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή έκρινε ότι το μέτρο δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
65. Μια τέτοια διαπίστωση αρχής δεν λαμβάνει επίσης υπόψη τις επιταγές που απορρέουν από την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εφόσον, απουσία ουσιαστικής τροποποιήσεως του μέτρου ή, εξαιρετικώς, νέων σχετικών πληροφοριών, οι οποίες δεν ήταν διαθέσιμες όταν η Επιτροπή διατύπωσε την άποψή της, οι δικαιούχοι και οι φορείς μπορούν να βασίζονται στην περιεχόμενη στην απόφαση εκτίμηση της Επιτροπής, υπό την επιφύλαξη της μη αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 1, στοιχείο β΄, περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999, σχετικά με τις συνέπειες της εξελίξεως της κοινής αγοράς επί μέτρου το οποίο κατέστη κρατική ενίσχυση.
66. Επομένως, φρονώ ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου που παρατίθεται στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνιστά πλάνη περί το δίκαιο. Ωστόσο, φρονώ ότι δεν είναι τέτοιας φύσεως ώστε να συνεπάγεται την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
67. Στην πραγματικότητα, το Πρωτοδικείο δεν βασίσθηκε στη διαπίστωση αυτή προκειμένου να επιβεβαιώσει την εφαρμογή της διαδικασίας για τις νέες ενισχύσεις. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 130 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου δεν αφορά την περίπτωση παρατάσεως του οικείου μέτρου, αλλά τον αυτοτελή χαρακτήρα του εν λόγω μέτρου σε σχέση με εκείνο το οποίο είχε εξετάσει προηγουμένως η Επιτροπή στο πλαίσιο της αποφάσεως Alumix.
68. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 131 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το μέτρο που εξετάσθηκε στην επίδικη απόφαση καλύπτει, κατά το Πρωτοδικείο, διαφορετική περίοδο και βασίζεται σε διαφορετικό μηχανισμό διαχειρίσεως.
69. Προκύπτει, επομένως, από τις σκέψεις 130 έως 133, ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε συνολική ανάλυση των περιστάσεων που οδήγησαν την Επιτροπή να εκδώσει την επίδικη απόφαση στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, αυτή η εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά τον ουσιαστικό χαρακτήρα των επελθουσών τροποποιήσεων στο πλαίσιο του επίμαχου μέτρου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αυτοτελές μέτρο, συνιστά ζήτημα εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών.
70. Πάντως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι, βάσει της γενικής αρχής που καθιερώνει το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως κατά πρωτόδικης αποφάσεως περιορίζεται μόνο σε νομικά ζητήματα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει εκ νέου τις εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτιμήσεις των πραγματικών περιστατικών, εξαιρουμένης της περιπτώσεως παραμορφώσεως των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων (19).
71. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο παραμόρφωση στοιχείου, η παρούσα αιτίαση πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη, ως βάλλουσα ενδεχομένως την αμφισβήτηση της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου, το οποίο έκρινε ότι το μέτρο που εξετάσθηκε στην επίδικη απόφαση συνιστά μέτρο αυτοτελές σε σχέση με εκείνο το οποίο είχε εξετάσει προηγουμένως η Επιτροπή στο πλαίσιο της αποφάσεως Alumix.
72. Πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι, οσάκις το Πρωτοδικείο προβαίνει σε εξακρίβωση ή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να ασκήσει, δυνάμει του άρθρου 225 ΕΚ, έλεγχο όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό αυτών των πραγματικών περιστατικών και τις έννομες συνέπειες που έχει συναγάγει το Πρωτοδικείο (20).
73. Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες διαπιστώσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, ως αποκλειστικώς αρμόδιο, στη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκειμένου να αιτιολογήσει την εφαρμογή της διαδικασίας για τις νέες ενισχύσεις επί του μέτρου που εξετάστηκε ως αυτοτελές μέτρο, ότι αυτό αφορούσε διαφορετική περίοδο και συνίστατο στη θέσπιση ενός νέου μηχανισμού.
74. Ως εκ τούτου, παρότι η πρώτη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι βάσιμη καθώς αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο, υπογραμμίζοντας, στην αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τη διαπίστωση αρχής κατά την οποία η Επιτροπή μπορεί να εξετάσει ένα μέτρο του οποίου παρατάθηκε η ισχύς αποκλειστικά στο πλαίσιο της διαδικασίας για τις νέες ενισχύσεις, η εν λόγω αιτίαση δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει σε αμφισβήτηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
VII – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Α – Επί της πρώτης αιτιάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
75. Με την πρώτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Alcoa διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο εκτιμώντας ότι ο πρώτος λόγος που επικαλέσθηκε η Alcoa αφορούσε προσωρινά ζητήματα για τα οποία ο έλεγχος που ασκεί το Πρωτοδικείο έπρεπε να περιορίζεται στην πρόδηλη πλάνη.
76. Έχοντας επισημάνει ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της κινήσεως επίσημης διαδικασίας κατά μέτρων για τα οποία διαπιστώθηκε ειδικώς ότι δεν συνιστούν ενίσχυση και της κινήσεως διαδικασίας κατά μέτρων για τα οποία δεν υπήρξε τέτοια διαπίστωση, η Alcoa διατείνεται ότι, προκειμένου τα προηγούμενα συμπεράσματα περί απουσίας ενισχύσεως να εξακολουθήσουν να είναι έγκυρα, η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να καθορίσει, στην προκαταρκτική εξέταση που διενεργεί πριν από την κίνηση επίσημης διαδικασίας, εάν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι λόγοι για τους οποίους κατέληξε στα εν λόγω συμπεράσματα δεν συντρέχουν πλέον, περιλαμβάνουσα σχετική αιτιολογία στην απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας.
77. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, κατ’ αυτήν, το Πρωτοδικείο άσκησε τον επιβαλλόμενο βαθμό ελέγχου, δηλαδή τον βαθμό ελέγχου μιας προσωρινής αποφάσεως (21).
2. Εκτίμηση
78. Κατά την Alcoa, το Πρωτοδικείο, εκτιμώντας ότι εκείνο που αμφισβητείται είναι η έκταση του ελέγχου των αποφάσεων περί κινήσεως διαδικασίας, μετατόπισε και περιόρισε το αντικείμενο της αιτιάσεως της Alcoa.
