ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 1ης Ιουλίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑205/09
Szombathelyi Városi Ügyészség
κατά
Emil Eredics
και
Mária Vassné Sápi
[αίτηση του Szombathelyi Városi Bíróság (Ουγγαρία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις – Απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ – Έννοια του θύματος σε ποινικές διαδικασίες – Νομικά πρόσωπα – Μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα διάταξη περί παραπομπής παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να διευκρινίσει τη μέχρι τούδε νομολογία του επί της εννοίας του θύματος, την οποία χρησιμοποιεί η απόφαση-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (2).
2. Σε διαφορά στην οποία η εισαγγελική αρχή απέρριψε το αίτημα του κατηγορουμένου να εφαρμοστεί η διαδικασία μεσολαβήσεως στο πλαίσιο ποινικής υποθέσεως, το αιτούν δικαστήριο, αφενός, θέτει εκ νέου το ερώτημα αν ένα νομικό πρόσωπο μπορεί επίσης να αποτελέσει θύμα κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου. Αφετέρου, ερωτά σχετικά με τους όρους της αποφάσεως-πλαισίου για την οργάνωση in concreto της διαδικασίας μεσολαβήσεως.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ενώσεως
3. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220, ως θύμα νοείται «το φυσικό πρόσωπο το οποίο υπέστη ζημία, συμπεριλαμβανομένης σωματικής ή ψυχικής βλάβης, συγκινησιακής δοκιμασίας ή οικονομικής απώλειας, που προκαλείται απευθείας από πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν την ποινική νομοθεσία ενός κράτους μέλους».
4. Το άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 ορίζει την έννοια «μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις» ως την «αναζήτηση, πριν ή κατά την ποινική διαδικασία, λύσης, διά διαπραγματεύσεως μεταξύ του θύματος και του δράστη της εγκληματικής πράξης, με τη μεσολάβηση ενός αρμοδίου προσώπου».
5. Το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 ορίζει:
«Ποινική μεσολάβηση στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας
1. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να προωθεί τη μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις, για τις εγκληματικές πράξεις στις οποίες κρίνει ότι προσιδιάζει το μέτρο αυτό.
2. Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κάθε συμφωνία μεταξύ του θύματος και του δράστη, επιτυγχανόμενη κατά την εν λόγω μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις».
Β – Η εθνική νομοθεσία
6. Το άρθρο 221/A του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (a büntető eljárási törvény) ορίζει:
«1) Η διαδικασία μεσολαβήσεως δύναται να λάβει χώρα αιτήσει του υπόπτου ή του θύματος ή με τη συγκατάθεσή τους, στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών λόγω εγκληματικών πράξεων που στρέφονται κατά των προσώπων (κεφάλαιο XII, τίτλοι I και III, του Ποινικού Κώδικα), της ασφάλειας των μεταφορών (κεφάλαιο XIII του Ποινικού Κώδικα) ή της ιδιοκτησίας (κεφάλαιο XVIII του Ποινικού Κώδικα), οι οποίες τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των πέντε ετών.
2) Η διαδικασία μεσολαβήσεως σκοπεί στην επανόρθωση των συνεπειών της εγκληματικής πράξεως και στην κατά το μέλλον συμμόρφωση του υπόπτου προς το δίκαιο. Στο πλαίσιο της διαδικασίας μεσολαβήσεως πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια όπως μεταξύ του υπόπτου και του θύματος επιτευχθεί συμφωνία στηριζόμενη στην έμπρακτη μετάνοια. Διαδικασία μεσολαβήσεως δύναται να λάβει χώρα άπαξ κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.
3) Ο εισαγγελέας, αυτεπαγγέλτως ή αιτήσει του υπόπτου, του συνηγόρου υπερασπίσεως ή του θύματος, διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας για διάστημα έξι μηνών κατ’ ανώτατο όριο και την παραπομπή της υποθέσεως στη διαδικασία μεσολαβήσεως
α) αν είναι δυνατή η παύση της ποινικής διώξεως βάσει του άρθρου 36 του Ποινικού Κώδικα ή η απεριόριστη μείωση της ποινής,
β) αν ο ύποπτος ομολογήσει τις πράξεις στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως και αποδέχεται και είναι σε θέση να αναλάβει το βάρος της αποζημιώσεως του θύματος ή της καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανορθώσεως των ζημιογόνων για το θύμα συνεπειών της εγκληματικής πράξεως,
γ) αν ο ύποπτος και το θύμα συμφωνούν επίσης στη διεξαγωγή της διαδικασίας μεσολαβήσεως, και
δ) αν, λαμβανομένης υπόψη της εγκληματικής πράξεως, του τρόπου διαπράξεώς της και της προσωπικότητας του υπόπτου, η ένδικη διαδικασία μπορεί να παραλειφθεί ή μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι το δικαστήριο θα λάβει υπόψη την έμπρακτη μετάνοια κατά την επιμέτρηση της ποινής. […]
5) Οι δηλώσεις στις οποίες προέβησαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας μεσολαβήσεως, ο ύποπτος και το θύμα σχετικά με τις πράξεις που αποτελούν τη βάση της δίκης δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για αποδεικτικούς σκοπούς. Το αποτέλεσμα της διαδικασίας μεσολαβήσεως δεν δύναται να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του υπόπτου. [...]
7) Αν η διαδικασία μεσολαβήσεως ολοκληρωθεί επιτυχώς και συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 36, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα, ο εισαγγελέας παύει οριστικά τη δίωξη· εφόσον συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 36, παράγραφος 2, του Ποινικού Κώδικα, ο εισαγγελέας απαγγέλλει κατηγορία. Αν ο ύποπτος άρχισε να εκτελεί τη συμφωνία που επιτεύχθηκε κατά το πέρας της διαδικασίας μεσολαβήσεως και το γεγονός αυτό ουδεμία ασκεί επιρροή στη δυνατότητα επιβολής ποινικής κυρώσεως, ο εισαγγελέας δύναται να αναβάλλει την απαγγελία κατηγορίας για διάστημα ενός έως δύο ετών όσον αφορά τις εγκληματικές πράξεις που τιμωρούνται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των τριών ετών.»
7. Το άρθρο 266, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει ότι το δικαστήριο δύναται να αναστείλει τη δίκη κατά ανώτατο διάστημα έξι μηνών προκειμένου να εφαρμοστεί η διαδικασία μεσολαβήσεως. Το άρθρο 307 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ορίζει περαιτέρω ότι αναστολή της δίκης είναι δυνατή και μετά τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.
8. Το άρθρο 314 του Ποινικού Κώδικα (Büntető törvénykönyv) ορίζει:
«1) Όποιος προκαλεί βλάβη στον προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προβαίνοντας σε ψευδή δήλωση ή χρησιμοποιώντας έγγραφο με περιεχόμενο ψευδές, πλαστό ή παραποιημένο, ή όποιος δεν ανταποκρίνεται ή δεν ανταποκρίνεται επαρκώς, με συνέπεια τον κίνδυνο προκλήσεως ουσιώδους πλάνης, στις υποχρεώσεις πληροφόρησης που επιβάλλονται όσον αφορά
α) ενισχύσεις προερχόμενες από ταμεία των οποίων η διαχείριση ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή ενεργείται για λογαριασμό τους,
β) καταβολές προς τον προϋπολογισμό του οποίου η διαχείριση ανήκει στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή ενεργείται για λογαριασμό τους
διαπράττει αδίκημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή πέντε ετών κατ’ ανώτατο όριο.
