ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JÁN MAZÁK
της 14ης Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑230/09 και C‑231/09
Hauptzollamt Koblenz (υπόθεση C-230/09)
κατά
Kurt και Thomas Etling
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων – Επιστροφή της ποσότητας αναφοράς του γάλακτος κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς κατόπιν λύσεως γεωργικής μισθώσεως – Καθορισμός της ποσότητας αναφοράς»
Hauptzollamt Oldenburg (υπόθεση C-231/09)
κατά
1. Theodor Aissen
2. Hermann Rohaan
[αίτηση του Bundesfinanzhof (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων – Μεταβίβαση γαλακτοκομείου κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς – Καθορισμός της περιόδου αναφοράς»
1. Οι παρούσες αιτήσεις του Bundesfinanzhof (γερμανικού ομοσπονδιακού φορολογικού δικαστηρίου) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορούν την ερμηνεία των κανονισμών (ΕΚ) 1788/2003 και (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου (2). Κατά την ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διαδικασία, το Hauptzollamt Koblenz (κεντρικό τελωνείο του Koblenz) αντιδικεί με τους Etling & Etling και το Hauptzollamt Oldenburg (κεντρικό τελωνείο του Oldenburg) αντιδικεί με τον Τ. Aissen και τον Η. Rohaan. Αμφότερες οι υποθέσεις αφορούν κατ’ ουσίαν τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς του γάλακτος κατά τη διάρκεια ενός μόνον έτους γαλακτοπαραγωγής.
I – Νομικό πλαίσιο
2. Τα στοιχεία ι΄ και ια΄ του άρθρου 5 του κανονισμού 1788/2003 προβλέπουν αντιστοίχως ότι, για τους σκοπούς του κανονισμού αυτού, ως «ατομική ποσότητα αναφοράς» νοείται «η ποσότητα αναφοράς του παραγωγού την 1η Απριλίου κάθε δωδεκάμηνης περιόδου» και ως «διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς» νοείται «η ποσότητα την οποία έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός την 31η Μαρτίου της δωδεκάμηνης περιόδου για την οποία έχει υπολογισθεί η εισφορά, λαμβανομένων υπόψη όλων των μεταβιβάσεων, πωλήσεων, μετατροπών και προσωρινών ανακατανομών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και έχουν πραγματοποιηθεί στη διάρκεια αυτής της δωδεκάμηνης περιόδου».
3. Το άρθρο 95, παράγραφος 3, του κανονισμού 1782/2003 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «[ο]ι ατομικές ποσότητες αναφοράς οι οποίες έχουν αποτελέσει αντικείμενο προσωρινών μεταβιβάσεων […] στις 31 Μαρτίου του συγκεκριμένου ημερολογιακού έτους θεωρούνται ότι είναι διαθέσιμες στην εκμετάλλευση του αποδέκτη της μεταβίβασης για αυτό το ημερολογιακό έτος».
4. Για τους σκοπούς των προτάσεών μου, δεν απαιτείται στο στάδιο αυτό να παραθέσω μακροσκελώς όλη τη νομοθεσία. Θα αναφερθώ στις σχετικές διατάξεις κατά την ανάλυσή μου.
5. Όσον αφορά την εθνική νομοθεσία, το άρθρο 14, παράγραφος 1, της Verordnung zur Durchführung der EG-Milchabgabenregelung [γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως για την εφαρμογή του καθεστώτος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [νυν Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ)] εισφοράς επί του γάλακτος (BGBl I, σ. 2143·), της 9ης Αυγούστου 2004, προβλέπει ότι «[Ο] αγοραστής μπορεί να κατανείμει ποσότητες αναφοράς παραδόσεων, οι οποίες δεν χρησιμοποιήθηκαν κατά την αντίστοιχη δωδεκάμηνη περίοδο (υπολειπόμενες ποσότητες) σε άλλους παραγωγούς γάλακτος, οι παραδόσεις των οποίων υπερέβησαν την ποσότητα αναφοράς παραδόσεων που τους είχε χορηγηθεί (παραγωγοί που έχουν παραδώσει υπερβάλλουσες ποσότητες). Η κατανομή των αχρησιμοποίητων ποσοτήτων αναφοράς παραδόσεων στους παραγωγούς που έχουν παραδώσει υπερβάλλουσες ποσότητες γίνεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο υπολογισμού:
Άθροισμα των υπολειπομένων ποσοτήτων x ποσότητα αναφοράς παραδόσεων του παραγωγού που έχει παραδώσει υπερβάλλουσες ποσότητες
_______________________________________________________________
Άθροισμα των ποσοτήτων αναφοράς παραδόσεων των παραγωγών που έχουν παραδώσει υπερβάλλουσες ποσότητες»
6. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, του Betriebsprämiendurchführungsgesetz [γερμανικού νόμου μεταφοράς του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως (ΚΕΕ)] (BGBl I, σ. 1298), της 30ής Μαΐου 2006, προβλέπει κατ’ ουσίαν ότι το ποσό της ενιαίας ενισχύσεως του γεωργού, όπως καθορίζεται κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, πρέπει να αυξηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 62 του κανονισμού 1782/2003, με το ποσό που προκύπτει από τις πριμοδοτήσεις γαλακτοπαραγωγής για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 95 του κανονισμού αυτού και τις πρόσθετες ενισχύσεις κατά το άρθρο 96 του κανονισμού αυτού.
7. Το άρθρο 6 της Verordnung über die Durchführung der Milchprämie und der Ergänzungszahlung zur Milchprämie (γερμανικής κανονιστικής αποφάσεως για την εφαρμογή των πριμοδοτήσεων γαλακτοπαραγωγής και πρόσθετων ενισχύσεων) (BGBl I, σ. 267), της 18ης Φεβρουαρίου 2004, προβλέπει κατ’ ουσίαν ότι οι ποσότητες αναφοράς που έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός στις 31 Mαρτίου του έτους εφαρμογής, οι οποίες θα ληφθούν υπόψη για τη χορήγηση των πριμοδοτήσεων γαλακτοπαραγωγής, πρέπει να πιστοποιούνται με βεβαίωση στην οποία να αναφέρονται οι ποσότητες γάλακτος που πράγματι παρέδωσε ο παραγωγός κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο που λήγει στις 31 Μαρτίου του έτους εφαρμογής.