79. Συναφώς, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι υπάρχει μια γενική αρχή του διοικητικού δικαίου, αναγνωριζόμενη από τις έννομες τάξεις αρκετών κρατών μελών, η οποία συνηγορεί υπέρ του περιορισμού της δυνατότητας προσβολής μέσω αιτήσεως ακυρώσεως πράξεων που έχουν προπαρασκευαστικό μόνο χαρακτήρα (22). Επισημαίνω ότι μόνον προπαρασκευαστικές πράξεις με αυτοτελή έννομα αποτελέσματα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο χωριστής ένδικης διαδικασίας. Εντούτοις, οι αποφάσεις κινήσεως προκαταρκτικής εξετάσεως μπορούν να έχουν ειδικά και σημαντικά έννομα αποτελέσματα για τα οικεία μέρη και πρέπει, επομένως, να μπορούν να προσβληθούν. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλισθεί η πρακτική αποτελεσματικότητα της αναγκαίας διακρίσεως μεταξύ της προκαταρκτικής διαδικασίας και της εξετάσεως επί της ουσίας που προβλέπεται στο άρθρο 88 ΕΚ, δεν είναι δυνατόν να υπάγεται η πρώτη περίπτωση σε επαχθέστερες νομικές απαιτήσεις από ό,τι η δεύτερη.
80. Λαμβάνοντας υπόψη τον προσωρινό χαρακτήρα της αποφάσεως περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η οποία περιλαμβάνει προκαταρκτική αξιολόγηση του προτεινόμενου μέτρου από την Επιτροπή προκειμένου να καθορισθεί εάν το εν λόγω μέτρο εμφανίζει τα χαρακτηριστικά κρατικής ενισχύσεως, ο έλεγχος της νομιμότητας που ασκείται από τον κοινοτικό δικαστή πρέπει να είναι περιορισμένος, εφόσον όλα τα πρόσφορα στοιχεία θα μπορέσουν να συζητηθούν και να αμφισβητηθούν από τους διαδίκους μόνον βάσει της οριστικής αποφάσεως, η οποία βασίζεται στις πληροφορίες που συλλέγονται κατά το στάδιο της εξετάσεως.
81. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, στις σκέψεις 60 και 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο έλεγχος της νομιμότητας που ασκείται από αυτό σε μια απόφαση περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας πρέπει να είναι περιορισμένος.
82. Επομένως, πρέπει να κριθεί αβάσιμη η πρώτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
83. Απομένει να εξετασθεί το ζήτημα των ενεργειών στις οποίες όφειλε να προβεί η Επιτροπή πριν από την επίσημη απόφαση κινήσεως της διαδικασίας, το οποίο θα εξετάσω από κοινού με τη δεύτερη αιτίαση που προβάλλεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
Β – Επί της δεύτερης αιτιάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
84. Με την αιτίαση αυτή, η Alcoa διατείνεται ότι, παραλείποντας να εφαρμόσει τη νομολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις προηγούμενες αποφάσεις που εξέδωσε στην ίδια υπόθεση, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο (23). Κατά την Alcoa, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν όφειλε να εξετάσει εάν τα κριτήρια επί των οποίων είχε στηριχθεί για να διαπιστώσει την απουσία πλεονεκτήματος στην απόφαση Alumix ίσχυαν ακόμη.
85. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η χωρίς διάκριση αναφορά στο «μέτρο» από την Alcoa είναι ακατάλληλη. Επίσης, η Επιτροπή επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ των πραγματικών περιστατικών στα οποία βασιζόταν η απόφαση Alumix, από τα οποία προέκυπτε ότι η επιχείρηση ENEL θα παρείχε η ίδια την ηλεκτρική ενέργεια στην Alcoa στη συμφωνηθείσα τιμή. Αντιθέτως, η επίδικη απόφαση βασίζεται στο γεγονός ότι το κράτος θα επέστρεφε στην Alcoa μέρος της καταβληθείσας στην ENEL τιμής. Επομένως, η προπαραταθείσα νομολογία Italgrani II δεν έχει εφαρμογή, και το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη αποφαινόμενο ότι δεν ήταν βάσιμο το επιχείρημα της Alcoa ότι η τιμή στην οποία προμηθεύτηκε ηλεκτρική ενέργεια αντιστοιχούσε στην τιμή της αγοράς.
2. Εκτίμηση
86. Εκ προοιμίου, υπενθυμίζω ότι στην απόφαση Italgrani I (24), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, εάν υπάρχει ένα γενικό σύστημα ενισχύσεων, η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την προηγούμενη απόφαση που αφορά το εν λόγω σύστημα όταν εξετάζει ατομική ενίσχυση εμπίπτουσα στο πεδίο του επίμαχου συστήματος. Το Δικαστήριο πρόσθεσε, στην απόφαση Italgrani II (25), ότι εάν η Επιτροπή μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να αναθεωρεί τις αποφάσεις της, κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε μόνιμη αβεβαιότητα και θα αντέβαινε στις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας.
87. Οπωσδήποτε, η νομολογία Italgrani I και Italgrani II τονίζει την υποχρέωση της Επιτροπής να εξετάζει τις διαπιστώσεις που περιέχονται σε προηγούμενη απόφαση προτού κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως. Ωστόσο, η εν λόγω νομολογία αναφέρεται στις περιπτώσεις υφιστάμενων ενισχύσεων και αφορά τη σχέση μεταξύ ενός συστήματος ενισχύσεως εγκριθέντος προηγουμένως και μιας ατομικής ενισχύσεως χορηγούμενης κατ’ εφαρμογή του. Επομένως, οι ατομικές ενισχύσεις είναι απλώς μέτρα εκτελέσεως του γενικού συστήματος ενισχύσεων. Φρονώ ότι δεν συντρέχει κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον πρόκειται για μέτρο το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως αυτοτελές μέτρο από το Πρωτοδικείο.
88. Ως εκ τούτου, εάν η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη την προηγούμενη απόφασή της, κατά την εξέταση της τροποποιήσεως υφιστάμενης ενισχύσεως, η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να περιορίζει την εμβέλεια της εκτιμήσεώς της όσον αφορά την εξέταση των μη κοινοποιηθέντων μέτρων που απορρέουν από την ουσιαστική τροποποίηση του μέτρου που δεν χαρακτηρίσθηκε προηγουμένως κρατική ενίσχυση. Σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999.