2) Τιμωρείται ομοίως σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης παραγράφου όποιος κάνει χρήση, για σκοπό διάφορο του εγκεκριμένου,
α) ενισχύσεως που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο a, ή
β) πλεονεκτήματος σχετιζομένου με καταβολή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο b.»
9. Το άρθρο 318 του Ποινικού Κώδικα ορίζει:
«1) Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος, παραπλανεί άλλο πρόσωπο ή δεν αίρει την προκληθείσα σε αυτό πλάνη, προξενώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ζημία, διαπράττει απάτη. […]
4) Η πράξη τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τριών ετών κατ’ ανώτατο όριο αν
α) η προξενηθείσα ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη,
[…]»
10. Το άρθρο 318/A του Ποινικού Κώδικα ορίζει:
«Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, […] η ζημία θεωρείται
[…]
β) ως ιδιαίτερα μεγάλη αν υπερβαίνει το ποσό των 200 000 HUF, αλλά δεν υπερβαίνει το ποσό των 2 000 000 HUF.»
11. Το άρθρο 36 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει:
«1) Όποιος αποκαθιστά, στο πλαίσιο διαδικασίας μεσολαβήσεως, τη ζημία που υπέστη το θύμα λόγω εγκληματικής πράξεως που στρέφεται κατά των προσώπων (κεφάλαιο XII, τίτλοι I και III, του Ποινικού Κώδικα), της ασφάλειας των μεταφορών (κεφάλαιο XIII του Ποινικού Κώδικα) ή της ιδιοκτησίας (κεφάλαιο XVIII του Ποινικού Κώδικα) και τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των τριών ετών, καθώς και όποιος αναλαμβάνει την καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανόρθωση των ζημιογόνων συνεπειών της εγκληματικής πράξεως, δεν τιμωρείται.
2) Όσον αφορά τις εγκληματικές πράξεις της πρώτης παραγράφου, αν ο δράστης αποκαταστήσει, στο πλαίσιο διαδικασίας μεσολαβήσεως, τη ζημία που υπέστη το θύμα λόγω εγκληματικής πράξεως που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή κατώτερη των πέντε ετών ή αναλάβει την καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανόρθωση των ζημιογόνων συνεπειών της εγκληματικής πράξεως, είναι δυνατή η απεριόριστη μείωση της ποινής.»
12. Η ρυθμιζόμενη στο άρθρο 314, παράγραφος 1, του Ποινικού Κώδικα προσβολή των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο XVII του Ποινικού Κώδικα (εγκλήματα κατά της οικονομικής ζωής).
III – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη
13. Στον κύριο κατηγορούμενο της κύριας δίκης, τον Emil Eredics, προσάπτεται από την εισαγγελική αρχή ότι χρησιμοποίησε ποσό ύψους 1 200 000 HUF, προερχόμενο από πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, μέσω απάτης, κάνοντας χρήση πλαστών εγγράφων, και αντίθετα προς τον σκοπό για τον οποίον το ποσό αυτό προοριζόταν, προκαλώντας με τον τρόπο αυτόν ζημία στην ουγγρική εταιρία VÁTI, η οποία επέβλεπε την εκτέλεση του χρηματοδοτούμενου προγράμματος και ήταν υπεύθυνη για την εκκαθάριση των λογαριασμών, καθώς και στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
14. Η αρμόδια εισαγγελική αρχή φρονεί ότι τούτο αποτελεί αξιόποινη προσβολή των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως βάσει του άρθρου 314, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ουγγρικού Ποινικού Κώδικα.
15. Στο πλαίσιο των ερευνών της εξέτασε επανειλημμένως τον E. Eredics, πλην όμως αυτός δεν παραδέχτηκε την ενοχή του.
16. Λόγω των αποτελεσμάτων της διεξαχθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως, ο εισαγγελέας του Szombathely (Szombathelyi Városi Bíróság) άσκησε στις 2 Σεπτεμβρίου 2008 ποινική δίωξη κατά του E. Eredics, καθώς και ενός άλλου συγκατηγορουμένου.
17. Μετά τη λήψη του κατηγορητηρίου, το αιτούν δικαστήριο ενημέρωσε συναφώς τον κύριο κατηγορούμενο στις 7 Νοεμβρίου 2008. Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ο E. Eredics ομολόγησε τις προσαπτόμενες σε αυτόν πράξεις και υπέβαλε αίτημα να κινηθεί η διαδικασία μεσολαβήσεως προκειμένου να παύσει η δίωξη ή να μην επιβληθεί ποινή κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 221/A του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
18. Ο εκπρόσωπος της VÁTI Kht. δήλωσε ότι συμφωνεί στη διεξαγωγή της διαδικασίας μεσολαβήσεως.
19. Η εισαγγελική αρχή φρονεί ότι το προσαπτόμενο στον κατηγορούμενο αδίκημα δεν εμπίπτει στην κατηγορία των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί η διαδικασία της μεσολαβήσεως. Περαιτέρω, η εισαγγελική αρχή φρονεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν μπορεί να εφαρμοστεί η διαδικασία μεσολαβήσεως, δεδομένου ότι ο E. Eredics, κατά παράβαση των διατάξεων του ουγγρικού δικαίου, δεν προέβη σε ομολογία κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως. Πέραν αυτού, στερείται νοήματος η συμμετοχή της VÁTI Kht. ως θύματος στη διαδικασία μεσολαβήσεως και η επιδίκαση σε αυτήν αποζημιώσεως από τον κατηγορούμενο: το πραγματικό θύμα είναι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δεδομένου ότι η χρήση των κοινοτικών κονδυλίων για σκοπούς ξένους προς αυτούς για τους οποίους προορίζονταν προσέβαλε τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας και προκάλεσε ζημία στον κοινοτικό προϋπολογισμό και, ως εκ τούτου, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της υπό κρίση υποθέσεως η μεσολάβηση δεν είναι δικαιολογημένη.
IV – Η διάταξη περί παραπομπής και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
20. Βάσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, το Szombathelyi Városi Bíróság με διάταξη της 22ας Απριλίου 2009, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Ιουνίου 2009, ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1) Το παρόν δικαστήριο, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας της οποίας επελήφθη, ζητεί να διευκρινιστεί αν «άλλο πρόσωπο πλην των φυσικών προσώπων» εμπίπτει στην έννοια του «θύματος» κατά το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, λαμβανομένης υπόψη της κατά το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου υποχρεώσεως προωθήσεως της μεσολαβήσεως μεταξύ του θύματος και του δράστη σε ποινικές υποθέσεις και, παράλληλα, ζητεί τη διευκρίνιση και συμπλήρωση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 28ης Ιουνίου 2007, που εκδόθηκε στην υπόθεση C-467/05, Dell’Orto.