II – Πραγματικά περιστατικά και προδικαστικά ερωτήματα
8. Στην υπόθεση C-230/09, οι Etling & Etling είναι γαλακτοπαραγωγοί και για το έτος παραγωγής 2004/2005 είχαν ποσότητα αναφοράς (γαλακτοκομική ποσόστωση) 553 678 χιλιογράμμων. Από το 2000, είχαν εκμισθώσει σε τρίτον τμήμα (50 000 χιλιόγραμμα) της αρχικής τους ποσότητας αναφοράς. Τον Φεβρουάριο του 2005, η σύμβαση αυτή έληξε και εκδόθηκε για τους Etling & Etling απόφαση σύμφωνα με την οποία, από 1ης Μαρτίου 2005, τους επιστρεφόταν ποσότητα αναφοράς 50 000 χιλιογράμμων. Εφόσον ο μισθωτής είχε ήδη παραδώσει την εν λόγω ποσότητα γάλακτος, το γαλακτοκομείο (ο αγοραστής) εξέδωσε βεβαίωση ότι η ποσότητα αναφοράς που είχαν στη διάθεσή τους οι Etling & Etling ήταν 553 678 χιλιόγραμμα. Οι Etling & Etling προσέβαλαν την απόφαση αυτή ενώπιον του Finanzgericht (φορολογικού δικαστηρίου), το οποίο τροποποίησε τη βεβαίωση ώστε, για το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31 Μαρτίου 2005, η ποσότητα αναφοράς που ήταν «διαθέσιμη» για τους Etling & Etling περιελάμβανε την αναμεταβιβασθείσα ποσότητα αναφοράς των 50 000 χιλιογράμμων, για τον λόγο ότι για την πριμοδότηση δεν έχει σημασία η ενδεχομένως διενεργηθείσα από τον πρώην μισθωτή παράδοση της ποσότητας αναφοράς. Το Hauptzollamt Koblenz άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003, για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, την έννοια ότι η ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο κατά την οποία του έχει μεταβιβαστεί από άλλον παραγωγό ποσότητα αναφοράς δεν περιλαμβάνει την ποσότητα έναντι της οποίας έχει ήδη παραδοθεί γάλα από τον άλλο παραγωγό κατά τη διάρκεια αυτής της δωδεκάμηνης περιόδου;»
9. Στην υπόθεση C‑231/09, ο Τ. Aissen και ο Η. Rohaan ανέλαβαν ο καθένας γεωργική εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου 2004/2005 και παρέδωσαν το γάλα που παρήχθη στις εκμεταλλεύσεις τους σε γαλακτοκομείο (αγοραστή). Τούτο είχε ως συνέπεια να υπερβούν την ποσότητα αναφοράς που τους απέμενε για τη δωδεκάμηνη περίοδο διότι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης της εκμεταλλεύσεως εντός της ιδίας περιόδου είχε παραγάγει γάλα και το είχε παραδώσει σε αγοραστή. Για τον λόγο αυτόν, το Hauptzollamt Oldenburg προσδιόρισε εις βάρος τους εισφορά επί του γάλακτος· χορήγησε σε έκαστο εξ αυτών μη χρησιμοποιηθείσα από άλλους παραγωγούς ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχούσε μόνο στο τμήμα της ποσότητας αναφοράς το οποίο, κατόπιν της μεταβιβάσεως, ήταν ελεύθερο να χρησιμοποιηθεί για παραδόσεις και προσδιόρισε την αντίστοιχη εισφορά επί του γάλακτος. Ο Τ. Aissen και ο Η. Rohaan προσέβαλαν την απόφαση αυτή ενώπιον του Finanzgericht, το οποίο δέχθηκε τις προσφυγές τους για τον λόγο ότι, κατά το καθεστώς συμψηφισμού των ποσοτήτων αναφοράς, ο υπολογισμός πρέπει να βασίζεται στην ατομική ποσότητα αναφοράς που έχει χορηγηθεί στις εκμεταλλεύσεις και οι ποσότητες του παραδοθέντος γάλακτος κατά τη διάρκεια της ιδίας δωδεκάμηνης περιόδου από τους προηγούμενους δικαιούχους δεν λαμβάνονται υπόψη. Το Hauptzollamt Oldenburg άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundesfinanzhof, το οποίο υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα στο Δικαστήριο:
«1) Έχει το κοινοτικό δίκαιο, και ειδικότερα το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003, για τη θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, την έννοια ότι στην ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού, ο οποίος απέκτησε εκμετάλλευση από άλλον παραγωγό κατά τη διάρκεια μιας δωδεκάμηνης περιόδου που είχε ήδη αρχίσει να τρέχει, δεν περιλαμβάνεται η ποσότητα έναντι της οποίας, πριν από τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως, παραδόθηκε γάλα από τον άλλο παραγωγό κατά τη διάρκεια αυτής της δωδεκάμηνης περιόδου;
2) Αντιτίθενται κανόνες του κοινοτικού δικαίου ή γενικές αρχές της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003 συμψηφισμού του αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσότητας αναφοράς με ποσότητες που παραδόθηκαν καθ’ υπέρβασιν των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, επιτρέπει, στην περίπτωση την οποία αφορά το πρώτο ερώτημα, στον παραγωγό ο οποίος απέκτησε την εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου να συμμετάσχει στην κατανομή του εν λόγω αχρησιμοποίητου τμήματος και με το τμήμα της ποσότητας αναφοράς έναντι του οποίου έχουν γίνει παραδόσεις γάλακτος από τον άλλον παραγωγό;»
III – Ανάλυση
Α – Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
10. Στην υπόθεση C-230/09, το Hauptzollamt Koblenz υποστηρίζει ότι η πριμοδότηση γαλακτοπαραγωγής δεν μπορεί να χορηγηθεί σε πρόσωπο που δεν παρήγαγε γάλα με την ποσόστωση. Στην περίπτωση κατά την οποία αχρησιμοποίητη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάστηκε σε άλλο πρόσωπο κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου, η πριμοδότηση γαλακτοπαραγωγής για το έτος αυτό ανήκει στον προς ον η μεταβίβαση. Οι Etling & Etling και η Επιτροπή ισχυρίζονται κατ’ ουσίαν ότι «διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς» είναι η ποσότητα που μπορεί να παραδοθεί κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης περιόδου χωρίς να συνεπάγεται ευθύνη για την καταβολή εισφοράς επί του γάλακτος, ανεξαρτήτως του πόσο γάλα από την ποσότητα αυτή παραδόθηκε πράγματι. Ο όρος «ποσότητα αναφοράς» υποδηλώνει ένα αφηρημένο δικαίωμα.
11. Στην υπόθεση C-231/09 και όσον αφορά, ειδικότερα, το πρώτο ερώτημα, το Hauptzollamt Oldenburg διατείνεται κατ’ ουσίαν ότι, σε σχέση με την ευθύνη για καταβολή της εισφοράς, ο αποκτών μπορεί να βασίζεται στις ποσοστώσεις του γάλακτος μόνον καθόσον οι αντίστοιχες ποσότητες δεν έχουν ακόμη παραδοθεί από τον μεταβιβάζοντα. Ο Η. Rohaan και ο Τ. Aissen και η Επιτροπή ισχυρίζονται κατ’ ουσίαν ότι η ποσότητα αναφοράς του αποκτώντος δεν πρέπει να μειωθεί ώστε να περιλαμβάνει τις παραδόσεις που πραγματοποίησε ο μεταβιβάζων.
12. Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, το Hauptzollamt Oldenburg υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι η ποσότητα αναφοράς επί της οποίας βασίστηκε η απαλλαγή από την εισφορά επί του γάλακτος δεν μπορεί να μεταβιβαστεί σε σχέση με τη δωδεκάμηνη περίοδο κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε. Η ποσότητα αυτή δεν μπορεί να μεταβιβαστεί μέχρι την αρχή του επόμενου έτους γαλακτοπαραγωγής, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί εκ νέου. Ο Τ. Aissen και ο Η. Rohaan, καθώς και η Επιτροπή, προβάλλουν κατ’ ουσίαν ότι, στο πλαίσιο του συμψηφισμού, οι μεταβιβάσεις πρέπει να ληφθούν υπόψη βάσει του ορισμού της «διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς», και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003.
Β – Εκτίμηση
1. Επί του πρώτου ερωτήματος
13. Με το ερώτημα στην υπόθεση C-230/09 και το πρώτο ερώτημα στην υπόθεση C‑231/09, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1788/2003 έχει την έννοια ότι, όταν η ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού μεταβιβάστηκε κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης περιόδου, η ποσότητα αναφοράς που θα χορηγηθεί στον αποκτώντα δεν περιλαμβάνει την ποσότητα έναντι της οποίας, κατά τη διάρκεια του οικείου έτους γαλακτοπαραγωγής, έχει ήδη παραδοθεί γάλα από τον μεταβιβάζοντα.
14. Όσον αφορά την υπόθεση C-230/09, το προηγούμενο ερώτημα ανακύπτει στο πλαίσιο του καθεστώτος πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής, η οποία αποτελεί μέρος του ΚΕΕ, και αφορά τη μεταβίβαση (επιστροφή) ατομικής ποσότητας αναφοράς κατόπιν λήξεως γεωργικής μισθώσεως της οποίας αποτελούσε το αντικείμενο. Συγκεκριμένα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διαπιστώσει αν, για τους σκοπούς της χορηγήσεως πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής κατά το άρθρο 95, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1782/2003, ως «ποσότητα αναφοράς» νοείται η συνολική ποσότητα αναφοράς την οποία έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός κατά την έναρξη της δωδεκάμηνης περιόδου ή, αντιθέτως, αναφέρεται στη μειωμένη ποσότητα αναφοράς την οποία έχει στη διάθεσή του στο τέλος της περιόδου αυτής, κατά τη διάρκεια της οποίας τμήμα της ποσότητας αναφοράς έχει ήδη χρησιμοποιηθεί από τον μεταβιβάζοντα.
15. Θα εξετάσω τις σχετικές διατάξεις, καθόσον η ερμηνεία τους στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφής. Το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 (3) αναφέρει ότι «από το 2004 μέχρι το 2007, οι γαλακτοπαραγωγοί είναι επιλέξιμοι για πριμοδότηση γαλακτοπαραγωγής. Η πριμοδότηση αυτή χορηγείται ανά ημερολογιακό έτος, ανά εκμετάλλευση και ανά τόνο ατομικής ποσότητας αναφοράς [γερμανιστί, einzelbetriebliche Referenzmenge] που είναι επιλέξιμος για πριμοδότηση και διαθέσιμος στην εκμετάλλευση».
16. Το άρθρο 5, στοιχείο ι΄, του κανονισμού 1788/2003 ορίζει την «ατομική ποσότητα αναφοράς» (einzelbetriebliche Referenzmenge) ως την «ποσότητα αναφοράς του παραγωγού την 1η Απριλίου κάθε δωδεκάμηνης περιόδου».
17. Μολονότι η κατά γράμμα διατύπωση του άρθρου 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 συνδέει τον όρο «ατομική ποσότητα αναφοράς» με τη φράση «διαθέσιμη στην εκμετάλλευση» (über die der Betrieb verfügt), δεν χρησιμοποιεί τον ακριβή όρο «διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς» (verfügbare Referenzmenge).
18. Το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1788/2003 ορίζει ως «διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς» την ποσότητα την οποία έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός την 31η Μαρτίου της δωδεκάμηνης περιόδου για την οποία έχει υπολογισθεί η εισφορά, λαμβανομένων υπόψη όλων των μεταβιβάσεων, πωλήσεων, μετατροπών και προσωρινών ανακατανομών που έχουν πραγματοποιηθεί στη διάρκεια αυτής της δωδεκάμηνης περιόδου.
19. Κατά συνέπεια, ανακύπτει το ζήτημα κατά πόσον το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003, παρά το γεγονός ότι η κατά γράμμα διατύπωσή του δεν περιλαμβάνει τον ακριβή όρο «διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς», αναφέροντας τη φράση «διαθέσιμη στην εκμετάλλευση», απαιτεί ο υπολογισμός της πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής να βασίζεται στην κατά γράμμα διατύπωση του άρθρου 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1788/2003, ή πρέπει να εφαρμοσθεί η κατά γράμμα διατύπωση του άρθρου 5, στοιχείο ι΄.
20. Πιστεύω ότι η φράση «διαθέσιμη στην εκμετάλλευση» του άρθρου 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 είναι σαφής ένδειξη ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στον ορισμό του άρθρου 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1788/2003. Συγκεκριμένα, αν ο νομοθέτης της ΕΕ αποσκοπούσε στην «ατομική ποσότητα αναφοράς», η φράση «διαθέσιμη στην εκμετάλλευση» θα ήταν περιττή. Επομένως, στο πλαίσιο αυτό, το επίθετο «ατομική» (einzelbetriebliche) που χαρακτηρίζει την ποσότητα αναφοράς χρησιμεύει απλώς στη διαφοροποίηση της εν λόγω ποσότητας αναφοράς από την «εθνική» (einzelstaatliche) ποσότητα αναφοράς.
21. Όπως παρατηρεί το αιτούν δικαστήριο, εφόσον το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 προσφέρει στους γαλακτοπαραγωγούς πριμοδότηση υπολογιζόμενη με βάση την ποσότητα αναφοράς που είναι διαθέσιμη στην εκμετάλλευση γίνεται αντιληπτό ότι, ακόμη και όταν η ποσότητα αναφοράς έχει μεταβιβαστεί από έναν παραγωγό σε άλλον κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου, η χορήγησή της πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την ενιαία ποσότητα αναφοράς η οποία, κατά τον κρίσιμο για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως χρόνο –τη λήξη του έτους της γαλακτοπαραγωγής– ήταν στη διάθεση του παραγωγού που απέκτησε την ποσότητα αναφοράς. Τούτο ισχύει ακόμη και αν ο αποκτών την εκμετάλλευση δεν ήταν σε θέση να αντλήσει από αυτήν το πλήρες δικαίωμα –το οποίο είχε εν μέρει αναλώσει ο μεταβιβάζων– παραδόσεως γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς και, κατά μείζονα λόγο, δεν κατέχει πλέον το δικαίωμα αυτό κατά τον κρίσιμο για τον υπολογισμό του τελικού συμψηφισμού χρόνο, ήτοι κατά τη λήξη της δωδεκάμηνης περιόδου. Ούτε στο δίκαιο της Ένωσης, ούτε στο γερμανικό δίκαιο προβλέπεται ούτε σχεδιάζεται κατακερματισμός της ποσότητας αναφοράς σε τμήμα που ανήκε στον μεταβιβάζοντα και σε τμήμα που απομένει στον αποκτώντα.