89. Επίσης, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εκδόσεως επίσημης αποφάσεως, επισημαίνω ότι, κατά πάγια νομολογία, η διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ καθίσταται απαραίτητη από τη στιγμή που η Επιτροπή συναντήσει σοβαρές δυσκολίες προκειμένου να εκτιμήσει αν μια ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί να αρκεστεί στο προκαταρκτικό στάδιο του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και να λάβει ευνοϊκή απόφαση για κοινοποιηθέν κρατικό μέτρο μόνον αν σχηματίσει την πεποίθηση, μετά από πρώτη εξέταση, ότι το μέτρο αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ ή ότι το εν λόγω μέτρο, μολονότι αποτελεί ενίσχυση, συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Απεναντίας, αν από την πρώτη αυτή εξέταση δημιουργηθεί στην Επιτροπή η αντίθετη πεποίθηση ή ακόμη δεν καταστεί δυνατό να παρακαμφθούν όλες οι δυσκολίες που ανέκυψαν κατά την αξιολόγηση του εν λόγω μέτρου, το κοινοτικό όργανο έχει καθήκον να συγκεντρώσει όλες τις αναγκαίες απόψεις και να κινήσει προς τούτο τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ (26).
90. Επομένως, η νομολογία υποδεικνύει σαφώς ότι εάν, μετά το πέρας του προκαταρκτικού ελέγχου, η Επιτροπή συνεχίζει να έχει αμφιβολίες για το κατά πόσον το μέτρο συνιστά ενίσχυση ή για το εάν η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως.
91. Οι ίδιες αρχές πρέπει να εφαρμόζονται όταν η Επιτροπή διατηρεί αμφιβολίες σχετικά με τον ενδεχόμενο χαρακτηρισμό του εξεταζόμενου μέτρου ως ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι κίνησε την εν λόγω διαδικασία έστω και αν, στην προς τούτο λαμβανόμενη απόφαση, εκφράζει αμφιβολίες ως προς κατά πόσον τα μέτρα που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας αυτής έχουν τον χαρακτήρα ενισχύσεως κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
92. Τέλος, όσον αφορά τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, από τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, καταφεύγοντας στην έννοια των πολύπλοκων εκτιμήσεων τις οποίες πρέπει να πραγματοποιήσει η Επιτροπή στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, το Πρωτοδικείο χαρακτήρισε αλυσιτελές το επιχείρημα της Alcoa, κατά το οποίο η Επιτροπή έπρεπε να είχε καθορίσει εάν τα κριτήρια επί των οποίων είχε βασισθεί για να διαπιστώσει την ανυπαρξία πλεονεκτήματος στην απόφαση Alumix ίσχυαν ακόμη.
93. Λαμβανομένου υπόψη του προσωρινού χαρακτήρα της επίδικης αποφάσεως, η οποία εκφράζει τις αμφιβολίες της Επιτροπής και δεν αφορά εμβριθή ανάλυση του εξεταζόμενου μέτρου, φρονώ ότι μια τέτοια απάντηση είναι νόμω βάσιμη.
94. Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθεί η οικεία αιτίαση ως αβάσιμη.
Γ – Επί της τρίτης αιτιάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
95. Η Alcoa διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο βασίσθηκε σε δύο μόνο στοιχεία για να συμπεράνει ότι η Επιτροπή εδικαιούτο να κινήσει επίσημη διαδικασία εξετάσεως σχετικά με τα συστήματα τιμολογήσεως που εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της Alcoa, ήτοι, πρώτον, τη διαπίστωση ότι οι πόροι που διατίθενται για τη χρηματοδότηση της μειώσεως των τιμών αποτελούν κρατικούς πόρους, και, δεύτερον, το γεγονός ότι η Alcoa λάμβανε επιστροφή μέσω του μηχανισμού του Cassa Conguaglio είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του γενικώς ισχύοντος τιμολογίου παροχής ηλεκτρικής ενέργειας.
96. Κατά την Alcoa, τα δύο αυτά στοιχεία δεν επαρκούν για να αιτιολογηθεί η κίνηση της διαδικασίας από την Επιτροπή, εφόσον τα εν λόγω στοιχεία υπήρχαν ήδη κατά την έκδοση της αποφάσεως Alumix.
97. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η συγκεκριμένη αιτίαση επαναλαμβάνει απλώς άλλα επιχειρήματα. Διευκρινίζει ότι το επιχείρημα της Alcoa σχετικά με τις κανονικές συνθήκες της αγοράς απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο και ότι η απόρριψη αυτή δεν αμφισβητήθηκε στην αίτηση αναιρέσεως.
2. Εκτίμηση
98. Επισημαίνω ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου που αμφισβητείται στο πλαίσιο της οικείας αιτιάσεως αφορά την εκτίμηση ενδεχόμενης πρόδηλης πλάνης εκ μέρους της Επιτροπής.
99. Λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως που δόθηκε στην πρώτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως, εκτιμώ ότι η οικεία αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Δ – Επί της τέταρτης αιτιάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως και της δεύτερης αιτιάσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
100. Δεδομένου ότι η τέταρτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως συνδέεται στενά με τη δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να εξετασθούν από κοινού.
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
101. Κατά την Alcoa, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η εκτίμηση της Επιτροπής στην απόφαση Alumix αφορούσε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
102. Κατά την Alcoa, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση Alumix αφορούσε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχει, κατά την Alcoa, κανέναν ρητό χρονικό περιορισμό όσον αφορά τη διάρκεια ισχύος της. Εν αντιθέσει προς τα όσα εκτίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν το νομοθετικό διάταγμα του 1995 ήταν χρονικά περιορισμένο, δεν μπορεί να εξαχθεί λογικά το συμπέρασμα ότι η απόφαση Alumix υπόκειται και αυτή σε έναν τέτοιο περιορισμό.
103. Η Alcoa επισημαίνει ότι τα τρία στοιχεία επί των οποίων η Επιτροπή είχε στηρίξει την απόφαση Alumix, ήτοι i) το καθεστώς τιμολογήσεως, ii) οι συνθήκες της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στις περιοχές της Σαρδηνίας και του Βένετο, οι οποίες χαρακτηρίζονται από πλεονάζον δυναμικό, και iii) η Alcoa ως πελάτης που αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ιταλία, δεν έχουν μεταβληθεί. Επίσης, εφόσον η Επιτροπή δεν είχε υποδείξει ότι, κατ’ αυτήν, οι συνθήκες αυτές είχαν μεταβληθεί, η Ιταλική Δημοκρατία και η Alcoa είχαν κάθε λόγο να πιστεύουν ότι δικαιούνταν να διατηρήσουν το καθεστώς τιμολογήσεως.
104. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, εάν τα στοιχεία της αγοράς δεν μεταβλήθηκαν, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό για ποιον λόγο η ENEL δεν μπορούσε, απλούστατα, να συνεχίσει να εφαρμόζει την τιμολόγηση που είχε αποτελέσει αντικείμενο της αποφάσεως Alumix και για ποιον λόγο το κόστος που συνεπάγεται η παραχωρηθείσα στην Alcoa τιμή χαρακτηρίζεται ως «onere» από την ιταλική νομοθεσία. Η ανάλυση των πλεονεκτημάτων στην απόφαση Alumix βασιζόταν στην αρχή του ιδιώτη επενδυτή σε μια οικονομία αγοράς, η δε Alcoa δεν επιχείρησε ποτέ να εξηγήσει με ποιον τρόπο οι πληρωμές που πραγματοποιούνταν από το Cassa Conguaglio ανταποκρίνονταν στην εν λόγω αρχή.
105. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι μια απόφαση όπως η απόφαση Alumix δεν λαμβάνεται ποτέ χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο. Το νομοθετικό διάταγμα του 1995 προηγήθηκε της αποφάσεως Alumix και δεν αμφισβητείται ότι η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίσθηκε από το εν λόγω διάταγμα για διάστημα δέκα ετών.
2. Εκτίμηση
106. Κατ’ αρχάς, παρατηρώ ότι το Πρωτοδικείο επισήμανε ορθώς, στη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαλαμβανόμενη στην απόφαση της Επιτροπής εκτίμηση, σύμφωνα με την οποία η τιμή που εφάρμοζε η ENEL στις εγκαταστάσεις από το 1996 έως το 2005 δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση, είχε διατυπωθεί λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της αγοράς όπως μπορούσαν να προβλεφθούν από την Επιτροπή για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
107. Στη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο υπογράμμισε επίσης ότι το μέτρο που αφορά η επίδικη απόφαση καλύπτει διαφορετική περίοδο σε σχέση με εκείνη της αποφάσεως Alumix, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητεί η Alcoa στην αίτησή της αναιρέσεως.
108. Φρονώ ότι η διαπίστωση αυτή συνιστά επαρκή απάντηση στην αιτίαση της Alcoa κατά την οποία το Πρωτοδικείο πεπλανημένως διαπίστωσε ότι η απόφαση Alumix αφορούσε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πράγματι, η Alcoa ερμήνευσε εσφαλμένα την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το σημείο αυτό.
109. Επίσης, στις σκέψεις 105 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε όντως εάν η απόφαση Alumix αφορούσε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, αλλά παρέθεσε, στο πλαίσιο της εξετάσεως που αφορούσε την ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τα οικεία αποσπάσματα της επίδικης αποφάσεως από τα οποία προκύπτει ότι η Επιτροπή στηρίχθηκε σε μια τέτοια διαπίστωση.
110. Δεδομένου ότι οι παραθέσεις της επίδικης αποφάσεως είναι ακριβείς, δεν συντρέχει παραμόρφωση του περιεχομένου προσφυγής ή προσβαλλόμενης πράξεως εκ μέρους του Πρωτοδικείου (27).
111. Τέλος, το Δικαστήριο είναι αναμφισβητήτως αρμόδιο να ελέγχει με ποιον τρόπο το Πρωτοδικείο ερμηνεύει μια νομική πράξη, όπως η απόφαση της Επιτροπής, εφόσον πρόκειται για τον έλεγχο ενδεχόμενης πλάνης περί το δίκαιο. Εντούτοις, εν προκειμένω, δεν προσάφθηκε και δεν μπορεί να διαπιστωθεί καμία πλάνη όσον αφορά την ερμηνεία των σκέψεων 44 και 47 της επίδικης αποφάσεως.
112. Επισημαίνω ότι το χρονικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως Alumix περιορίζεται στα στοιχεία που εξετάσθηκαν την εποχή που η Επιτροπή εξέδωσε την εν λόγω απόφαση. Όσον αφορά τη διαπίστωση κατά την οποία οι προτιμησιακές τιμολογήσεις δεν συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, δεν πιστεύω ότι η Επιτροπή έπρεπε να καθορίσει το χρονικό πεδίο εφαρμογής με πιο συγκεκριμένο τρόπο, αλλά εάν το είχε πράξει, θα έπρεπε να προσθέσει τις αναγκαίες προϋποθέσεις που απορρέουν από τη γενική αρχή του δικαίου rebus sic stantibus (28), εφόσον μια ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών που επηρέασαν τη διαμόρφωση της θέσεως της Επιτροπής θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τον εκ νέου χαρακτηρισμό του μέτρου.
113. Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση Alumix και την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εκτιμώ ότι, στηριζόμενος στα επιχειρήματα που αφορούν, αφενός, τον σύνδεσμο με την εθνική νομοθεσία, η οποία αναφερόταν σε σαφώς προσδιορισμένη χρονική περίοδο και, αφετέρου, τον αυτοτελή χαρακτήρα του μέτρου που θεσπίσθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 2005, κανένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν μπορούσε να αναμένει ότι το μέτρο που αποτελεί αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως θα εκαλύπτετο από την απόφαση Alumix. Οι ισχυρισμοί της Alcoa, κατά τους οποίους ο μηχανισμούς θεσπίσθηκε στο διάστημα 1999‑2004 δεν αναιρεί τη διαπίστωση αυτή (29).
114. Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθούν η τέταρτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως και η δεύτερη αιτίαση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμες.
Ε – Επί της πέμπτης αιτιάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
115. Η Alcoa διατείνεται ότι η επίδικη απόφαση πάσχει διαδικαστικές πλημμέλειες, οι οποίες αφορούν την παράβαση, από την Επιτροπή, των αρχών της χρηστής διοικήσεως και του δικαιώματος ακροάσεως κατά τη διαδικασία που οδήγησε στη έκδοση της επίδικης αποφάσεως, πράγμα το οποίο το Πρωτοδικείο έπρεπε να λάβει υπόψη. Έτσι, κατά την Alcoa, δεν παρασχέθηκε στην Ιταλική Δημοκρατία η δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τον χαρακτηρισμό του μέτρου ως νέας ενισχύσεως κατά το προκαταρκτικό στάδιο της εξετάσεως.
116. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι η οικεία αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή η Alcoa δεν την είχε προβάλει στην προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η αιτίαση είναι, εν πάση περιπτώσει, αβάσιμη. Στην αίτησή της αναιρέσεως, η Alcoa αναγνωρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τον χαρακτηρισμό της ενισχύσεως. Επίσης, η Ιταλική Δημοκρατία έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής, όπως επισημαίνεται στη σκέψη 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
2. Εκτίμηση
117. Πρέπει να υπομνησθεί ότι, στην κατ’ αναίρεση διαδικασία, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται, κατ’ αρχήν, στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε ενόψει των λόγων και των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (30). Συνεπώς, οι διάδικοι δεν μπορούν κατ’ αρχήν να προβάλουν για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου λόγο που δεν είχαν προβάλει ενώπιον του Πρωτοδικείου, διότι τούτο θα σήμαινε ότι ο διάδικος αυτός θα είχε τη δυνατότητα να υποβάλει στην κρίση του Δικαστηρίου διαφορά με ευρύτερο περιεχόμενο από τη διαφορά που εκδίκασε το Πρωτοδικείο.
118. Δεν μπορεί, όμως, να υποστηριχθεί βασίμως, λαμβανομένης υπόψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ζήτημα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξετάσεως από το Πρωτοδικείο κατόπιν επιχειρήματος που προέβαλε η Alcoa.
119. Οπωσδήποτε, το Πρωτοδικείο ανέλυσε, ειδικότερα στις σκέψεις 39 και 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα στοιχεία που σχετίζονταν με τη θέση που υιοθέτησε η Ιταλική Δημοκρατία. Ωστόσο, εξέτασε το εν λόγω ζήτημα υπό το πρίσμα του παραδεκτού της προσφυγής στον πρώτο βαθμό.
120. Ως εκ τούτου, προτείνω να απορριφθεί η πέμπτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως ως προδήλως απαράδεκτη.
ΣΤ – Επί της έκτης αιτιάσεως του πρώτου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
121. Λαμβανομένων υπόψη των μη αναστρέψιμων συνεπειών της κινήσεως επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, η Alcoa διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε δεόντως την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει η Επιτροπή. Η εν λόγω υποχρέωση πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα των συνεπειών της κινήσεως της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ.
122. Έτσι, το Πρωτοδικείο έκρινε εσφαλμένως ότι δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί η διαφορά μεταξύ της αποφάσεως Alumix και της επίδικης αποφάσεως. Δεδομένης της δημιουργηθείσας ανασφάλειας, η Επιτροπή όφειλε τουλάχιστον να εξηγήσει σε τι διέφεραν οι δύο αποφάσεις, ώστε να παράσχει στους ενδιαφερομένους δυνατότητα προσδιορισμού της βάσεως και της εκτάσεως των συνεπειών της επίδικης αποφάσεως.
123. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η επίδικη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.
2. Εκτίμηση
124. Δύο τύποι παρατηρήσεων επιβάλλονται ως απάντηση στην οικεία αιτίαση.
125. Κατά τα άρθρα 225, παράγραφος 1, ΕΚ και 58, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και πρέπει να στηρίζεται σε λόγους που αφορούν αναρμοδιότητα του Πρωτοδικείου, διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την ενώπιόν του διαδικασία που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο (31). Από τις ίδιες διατάξεις, καθώς και από το άρθρο 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επίμαχα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν συγκεκριμένα το αίτημα αυτό (32).
126. Στο πλαίσιο, όμως, της απαντήσεως τόσο στην τρίτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως όσο και στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε το πρόβλημα της σχέσεως μεταξύ της αποφάσεως Alumix και της επίδικης αποφάσεως. Εφόσον η Alcoa δεν παραθέτει επακριβώς τα σημεία που ενδέχεται να συνιστούν πλάνη του Πρωτοδικείου, η οικεία αιτίαση θα μπορούσε να θεωρηθεί προδήλως απαράδεκτη.
127. Ωστόσο, κατά τα φαινόμενα, με την αιτίασή της η Alcoa βάλλει ειδικότερα κατά της σκέψεως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όπου το Πρωτοδικείο απορρίπτει το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή αθέτησε την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως της επίδικης αποφάσεως.
128. Μολονότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 253 ΕΚ υποχρέωση αιτιολογήσεως μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξεως και πρέπει να προκύπτει από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εκδίδει την πράξη, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, δεν πρέπει να επιβάλλεται στην Επιτροπή υποχρέωση διευκρινίσεως των λόγων για τους οποίους είχε προβεί σε διαφορετική εκτίμηση του επίδικου καθεστώτος με τις προγενέστερες αποφάσεις της. Συγκεκριμένα, η έννοια της κρατικής ενισχύσεως αφορά αντικειμενική κατάσταση η οποία εκτιμάται κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως της Επιτροπής (33).
129. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία υπέπεσε το Πρωτοδικείο όσον αφορά τη μη δέουσα εκτίμηση της εκτάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως των αποφάσεων της Επιτροπής. Από τις ως άνω σκέψεις προκύπτει ότι η έκτη αιτίαση του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι προδήλως απαράδεκτη και σε κάθε περίπτωση αβάσιμη.
VIII – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
Α – Επί της τρίτης αιτιάσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
130. Η Alcoa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι στήριξε τον συλλογισμό του σε τεχνικές τροποποιήσεις οι οποίες δεν αποτελούσαν αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως. Κατά την Alcoa, η χορήγηση επιστροφής από το Cassa Conguaglio είχε λάβει χώρα το 1999 και το 2004 μέσω διάφορων νομικών πράξεων που δεν αποτελούσαν αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως. Επομένως, το Πρωτοδικείο διεύρυνε παρανόμως την εμβέλεια της εν λόγω αποφάσεως. Επίσης, η μεταβίβαση της διαχειρίσεως της προτιμησιακής τιμολογήσεως της ENEL στο Cassa Conguaglio δεν επέφερε καμία σημαντική ουσιαστική νομική τροποποίηση των τιμών που παρέχονται στην Alcoa. Η τελευταία τονίζει την απουσία αμφισβητήσεως της Επιτροπής όσον αφορά τις τεχνικές τροποποιήσεις του 1999 και του 2004. Επίσης, εσφαλμένως το Πρωτοδικείο απέρριψε, στις σκέψεις 112 και 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 2004 σχετικά με την κρατική ενίσχυση N/490/2000 – Ιταλία, το λανθάνον κόστος στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας (34).
131. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η μετάβαση σε μια αμιγώς θεωρητική τιμή συνιστούσε ουσιαστική τροποποίηση του εγκριθέντος με την απόφαση Alumix μέτρου. Το επίμαχο καθεστώς διορθώνει την τιμή που καταβάλλεται από τους ιδιωτικούς φορείς μέσω καταβολής άμεσης αντισταθμιστικής πληρωμής. Όσον αφορά την απόφαση του 2004 σχετικά με το λανθάνον κόστος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εν λόγω απόφαση αφορά το λανθάνον κόστος που ανέλαβε η ENEL και δεν περιέχει ρητό συμπέρασμα σχετικά με τη διαχείριση του ιταλικού συστήματος προτιμησιακής τιμολογήσεως όσον αφορά τα πλεονεκτήματα που παρασχέθηκαν στη Alcoa, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει σε αυτήν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Επιπλέον, η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 38/2004 (πρώην NN 58/04) – Ενισχύσεις υπέρ της εταιρείας Portovesme SRL (35) και χαρακτήρισε συγκεκριμένα νέα ενίσχυση τις καταβολές που πραγματοποιούνταν από το Cassa Conguaglio για τη διατήρηση του καθεστώτος τιμολογήσεως που παρασχέθηκε στην Alcoa.
2. Εκτίμηση
132. Κατ’ αρχάς, επισημαίνω ότι, παρότι παραθέτει τη σκέψη 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Alcoa επικρίνει τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου που εκτίθεται σε αρκετές άλλες σκέψεις της αποφάσεως, που αφορούν την απάντηση σε έναν λόγο στο πλαίσιο του οποίου το Πρωτοδικείο εξέτασε το πρόβλημα της ενδεχόμενης παραβιάσεως των αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
133. Ωστόσο, εάν ερμηνευθεί η οικεία αιτίαση ως προσάπτουσα στο Πρωτοδικείο εσφαλμένη ερμηνεία της επίδικης αποφάσεως, πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα.
134. Πρώτον, φρονώ ότι αρκεί να διαπιστωθεί ότι, στη σκέψη 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ορθώς εξέθεσε τα στοιχεία που οδήγησαν την Επιτροπή να διατυπώσει αμφιβολίες όσον αφορά τον χαρακτηρισμό της τιμής που εφαρμόζει η ENEL στις εγκαταστάσεις της Alcoa από το 2005 έως το 2010, χωρίς ωστόσο να επεκτείνει τον συλλογισμό του πέρα από τα στοιχεία που εξετάζονται στην επίδικη απόφαση.
135. Δεύτερον, όσον αφορά τις συνέπειες της αποφάσεως του 2004 η οποία θέσπισε μηχανισμό επιστροφής από το Cassa Conguaglio, όπως τονίζει η Επιτροπή, το άρθρο 11, παράγραφος 11, του νομοθετικού διατάγματος του 2005 δεν αποτελεί αυτοτελή διάταξη, αλλά συναρτάται με άλλες διατάξεις, και ιδίως με εκείνες που καθορίζουν τη διαχείριση της τιμής από το Cassa Conguaglio.
136. Συναφώς, προκύπτει από τις σκέψεις 64 και 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το Πρωτοδικείο συνόψισε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δεν αμφισβητούνται από την Alcoa, υπενθυμίζοντας, αφενός, ότι το άρθρο 11, παράγραφος 11, του νομοθετικού διατάγματος του 2005 και η απόφαση αριθ. 217/05 της Αρχής, για την εφαρμογή του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, παρατείνουν έως την 31η Δεκεμβρίου 2010 την εφαρμογή στην προσφεύγουσα του συστήματος τιμολογήσεως της τιμής ηλεκτρικής ενέργειας που απολάμβανε το 2004 δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος του 1995 και, τονίζοντας, αφετέρου, ότι δυνάμει της αποφάσεως 148/04, η διαχείριση της τιμής ανατέθηκε στο Cassa Conguaglio, η οποία συνεπάγεται την ύπαρξη φόρου υπέρ τρίτων για τους καταναλωτές.
137. Όσον αφορά τις συνέπειες των αλλαγών στο εξεταζόμενο στην επίδικη απόφαση μέτρο, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεως στο πλαίσιο της εξετάσεως της πρώτης αιτιάσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, το σκέλος αυτό της οικείας αιτιάσεως πρέπει να απορριφθεί.
138. Τέλος, όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα της προσφεύγουσας που εκτίθενται στη σκέψη 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο πλαίσιο της προσφυγής σε πρώτο βαθμό αμφισβητήθηκε μόνον το σύστημα τιμολογήσεως της ηλεκτρικής ενέργειας που εφαρμόζεται στις εγκαταστάσεις της Alcoa. Η διαπίστωση αυτή αποκλείει κάθε παραπομπή στις λύσεις που εφαρμόζονται στους λοιπούς φορείς.
139. Ως εκ τούτου και λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της αποφάσεως σχετικά με το λανθάνον κόστος, η οποία αφορούσε το κόστος που ανέλαβε η ENEL και όχι η Alcoa, και έναν μηχανισμό ουσιωδώς διαφορετικό σε σχέση με το πρόβλημα του καθεστώτος τιμολογήσεως που απολάμβανε η Alcoa, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε στη σκέψη 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το επιχείρημα της προσφεύγουσας είναι αλυσιτελές.
140. Λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, προτείνω να απορριφθεί η οικεία αιτίαση ως αβάσιμη.
Β – Επί της τέταρτης αιτιάσεως του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
1. Παρατηρήσεις των διαδίκων
141. Η Alcoa προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο αγνοώντας την αναγκαιότητα προστασίας της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στο πλαίσιο της κινήσεως επίσημης διαδικασίας.
142. Τονίζει ότι οι αρχές που κατοχυρώνονται στο άρθρο 88 ΕΚ και προκύπτουν από τις εν λόγω αρχές επέβαλαν, κατ’ ελάχιστον, στην Επιτροπή να εκλάβει τις τιμές που παρασχέθηκαν στην Alcoa ως υφιστάμενη ενίσχυση.
143. Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι τα επιχειρήματα της Alcoa βασίζονται σε εσφαλμένη εκτίμηση σύμφωνα με την οποία το άρθρο 11, παράγραφος 11, του νομοθετικού διατάγματος του 2005 αποτελεί απλώς παράταση του ίδιου μέτρου που εγκρίθηκε στην απόφαση Alumix. Κατά την Επιτροπή, η απόφαση Alumix δεν είναι λυσιτελής, επειδή η επίδικη απόφαση δεν αφορά μόνον την παράταση της προτιμησιακής τιμολογήσεως που χορηγήθηκε το 1995, η οποία αποτελούσε αντικείμενο της αποφάσεως Alumix, αλλά και τη ριζική τροποποίηση που έλαβε χώρα στη διαχείριση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας, πράγμα το οποίο το Πρωτοδικείο έλαβε, κατά την Επιτροπή, ορθώς υπόψη.
2. Εκτίμηση
144. Ο λόγος αναιρέσεως της Alcoa αντλείται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου.
145. Η αρχή της ασφάλειας δικαίου, θεμελιώδης για το δίκαιο της Ενώσεως, (36) επιτάσσει όπως κάθε ρύθμιση που έχει δυσμενείς συνέπειες έναντι ιδιωτών πρέπει να είναι σαφής και επακριβής και η εφαρμογή της να μπορεί να προβλεφθεί από τους πολίτες (37). Με άλλα λόγια, οι πολίτες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν σαφώς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να λαμβάνουν ως εκ τούτου τα μέτρα τους (38).
146. Έχει δικαίωμα να ζητήσει την προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του κάθε πρόσωπο στο οποίο ένα όργανο έχει παράσχει συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις ικανές να δημιουργούν βάσιμες ελπίδες και σύμφωνες με τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ρυθμίσεις (39).
147. Συναφώς, παρατηρώ ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε το πρόβλημα της ενδεχόμενης παραβιάσεως των εν λόγω αρχών στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, και ιδίως στις σκέψεις 104 έως 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
148. Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 105 έως 107, το Πρωτοδικείο εξήγησε, σε σχέση με τη νομολογία που ορθώς υπενθύμισε στις σκέψεις 102 και 103 της εν λόγω αποφάσεως, αφενός, τα κύρια στοιχεία της αποφάσεως Alumix και, αφετέρου, τις αμφιβολίες που οδήγησαν την Επιτροπή να θεωρήσει ότι η παράταση έως το 2010 της τιμής που χορηγήθηκε στις εγκαταστάσεις της Alcoa από το νομοθετικό διάταγμα του 2005 μπορεί να συνιστούσε κρατική ενίσχυση.
149. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, όπως έκρινε ορθώς το Πρωτοδικείο, ότι η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση Alumix σε σχέση με τις συνθήκες της αγοράς όπως μπορούσαν να προβλεφθούν από την Επιτροπή για την επίμαχη περίοδο.
150. Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και την αναγκαιότητα λήψεως μεταβατικών μέτρων στο πλαίσιο αποφάσεως που τροποποιεί την προηγούμενη εκτίμηση της Επιτροπής (40). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις σημαντικές επενδύσεις στις οποίες προέβησαν οι δικαιούχοι της άδειας υπαγωγής στο σύστημα οι οποίοι ζήτησαν την ανανέωση, καθώς και τις μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις που είχαν αναλάβει (41). Ωστόσο, εν προκειμένω, εν αντιθέσει προς τις ουσιαστικές συνθήκες της προπαραταθείσας υποθέσεως Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, το προηγούμενο μέτρο αποτέλεσε αντικείμενο ουσιαστικών τροποποιήσεων, οι οποίες οδήγησαν στην αναγνώριση ύπαρξης νέας ενισχύσεως υπό μορφή αυτοτελούς μέτρου. Ως εκ τούτου, η Alcoa δεν μπορεί να επικαλεσθεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στηριζόμενη στην απόφαση Alumix, η οποία αφορά μέτρο του οποίου το αντικείμενο είναι διαφορετικό από εκείνο της επίδικης αποφάσεως.
151. Βάσει των σκέψεων αυτών, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε, στις σκέψεις 107 και 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν αναθεωρεί την εκτίμησή της όσον αφορά το μέτρο που εξετάζεται στην απόφαση Alumix και, επομένως, δεν μπορεί να προβληθεί βασίμως παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
152. Όσον αφορά την αρχή της ασφάλειας δικαίου, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 105 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται σε αυτές τάσσονται υπέρ της απόψεως σύμφωνα με την οποία η Alcoa ήταν σαφώς σε θέση να προβλέψει τον νομικό χαρακτηρισμό των τιμολογιακών συνθηκών που της παρασχέθηκαν δυνάμει του νομοθετικού διατάγματος του 2005. Όπως ήδη εξήγησα στο σημείο 114 των παρουσών προτάσεων, κανένας συνετός και ενημερωμένος επιχειρηματίας δεν μπορούσε να αναμένει, από την ανάγνωση της αποφάσεως Alumix, ότι το μέτρο που αποτελεί αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως θα εκαλύπτετο από την απόφαση Alumix.
153. Επομένως, προτείνω να απορριφθεί η οικεία αιτίαση ως αβάσιμη.
IX – Πρόταση
154. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, και
– να καταδικάσει την Alcoa Trasformazioni Srl στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε την 25η Μαρτίου 2009, οι παραπομπές στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ ακολουθούν την αρίθμηση που ίσχυε προ της ενάρξεως ισχύος της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
3 – ΕΕ C 214, σ. 5.
4 – ΕΕ C 288, σ. 4.
5 – GURI αριθ. 39, της 16ης Φεβρουαρίου 1996, σ. 8.
6 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 20ής Μαρτίου 1984, 84/82, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 1451, σ. 1492), και της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑487/06 P, British Aggregates κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑10505, σκέψη 27).
7 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C‑217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5479).
8 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (σημεία 403 έως 405).
9 – Όπ.π. (σημείο 404).
10 – Βλ. σκέψη 77.
11 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1984, 91/83 και 127/83, Heineken Brouwerijen (Συλλογή 1984, σ. 3435, σκέψη 22).