2) Μπορεί ο όρος «εγκληματικές πράξεις» του άρθρου 10 της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 του Συμβουλίου να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αφορά όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η προβλεπόμενη στον νόμο αντικειμενική υπόσταση είναι, κατ’ ουσίαν, ανάλογη;
3) Μπορεί το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μεσολάβηση μεταξύ του θύματος και του δράστη πρέπει να είναι δυνατή τουλάχιστον μέχρι την έκδοση αποφάσεως σε πρώτο βαθμό, ήτοι ότι η απαίτηση περί ομολογίας των πράξεων κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, μετά την ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξετάσεως –και υπό την επιφύλαξη της συνδρομής των λοιπών αναγκαίων προϋποθέσεων– είναι εύλογη σε σχέση προς την υποχρέωση προωθήσεως της μεσολαβήσεως;
4) Συνεπάγεται το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 την υποχρέωση διασφαλίσεως γενικής προσβάσεως στη διαδικασία μεσολαβήσεως στο πλαίσιο των ποινικών υποθέσεων, υπό την επιφύλαξη της συνδρομής των αναγκαίων κατά νόμον προϋποθέσεων, χωρίς να υπάρχει περιθώριο ερμηνείας; Αντιβαίνει προς τις ρυθμίσεις (επιταγές) του προπαρατεθέντος άρθρου 10 διάταξη δυνάμει της οποίας «λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της εγκληματικής πράξεως, του τρόπου διαπράξεώς της και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, η ένδικη διαδικασία μπορεί να παραλειφθεί ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι το δικαστήριο θα λάβει υπόψη την έμπρακτη μετάνοια κατά την επιμέτρηση της ποινής»;
21. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις η Γαλλική, η Ιταλική και η Ουγγρική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή.
V – Νομική εκτίμηση
Α – Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
22. Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν σε κάθε περίπτωση και ένα νομικό πρόσωπο μπορεί να έχει την ιδιότητα του θύματος κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου σε σχέση με υποθέσεις στις οποίες εφαρμόζεται η διαδικασία μεσολαβήσεως του άρθρου 10 της αποφάσεως-πλαισίου.
23. Το ερώτημα σε σχέση με το υποκειμενικό πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Dell’Orto, για την οποία το αιτούν δικαστήριο ρητώς ζητεί διευκρινίσεις και συμπληρώσεις. Με την ανωτέρω απόφασή του, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η απόφαση-πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η έννοια του όρου θύμα της αποφάσεως-πλαισίου δεν περιλαμβάνει τα νομικά πρόσωπα στο πλαίσιο διαδικασίας εκτελέσεως μεταγενέστερης αμετάκλητης καταδικαστικής αποφάσεως (3).
24. Συνεπώς, στην παρούσα υπόθεση τίθεται το ερώτημα αν στο πλαίσιο της ρυθμιζόμενης στο άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου μεσολαβήσεως ισχύει μια ευρύτερου περιεχομένου έννοια του θύματος. Τούτο φυσικά δεν συμβαίνει.
25. Στην ανωτέρω άποψη πρέπει να αντιταχθεί ότι στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου δίδεται ο νομικός ορισμός της εννοίας του θύματος. Στη διάταξη αυτή ορίζεται ευθύς εξ αρχής ποιος μπορεί να είναι «θύμα» κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου, ήτοι αποκλειστικά φυσικά πρόσωπα. Από τη γραμματική διατύπωση της αποφάσεως-πλαισίου δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ της δυνατότητας, μολαταύτα, ευρύτερης ερμηνείας της έννοιας του θύματος σε ορισμένους ρυθμιστικούς τομείς της αποφάσεως-πλαισίου.
26. Όπως εξέθεσα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Dell’Orto, ούτε η συστηματική και τελολογική ερμηνεία της αποφάσεως-πλαισίου συνηγορούν υπέρ μιας διευρύνσεως του περιεχομένου της εννοίας του θύματος παρά τη γραμματική διατύπωσή της. Πράγματι, το περιεχόμενο πολλών διατάξεων της αποφάσεως-πλαισίου αφορά αποκλειστικά νομικά πρόσωπα (4). Παραδείγματος χάριν, μπορεί να αναφερθεί το άρθρο 1, στοιχείο α΄, το οποίο μνημονεύει ως πιθανές ζημίες τις οποίες μπορεί να υποστεί ένα θύμα, μεταξύ άλλων, τη σωματική ή ψυχική βλάβη ή την συγκινησιακή δοκιμασία. Τέτοιες ενέργειες μπορούν να πλήξουν μόνο φυσικά πρόσωπα. Μπορεί να αναφερθεί επίσης το άρθρο 2, παράγραφος 1, κατά το οποίο τα θύματα πρέπει να τυγχάνουν μεταχειρίσεως η οποία να βασίζεται στον οφειλόμενο σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους.
27. Ούτε από τα θεμελιώδη δικαιώματα τα οποία υποχρεούται να τηρεί ο νομοθέτης της Ενώσεως παρέχεται η δυνατότητα να περιληφθούν στην έννοια του θύματος τα νομικά πρόσωπα. Πράγματι, ο νομοθέτης έπρεπε να περιοριστεί, κατ’ εφαρμογήν και της αρχής της ισότητας, μόνο στη ρύθμιση της μεταχειρίσεως της οποίας τυγχάνουν τα φυσικά πρόσωπα. Βεβαίως, και τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ζημιωθούν από αξιόποινες πράξεις, εντούτοις από τον ορισμό της εννοίας του θύματος του άρθρου 1, στοιχείο α΄, της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220 προκύπτει ότι συχνά η ζημία την οποία υφίστανται τα φυσικά πρόσωπα δεν εξαντλείται σε υλικές ζημίες, αλλά μπορεί να λάβει, εξαιτίας της σωματικής ή ψυχικής βλάβης και της συγκινησιακής δοκιμασίας τελείως διαφορετικές διαστάσεις απ’ ό,τι στην περίπτωση των νομικών προσώπων. Πέραν τούτου, τα φυσικά πρόσωπα στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας έχουν πολλή μεγαλύτερη ανάγκη προστασίας απ’ ό,τι τα κατά κανόνα υποστηριζόμενα από επαγγελματίες νομικά πρόσωπα. Αυτή είναι οι αντικειμενικοί λόγοι για την προνομιακή μεταχείριση των φυσικών προσώπων τα οποία υπήρξαν θύματα αξιόποινων πράξεων.
28. Συνεπώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση-πλαίσιο 2001/220 δεν περιέχει κάποιο στοιχείο βάσει του οποίου θα έπρεπε να διευρυνθεί η έννοια του θύματος, πέραν της γραμματικής διατυπώσεώς του, ώστε να περιλάβει και τα νομικά πρόσωπα. Τούτο ισχύει και σε σχέση με τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου μεσολάβηση.
