ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
VERICA TRSTENJAK
της 28ης Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑241/09
Fluxys SA
κατά
Commission de régulation de l’électricité et du gaz (CREG)
[αίτηση του Cour d’appel de Bruxelles (Βέλγιο) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Ενεργειακή πολιτική – Εσωτερική αγορά φυσικού αερίου – Οδηγία 2003/55/EΚ – Κανονισμός (ΕΚ) 1775/2005 – Εξαίρεση ισχύουσα για τις “ιστορικές” συμβάσεις – Αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου – Εθνικός νόμος o οποίος εισάγει δύο διαφορετικά καθεστώτα, ένα για τις δραστηριότητες προωθήσεως και ένα για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως – Παρόμοιες καταστάσεις – Καθοριστικά κριτήρια βάσει των οποίων εκτιμάται η δυνατότητα δικαιολογήσεως της διαφοροποιημένης αντιμετωπίσεως – Γενίκευση βασιζόμενη στη διάκριση μεταξύ εσωτερικής προωθήσεως και διαμετακομίσεως»
I – Εισαγωγή
1. Με την υπό κρίση αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία υπεβλήθη δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ (2), το Cour d’appel de Bruxelles [εφετείο Βρυξελλών] (Βέλγιο) ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν οι διατάξεις της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (3), καθώς και του κανονισμού (ΕΚ) 1775/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, περί των όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου (4), αποκλείουν εθνικό νόμο ο οποίος, στο πλαίσιο της κανονιστικής ρυθμίσεως για την τιμολόγηση της μεταφοράς φυσικού αερίου, προβλέπει δύο διαφορετικά καθεστώτα, το μεν για το φυσικό αέριο που αποτελεί αντικείμενο διανομής ή προμήθειας σε πελάτες στο Βέλγιο (στο εξής: εσωτερική προώθηση), το δε για το φυσικό αέριο του οποίου ο προορισμός κείται εκτός της βελγικής επικράτειας (στο εξής: διαμετακόμιση).
II – Το νομικό πλαίσιο
Α– Το κοινοτικό δίκαιο (5)
2. Η οδηγία 91/296/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 1991, για τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου μέσω των μεγάλων δικτύων (6), σκοπούσε στην προώθηση των ανταλλαγών φυσικού αερίου μεταξύ μεγάλων δικτύων αεριαγωγών υψηλής πιέσεως των ευρωπαϊκών χωρών. Η εν λόγω οδηγία επέβαλλε «υποχρέωση διαμετακομίσεως» του φυσικού αερίου μέσω των μεγάλων δικτύων. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 91/296 όριζε τη διαμετακόμιση ως ακολούθως:
«Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας και με την επιφύλαξη τυχόν ιδιαίτερων συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ Κοινότητας και τρίτων χωρών, ως διαμετακόμιση φυσικού αερίου μεγάλων δικτύων νοείται κάθε μεταφορά φυσικού αερίου που πληροί τους ακόλουθους όρους:
α) η μεταφορά πραγματοποιείται από τον ή τους φορείς οι οποίοι είναι υπεύθυνοι, σε κάθε κράτος μέλος, για ένα μεγάλο δίκτυο φυσικού αερίου υψηλής πίεσης, εκτός των δικτύων διανομής, στην επικράτεια ενός κράτους μέλους και οι οποίοι συμμετέχουν στην καλή λειτουργία των ευρωπαϊκών διασυνδέσεων υψηλής πίεσης·
β) το δίκτυο καταγωγής ή τελικού προορισμού βρίσκεται στο έδαφος της Κοινότητας·
γ) η μεταφορά αυτή συνεπάγεται τη διάβαση ενός, τουλάχιστον, ενδοκοινοτικού συνόρου.»
3. Η οδηγία 98/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (7), καθόριζε τους όρους σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία του τομέα του φυσικού αερίου, την πρόσβαση στην αγορά και την εκμετάλλευση των δικτύων, καθώς και τα κριτήρια και τις διαδικασίες χορηγήσεως αδειών μεταφοράς, διανομής, προμήθειας και αποθηκεύσεως του φυσικού αερίου. Η εν λόγω οδηγία επέβαλλε ρυθμιζόμενη πρόσβαση, ιδίως όσον αφορά τις υποδομές μεταφοράς.
4. Η οδηγία 2003/55 περιλαμβάνει τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά του φυσικού αερίου οι οποίοι εφαρμόζονται, ratione temporis, επί της διαφοράς της κύριας δίκης. Η δεύτερη, η έκτη, η έβδομη, η όγδοη, η δέκατη έκτη, η εικοστή δεύτερη και η τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας έχουν ως εξής:
«(2) Η πείρα που αποκτήθηκε κατά την υλοποίηση της [οδηγίας 98/30] καταδεικνύει τα σημαντικά οφέλη που είναι δυνατόν να προκύψουν από την εσωτερική αγορά αερίου, όσον αφορά τα κέρδη σε απόδοση, τη μείωση τιμών, τα υψηλότερα επίπεδα υπηρεσιών και την αυξημένη ανταγωνιστικότητα. Εντούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις και δυνατότητες για βελτίωση της λειτουργίας της αγοράς, κυρίως δε απαιτούνται συγκεκριμένες διατάξεις για τη διασφάλιση ισότιμων όρων παραγωγής και τη μείωση των κινδύνων δημιουργίας δεσπόζουσας θέσης στην αγορά και επιθετικής συμπεριφοράς, διασφαλίζοντας τιμολόγια μεταφοράς και διανομής χωρίς την επιβολή διακρίσεων, μέσω της παροχής πρόσβασης στο δίκτυο με βάση τιμολόγια τα οποία δημοσιεύονται πριν τεθούν σε ισχύ, καθώς επίσης διασφαλίζοντας την προστασία των δικαιωμάτων των μικρών και ευάλωτων καταναλωτών.