22. Όπως τόνισε η Επιτροπή, από την ευρεία λογική του ΚΕΕ προκύπτει επίσης ότι η λήξη του έτους παραγωγής –στην υπό κρίση υπόθεση, του έτους γαλακτοπαραγωγής– αποτελεί το σημείο αναφοράς· επομένως, λαμβάνονται υπόψη οι μεταβιβάσεις που έχουν πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής.
23. Η ορθότητα της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται επίσης από το άρθρο 95, παράγραφος 3, του κανονισμού 1782/2003. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, όταν ατομικές ποσότητες αναφοράς αποτέλεσαν το αντικείμενο ορισμένων προσωρινών μεταβιβάσεων, η κατάσταση στις 31 Μαρτίου του οικείου ημερολογιακού έτους είναι αποφασιστική για να καθοριστεί σε ποια εκμετάλλευση θεωρείται ότι είναι διαθέσιμη η ποσότητα αναφοράς: στην εκμετάλλευση του μεταβιβάζοντος ή του αποκτώντος. Πράγματι, υπό τις συνθήκες αυτές, η μεταβιβασθείσα ποσότητα αναφοράς πρέπει να θεωρείται ότι είναι διαθέσιμη στην εκμετάλλευση του αποκτώντος (4). Επομένως, η κατά γράμμα διατύπωση της διατάξεως αυτής συνάδει με το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1788/2003, στο οποίο γίνεται λόγος για την τελευταία ημέρα του έτους γαλακτοπαραγωγής.
24. Επομένως, με τη φράση «ατομική ποσότητα αναφοράς […] διαθέσιμη στην εκμετάλλευση» (einzelbetriebliche[r] Referenzmenge, über die der Betrieb verfügt), το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού 1782/2003 κάνει μνεία του ορισμού του άρθρου 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού 1788/2003 και, κατά συνέπεια, βάση υπολογισμού της πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής πρέπει να αποτελεί η «διαθέσιμη ποσότητα αναφοράς».
25. Όσον αφορά την υπόθεση C-231/09, το ζήτημα ανακύπτει στο πλαίσιο του συμψηφισμού του αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσότητας αναφοράς με τις υπερβάλλουσες ποσότητες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1788/2003, και αφορά τη μεταβίβαση ατομικής ποσότητας αναφοράς κατά τη μεταβίβαση γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
26. Το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1788/2003 προβλέπει ότι το μερίδιο εκάστου παραγωγού στην καταβολή της οφειλόμενης εισφοράς καθορίζεται με απόφαση του κράτους μέλους, «έπειτα από ανακατανομή ή μη, του αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσότητας αναφοράς που διατίθεται για τις παραδόσεις», κατ’ αναλογία προς τις ατομικές ποσότητες αναφοράς εκάστου παραγωγού. Ενώ στο αγγλικό κείμενο του κανονισμού 1788/2003, το άρθρο 10, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, χρησιμοποιεί συναφώς ασαφείς όρους (each producer’s reference quantity), στο γερμανικό κείμενο –το οποίο είναι το κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση– η διάταξη αυτή χρησιμοποιεί τη σαφή διατύπωση «verfügbaren Referenzmenge des einzelnen Erzeugers» (όπως και το γαλλικό κείμενο: «quantité de référence disponible de chacun des producteurs»), που καθορίζεται στο άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του εν λόγω κανονισμού.
27. Συνεπώς, ο όγκος της ποσότητας αναφοράς που έχει στη διάθεσή του ο παραγωγός στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1788/2003 συμψηφισμού αντανακλά τον ορισμό του άρθρου 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού αυτού. Επομένως, οι μεταβιβάσεις των ποσοτήτων μεταφοράς στο πλαίσιο του καθεστώτος συμψηφισμού πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τον ορισμό της «διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς».
28. Στη συνέχεια, ο κανονισμός 1788/2003 προβλέπει τις μεταβιβάσεις των ποσοτήτων αναφοράς. Συγκεκριμένα, το άρθρο 17 του κανονισμού αυτού διέπει τις μεταβιβάσεις σε περίπτωση πωλήσεως, εκμισθώσεως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.
29. Σημειωτέον ότι σε καθεμία από τις τέσσερις παραγράφους του άρθρου 17 του κανονισμού 1788/2003 τονίζεται ρητώς ότι η μεταβίβαση «ατομικών ποσοτήτων αναφοράς» πρέπει να γίνεται σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 4, του κανονισμού αυτού, σε μισθώσεις που πρόκειται να λήξουν (όπως στην υπόθεση C-230/09), και, κατά το άρθρο 17, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, σε πωλήσεις ή οποιεσδήποτε άλλες μεταβιβάσεις που συνεπάγονται συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα (όπως στην υπόθεση C-231/09). Κατά την άποψή μου, το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 4, έχει εφαρμογή για τις υπό κρίση υποθέσεις, αν μη τι άλλο, κατ’ αναλογία.
30. Η Επιτροπή εγείρει το ζήτημα των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως από το γεγονός ότι το άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003 ασχολείται με τη μεταβίβαση «ατομικών ποσοτήτων αναφοράς».
31. Αναφέροντας ότι οι «ατομικές ποσότητες αναφοράς» αποτελούν το αντικείμενο των μεταβιβάσεων, το άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003 παραπέμπει σαφώς στον ορισμό του άρθρου 5, στοιχείο ι΄, του κανονισμού αυτού, ήτοι στην ποσότητα ενός παραγωγού την 1η Απριλίου κάθε δωδεκάμηνης περιόδου. Επομένως, ο νομοθέτης της Ένωσης υιοθέτησε την άποψη ότι οι (μεταγενέστερες) παραδόσεις δεν πρέπει να έχουν συνέπειες στις μεταβιβάσεις και οι εν λόγω ποσότητες αναφοράς πρέπει να μεταβιβάζονται ανεξαρτήτως της εκτάσεως στην οποία έχουν χρησιμοποιηθεί. Συγκεκριμένα, πρόκειται μάλλον για ζήτημα απόλυτης τιμής η οποία αντιστοιχεί στην ποσότητα αναφοράς που χορηγείται σε παραγωγό κατά την έναρξη του έτους γαλακτοπαραγωγής (ή, όπως το αποκαλεί το αιτούν δικαστήριο, για «αφηρημένο δικαίωμα» το οποίο θεσπίζεται την πρώτη ημέρα και, επομένως, παραμένει αμετάβλητο, ανεξαρτήτως της μετέπειτα παραδοθείσας ποσότητας). Όπως παρατηρεί ο Η. Rohaan, το άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003 δεν προβλέπει ότι, στην περίπτωση μεταβιβάσεων κατά τη δωδεκάμηνη περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο μεταβιβάζων παρέδωσε ήδη γάλα, η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μόνον εν μέρει. Αντιθέτως, από την κατά γράμμα διατύπωση της διατάξεως αυτής μπορεί να συναχθεί ότι μεταβιβάζεται το σύνολο της ποσότητας μεταφοράς.