29. Τέλος, απομένει να εξεταστεί η αντίρρηση του αιτούντος δικαστηρίου ότι σε περίπτωση που δεν υπαχθούν στην έννοια του θύματος της αποφάσεως-πλαισίου τα νομικά πρόσωπα ενδέχεται να υπάρξει άνιση μεταχείριση των θυμάτων αξιόποινων πράξεων από τα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, ορισμένα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της αποφάσεως-πλαισίου στην εθνική νομοθεσία τους χρησιμοποίησαν έναν ευρύ ορισμό της εννοίας του θύματος και περιέλαβαν σε αυτόν τα νομικά πρόσωπα. Σε σύγκριση προς αυτά τα κράτη μέλη, θύματα σε κράτη μέλη, τα οποία θεωρούν ως τέτοια μόνον τα φυσικά πρόσωπα, τυγχάνουν δυσμενέστερης μεταχειρίσεως.
30. Ωστόσο, αυτή η άνιση μεταχείριση απορρέει από το γεγονός ότι σκοπός της αποφάσεως-πλαισίου ήταν απλώς η εναρμόνιση των μέτρων που διέπουν τη θέση των φυσικών προσώπων. Το ενδεχόμενο η μεταχείριση να διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών στον μη εναρμονισθέντα τομέα αποτελεί φυσική συνέπεια αυτής της μερικής εναρμονίσεως και δεν μπορεί να αρθεί μέσω μιας διασταλτικής ερμηνείας της αποφάσεως-πλαισίου, αντίθετης προς το σαφές γράμμα της.
Β – Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
31. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η έννοια της «εγκληματικής πράξεως» του άρθρου 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί ως περιλαμβάνουσα όλες τις εγκληματικές πράξεις των οποίων η προβλεπόμενη στον νόμο αντικειμενική υπόσταση είναι κατ’ ουσίαν παρεμφερής.
32. Η αιτία για την υποβολή του ερωτήματος αυτού είναι το γεγονός ότι στο ουγγρικό δίκαιο είναι δυνατή η διεξαγωγή μεσολαβήσεως στην περίπτωση που πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της απάτης έστω και αν το θύμα της εγκληματικής πράξεως είναι ένα νομικό πρόσωπο. Αντιθέτως, το ουγγρικό δίκαιο δεν προβλέπει τη διαδικασία μεσολαβήσεως στην περίπτωση προσβολής των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δυνάμει του άρθρου 314 του Ποινικού Κώδικα. Πράγματι, το κεφάλαιο XVII του Ποινικού Κώδικα (εγκλήματα κατά της οικονομικής ζωής), στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση αυτή, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των κεφαλαίων σε σχέση με τα οποία το άρθρο 221/Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας παρέχει τη δυνατότητα εφαρμογής της διαδικασίας μεσολαβήσεως (5).
33. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων της απάτης και της προσβολής των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως είναι κατ’ ουσίαν ίδια. Ως εκ τούτου, τίθεται το ερώτημα αν ο ποινικός νομοθέτης ενός κράτους μέλους είναι ελεύθερος να αποφασίσει, στην περίπτωση ομοειδών εγκλημάτων, την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως ή όχι, ή αν το δίκαιο της Ενώσεως απαιτεί ενιαία μεταχείριση.
34. Ευθύς εξαρχής πρέπει να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι η Ουγγρική Κυβέρνηση απέδειξε με πειστικά επιχειρήματα στο πλαίσιο των γραπτών παρατηρήσεών της ότι διαφέρουν μεταξύ τους σαφώς οι αντικειμενικές υποστάσεις των δυο εγκληματικών πράξεων που προβλέπει ο ουγγρικός Ποινικός Κώδικας. Εντούτοις, σε τελευταία ανάλυση εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει κατά τρόπο οριστικό το ζήτημα αν οι αντικειμενικές υποστάσεις των δυο εγκληματικών πράξεων είναι παρεμφερείς.
35. Η Ουγγρική και η Ιταλική Κυβέρνηση φρονούν ότι το δεύτερο ερώτημα είναι προδήλως υποθετικό, σε σχέση με την απάντηση στο πρώτο ερώτημα και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να απαντηθεί, δεδομένου ότι αφορά αξιόποινη πράξη κατά νομικού προσώπου που ακριβώς δεν εμπίπτει στην απόφαση-πλαίσιο.
36. Ωστόσο, ο Ούγγρος νομοθέτης επιτρέπει, στην περίπτωση αξιόποινων πράξεων για τις οποίες προβλέπεται η μεσολάβηση (6), τη μεσολάβηση τόσο στις περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα είναι φυσικά πρόσωπα όσο και τις περιπτώσεις στις οποίες τα θύματα είναι νομικά πρόσωπα. Συνεπώς, θα μπορούσε να έχει αποφασίσει εν προκειμένω τη λεγόμενη «μεταφορά πέραν του απαιτούμενου μέτρου» της αποφάσεως-πλαισίου και με τον τρόπο αυτόν η βούλησή του να ήταν η εφαρμογή της αποφάσεως-πλαισίου και σε σχέση με τη μεσολάβηση στην περίπτωση των νομικών προσώπων.
37. Κατά πάγια νομολογία, σε μια τέτοια περίπτωση μεταφοράς πέραν του απαιτούμενου μέτρου επιτρέπεται η υποβολή ερωτήματος για την ερμηνεία του δικαίου της Ενώσεως. Πράγματι, η έννομη τάξη της Ενώσεως έχει συμφέρον κάθε διάταξη του δικαίου της Ενώσεως, ανεξαρτήτως των προϋποθέσεων υπό τις οποίες πρέπει να εφαρμόζεται, να τυγχάνει ομοιόμορφης ερμηνείας προκειμένου να αποφεύγονται ως προς το σημείο αυτό αποκλίσεις (7).
38. Εάν το Δικαστήριο αποφανθεί ότι πρόκειται για μεταφορά πέραν του απαιτούμενου μέτρου, θα πρέπει να διευκρινίσει αν στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου, ήτοι σε σχέση με φυσικά πρόσωπα, ένα κράτος μέλος υποχρεούται να προβλέπει την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως κατά τρόπο ενιαίο για όλα τα παρεμφερή εγκλήματα.
39. Βεβαίως, η απόφαση-πλαίσιο παρέχει, βάσει της γραμματικής διατυπώσεώς της, στα κράτη μέλη σημαντικό περιθώριο χειρισμών σε σχέση με τη μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις. Έτσι, αφενός κάνει λόγο, με μια πολύ ήπια διατύπωση, για την υποχρέωση των κρατών μελών να μεριμνούν για την προώθηση της μεσολαβήσεως. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προωθούν τη μεσολάβηση σε όλες τις ποινικές υποθέσεις στις οποίες κρίνουν ότι «προσιδιάζει» το μέτρο αυτό. Το κριτήριο αυτό παρέχει στα κράτη μέλη ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον προσδιορισμό των εγκλημάτων επί των οποίων εφαρμόζεται η μεσολάβηση. Ωστόσο, θα μπορούσε να εξεταστεί κατά πόσον η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως του δικαίου της Ενώσεως, την οποία οφείλουν να τηρούν τα κράτη μέλη κατά τη μεταφορά της οδηγίας-πλαισίου, τα υποχρεώνει, στην περίπτωση κατά την οποία προβλέπουν μεσολάβηση για ορισμένα εγκλήματα, να την εφαρμόζουν ομοιόμορφα για όλα τα παρεμφερή εγκλήματα. Ειδάλλως, θα μπορούσε να υπάρξει άνιση μεταχείριση των προσώπων τα οποία υπήρξαν θύματα κατ’ ουσίαν παρεμφερών εγκλημάτων. Το θύμα μιας συγκεκριμένης αξιόποινης πράξεως θα είχε τη δυνατότητα να ζητήσει την εφαρμογή της μεσολαβήσεως, ενώ δεν θα προβλεπόταν η διαδικασία της μεσολαβήσεως για το θύμα μιας κατ’ ουσίαν παρεμφερούς αξιόποινης πράξεως. Ως προς το σημείο αυτό, απομένει να διευκρινιστεί αν μια τέτοια άνιση μεταχείριση θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένη π.χ. για λόγους προλήψεως των εγκλημάτων.