[…]
(6) Τα κυριότερα εμπόδια για την επίτευξη μίας απολύτως λειτουργικής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με τα θέματα της πρόσβασης στο δίκτυο, της πρόσβασης στην αποθήκευση, της τιμολόγησης των υπηρεσιών του δικτύου, της διαλειτουργικότητας των συστημάτων και με τους διαφορετικούς βαθμούς ανοίγματος της αγοράς μεταξύ κρατών μελών.
(7) Για να είναι σε θέση να λειτουργήσει ο ανταγωνισμός, η πρόσβαση στο δίκτυο πρέπει να παρέχεται χωρίς διακρίσεις, με διαφάνεια και σε λογικές τιμές.
(8) Προκειμένου να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά αερίου, η χωρίς διακρίσεις πρόσβαση των διαχειριστών του δικτύου μεταφοράς και διανομής στο δίκτυο έχει ύψιστη σημασία. Ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς ή διανομής μπορεί να αποτελείται από μία ή και περισσότερες επιχειρήσεις.
[…]
(16) Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να δύνανται να καθορίζουν ή να εγκρίνουν τιμολόγια ή μεθοδολογίες οι οποίες διέπουν τον υπολογισμό των τιμολογίων, βάσει προτάσεως του δικτύου μεταφοράς ή του (των) διαχειριστή(-ών) δικτύου διανομής ή του διαχειριστή δικτύου [υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ)], ή βάσει προτάσεως με την οποία συμφώνησαν ο(οι) εν λόγω διαχειριστής(-ές) εκμετάλλευσης και οι χρήστες του δικτύου. ∆ιεκπεραιώνοντας τα καθήκοντα αυτά, οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να φροντίζουν ώστε τα τιμολόγια μεταφοράς και διανομής να μην εισάγουν διακρίσεις και να αντικατοπτρίζουν το κόστος, θα πρέπει δε να λαμβάνουν υπόψη τους το μακροπρόθεσμο, οριακό και εξοικονομούμενο κόστος δικτύου από τα μέτρα διαχείρισης της ζήτησης.
[…]
(22) Θα πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα προκειμένου να διασφαλισθούν τιμολόγια διαφανή και άνευ διακρίσεων για την πρόσβαση στη μεταφορά. Τα εν λόγω τιμολόγια θα πρέπει να ισχύουν για όλους τους χρήστες σε αμερόληπτη βάση. Σε περίπτωση που οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης, η αποθήκευση αγωγών (linepack) ή οι βοηθητικές υπηρεσίες λειτουργούν στο πλαίσιο επαρκώς ανταγωνιστικής αγοράς, η πρόσβαση θα μπορούσε να επιτρέπεται βάσει διαφανών και βασιζόμενων στην αγορά μηχανισμών οι οποίοι δεν εισάγουν διακρίσεις.
[…]
(31) Βάσει της πείρας που αποκτήθηκε με την εφαρμογή της οδηγίας 91/296 [...], θα πρέπει να ληφθούν μέτρα προκειμένου να διασφαλισθούν ομοιογενή και άνευ διακρίσεων καθεστώτα πρόσβασης για τη μεταφορά, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών ροών αερίου μεταξύ κρατών μελών. Προκειμένου να διασφαλισθεί η ομοιογενής αντιμετώπιση της πρόσβασης στα δίκτυα αερίου, της διαμετακόμισης μη εξαιρουμένης, η εν λόγω οδηγία θα πρέπει να καταργηθεί, χωρίς να θιγεί η συνέχεια των συμβάσεων που είχαν συναφθεί δυνάμει της εν λόγω οδηγίας. Η κατάργηση της οδηγίας 91/296 [...] δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη μελλοντική σύναψη συμβάσεων μακράς διαρκείας.»
5. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 ορίζει:
«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κοινούς κανόνες που αφορούν τη μεταφορά, τη διανομή, την προμήθεια και την αποθήκευση φυσικού αερίου. Ορίζει τους κανόνες σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία του τομέα του φυσικού αερίου, την πρόσβαση στην αγορά, τα κριτήρια και τις διαδικασίες που ισχύουν για τη χορήγηση αδειών για τη μεταφορά, τη διανομή, την προμήθεια και την αποθήκευση φυσικού αερίου καθώς και για την εκμετάλλευση των δικτύων.»
6. Κατά το άρθρο 2, σημείο 3, της εν λόγω οδηγίας, με τον όρο «μεταφορά» νοείται «η μεταφορά φυσικού αερίου μέσω δικτύου αγωγών υψηλής πίεσης πλην δικτύου αγωγών προς τα ανάντη, με σκοπό την παροχή σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας».
7. Το άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2003/55 ορίζει:
«3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία των τελικών πελατών και για την εξασφάλιση υψηλών επιπέδων προστασίας του καταναλωτή, ειδικότερα δε μεριμνούν ώστε να υπάρχουν επαρκείς διασφαλίσεις για την προστασία των ευάλωτων καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που τους βοηθούν να αποφύγουν την αποσύνδεση. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα προστασίας των πελατών που είναι συνδεδεμένοι με το δίκτυο αερίου σε απομακρυσμένες περιοχές. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν τον ύστατο προμηθευτή για τους πελάτες τους συνδεδεμένους με το δίκτυο αερίου. Διασφαλίζουν υψηλά επίπεδα προστασίας των καταναλωτών, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις προϋποθέσεις, τη γενική πληροφόρηση και τους μηχανισμούς επίλυσης διαφορών. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο επιλέξιμος πελάτης είναι πράγματι σε θέση να αλλάξει προμηθευτή. Όσον αφορά τουλάχιστον τους οικιακούς πελάτες, τα μέτρα αυτά συμπεριλαμβάνουν τα μέτρα που αναφέρονται στο παράρτημα Α.
4. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα για την επίτευξη των στόχων της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, της προστασίας του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, μέσων για την καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών, επίσης δε του στόχου της ασφάλειας του εφοδιασμού. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν ειδικότερα τη χορήγηση κατάλληλων οικονομικών κινήτρων, αξιοποιώντας, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, όλα τα υφιστάμενα εθνικά και κοινοτικά μέσα, για τη συντήρηση και την κατασκευή της αναγκαίας υποδομής δικτύων, συμπεριλαμβανομένου του δυναμικού διασύνδεσης.»
8. Κατά το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας:
«1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την εφαρμογή ενός συστήματος για την πρόσβαση τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής και στις εγκαταστάσεις ΥΦΑ με βάση δημοσιευμένα τιμολόγια, το οποίο ισχύει για όλους τους επιλέξιμους πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων προμήθειας, και εφαρμόζεται αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις μεταξύ των χρηστών του δικτύου. Τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε τα εν λόγω τιμολόγια ή οι μέθοδοι που διέπουν τον υπολογισμό τους να εγκρίνονται πριν τεθούν σε ισχύ από τη ρυθμιστική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, τα δε τιμολόγια αυτά και οι μέθοδοι –στην περίπτωση που μόνο μέθοδοι εγκρίνονται– να δημοσιεύονται πριν από την έναρξη ισχύος τους.
2. Οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς, εάν απαιτείται για την άσκηση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένων των καθηκόντων που σχετίζονται με τη διασυνοριακή μεταφορά, έχουν πρόσβαση στο δίκτυο άλλων διαχειριστών δικτύων μεταφοράς.
3. Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν τη σύναψη μακροπρόθεσμων συμβάσεων στον βαθμό που συμμορφούνται προς τους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού.»
9. Το άρθρο 25, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη ορίζουν ένα ή περισσότερα αρμόδια όργανα ως ρυθμιστικές αρχές. Οι εν λόγω αρχές είναι εντελώς ανεξάρτητες από τα συμφέροντα του κλάδου του φυσικού αερίου. Είναι υπεύθυνες, μέσω της εφαρμογής του παρόντος άρθρου, τουλάχιστον για τη διασφάλιση της αμεροληψίας, του ουσιαστικού ανταγωνισμού και της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς […]
[...]»
10. Κατά το άρθρο 32 της οδηγίας 2003/55:
«1. Η οδηγία 91/296 [...] καταργείται από την 1η Ιουλίου 2004, χωρίς να θίγονται οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί δυνάμει του άρθρου 31, παράγραφος 1 της οδηγίας 91/296 [...], οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω οδηγίας.
2. Η οδηγία 98/30 [...] καταργείται από την 1η Ιουλίου 2004, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών σχετικά με τις προθεσμίες για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας. Οι παραπομπές στην καταργηθείσα οδηγία νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία και θα πρέπει να διαβάζονται βάσει του πίνακα αντιστοιχιών του παραρτήματος Β.»
11. Ο κανονισμός 1775/2005 περιλαμβάνει τους κανόνες περί των όρων προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου. Η πρώτη, η έκτη και η έβδομη αιτιολογική του σκέψη έχουν ως εξής:
«(1) Η οδηγία 2003/55 [...] συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς αερίου. Απαιτείται τώρα να προβλεφθούν δομικές αλλαγές στο κανονιστικό πλαίσιο προκειμένου να καταργηθούν οι εναπομένοντες φραγμοί για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, ιδίως όσον αφορά την εμπορία αερίου. Απαιτούνται πρόσθετοι τεχνικοί κανόνες, ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες πρόσβασης τρίτων, τις αρχές του μηχανισμού καταμερισμού δυναμικότητας και τις διαδικασίες διαχείρισης της συμφόρησης καθώς και τις απαιτήσεις διαφάνειας.
[…]
(6) Απαιτείται ο προσδιορισμός των κριτηρίων σύμφωνα με τα οποία καθορίζονται τα τέλη πρόσβασης στο δίκτυο, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι αυτά συνάδουν απολύτως με την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων και με τις ανάγκες μιας ομαλά λειτουργούσας εσωτερικής αγοράς, ότι λαμβάνεται πλήρως υπόψη η ανάγκη για ακεραιότητα του συστήματος και ότι αντιπροσωπεύουν το πραγματικά καταβληθέν κόστος, εφόσον αντιστοιχεί στο κόστος αποτελεσματικού και διαρθρωτικά συγκρίσιμου διαχειριστή δικτύου και είναι διαφανές, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης απόδοσης των επενδύσεων, και, όπου ενδείκνυται, λαμβανομένης υπόψη της συγκριτικής αξιολόγησης των τιμολογίων από τις ρυθμιστικές αρχές.