32. Ο κανονισμός 1788/2003 δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένη διάταξη σχετικά με τα νομικά αποτελέσματα που εφαρμόζονται στην ετήσια γαλακτοπαραγωγή κατά την οποία έλαβε χώρα η μεταβίβαση της ποσότητας μεταφοράς. Συναφώς, σημειωτέον, ωστόσο, ότι το άρθρο 17 προβλέπει ότι οι μεταβιβάσεις πρέπει να γίνονται σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη.
33. Συνεπώς, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι από την κατά γράμμα διατύπωση του άρθρου 17 του κανονισμού 1788/2003 προκύπτει σαφώς ότι –με την επιφύλαξη της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών να καθορίζουν λεπτομερείς κανόνες εφαρμοστέους στις μεταβιβάσεις των ποσοτήτων μεταφοράς– η διάταξη αυτή δεν αποκλείει ότι μεταβιβάζεται η συνολική ποσότητα αναφοράς που έχει χορηγηθεί σε παραγωγό κατά την έναρξη του έτους γαλακτοπαραγωγής (περιλαμβανομένου του τμήματος που έχει ήδη παραδοθεί) (5).
34. Θεωρώ (όπως ο Η. Rohaan και οι Etling & Etling) ότι η προηγηθείσα ερμηνεία επιβεβαιώνεται από την κατά γράμμα διατύπωση της πρώτης περιόδου του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1788/2003. Συγκεκριμένα, στη διάταξη αυτή, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ρητώς ότι, όταν ο αγοραστής υποκαθιστά εν όλω ή εν μέρει έναν ή περισσότερους αγοραστές, οι ατομικές ποσότητες αναφοράς που διαθέτουν οι παραγωγοί λαμβάνονται υπόψη για το υπόλοιπο διάστημα της τρέχουσας δωδεκάμηνης περιόδου, «αφού αφαιρεθούν οι ποσότητες που έχουν ήδη παραδοθεί […]».
35. Θα ασχοληθώ τώρα με τέσσερις διαφορετικούς προβληματισμούς του αιτούντος δικαστηρίου, το οποίο θεωρεί, πάντως, ότι οι παραδόσεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί μπορεί να αποκλείονται των μεταβιβάσεων.
36. Πρώτον, η Επιτροπή ορθώς τονίζει ότι (όπως συνάγεται από το σημείο 34 ανωτέρω), αν ο νομοθέτης της Ένωσης επιθυμούσε οι παραδόσεις να ασκούν επιρροή και επί των μεταβιβάσεων των ποσοτήτων αναφοράς, θα είχε προβλέψει ρητή διάταξη συναφώς, όπως έπραξε με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1788/2003. Επιπλέον, αν η έννοια της ποσότητας αναφοράς συνεπαγόταν ήδη μείωση αντίστοιχη των παραδοθεισών ποσοτήτων, η φράση «αφού αφαιρεθούν οι ποσότητες που έχουν παραδοθεί» θα ήταν περιττή και άνευ περιεχομένου.
37. Επομένως, ενώ, υπό αυστηρή έννοια, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 1788/2003 αφορά διαφορετικό ζήτημα από αυτό που μας απασχολεί στην υπό κρίση υπόθεση (αφορά αλλαγές αγοραστών και όχι παραγωγών), γεγονός είναι ότι διευκολύνει την άντληση ορισμένων συμπερασμάτων που είναι χρήσιμα για την παρούσα ανάλυση. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι η έννοια της «ατομικής ποσότητας αναφοράς» και της «ποσότητας που έχει ήδη παραδοθεί» αλληλοαντικρούονται: υφίσταται ορισμένη αντινομία μεταξύ τους. Επομένως, συνάγεται ότι η παραδοθείσα ποσότητα κατά τον κανονισμό 1788/2003 δεν αποτελεί μέρος της έννοιας της «ατομικής ποσότητας αναφοράς». Όπως το έθεσε η Επιτροπή, η παραδοθείσα ποσότητα δεν έχει σχέση με τον καθορισμό της ατομικής ποσότητας αναφοράς, λειτουργεί ανεξαρτήτως του καθορισμού αυτού και, όπου ενδείκνυται, πρέπει να αναφέρεται ρητώς.
38. Κατά συνέπεια, οι μεταβιβάσεις αφορούν μια απόλυτη και αυτοτελή τιμή που αντιστοιχεί στην ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού κατά την έναρξη του έτους γαλακτοπαραγωγής, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μεταγενέστερης παραδόσεως. Η τιμή αυτή ασκεί επιρροή για τα επόμενα έτη γαλακτοπαραγωγής καθόσον ο αποκτών τις ποσότητες αναφοράς χρειάζεται σαφώς να έχει στη διάθεσή του το σύνολο της ατομικής ποσότητας μεταφοράς, περιλαμβανομένης της ποσότητας που έχει ήδη παραδοθεί.
39. Δεύτερον, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί εύλογο ότι δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς και, αφετέρου, της ποσότητας αναφοράς βάσει της οποίας υπολογίζεται το δικαίωμα πριμοδοτήσεως ενός παραγωγού. Ωστόσο, η Επιτροπή ορθώς προβάλλει ότι η ανάλυση αυτή συνεπάγεται ότι το άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003 βασίζεται στην ιδέα ότι οι μεταβιβάσεις αφορούν, κατ’ αρχήν, «ατομικές ποσότητες αναφοράς» και δεν αφορούν το δικαίωμα πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς. Τούτο ισχύει για την έννοια της «διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς», σύμφωνα με το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού αυτού. Ο κανονισμός 1788/2003 διακρίνει σαφώς μεταξύ του δικαιώματος πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς και της «ατομικής ποσότητας αναφοράς». Όπως επίσης εξήγησε η Επιτροπή, η διάκριση αυτή είναι εύλογη καθόσον το δικαίωμα πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς αποτελεί απλώς ένα από τα νομικά αποτελέσματα των διαφόρων κανονιστικών μηχανισμών που βασίζονται στην έννοια της «διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς». Άλλοι τέτοιοι μηχανισμοί, όπως το καθεστώς συμψηφισμού κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού ή η πριμοδότηση γαλακτοπαραγωγής, δεν αποσκοπούν οπωσδήποτε στην παραγωγή του νομικού αποτελέσματος της δυνατότητας πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς.