40. Εντούτοις, στο σημείο αυτό δεν επιθυμώ να διατυπώσω κάποια οριστική εκτίμηση σε σχέση με τα ερωτήματα αυτά, δεδομένου ότι φρονώ ότι εν προκειμένω δεν υπάρχει μεταφορά πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου. Πράγματι, ο Ούγγρος νομοθέτης επέλεξε σκοπίμως να μην προβλέψει τη διαδικασία μεσολαβήσεως σε σχέση με την κρίσιμη εν προκειμένω αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της προσβολής των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο πλαίσιο της οποίας δεν είναι δυνατό να υπάρξουν ως θύματα φυσικά πρόσωπα. Πράγματι, αυτή η αξιόποινη πράξη δεν ανήκει στην κατηγορία των εγκλημάτων για τα οποία το άρθρο 221/Α, παράγραφος 1, του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει μεσολάβηση. Συνεπώς, δεν υπήρχε ως προς το σημείο αυτό καμία πρόθεση μεταφοράς της αποφάσεως-πλαισίου πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου. Μάλιστα, η Ουγγρική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι τυχόν μεσολάβηση στην υπό κρίση υπόθεση θα ήταν contra legem. Επομένως, ο Ούγγρος νομοθέτης, προβλέποντας τη διαδικασία μεσολαβήσεως σε σχέση με άλλα εγκλήματα ακόμη και όταν το θύμα είναι νομικό πρόσωπο, επέλεξε ενδεχομένως την εν μέρει πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου μεταφορά. Για το επίμαχο στην υπό κρίση υπόθεση έγκλημα και την κατηγορία εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το έγκλημα αυτό, δεν προέβη σε μεταφορά πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου.
41. Ούτε από τις αναπτύξεις του αιτούντος δικαστηρίου επί του δευτέρου ερωτήματος μπορούν να συναχθούν στοιχεία σε σχέση με το ότι το δικαστήριο θέτει το δεύτερο ερώτημα υπολαμβάνοντας ότι υπάρχει εν προκειμένω μεταφορά που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο μέτρο. Αντιθέτως, το δεύτερο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, όπως το αντιλαμβάνομαι, αφορά το αν το δίκαιο της Ενώσεως υποχρεώνει ένα κράτος μέλος να προβλέπει τη μεσολάβηση για νομικά πρόσωπα, οσάκις η εθνική νομοθεσία προβλέπει, σε σχέση με ένα παρεμφερές έγκλημα, τη μεσολάβηση στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο.
42. Ως προς το σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν υπάρχει υποχρέωση του κράτους μέλους να προβλέψει τη διαδικασία μεσολαβήσεως, όταν το θύμα της αξιόποινης πράξεως είναι νομικό πρόσωπο. Πράγματι, η αρχή της ισότητας του δικαίου της Ενώσεως ισχύει μόνον στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ενώσεως, αυτό δε το πεδίο εφαρμογής προσδιορίζεται εν προκειμένω από την απόφαση-πλαίσιο. Η απόφαση-πλαίσιο αφορά μόνο ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα που είναι θύματα αξιόποινων πράξεων, ενώ στο πεδίο εφαρμογής της αποφάσεως-πλαισίου και, ως εκ τούτου, και του δικαίου της Ενώσεως δεν εμπίπτουν τα θύματα που είναι νομικά πρόσωπα. Ως εκ τούτου, από την αρχή της ισότητας του δικαίου της Ενώσεως δεν απορρέει η υποχρέωση να προβλέπεται η μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες θύμα μιας αξιόποινης πράξεως είναι ένα νομικό πρόσωπο, όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει για μια κατ’ ουσίαν παρεμφερή αξιόποινη πράξη τη μεσολάβηση και στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο.
Γ – Εισαγωγική παρατήρηση επί του τρίτου και του τέταρτου ερωτήματος
43. Με το τρίτο και τέταρτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί ορισμένες διευκρινίσεις σε σχέση με τον συγκεκριμένο τρόπο οργανώσεως της ρυθμιζόμενης στο άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου διαδικασίας μεσολαβήσεως. Ορισμένοι μετέχοντες στη διαδικασία φρονούν ότι τα ερωτήματα αυτά είναι προδήλως υποθετικής φύσεως και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να απαντηθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένου ότι οι απαντήσεις επί των δύο πρώτων προδικαστικών ερωτημάτων κατέδειξαν ότι στο πλαίσιο της κύριας δίκης δεν υπάρχει θύμα κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου και ότι ούτε από την αρχή της ισότητας απορρέει η υποχρέωση να προβλέπεται η εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως στην περίπτωση του συγκεκριμένου εκδικαζόμενου εγκλήματος, μολονότι το θύμα είναι νομικό πρόσωπο, συντάσσομαι με την ανωτέρω άποψη ότι δεν απαιτείται η απάντηση των ερωτημάτων αυτών.
44. Εντούτοις, στην περίπτωση που το Δικαστήριο προκρίνει να απαντήσει και σε αυτά τα δύο ερωτήματα που συνδέονται με την προεκτεθείσα ανωτέρω στο σημείο 36 των ανά χείρας προτάσεων έννοια της «βαίνουσας πέραν του επιβαλλόμενου μέτρου μεταφοράς» της αποφάσεως-πλαισίου, πρέπει στη συνέχεια να τα εξετάσω επικουρικώς.
Δ – Το τρίτο προδικαστικό ερώτημα
45. Σε σχέση με την οργάνωση της διαδικασίας μεσολαβήσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ αρχάς αν το άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι πρέπει η μεσολάβηση μεταξύ δράστη και θύματος να είναι δυνατή τουλάχιστον μέχρι την έκδοση αποφάσεως σε πρώτο βαθμό.