(7) Κατά τον υπολογισμό των τιμολογίων για πρόσβαση στο δίκτυο, είναι σημαντικό να συνεκτιμάται το πραγματικά καταβληθέν κόστος, εφόσον αντιστοιχεί στο κόστος αποτελεσματικού και διαρθρωτικά συγκρίσιμου διαχειριστή δικτύου και είναι διαφανές, καθώς και η ανάγκη ύπαρξης αντίστοιχων αποδόσεων των επενδύσεων και κινήτρων για τη δημιουργία νέων υποδομών. Από την άποψη αυτή, και ιδίως εάν υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός μεταξύ σωληναγωγών, η συγκριτική αξιολόγηση των τιμολογίων εκ μέρους των ρυθμιστικών αρχών θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.»
12. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 1775/2005 ορίζει τον σκοπό του κανονισμού ως ακολούθως:
«Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο να θεσπίσει αμερόληπτους κανόνες για τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των εθνικών και περιφερειακών αγορών με σκοπό τη διασφάλιση της σωστής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς αερίου.
Ο στόχος αυτός περιλαμβάνει τον καθορισμό εναρμονισμένων αρχών για τα τέλη, ή τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό τους, για την πρόσβαση στο δίκτυο, την ίδρυση υπηρεσιών πρόσβασης τρίτων, εναρμονισμένες αρχές για τον καταμερισμό της δυναμικότητας και τη διαχείριση της συμφόρησης, τον καθορισμό των απαιτήσεων διαφάνειας, κανόνες εξισορρόπησης και τέλη διαταραχής της ισορροπίας και διευκόλυνση της εμπορίας δυναμικότητας.»
13. Κατά το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού, με τον όρο «μεταφορά» νοείται η «μεταφορά φυσικού αερίου μέσω δικτύου, το οποίο περιέχει κυρίως σωληναγωγούς υψηλής πίεσης, εκτός από δίκτυο σωληναγωγών προς τα ανάντη και εκτός από το τμήμα των σωληναγωγών υψηλής πίεσης που χρησιμοποιείται κυρίως στο πλαίσιο της τοπικής διανομής φυσικού αερίου, με στόχο την παράδοσή του σε πελάτες, χωρίς όμως να περιλαμβάνει τον εφοδιασμό».
14. Το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 αφορά την τιμολόγηση της προσβάσεως στα δίκτυα. Ειδικότερα, κατά το εν λόγω άρθρο:
«1. Τα τιμολόγια ή οι μέθοδοι υπολογισμού των τιμολογίων που εφαρμόζονται από τους διαχειριστές των δικτύων μεταφοράς και έχουν εγκριθεί από τις ρυθμιστικές αρχές δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/55 [...] είναι διαφανή, λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη για ακεραιότητα και βελτίωση του δικτύου και αντιπροσωπεύουν το πραγματικά καταβληθέν κόστος, εφόσον αντιστοιχεί στο κόστος αποτελεσματικού και διαρθρωτικά συγκρίσιμου διαχειριστή δικτύου και είναι διαφανές, συμπεριλαμβανομένης της κατάλληλης απόδοσης των επενδύσεων, και, όπου ενδείκνυται, λαμβάνουν υπόψη τη συγκριτική αξιολόγηση των τιμολογίων από τις ρυθμιστικές αρχές. Τα τιμολόγια ή οι μέθοδοι υπολογισμού που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό τους εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται διακρίσεις.
Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι τα τιμολόγια μπορούν επίσης να καθορίζονται μέσω ρυθμίσεων με βάση την αγορά, όπως οι πλειστηριασμοί, υπό την προϋπόθεση ότι οι ρυθμίσεις αυτές και τα έσοδα που αποφέρουν έχουν εγκριθεί από τη ρυθμιστική αρχή.
Τα τιμολόγια ή οι μέθοδοι υπολογισμού που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό τους διευκολύνουν το αποδοτικό εμπόριο αερίου και τον ανταγωνισμό με ταυτόχρονη αποφυγή των διασταυρούμενων επιδοτήσεων μεταξύ των χρηστών των δικτύων και παρέχουν κίνητρα για την πραγματοποίηση επενδύσεων και τη διατήρηση ή τη δημιουργία της διαλειτουργικότητας των δικτύων μεταφοράς.
2. Τα τιμολόγια πρόσβασης στα δίκτυα δεν περιορίζουν τη ρευστότητα της αγοράς ούτε στρεβλώνουν το διασυνοριακό εμπόριο των διαφόρων δικτύων μεταφοράς. Σε περίπτωση που οι διαφορές των δομών τιμολόγησης ή των μηχανισμών εξισορρόπησης παρεμποδίζουν το εμπόριο μεταξύ δικτύων μεταφοράς και, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 25, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/55 [...], οι διαχειριστές των δικτύων μεταφοράς σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες εθνικές αρχές προχωρούν ενεργά στη σύγκλιση των δομών και των αρχών τιμολόγησης, συμπεριλαμβάνοντας και την εξισορρόπηση.»
15. Το άρθρο 6 του ιδίου κανονισμού ορίζει:
«1. Οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς δημοσιοποιούν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες που παρέχουν και τους σχετικούς όρους που ισχύουν, σε συνδυασμό με τις απαιτούμενες τεχνικές πληροφορίες προκειμένου οι χρήστες του δικτύου να έχουν πλήρη πρόσβαση στο δίκτυο.
2. Για να εξασφαλίζεται η διαφανής, αντικειμενική και αμερόληπτη τιμολόγηση και να διευκολύνεται η αποτελεσματική χρήση του δικτύου αερίου, οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς ή οι αρμόδιες εθνικές αρχές πρέπει να δημοσιεύουν δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένες πληροφορίες σχετικά με την τιμολογιακή διαμόρφωση, τη μεθοδολογία και τη δομή.