40. Όσον αφορά το καθεστώς συμψηφισμού, η έκταση κατά την οποία χρησιμοποιήθηκε ήδη μια ποσότητα αναφοράς ασκεί πράγματι επιρροή, σε πρώτο στάδιο. Ωστόσο, η ήδη χρησιμοποιηθείσα ποσότητα αναφοράς χρησιμεύει απλώς για τον καθορισμό «του αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσότητας αναφοράς που έχει χορηγηθεί σε παραδόσεις» (υπολειπόμενες παραδόσεις). Σε δεύτερο στάδιο, καθορίζεται ο τρόπος κατανομής των υπολειπομένων παραδόσεων μεταξύ των «παραγωγών που παρέδωσαν καθ’ υπέρβασιν» της ποσότητάς τους αναφοράς. Συνεπώς, όπως ισχυρίστηκε η Επιτροπή, δεν έχει νόημα να αποκλεισθούν κατηγορηματικώς, ως βάση υπολογισμού, οι ήδη παραδοθείσες αυτές ποσότητες από τις ποσότητες αναφοράς των «παραγωγών που παρέδωσαν καθ’ υπέρβασιν». Εξ ορισμού, όλοι αυτοί οι παραγωγοί παρέδωσαν καθ’ υπέρβασιν της ποσότητάς τους αναφοράς. Αν, στον πυρήνα του καθεστώτος συμψηφισμού, υπήρχε απαίτηση αντιστοιχίας μεταξύ του δικαιώματος πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς και του μεγέθους της ποσότητας αναφοράς ενός παραγωγού ο οποίος πραγματοποίησε παραδόσεις καθ’ υπέρβασιν, ο συμψηφισμός αυτός δεν θα ήταν εφικτός. Συγκεκριμένα, το καθεστώς συμψηφισμού στηρίζεται στο τεκμήριο ότι, για την κατανομή των υπολειπομένων παραδόσεων μεταξύ των διαφόρων «παραγωγών που πραγματοποίησαν παραδόσεις καθ’ υπέρβασιν», υπάρχει διαφορά μεταξύ του δικαιώματος πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς, αφενός, και της ποσότητας αναφοράς, αφετέρου. Ασφαλώς, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το καθεστώς συμψηφισμού δεν μετακυλίει την εισφορά, διότι το καθεστώς αυτό εφαρμόζεται μόνο σε παραγωγούς οι οποίοι πραγματοποίησαν παραδόσεις καθ’ υπέρβασιν. Αν ο αποκτών την εκμετάλλευση συμμετέχει στο καθεστώς συμψηφισμού με άθικτη την ποσότητα αναφοράς, θα χορηγηθούν μεν στους λοιπούς παραγωγούς μειωμένες ποσότητες, αλλά δεν θα διακυβευθούν οι σκοποί του κανονισμού. Απλώς δεν προκύπτει ο κίνδυνος ότι μπορεί να γίνει υπέρβαση της εθνικής ποσόστωσης και να αμφισβητηθεί το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως σύνολο.
41. Ούτε το καθεστώς πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής κατά τον κανονισμό 1782/2003 συνδέεται κατ’ ανάγκη με το δικαίωμα πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς. Όπως τόνισαν οι Etling & Etling, το καθεστώς πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής αποτελεί μέρος του ΚΕΕ, το οποίο επιδιώκει να αποσυνδέσει πλήρως την εισοδηματική ενίσχυση από την πραγματική παραγωγή. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς το προϋπάρχον του κανονισμού 1782/2003 σύστημα, το κρίσιμο κριτήριο για τη χορήγηση της πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής ως εισοδηματικής ενισχύσεως δεν είναι η παραγωγή ορισμένης ποσότητας γεωργικών προϊόντων, αλλά το μέγεθος της διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς. Όπως παρατήρησε η Επιτροπή, η αποσύνδεση –σύμφωνα με την οποία, στο πλαίσιο του καθεστώτος πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής, μπορεί να μεταβιβαστεί ποσότητα αναφοράς μη συνδεδεμένη με παραδόσεις– καταλήγει, ανεξαρτήτως του ποιος παραγωγός παρέδωσε βάσει της εν λόγω ποσότητας αναφοράς, στο ότι ο αποκτών την ποσότητα αναφοράς καθίσταται κάτοχος του δικαιώματος πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής και ο μεταβιβάζων την εν λόγω ποσότητα παύει να είναι επιλέξιμος για το καθεστώς πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής. Επομένως, συγκεκριμένα από το άρθρο 95, παράγραφος 3, του κανονισμού 1782/2003, προκύπτει ότι αυτή ήταν η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης.
42. Συνεπώς, μπορεί σαφώς να υπάρχει διαφορά μεταξύ, αφενός, του δικαιώματος πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς και, αφετέρου, της ποσότητας αναφοράς, βάσει της οποίας υπολογίζεται το δικαίωμα πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής ενός παραγωγού ή βάσει της οποίας πραγματοποιείται ο συμψηφισμός.
43. Τρίτον, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί επίσης ότι η χορήγηση πριμοδοτήσεως βάσει της συνολικής ποσότητας αναφοράς της εκμεταλλεύσεως – ανεξαρτήτως των ήδη πραγματοποιηθεισών παραδόσεων γάλακτος επί αυτής της βάσεως από τον προηγούμενο κάτοχο της ποσότητας αναφοράς – μπορεί να καταλήγει σε ανεπίτρεπτο «διπλό υπολογισμό» της ποσότητας αναφοράς, ο οποίος δεν συνάδει προς τις γενικές αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων και δεν συμβιβάζεται, συγκεκριμένα, με την αρχή ότι η υποχρέωση καταβολής εισφοράς επί του γάλακτος πρέπει να είναι «αυστηρώς προσωπικής φύσεως» (6).
44. Όπως υποστήριξαν ομοφώνως όλοι οι διάδικοι πλην του Hauptzollamt Koblenz και του Hauptzollamt Oldenburg, δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος ανεπίτρεπτου διπλού υπολογισμού. Από τα προεκτεθέντα είναι σαφές ότι γίνεται διάκριση μεταξύ του δικαιώματος πραγματοποιήσεως παραδόσεων γάλακτος χωρίς καταβολή εισφοράς, αφενός, και της βάσεως υπολογισμού στο πλαίσιο του καθεστώτος συμψηφισμού ή του καθεστώτος πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής, αφετέρου. Δεν υφίσταται ανεπίτρεπτος διπλός υπολογισμός διότι ο αποκτών την εκμετάλλευση λαμβάνει τη θέση του μεταβιβάζοντος (ο οποίος αφίσταται της ιδιότητας του οφειλέτη) σε σχέση με την ποσότητα αναφοράς και η ποσότητα που έχει παραδώσει ο μεταβιβάζων χορηγείται σαφώς στον αποκτώντα και υπολογίζεται στην ποσότητα αναφοράς. Με άλλα λόγια, δεν υφίσταται ανεπίτρεπτος διπλός υπολογισμός ακόμα και αν ο μεταβιβάζων έχει χρησιμοποιήσει εν μέρει την ποσότητα μεταφοράς, καθόσον η μεταβίβαση της συνολικής ποσότητας αναφοράς στον αποκτώντα δεν ασκεί επιρροή για την καταβολή εισφοράς και είναι προσήκουσα για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως. Στην περίπτωση που ο μεταβιβάζων δεν χρησιμοποίησε καθόλου την ποσότητα αναφοράς, προδήλως δεν υφίσταται διπλός υπολογισμός. Όπως τόνισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η απόφαση Ballmann και Milchwerke Köln (7) δεν αντικρούει την ερμηνεία αυτή. Οι υποθέσεις εκείνες αφορούσαν τον καθορισμό του «παραγωγού» και όχι το ζήτημα εφαρμογής του κανονισμού.