46. Στις αναπτύξεις του επί του ερωτήματος αυτού, το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, κατά την άποψή του, το να εξαρτάται η εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως από προηγούμενη ομολογία κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως αντιβαίνει στα δικαιώματα άμυνας του κατηγορουμένου. Συγκεκριμένα, δυνάμει του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, για την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως κ.λπ. απαιτείται μεταξύ άλλων όπως «ο κατηγορούμενος παραδεχθεί τα πραγματικά περιστατικά στη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης και αποδέχεται και είναι σε θέση να αναλάβει το βάρος της αποζημιώσεως του θύματος ή της καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπο επανορθώσεως των ζημιογόνων για το θύμα συνεπειών της εγκληματικής πράξεως» (8).
47. Συνεπώς, το τρίτο προδικαστικό ερώτημα έχει δύο σκέλη. Αφενός, πρέπει να διευκρινιστεί μέχρι ποιου χρονικού σημείου πρέπει να είναι δυνατή η μεσολάβηση. Αφετέρου, το αν η απαίτηση να έχει προηγηθεί ομολογία κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, ως προϋπόθεση για τη μεσολάβηση, συνάδει προς την απόφαση-πλαίσιο.
1. Επί του χρονικού σημείου της διαδικασίας μεσολαβήσεως
48. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου ορίζει ότι τα κράτη μέλη μεριμνούν για την προώθηση της μεσολαβήσεως σε εγκληματικές πράξεις.
49. Θα μπορούσε εν προκειμένω να εξεταστεί το ενδεχόμενο να μη συνάδει προς το περιεχόμενο της ανωτέρω διατάξεως το να προβλέπει κράτος μέλος τη δυνατότητα μεσολαβήσεως μόνον κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως και, ως εκ τούτου, με τον τρόπο αυτόν να προωθεί την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως αποκλειστικά σε ένα πρώιμο δικονομικό στάδιο.
50. Η «μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις» ορίζεται ρητώς στο άρθρο 1, στοιχείο ε΄, της αποφάσεως-πλαισίου ως η αναζήτηση πριν ή κατά την ποινική διαδικασία λύσεως, διά διαπραγματεύσεως μεταξύ του θύματος και του δράστη με τη μεσολάβηση ενός αρμοδίου προσώπου. Ασφαλώς, δίδεται ιδιαίτερα μεγάλη ώθηση στη μεσολάβηση όταν αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμη και πριν από την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας. Εντούτοις, η απόφαση-πλαίσιο δεν επιβάλλει την υποχρέωση προωθήσεως της μεσολαβήσεως σε τόσο μεγάλη έκταση. Πράγματι, η απόφαση-πλαίσιο ορίζει τη μεσολάβηση ρητώς ως την αναζήτηση, πριν ή κατά την ποινική διαδικασία, λύσεως και, βάσει του ορισμού αυτού, αρκεί εν γένει να υφίσταται σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας η δυνατότητα της μεσολαβήσεως. Με αυτήν την διαζευκτική διατύπωση η απόφαση-πλαίσιο διευκρινίζει ότι μεσολάβηση μπορεί να υπάρξει τόσο κατά την προκαταρκτική εξέταση όσο και κατά την ένδικη διαδικασία, εντούτοις, δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα δυνατή σε αμφότερες τις περιπτώσεις. Συνεπώς, εμπίπτει στο αναγνωριζόμενο από την απόφαση-πλαίσιο ευρύ περιθώριο χειρισμών των κρατών μελών το αν θα περιορίσουν τη δυνατότητα μεσολαβήσεως μόνο σε ένα δικονομικό στάδιο.
51. Κατά τα λοιπά, η Ουγγρική Κυβέρνηση προβάλλει ότι στο ουγγρικό δίκαιο η μεσολάβηση ακόμη και μετά την περάτωση της προκαταρκτικής εξετάσεως είναι δυνατή κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας, πράγμα υπέρ του οποίου συνηγορεί και η διατύπωση του νόμου και δη του άρθρου 266, παράγραφος 3, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Συνεπώς, το αιτούν δικαστήριο ερωτά πιθανώς με το τρίτο ερώτημά του ποιο είναι το νόμιμο χρονικό σημείο μιας ομολογίας ως προϋποθέσεως για τη μεσολάβηση. Αυτό είναι το ερώτημα που τίθεται με τη δεύτερη ημιπερίοδο του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος.
2. Επί της ομολογίας του κατηγορουμένου
52. Δυνάμει του άρθρου 221/Α, παράγραφος 3, στοιχείο b, του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας η εφαρμογή της μεσολαβήσεως εξαρτάται στο ουγγρικό δίκαιο από τη ομολογία των πραγματικών περιστατικών κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως. Ακολούθως, πρέπει να διευκρινιστεί αν με τον τρόπο αυτόν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη η προώθηση της μεσολαβήσεως την οποία επιτάσσει το άρθρο 10.
53. Η απόφαση-πλαίσιο δεν διευκρινίζει αναλυτικότερα με ποιον τρόπο πρέπει τα κράτη μέλη να οργανώσουν τη διαδικασία μεσολαβήσεως στις επιμέρους λεπτομέρειές της. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, υποχρεώνει απλώς τα κράτη μέλη κατά τρόπο γενικό να μεριμνούν ώστε να προωθείται η μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις. Κατά την παράγραφο 2, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να μπορεί να λαμβάνεται υπόψη κάθε συμφωνία μεταξύ του θύματος και του δράστη, επιτυγχανόμενη κατά την εν λόγω μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις.
54. Συνεπώς, η απόφαση-πλαίσιο αφήνει στους εθνικούς νομοθέτες ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σε σχέση με τη in concreto οργάνωση της μεσολαβήσεως (9). Πάντως, η συγκεκριμένη μεταφορά της αποφάσεως-πλαισίου δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να χάσει ένα μεγάλο μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της και, ως εκ τούτου, να παραβιάζει την υποχρέωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, της αποφάσεως το οποίο ορίζει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν στα θύματα ουσιαστικό και κατάλληλο ρόλο στο πλαίσιο του συστήματος της ποινικής τους δικαιοσύνης (10).
55. Και στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι από την άποψη του κατηγορουμένου η διαδικασία μεσολαβήσεως είναι ελκυστικότερη, αυτός δε δεν υποχρεούται να την επιλέξει ήδη κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως, αλλά μπορεί να πράξει τούτο και μετά την άσκηση ποινικής διώξεως. Πράγματι, τότε έχει ο κατηγορούμενος τη δυνατότητα να αναμένει κατ’ αρχάς το αποτέλεσμα που θα έχουν τελικώς οι έρευνες. Και όσο περισσότερο ελκυστικός είναι ο τρόπος οργανώσεως της διαδικασίας μεσολαβήσεως για τον κατηγορούμενο, τόσο μεγαλύτερα είναι και για το θύμα τα πλεονεκτήματα μιας μεσολαβήσεως όπως αυτό την επιθυμεί.