3. Για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, κάθε διαχειριστής δικτύου μεταφοράς δημοσιοποιεί τακτικά και περιοδικά αριθμητικές πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές, συμβατικές και διαθέσιμες δυναμικότητες για όλα τα σχετικά σημεία, συμπεριλαμβανομένων των σημείων εισόδου και εξόδου, υπό τυποποιημένη, φιλική προς τον χρήστη μορφή.
[...]
6. Οι διαχειριστές δικτύων μεταφοράς κοινολογούν πάντα τις πληροφορίες που απαιτεί ο παρών κανονισμός κατά εύληπτο, ποσοτικώς σαφή και ευκόλως προσβάσιμο τρόπο, που δεν συνεπάγεται διακρίσεις.»
16. Κατά το άρθρο 16 του κανονισμού 1775/2005:
«Ο παρών κανονισμός δεν ισχύει για:
α) τα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου που βρίσκονται στα κράτη μέλη καθ’ όσο χρόνο ισχύουν οι παρεκκλίσεις που έχουν χορηγηθεί δυνάμει του άρθρου 28 της οδηγίας 2003/55 [...]. Τα κράτη μέλη στα οποία έχουν χορηγηθεί παρεκκλίσεις δυνάμει του άρθρου 28 της οδηγίας 2003/55 [...] μπορούν να υποβάλλουν αίτηση στην Επιτροπή για προσωρινή παρέκκλιση από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, για περίοδο μέχρι δύο ετών από την ημερομηνία κατά την οποία παύει να ισχύει η αναφερόμενη στο παρόν σημείο παρέκκλιση·
β) τις διασυνδέσεις μεταξύ κρατών μελών και τις σημαντικές αυξήσεις του δυναμικού των ήδη υφισταμένων υποδομών και τις τροποποιήσεις των υποδομών αυτών που επιτρέπουν την ανάπτυξη νέων πηγών προμήθειας αερίου κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2003/55 [...], οι οποίες εξαιρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 18, 19, 20 και του άρθρου 25, παράγραφοι 2, 3 και 4, της εν λόγω οδηγίας, ενόσω εξαιρούνται από τις διατάξεις που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, ή
γ) τα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου για τα οποία έχουν χορηγηθεί παρεκκλίσεις δυνάμει του άρθρου 27 της οδηγίας 2003/55 [...]»
Το εθνικό δίκαιο
17. Στο βελγικό δίκαιο, η κανονιστική ρύθμιση για τη μεταφορά του φυσικού αερίου βασίζεται στον νόμο της 12ης Απριλίου 1965, περί της μεταφοράς αερίων και άλλων προϊόντων μέσω αγωγών (στο εξής: νόμος για το αέριο). Ο νόμος αυτός τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, με τον νόμο της 1ης Ιουνίου 2005, που σκοπούσε στη μεταφορά της οδηγίας 2003/55 στη βελγική έννομη τάξη (στο εξής: νόμος για το αέριο του 2005), καθώς και με μεταγενέστερους νόμους (8).
1. Ο νόμος για το αέριο του 2005
18. Το άρθρο 1, 7° και 7°bis, του νόμου για το αέριο, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τον νόμο για το αέριο του 2005, περιλαμβάνει τους ακόλουθους ορισμούς:
– «μεταφορά αερίου»: η μεταφορά αερίου μέσω εγκαταστάσεων μεταφοράς με σκοπό τον εφοδιασμό πελατών, μη συμπεριλαμβανομένου του εφοδιασμού·
– «διαμετακόμιση»: η δραστηριότητα που συνίσταται στη μεταφορά φυσικού αερίου άνευ διανομής του ή εφοδιασμού πελατών εντός της βελγικής επικράτειας.
19. Το κεφάλαιο IVter του νόμου για το αέριο του 2005, που φέρει τον τίτλο «Πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου και στις εγκαταστάσεις αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και ΥΦΑ», διέπει την πρόσβαση στο δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου. Το εν λόγω κεφάλαιο ρυθμίζει το τιμολογιακό καθεστώς της προσβάσεως στο δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου και τις αρχές που διέπουν την τιμολόγηση των συναφών υπηρεσιών.
20. Το άρθρο 15/5 του νόμου για το αέριο του 2005 ορίζει:
«Οι πελάτες και οι κάτοχοι αδειών προμήθειας μπορούν να έχουν πρόσβαση σε οιοδήποτε δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου, εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και εγκαταστάσεων ΥΦΑ βάσει τιμολογίων που καθορίζονται συμφώνως προς τις διατάξεις του άρθρου 15/5bis και εγκρίνονται από την [CREG] [Commission de régulation de l’électricité et du gaz, Ρυθμιστική επιτροπή ηλεκτρισμού και αερίου, στο εξής: CREG]» (9).
21. Το άρθρο 15/5bis, παράγραφοι 1 και 2, του νόμου για το αέριο του 2005 ορίζει:
«§ 1. Έκαστος των διαχειριστών του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και των εγκαταστάσεων ΥΦΑ προσδιορίζει χωριστά το συνολικό έσοδο που απαιτείται για την εκτέλεση των αντίστοιχων νομικών και ρυθμιστικών υποχρεώσεών του, με σκοπό τον καθορισμό των τιμολογίων μεταφοράς φυσικού αερίου, αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και χρήσεως των εγκαταστάσεων ΥΦΑ. Το συνολικό έσοδο υποβάλλεται στην [CREG] προς έγκριση.