12 – Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C‑295/97, Piaggio (Συλλογή 1999, σ. I‑3735, σκέψη 48). Βλ., επίσης, απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑346/03 και C‑529/03, Atzeni κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑1875, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), καθώς και απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, C‑138/09, Todaro Nunziatina & C. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
13 – Αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 28ης Νοεμβρίου 2008, T‑254/00, T‑270/00 και T‑277/00, Hôtel Cipriani κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II‑3269, σκέψη 358), και της 30ής Απριλίου 2002, T‑195/01 και T‑207/01, Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. II‑2309, σκέψη 111).
14 – Βλ. συμπεράσματα του γενικού εισαγγελέα Léger στην προπαρατεθείσα υπόθεση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (σημεία 36 και 208). Βλ. προπαραταθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (σκέψη 77).
15 – Βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Léger στην προπαρατεθείσα υπόθεση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (σημείο 401).
16 – Βλ. αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, T‑95/96, Gestevisión Telecinco κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II‑3407, σκέψη 55), της 3ης Ιουνίου 1999, T‑17/96, TF1 κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II‑1757, σκέψη 28), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Κυβέρνηση του Γιβραλτάρ κατά Επιτροπής (σκέψη 73).
17 – Η απόφαση αυτή αποτελεί πλέον αντικείμενο προσφυγής ασκηθείσας από την Alcoa ενώπιον του Πρωτοδικείου στην υπόθεση T‑177/10.
18 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2002, T‑127/99, T‑129/99 και T‑148/99 (Συλλογή 2002, σ. II‑1275, σκέψη 128).
19 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing (Συλλογή 2007, σ. I‑9947, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 – Βλ. αποφάσεις της 6ης Απριλίου 2006, C‑551/03 P, General Motors κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑3173, σκέψη 51)· της 22ας Μαΐου 2008, C‑266/06 P, Degussa κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (σκέψη 72), και της 6ης Νοεμβρίου 2008, C‑405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I‑8301, σκέψη 44).
21 – Συναφώς, στηρίζεται στην προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής.
22 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής (Συλλογή 1981, σ. 2639, σκέψεις 9 και 10), και του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990, T‑64/89, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. II‑367, σκέψη 42).
23 – Βλ. αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1992, C‑47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, καλούμενη «Italgrani I» (Συλλογή 1992, σ. I‑4145), και της 5ης Οκτωβρίου 1994, C‑47/91, Ιταλία κατά Επιτροπής, καλούμενη «Italgrani II» (Συλλογή 1994, σ. I‑4635).
24 – Προπαρατεθείσα απόφαση (σκέψη 25).
25 – Προπαρατεθείσα απόφαση (σκέψη 24).
26 – Αποφάσεις του Δικαστηρίου British Aggregates κατά Επιτροπής (σκέψεις 185 έως 187 καθώς και σκέψη 113) και του Πρωτοδικείου της 15ης Μαρτίου 2001, T‑73/98, Prayon-Rupel κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑867, σκέψη 42).
27 – Βλ., αντιθέτως, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000 C‑164/98 P, DIR International Films κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑447).
28 – Φρονώ ότι η αρχή αυτή, της οποίας η εμβέλεια αμφισβητείται στο ενοχικό δίκαιο ή στο διεθνές δίκαιο, ενέπνευσε προφανώς τις διατάξεις του άρθρου 1, στοιχείο β΄, περίπτωση v, του κανονισμού 659/1999. Επομένως, χαρακτηρισμός του μέτρου ως μέτρου που δεν συνιστά ενίσχυση πρέπει να υπόκειται στην αρχή αυτή, προφανώς εντός των ορίων που προκύπτουν από τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
29 – Κατά την Alcoa, η χορήγηση επιστροφής από το Cassa Conguaglio έλαβε χώρα το 1999 και το 2004 με τη χρήση διάφορων νομικών πράξεων που δεν αποτελούν αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως.
30 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007, C‑266/05 P, Sison κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑1233, σκέψη 95 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
31 – Βλ., απόφαση της 16ης Μαρτίου 2000, C‑284/98 P, Κοινοβούλιο κατά Bieber (Συλλογή 2000, σ. I‑1527, σκέψη 30), καθώς και διατάξεις της 9ης Νοεμβρίου 2007, C‑74/07 P, Lavagnoli κατά Επιτροπής (σκέψη 20), και της 3ης Φεβρουαρίου 2009, C‑231/08 P, Giannini κατά Επιτροπής (σκέψη 43).
32 – Βλ. απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2007, C‑355/04 P, Segi κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑1657, σκέψη 22), και διάταξη της 23ης Οκτωβρίου 2009, C‑561/08 P και C‑4/09 P, Επιτροπή κατά Ποταμιάνου (σκέψη 58).
33 – Προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (σκέψη 137).
34 – ΕΕ 2005, C 250, σ. 9.
35 – ΕΕ 2005, C 30, σ. 7.
36 – Αποφάσεις της 14ης Απριλίου 2005, C‑110/03, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 2005, σ. I‑2801, σκέψη 30)· της 12ης Φεβρουαρίου 2008, C‑2/06, Kempter (Συλλογή 2008, σ. I‑411, σκέψη 37), καθώς και της 10ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑201/08, Plantanol (Συλλογή 2009, σ. I‑8343, σκέψεις 43 και 44).
37 – Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, C‑226/08, Stadt Papenburg (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 45)· ομοίως και οι αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C‑63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑569, σκέψη 20), και της 7ης Ιουνίου 2007, C‑76/06 P, Britannia Alloys & Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑4405, σκέψη 79).
38 – Αποφάσεις της 21ης Ιουνίου 2007, C‑158/06, ROM-projecten (Συλλογή 2007, σ. I‑5103, σκέψη 25), και της 10ης Μαρτίου 2009, C‑345/06, Heinrich (Συλλογή 2009, σ. I‑1659, σκέψη 44).
39 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2000, C‑207/99 P, Επιτροπή κατά Hamptaux (Συλλογή 2000, σ. I‑9485, σκέψη 47), και της 25ης Μαρτίου 2010, C‑414/08 P, Sviluppo Italia Basilicata κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 107).
40 – Στην προπαρατεθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, και στην απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑519/07 P, Επιτροπή κατά Koninklijke Friesland Campina (Συλλογή 2009, σ. Ι‑8495, σκέψη 94).
41 – Βλ. προπαρατεθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Koninklijke Friesland Campina.
Full & Egal Universal Law Academy