56. Εντούτοις, δεν υπάρχει εν προκειμένω υπέρβαση των άκρων ορίων διακριτικής εξουσίας τα οποία τίθενται στα κράτη μέλη για τη μεταφορά της αποφάσεως-πλαισίου στην εσωτερική έννομη τάξη τους, δεδομένου ότι μέσω ενός τρόπου οργανώσεως, όπως είναι αυτός που προβλέπει η ουγγρική νομοθεσία, η απόφαση-πλαίσιο δεν χάνει μεγάλο τμήμα της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της. Αφενός, απομένει ένα ευρύ ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής για τη διαδικασία μεσολαβήσεως, και, αφετέρου, συντρέχουν και βάσιμοι λόγοι να παρασχεθεί κίνητρο για την όσο το δυνατόν ταχύτερη μεσολάβηση ήδη κατά την προκαταρκτική εξέταση. Έτσι, το θύμα μπορεί π.χ. να αποφύγει ευθύς εξ αρχής μια πιθανώς στενάχωρη δίκη, από απόψεως δε αντεγκληματικής πολιτικής μπορούν να δικαιολογηθούν καλύτερα οι προβλεπόμενες στο ουγγρικό δίκαιο ελαφρυντικές συνέπειες της μεσολαβήσεως επί της εκτάσεως της ποινής ή ακόμη και η παύση της διαδικασίας, όσο νωρίτερα ο κατηγορούμενος ομολογήσει την προσαπτόμενη σε αυτόν πράξη και επιδιώξει κάποιον συμβιβασμό με το θύμα. Η Ουγγρική Κυβέρνηση εξέθεσε συναφώς ότι η απαίτηση περί ομολογίας σε ένα πρώιμο στάδιο εισήχθη προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο τακτικών ελιγμών και καταχρήσεων από τον κατηγορούμενο.
57. Πέραν αυτού, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η προϋπόθεση υπάρξεως ομολογίας κατά την προκαταρκτική εξέταση για την εφαρμογή της διαδικασίας μεσολαβήσεως αποτελεί προσβολή της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως (nemo tenetur se ipsum accusare). Το αιτούν δικαστήριο διαβλέπει τον κίνδυνο να προβεί ο κατηγορούμενος, κατά τρόπο μη νόμιμο, σε ομολογία και με τον τρόπο αυτόν να εξαναγκαστεί σε αυτοενοχοποίηση.
58. Η Γαλλική Κυβέρνηση αρνείται ότι το άρθρο 221/Α, παράγραφος 5, του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντιβαίνει στην αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως. Η διάταξη αυτή προβλέπει ότι οι δηλώσεις στις οποίες προέβησαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας μεσολαβήσεως, ο κατηγορούμενος και το θύμα σχετικά με τις πράξεις που αποτελούν τη βάση της δίκης δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για αποδεικτικούς σκοπούς. Ωστόσο, εν προκειμένω τίθεται το ζήτημα της ομολογίας του κατηγορουμένου στην οποία αυτός προέβη κατά την προκαταρκτική εξέταση πριν τη διεξαγωγή της διαδικασίας μεσολαβήσεως. Συνεπώς, η ομολογία αυτή δεν θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανόνα δικαίου λόγω του χρονικού σημείου κατά το οποίο έγινε. Συνεπώς, το προδικαστικό ερώτημα δεν είναι υποθετικό.
59. Η απόφαση-πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να γίνονται σεβαστά τα θεμελιώδη δικαιώματα (11). Ιδιαιτέρως, πρέπει να τονιστεί στην παρούσα συνάφεια το δικαίωμα για δίκαιη δίκη, όπως αυτό διακηρύσσεται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 47, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (12).
60. Κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η αρχή της μη αυτοενοχοποιήσεως αποτελεί τον πυρήνα του δικαιώματος για δίκαιη δίκη δυνάμει του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (13). Βάσει της εν λόγω νομολογίας, σκοπός και περιεχόμενο του δικαιώματος αυτού είναι μεταξύ άλλων η προστασία του κατηγορουμένου από τυχόν καταχρηστικό εξαναγκασμό εκ μέρους των αρχών για την απόσπαση ομολογίας. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το δικαίωμα της μη αυτοενοχοποιήσεως αφορά πρωτίστως το σεβασμό της βουλήσεως του κατηγορουμένου να σιωπήσει. Περαιτέρω στοιχείο της αρχής της μη αυτοενοχοποιήσεως είναι και το ότι η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αιτιολογεί την αποδεικτική διαδικασία την οποία εφάρμοσε σε μια ποινική υπόθεση κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην προσδίδεται βαρύτητα σε αποδεικτικά μέσα τα οποία αποκτήθηκαν από τον κατηγορούμενο αντίθετα προς τη βούλησή του μέσω εξαναγκασμού ή πιέσεων (14).
61. Ασφαλώς, ασκείται κάποια πίεση επί ενός κατηγορουμένου προκειμένου να προβεί ταχέως σε ομολογία, όταν γνωρίζει ότι άνευ ομολογίας ή με μια ομολογία που δόθηκε εκ των υστέρων δεν μπορεί πλέον να τύχει των πλεονεκτημάτων της μεσολαβήσεως. Εντούτοις, δεν συνιστά απαγορευόμενη πίεση ή εξαναγκασμό το να παρέχει ο νομοθέτης, μεταξύ άλλων στον τομέα της επιμετρήσεως της ποινής, θετικά κίνητρα προκειμένου να προβεί ο κατηγορούμενος σε μια όσο το δυνατόν ταχύτερη ομολογία. Έτσι, στο πλαίσιο επιμετρήσεως της ποινής λαμβάνεται κατά κανόνα υπόψη ως ελαφρυντική περίσταση η ομολογία. Ως εκ τούτου, όπως ορθώς θεώρησαν όλοι οι μετέχοντες στη διαδικασία, η οργάνωση της διαδικασίας μεσολαβήσεως όπως είναι αυτή που προβλέπει η ουγγρική νομοθεσία δεν προσβάλλει το δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη.
Ε – Το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα
62. Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου απαιτεί, σε περίπτωση συνδρομής των προβλεπόμενων από τον νόμο προϋποθέσεων, την άνευ εξαιρέσεων γενική πρόσβαση στη διαδικασία μεσολαβήσεως, η δε πρόσβαση αυτή να μην υπόκειται στη διακριτική εξουσία των αρμόδιων αρχών. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 221/A, παράγραφος 3, στοιχείο d, του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Βάσει της διατάξεως αυτής, η εισαγγελία αποφασίζει τη διεξαγωγή της διαδικασίας μεσολαβήσεως, εάν, λαμβανομένης υπόψη της φύσεως της εγκληματικής πράξεως, του τρόπου διαπράξεώς της και της προσωπικότητας του κατηγορουμένου, η ένδικη διαδικασία μπορεί να παραλειφθεί ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι το δικαστήριο θα λάβει υπόψη την έμπρακτη μετάνοια κατά την επιμέτρηση της ποινής.
63. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η ουγγρική ρύθμιση καταλείπει χώρο για υποκειμενικές εκτιμήσεις εκ μέρους των εισαγγελικών αρχών κατά τη λήψη αποφάσεως σε σχέση με το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για μεσολάβηση, τούτο δε μπορεί να εμποδίσει τη διεξαγωγή της μεσολαβήσεως. Τούτο δεν θα συνέβαλλε στην προώθηση της μεσολαβήσεως επί ζημία των θυμάτων.