§ 2. Τα αντίστοιχα έσοδα της παραγράφου 1 καλύπτουν χωριστά, για ρυθμιστική περίοδο τεσσάρων ετών:
a) το σύνολο των δαπανών που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων των άρθρων 15/1, § 1, και 15/2 εκ μέρους όλων των διαχειριστών του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και των εγκαταστάσεων ΥΦΑ·
b) απόδοση στο απασχολούμενο κεφάλαιο και αποσβέσεις, αμφότερα στοιχεία αναγκαία για την εξασφάλιση, προς όφελος του διαχειριστή, της άριστης λειτουργίας, των αναγκαίων μελλοντικών επενδύσεων και της βιωσιμότητας του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου ή των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και/ή των εγκαταστάσεων ΥΦΑ, καθώς και για την παροχή στον ενδιαφερόμενο διαχειριστή, κατόπιν συγκριτικής αξιολογήσεως των διαχειριστών σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μιας ευνοϊκής προοπτικής μακροπρόθεσμης προσβάσεως στις κεφαλαιαγορές·
c) ενδεχομένως, την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15/11·
d) ενδεχομένως, τις πρόσθετες οικονομικές επιβαρύνσεις που εφαρμόζονται επί των τιμολογίων δυνάμει του νόμου·
e) ενδεχομένως, τις δαπάνες και την αμοιβή που συνδέονται με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του άρθρου 15/1, § 1, εδάφιο 1, 1° και 2°. [...]»
22. Το άρθρο 15/5ter του νόμου για το αέριο του 2005 ορίζει:
«Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 15/5quater, § 2, εδάφιο 2, τα τιμολόγια των άρθρων 15/5 και 15/5bis καθορίζονται συμφώνως προς τις ακόλουθες προδιαγραφές:
1° δεν εισάγουν διακρίσεις και είναι διαφανή·
2° καλύπτουν το έσοδο όπως αυτό προσδιορίζεται με το άρθρο 15/5bis, § 2·
3° καθιστούν δυνατή την ισόρροπη ανάπτυξη του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και/ή των εγκαταστάσεων ΥΦΑ επί της βελγικής επικράτειας, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των τελικών καταναλωτών·
4° είναι εφάμιλλα, σε διεθνές επίπεδο, των καλύτερων τιμολογιακών πρακτικών που εφαρμόζουν υπό παρόμοιες συνθήκες διαχειριστές δικτύων μεταφοράς φυσικού αερίου, εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και/ή εγκαταστάσεων ΥΦΑ·
5° σκοπούν στη βελτιστοποίηση της χρήσεως της δυναμικότητας του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και/ή των εγκαταστάσεων ΥΦΑ·
6° είναι αρκούντως αναλυτικά, ιδίως:
a) σε συνάρτηση με τους όρους και τον τρόπο χρήσεως του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και των εγκαταστάσεων ΥΦΑ·
b) όσον αφορά τις επικουρικές υπηρεσίες·
c) όσον αφορά τις ενδεχόμενες πρόσθετες επιβαρύνσεις λόγω υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας.
7° Η τιμολογιακή διάρθρωση λαμβάνει υπόψη το απόθεμα δυναμικότητας που είναι αναγκαίο για την εξασφάλιση της μεταφοράς φυσικού αερίου και τη λειτουργία των εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και των εγκαταστάσεων ΥΦΑ.
8° η τιμολογιακή διάρθρωση είναι ομοιόμορφη στο σύνολο της επικράτειας, άνευ διαφοροποιήσεων ανά γεωγραφική ζώνη.»
23. Το άρθρο 15/5quater του νόμου για το αέριο του 2005, που ρυθμίζει τη διαδικασία τιμολογήσεως, ορίζει:
«§ 1. Ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, ο διαχειριστής εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και ο διαχειριστής εγκαταστάσεων ΥΦΑ υποβάλλουν χωριστά αίτηση εγκρίσεως των αντίστοιχων τιμολογίων τους καθώς και των τιμολογίων που αφορούν τις επικουρικές υπηρεσίες στην [CREG]. Οι εν λόγω διαχειριστές δημοσιεύουν χωριστά τα εγκεκριμένα τιμολόγια για τις αντίστοιχες δραστηριότητες, συμφώνως προς τις προδιαγραφές που ορίζει το παρόν κεφάλαιο.
§ 2. Το συνολικό έσοδο καθορίζεται για περίοδο τεσσάρων ετών και τα τιμολόγια αφορούν την ίδια περίοδο. Η έναρξη της ρυθμιστικής αυτής περιόδου των τεσσάρων ετών συμπίπτει με την έναρξη ισχύος των τιμολογίων.
Το συνολικό έσοδο αναλύεται σε ενιαία βάση με σκοπό τη διαμόρφωση των τιμολογίων. Τα τιμολόγια αυτά πρέπει να ανταποκρίνονται στη χρηματοοικονομική ροή που έχει ανάγκη κατ’ έτος ο διαχειριστής του δικτύου προκειμένου να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον παρόντα νόμο.
§ 3. Υπό την επιφύλαξη της εξουσίας εκτιμήσεως και ελέγχου που διαθέτει η [CREG], το συνολικό έσοδο του πρώτου έτους της ρυθμιστικής περιόδου λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την εκτίμηση του συνολικού εσόδου των επόμενων ετών της ρυθμιστικής περιόδου των τεσσάρων ετών, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων διαδικαστικών κανόνων: […]
§ 4. Οι διαχειριστές υποβάλλουν προς έγκριση στην [CREG] πρόταση εσόδου και τιμολογήσεως, επί τη βάσει του συνολικού εσόδου του άρθρου 15/5bis.