45. Θεωρώ (όπως και η Επιτροπή) ότι οι διαφορετικοί κανονιστικοί μηχανισμοί επιδιώκουν διαφορετικούς σκοπούς. Οι διάφορες έννοιες σχετικά με την ποσότητα αναφοράς, όπως περιγράφονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 1788/2003, είναι απλώς ορισμοί και δεν συνεπάγονται κανένα νομικό αποτέλεσμα. Τα νομικά αποτελέσματα ανευρίσκονται στους διάφορους κανονιστικούς μηχανισμούς, η δε υποχρέωση καταβολής εισφοράς επί του γάλακτος είναι ένας από τους μηχανισμούς αυτούς. Μολονότι άλλοι κανονιστικοί μηχανισμοί, όπως το καθεστώς συμψηφισμού ή το καθεστώς πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής, χρησιμοποιούν επίσης τον ορισμό του άρθρου 5 του κανονισμού 1788/2003 για να ρυθμίσουν τα νομικά τους αποτελέσματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τούτο καταλήγει σε ανεπίτρεπτο διπλό υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς, αλλά αποτελεί κοινό σημείο αφετηρίας το οποίο μπορεί, ωστόσο, να συνεπάγεται διαφορετικά δικαιώματα στο πλαίσιο των διαφόρων μηχανισμών.
46. Τέταρτον και τέλος, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν αντανακλά ορθότερα τον σκοπό της πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής –ο οποίος έγκειται στην αντιστάθμιση της μειώσεως των εσόδων ως αποτέλεσμα των μειώσεων της τιμής του γάλακτος– η χορήγηση της πριμοδοτήσεως σε αυτόν ο οποίος κατέχει στις 31 Μαρτίου την εκμετάλλευση, βάσει απλώς της ποσότητας αναφοράς την οποία παρέδωσε ο ίδιος κάτοχος (ή, τουλάχιστον, της ποσότητας που μπορεί να είχε παραδοθεί χωρίς καταβολή εισφοράς). Επομένως, στις περιπτώσεις όπου, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου, διαφορετικοί παραγωγοί παρέδωσαν ποσότητα αναφοράς, η πριμοδότηση πρέπει να κατανεμηθεί και να χορηγηθεί στους εν λόγω παραγωγούς κατ’ αναλογία: η προσέγγιση αυτή, πάντως, απαιτεί αποδοχή των δυσχερειών που απορρέουν από την εφαρμογή του συστήματος πριμοδοτήσεως.
47. Αρκεί η επισήμανση, όπως αναγνώρισε το αιτούν δικαστήριο, ότι ο κανονισμός 1782/2003 δεν θεσπίζει τέτοια διάταξη και δεν προβλέπεται τέτοιου είδους προσέγγιση.
48. Εν πάση περιπτώσει, όπως τονίστηκε ανωτέρω και αναγνωρίστηκε κατ’ ουσίαν από όλους τους διαδίκους πλην του Hauptzollamt Koblenz και του Hauptzollamt Oldenburg, σημειωτέον ότι η εν λόγω εισοδηματική ενίσχυση κατά τον κανονισμό 1782/2003 –όπως η πριμοδότηση γαλακτοπαραγωγής– πρέπει να αποσυνδεθεί από την πραγματική παραγωγή. Επομένως, δυσκόλως γίνεται αντιληπτό γιατί το καθεστώς πριμοδοτήσεως γαλακτοπαραγωγής που προβλέπει ο κανονισμός αυτός περιορίζεται στην ποσότητα που παρέδωσε ο ίδιος ο παραγωγός.
49. Τέλος, ωστόσο, όπως τονίστηκε στα σημεία 29 επ. ανωτέρω, στο άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003 αναφέρεται σαφώς ότι η μεταβίβαση πρέπει να γίνει «σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζουν τα κράτη μέλη». Ειρήσθω εν παρόδω ότι η κατά γράμμα διατύπωση της διατάξεως αυτής αντιστοιχεί εν πολλοίς με την κατά γράμμα διατύπωση του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου (8).
50. Συναφώς, σύμφωνα με την κρίση του Δικαστηρίου στην απόφαση Mulligan κ.λπ. (9), οι διαδικασίες αυτές δεν μπορούν να καθορισθούν ή να εφαρμοσθούν από τα κράτη μέλη ούτως ώστε να θέσουν σε κίνδυνο τους σκοπούς του κανονισμού 1788/2003 και, όταν οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θεσπίζουν ή εφαρμόζουν τέτοιες διαδικασίες, πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια.
51. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 19 του προοιμίου του κανονισμού 1788/2003 αναφέρεται ότι, ανάλογα με τους διάφορους τύπους μεταβιβάσεως των ποσοτήτων αναφοράς και με βάση αντικειμενικά κριτήρια, πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επαναφέρουν ενδεχομένως ένα μέρος των μεταφερομένων ποσοτήτων στο εθνικό απόθεμα.
52. Επομένως, όπως τόνισε η Επιτροπή, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε ρητώς ότι τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να περιορίσουν τον όγκο των μεταβιβάσεων αυτών. Γεγονός παραμένει ότι ο περιορισμός αυτός δεν πρέπει να θέτει σε κίνδυνο τον σκοπό του κανονισμού 1788/2003 ή να αντικρούει την τεθείσα στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού αρχή, με αποτέλεσμα ότι η εθνική ποσότητα αναφοράς πρέπει να κατανέμεται εξ ολοκλήρου μεταξύ των παραγωγών και του εθνικού αποθέματος. Καθεστώς το οποίο περιορίζει τον όγκο της μεταβιβάσεως κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου πρέπει, επομένως, να καθορίζει κατηγορηματικώς ποιο τμήμα της ποσότητας αναφοράς πρέπει να χορηγηθεί σε ποιον παραγωγό ή να επαναφερθεί στο εθνικό απόθεμα. Συγκεκριμένα, το καθεστώς αυτό δεν πρέπει να καταλήγει στην εξάλειψη ή απώλεια των ποσοτήτων αναφοράς από το σύστημα.
53. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να περιορίζουν τον όγκο της μεταβιβάσεως κατά το μέτρο που αντιστοιχεί στην ποσότητα που έχει ήδη παραδοθεί από τον μεταβιβάζοντα, καθόσον ο κανόνας αυτός δεν προκαλεί την εξάλειψη των ποσοτήτων αναφοράς από το σύστημα (10).
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
54. Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν το δίκαιο της Ένωσης απαγορεύει διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία, στο πλαίσιο του καθεστώτος συμψηφισμού του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1788/2003, χορηγεί στον αποκτώντα την ποσότητα που έχει ήδη παραδοθεί πριν από τη μεταβίβαση.
55. Όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα σχετικά με το πρώτο ερώτημα, στο πλαίσιο του καθεστώτος συμψηφισμού, οι μεταβιβάσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τον ορισμό της έννοιας της «διαθέσιμης ποσότητας αναφοράς» και, επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού 1788/2003. Επιπλέον, παρατηρήθηκε ανωτέρω ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αποκλείει ότι στη μεταβίβαση περιλαμβάνεται το τμήμα της ατομικής ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί στον όγκο της ήδη παραδοθείσας από τον μεταβιβάζοντα ποσότητας. Επίσης, ο σκοπός του κανονιστικού μηχανισμού του συμψηφισμού δεν απαγορεύει την εν λόγω ερμηνεία.
IV – Πρόταση
56. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα υποβληθέντα από το Bundesfinanzhof ερωτήματα:
1) Στις περιπτώσεις όπου η ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού μεταβιβάζεται κατά τη διάρκεια δωδεκάμηνης περιόδου, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συγκεκριμένα, το άρθρο 5, στοιχείο ια΄, του κανονισμού (ΕΚ) 1788/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν αποκλείει ότι στην ποσότητα αναφοράς περιλαμβάνεται και η ποσότητα έναντι της οποίας, κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου, παραδόθηκε γάλα από τον παραγωγό αυτόν. Ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, στο πλαίσιο της διακριτικής εξουσίας τους για τον καθορισμό των εφαρμοστέων στις μεταβιβάσεις λεπτομερών κανόνων, να περιορίζουν τη μεταβίβαση των ποσοτήτων αναφοράς οι οποίες έχουν ήδη παραδοθεί κατά τη διάρκεια της τρέχουσας δωδεκάμηνης περιόδου, καθόσον ο περιορισμός αυτός δεν καταλήγει σε εξάλειψη των εν λόγω ποσοτήτων αναφοράς από το θεσπισθέν με τον κανονισμό 1788/2003 σύστημα.
2) Ούτε το δίκαιο της Ένωσης ούτε, ειδικότερα, καμία από τις γενικές αρχές που διέπουν την κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων αντιτίθενται σε κανόνα του εθνικού δικαίου ο οποίος, στο πλαίσιο του κατά το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1788/2003 συμψηφισμού του αχρησιμοποίητου τμήματος της εθνικής ποσότητας αναφοράς με ποσότητες που παραδόθηκαν καθ’ υπέρβασιν, επιτρέπει στον παραγωγό ο οποίος απέκτησε γεωργική εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της δωδεκάμηνης περιόδου να συμμετάσχει στην κατανομή του αχρησιμοποίητου αυτού μέρους βάσει ποσότητας περιλαμβάνουσας το τμήμα της ποσότητας αναφοράς που έχει ήδη παραδώσει άλλος παραγωγός.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Κανονισμός, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για θέσπιση εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (EE L 270, σ. 123) και κανονισμός, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς […] (EE L 270, σ. 1), αντιστοίχως.
3 – Βλ. τη σχετική με τον κανονισμό αυτόν νομολογία: αποφάσεις της 11ης Μαρτίου 2008, C‑420/06, Jager (Συλλογή 2008, σ. I-1315), της 16ης Ιουλίου 2009, C‑428/07, Horvath (Συλλογή 2009, σ. I-6355), της 11ης Ιουνίου 2009, C-170/08, Nijemeisland (Συλλογή 2009, σ. I‑5127, της 22ας Οκτωβρίου 2009, C-449/08, Elbertsen (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), της 21ης Ιανουαρίου 2010, C-470/08, Van Dijk (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), και της 20ής Μαΐου 2010, C-434/08, Harms (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή) (όπου ανέπτυξα τις προτάσεις). Βλ., επίσης, τις εκκρεμείς υποθέσεις: C‑61/09, Niedermair-Schiemann (βλ. προτάσεις μου της 11ης Μαΐου 2010)· C‑133/09, Uzonyi· C‑152/09, Grootes (βλ. προτάσεις μου της 8ης Ιουλίου 2010)· C‑153/09, Agrargut Bäbelin (βλ. προτάσεις μου της 2ας Σεπτεμβρίου 2010), και C‑536/09, Omejc.
4 – Όπως τόνισε το αιτούν δικαστήριο, ο κανόνας αυτός θεωρεί αλυσιτελή την έκταση στην οποία ο αποδέκτης ή ο μεταβιβάζων την ποσότητα αναφοράς έχουν παραδώσει την ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση και, αν το στοιχείο αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ακριβώς στην περίπτωση η οποία έχει πρακτική σημασία –ήτοι, αν ο αποκτών και όχι ο μεταβιβάζων έχει παραδώσει την ποσότητα που αντιστοιχεί στο εν λόγω τμήμα της μεταβιβασθείσας ποσότητας αναφοράς– ο κανόνας αυτός θα ήταν περιττός.
5 – Συγκεκριμένα, η Γερμανία θέσπισε τέτοιους κανόνες το 2006 (αντανακλούν κατ’ ουσίαν την επιχειρηματολογία του Hauptzollamt Koblenz και του Hauptzollamt Oldenburg). Πάντως, οι εθνικές αυτές διατάξεις δεν ασκούν επιρροή στα υπό κρίση πραγματικά περιστατικά και δεν αποτελούν μέρος του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας.
6 – Βλ. αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1991, C-341/89, Ballmann (Συλλογή 1991, σ. I-25, σκέψεις 9 επ.), και της 14ης Ιουλίου 1994, C‑352/92, Milchwerke Köln (Συλλογή 1994, σ. I-3385, σκέψη 21).
7 – Όπ.π.
8 – Κανονισμός, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (EE 1992, L 405, σ. 1) ο οποίος καταργήθηκε με τον κανονισμό 1788/2003. Βλ. τη σχετική με τον κανονισμό 3950/92 νομολογία: αποφάσεις της 20ής Ιουνίου 2002, C-401/99, Thomsen (Συλλογή 2002, σ. I-5775), C-313/99, Mulligan κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-5719), της 25ης Μαρτίου 2004, C‑480/00 έως C‑482/00, C-484/00, C-489/00 έως C-491/00 και C‑497/00 έως C‑499/00, Azienda Agricola Ettore Ribaldi κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I‑2943), και C-278/06, Otten (Συλλογή 2007, σ. I-4513). Όσον αφορά το κύρος του κανονισμού 1788/2003, βλ. απόφαση της 14ης Μαΐου 2009, C‑34/08, Azienda Agricola Disarò Antonio κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-4023).
9 – Όπ.π., σκέψεις 26 επ.
10 – Συναφώς, μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση ότι, αντιθέτως με την περίπτωση της Γερμανίας, άλλα κράτη μέλη βρήκαν λύσεις για το πρόβλημα αυτό. Παραδείγματος χάρη, η Γαλλία κατανέμει την ποσότητα αναφοράς για το οικείο έτος γαλακτοπαραγωγής σύμφωνα με την αρχή pro rata temporis. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ανέφερε ότι, κατά την άποψή της, η ιδανική λύση θα ήταν να χορηγείται η πριμοδότηση στον αποκτώντα την εκμετάλλευση.
Full & Egal Universal Law Academy