64. Στο πλαίσιο της απαντήσεως του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει εκ νέου να επισημάνω ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου δεν δίδει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με τον τρόπο οργανώσεως της διαδικασίας μεσολαβήσεως. Ως εκ τούτου, από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί απευθείας το αν η πρόσβαση στη μεσολάβηση μπορεί να είναι στη διακριτική εξουσία της αρμόδιας αρχής. Η απόφαση-πλαίσιο υποχρεώνει τα κράτη μέλη μόνο να προωθούν εν γένει τη μεσολάβηση. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ πεδίο χειρισμών σε σχέση με τη διαδικασία μεσολαβήσεως και τις προϋποθέσεις της (15).
65. Πάντως, η in concreto μεταφορά της αποφάσεως-πλαισίου δεν πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ώστε να χάνει ένα μεγάλο μέρος της πρακτικής αποτελεσματικότητάς της (16). Η επιβαλλόμενη από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως-πλαισίου υποχρέωση προωθήσεως της μεσολαβήσεως πρέπει επομένως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαιτεί μια μεταφορά στην εθνική νομοθεσία στο πλαίσιο της οποίας να απομένει στην πράξη ένα ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής.
66. Βάσει των ανωτέρω, δεν απάδει κατ’ αρχήν προς την απόφαση-πλαίσιο, όπως τόνισαν και η Ιταλική και η Γαλλική Κυβέρνηση, το να παραχωρείται στις αρμόδιες αρχές περιθώριο εκτιμήσεως σε σχέση με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας μεσολαβήσεως. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι στο θύμα πρέπει να παρέχεται γενική και άνευ προϋποθέσεων αξίωση για την κίνηση της διαδικασίας μεσολαβήσεως. Πράγματι, η κατά περίπτωση απόφαση των εισαγγελικών αρχών φαίνεται, σε σχέση με την ιδιαιτέρως διασφαλιζόμενη με τον τρόπο αυτόν συνεκτίμηση όλων των ιδιαιτέρων περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν πέραν του συμφέροντος που έχει το θύμα για μεσολάβηση και άλλες σημαντικές εκτιμήσεις και προγνώσεις, να είναι ορθή και να μη στερεί από τη διαδικασία μεσολαβήσεως ευθύς εξ αρχής την πρακτική αποτελεσματικότητά της.
67. Εντούτοις, το περιθώριο εκτιμήσεως που παρέχεται στις αρχές πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, πρέπει να τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα και δεν πρέπει να εμποδίζει στην πράξη την εφαρμογή της μεσολαβήσεως. Συνεπώς, εφόσον συμφωνεί το θύμα να υπάρξει μεσολάβηση, τις περισσότερες φορές θα πρέπει να επιτρέπεται η εφαρμογή της σχετικής διαδικασίας.
68. Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη του ότι η κρατική αξίωση περί επιβολής ποινής δεν συνδέεται μόνο με εκτιμήσεις που αφορούν την προστασία του θύματος, αλλά και με το ότι με την επιβολή ποινής επιδιώκεται η κοινωνική επανένταξη του δράστη καθώς και η πρόληψη, ενδέχεται να είναι απολύτως νόμιμο να απορριφθεί το αίτημα περί διεξαγωγής μεσολαβήσεως ακόμη και αν το θύμα συμφωνεί προς τούτο.
VI – Πρόταση
69. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων προτείνω να απαντηθούν τα προδικαστικά ερωτήματα του Szombathelyi Városi Bíróság ως εξής:
1. Θύμα κατά την έννοια της αποφάσεως-πλαισίου 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες είναι αποκλειστικά τα φυσικά πρόσωπα ακόμη και σε σχέση με τη ρυθμιζόμενη στο άρθρο 10 της αποφάσεως-πλαισίου μεσολάβηση σε ποινικές υποθέσεις.
2. Από το δίκαιο της Ενώσεως δεν απορρέει κάποια υποχρέωση να προβλέπεται η εφαρμογή της μεσολαβήσεως σε ποινικές υποθέσεις στις οποίες το θύμα μιας αξιόποινης πράξεως είναι νομικό πρόσωπο, όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει μεσολάβηση για μια κατ’ ουσίαν παρεμφερή αξιόποινη πράξη και στην περίπτωση που το θύμα είναι νομικό πρόσωπο.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση-πλαίσιο του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (ΕΕ L 82, σ. 1, στο εξής: απόφαση-πλαίσιο 2001/220).
3 – Απόφαση της 28ης Ιουνίου 2007, C‑467/05, Dell’Orto (Συλλογή 2007, σ. I-5557, σκέψη 60).
4 – Βλ. τις προτάσεις μου της 8ης Μαΐου 2007 επί της προπαρατεθείσας αποφάσεως Dell’Orto (σημεία 52 επ.).
5 – Αντιθέτως το έγκλημα της απάτης ανήκει στο κεφάλαιο XVIII του Ποινικού Κώδικα (εγκλήματα κατά της περιουσίας), για το οποίο το άρθρο 221/Α του ουγγρικού Ποινικού Κώδικα προβλέπει μεσολάβηση.
6 – Οι πράξεις αυτές απαριθμούνται στο άρθρο 221/Α, παράγραφος 1, του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
7 – Πάγια νομολογία από τις αποφάσεις της 18ης Οκτωβρίου 1990, C-297/88 και C-197/89, Dzodzi (Συλλογή 1990, σ. I-3763, σκέψεις 36 και 37)· ειδικώς σε σχέση με την οδηγία 90/434, βλ. αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 1997, C-28/95, Leur-Bloem (Συλλογή 1997, σ. I-4161, σκέψεις 32 και 34), και της 15ης Ιανουαρίου 2002, C‑43/00, Andersen og Jensen (Συλλογή 2002, σ. I-379, σκέψεις 18 και 19)· βλ., επίσης, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 2007, C-280/06, ETI κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. Ι-10893, σκέψεις 21 και 22).
8 – Άρθρο 221/A, παράγραφος 3, στοιχείο b, του ουγγρικού Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
9 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2008, C‑404/07, Katz (Συλλογή 2008, σ. Ι-7607, σκέψη 46).
10 – Απόφαση Katz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 47).
11 – Αποφάσεις Katz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 48) και της 16ης Ιουνίου 2005, C‑105/03, Pupino (Συλλογή 2005, σ. Ι‑5285, σκέψη 59).
12 – Στις 7 Δεκεμβρίου 2000 διακηρύχθηκε στη Νίκαια ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 364, σ. 1) και αναπροσαρμόσθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ C 303, σ. 1).
13 – ΕΔΔΑ, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2006, Jalloh κατά Γερμανίας, Recueildesarrêtsetdécisions 2006-IΧ, § 97 επ. Για μια μη επίσημη μετάφραση στη γερμανική από τα γαλλικά, βλ. τη μετάφραση του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Δικαιοσύνης, Βερολίνο, στην ιστοσελίδα: .
14 – ΕΔΔΑ, απόφαση Jalloh κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13, § 100).
15 – Βλ. στο ίδιο πνεύμα απόφαση Katz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 46).
16 – Βλ. στο ίδιο πνεύμα απόφαση Katz (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 47).
Full & Egal Universal Law Academy