[…]»
24. Το άρθρο 15/5quinquies του νόμου για το αέριο του 2005 ορίζει:
«Ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου που ασκεί δραστηριότητα διαμετακομίσεως υποβάλλει στην [CREG] αίτηση εγκρίσεως αφορώσα ειδικώς τη διαμετακόμιση, κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, εξαιρουμένων των άρθρων 15/5ter, 2°, 4°, 5°, 8° και 15/5quater, § 3, και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 15/19.»
25. Κατά το άρθρο 15/19 του νόμου για το αέριο του 2005, οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί προ της 1ης Ιουλίου 2004, βάσει του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/296, εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται συμφώνως προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
2. Ο νόμος για το αέριο του 2009
26. Με τον νόμο της 10ης Μαρτίου 2009, ο οποίος ετέθη σε ισχύ την 10η Απριλίου 2009, ο βέλγος νομοθέτης τροποποίησε το άρθρο 15/5quinquies και το άρθρο 15/19 του νόμου για το αέριο.
27. Το άρθρο 15/5quinquies του νόμου για το αέριο, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 10ης Μαρτίου 2009 (στο εξής: νόμος για το αέριο του 2009), ορίζει:
«§ 1. Υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 15/19, οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου και του βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007, περί της μεθόδου καθορισμού του συνολικού εσόδου που περιλαμβάνει την απόδοση στο απασχολούμενο κεφάλαιο, περί της γενικής τιμολογιακής διαρθρώσεως, των βασικών αρχών στον τομέα της τιμολογήσεως, των διαδικασιών, της δημοσιεύσεως των τιμολογίων, των ετήσιων εκθέσεων, της λογιστικής, του ελέγχου των δαπανών, των αποκλίσεων των εσόδων των διαχειριστών και του αντικειμενικού τύπου τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του νόμου της 12ης Απριλίου 1965, περί της μεταφοράς αερίων και άλλων προϊόντων μέσω αγωγών, όπως δημοσιεύθηκε στο Moniteur belge [Επίσημη Εφημερίδα του Βασιλείου του Βελγίου] της 29ης Ιουνίου 2007, εφαρμόζονται επί των τιμολογίων διαμετακομίσεως φυσικού αερίου και επί του διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου που ασκεί δραστηριότητα διαμετακομίσεως, υπό την επιφύλαξη των ακόλουθων παρεκκλίσεων:
1° τα τιμολόγια ισχύουν για χρονικά διαστήματα που καθορίζονται συμβατικώς μεταξύ του διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς και των χρηστών του εν λόγω δικτύου·
2° προκειμένου να εξασφαλισθεί η σταθερότητα των τιμών, η ρυθμιστική περίοδος του άρθρου 15/5bis, § 2, μπορεί να υπερβεί τα τέσσερα έτη·
3° η απόδοση στο απασχολούμενο κεφάλαιο για τη διαμετακόμιση καθορίζεται συμφώνως προς τα άρθρα 4 έως 8 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007, εξυπακουομένου ότι:
a) η αρχική αξία των περιουσιακών στοιχείων που επενδύθηκαν στη δραστηριότητα διαμετακομίσεως την 31η Δεκεμβρίου 2007 εγκρίνεται από την [CREG] κατόπιν προτάσεως του διαχειριστή, αφού ληφθούν υπόψη όλες οι εγκαταστάσεις μεταφοράς που κείνται στο Βέλγιο και χρησιμοποιούνται για τη διαμετακόμιση·
b) το προϊόν του συντελεστή Β και του ασφαλίστρου κινδύνου, ως συνιστώσας του συντελεστή αποδόσεως R που αναφέρεται στο άρθρο 6 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος, ορίζεται σε 7 %·
Στις περιπτώσεις του εδαφίου 1, 2°, η ρυθμιστική περίοδος δύναται να παραταθεί, με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν εισηγήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, λόγω σημαντικής αναθεωρήσεως του επενδυτικού σχεδίου του διαχειριστή του δικτύου. Η διάρκεια της περιόδου αυτής και η ενδεχόμενη αναθεώρησή της προτείνονται από τον διαχειριστή του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου και υποβάλλονται προς έγκριση στην [CREG] προ της ενάρξεως εκάστης ρυθμιστικής περιόδου.
Τα τιμολόγια διαμετακομίσεως που καθορίζει η [CREG] συμφώνως προς τις προεκτεθείσες αρχές και μετά το πέρας της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007 συνιστούν τα βασιζόμενα στο κόστος τιμολόγια.
§ 2. Στο πλαίσιο της διαμετακομίσεως, ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου παρέχει πρόσβαση στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις μεταφοράς βάσει τιμολογίων που καθορίζονται συμφώνως προς την § 1 και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007.
Στο πλαίσιο της διαμετακομίσεως, ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου παρέχει πρόσβαση στις προς κατασκευή εγκαταστάσεις, είτε βάσει τιμολογίων που καθορίζονται συμφώνως προς την § 1 και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007 είτε βάσει τιμολογίων που καθορίζονται με διαφανείς και αμερόληπτες διαδικασίες συναρτώμενες με παραμέτρους της αγοράς, όπως οι έρευνες αγοράς, υπό τον όρον ότι οι διαδικασίες αυτές, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων και των τιμολογίων που προκύπτουν από αυτές, έχουν προηγουμένως εγκριθεί από την [CREG].
Στην περίπτωση κατά την οποία από την εφαρμογή των διαδικασιών που συναρτώνται με παραμέτρους της αγοράς προκύψουν τιμολόγια υψηλότερα εκείνων που καθορίζονται συμφώνως προς την § 1 και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007, ισχύουν τα υψηλότερα αυτά τιμολόγια, τα οποία δημοσιεύονται από τον διαχειριστή συμφώνως προς το άρθρο 20, § 3, του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007. Σε αντίθετη περίπτωση ή στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει τεθεί σε εφαρμογή διαδικασία βασιζόμενη σε κριτήρια της αγοράς, ισχύουν τα τιμολόγια που καθορίζονται συμφώνως προς την § 1 και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007.
Η θετική απόκλιση μεταξύ, αφενός, των εσόδων που προκύπτουν από την ολοκλήρωση της βασιζόμενης σε κριτήρια της αγοράς διαδικασία και, αφετέρου, του εγκριθέντος κόστους, συμπεριλαμβανομένης της αποδόσεως στο απασχολούμενο κεφάλαιο, που προκύπτει από τα τιμολόγια που καθορίζονται συμφώνως προς την § 1 και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007, κατανέμεται, αφού εγκριθεί από την [CREG], με βασιλικό διάταγμα εκδιδόμενο κατόπιν εισηγήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου:
a) στα τιμολόγια για τη χρήση του δικτύου μεταφοράς·
b) σε αποθεματικό που προορίζεται για τη χρηματοδότηση των εγκαταστάσεων που πρόκειται να κατασκευασθούν εντός προθεσμίας που εγκρίνεται από την [CREG] κατόπιν προτάσεως του διαχειριστή· σε αντίθετη περίπτωση, το ποσό αυτό κατανέμεται στα τιμολόγια για τη χρήση του δικτύου μεταφοράς.
Το υπόλοιπο διατίθεται κατά τη διακριτική ευχέρεια των μετόχων της διαχειρίστριας εταιρίας.
Για τα τιμολόγια χρήσεως του δικτύου μεταφοράς λαμβάνεται εκ των προτέρων υπόψη η εκτιμώμενη κατανομή του πλεονάσματος αυτού. Η διαφορά μεταξύ του εγγεγραμμένου στον προϋπολογισμό πλεονάσματος και του προκύψαντος πλεονάσματος διορθώνεται εκ των υστέρων.
§ 3. Το άρθρο 15/5nonies, εδάφιο 2, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και στην περίπτωση κατά την οποία η συμβατική διάρκεια υπερβαίνει τη διάρκεια της ρυθμιστικής περιόδου.
§ 4. Τα τιμολόγια διαμετακομίσεως, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για τιμολόγια που καθορίζονται συμφώνως προς την § 1 και κατ’ εφαρμογήν της διαδικασίας των άρθρων 16 έως 19 του προμνησθέντος βασιλικού διατάγματος της 8ης Ιουνίου 2007 ή για τιμολόγια που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 15/5bis, § 3, ή από την εφαρμογή των βασιζόμενων σε κριτήρια της αγοράς διαδικασιών, είναι ενιαία για το σύνολο της επικράτειας και λαμβάνουν υπόψη τη διανυόμενη απόσταση.»
28. Το άρθρο 15/19 του νόμου για το αέριο του 2009 ορίζει ότι οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί προ της 1ης Ιουλίου 2004, βάσει του άρθρου 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 91/296 [...], εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται συμφώνως προς τις διατάξεις της εν λόγω οδηγίας.
Κατά την ερμηνεία που του δίδεται, το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται επί των συμβάσεων περί διαμετακομίσεως φυσικού αερίου που συνήφθησαν προ της 1ης Ιουλίου 2004 μεταξύ:
1° αφενός, της ανώνυμης εταιρίας Fluxys, της ανώνυμης εταιρίας Distrigaz ή θυγατρικής τους εταιρίας, η οποία ειδικευόταν στην εμπορία δυναμικότητας διαμετακομίσεως και στην εκτέλεση συναφών υπηρεσιών μεταφοράς, και
2° αφετέρου, φορέων υπεύθυνων είτε για μεγάλο δίκτυο φυσικού αερίου υψηλής πιέσεως, είτε για την εισαγωγή και εξαγωγή φυσικού αερίου κατά την έννοια του άρθρου 3, [παράγραφος 1,] της οδηγίας 91/296[...]
29. Μετά την έκδοση του νόμου της 10ης Μαρτίου 2009, η CREG άσκησε προσφυγή για την ακύρωσή του και η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά του Βασιλείου του Βελγίου, απευθύνοντας έγγραφο οχλήσεως στη Βελγική Κυβέρνηση την 9η Οκτωβρίου 2009. Με τον νόμο της 29ης Απριλίου 2010, ο οποίος ετέθη σε ισχύ την 31η Μαΐου 2010 (στο εξής: νόμος για το αέριο του 2010), το άρθρο 15/5quinquies του νόμου για το αέριο του 2009 καταργήθηκε ex nunc. Ο εν λόγω νόμος ορίζει επίσης ότι το άρθρο 15/19, πρώτο εδάφιο, του νόμου για το αέριο του 2009 παύει να παράγει αποτελέσματα την 2α Μαρτίου 2011 (10) και ότι το άρθρο 15/19, δεύτερο εδάφιο, του νόμου για το αέριο του 2009 καταργείται ex nunc. Με απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε ex tunc τον νόμο για το αέριο του 2009.
III – Η διαφορά της κύριας δίκης
30. Η Fluxys SA (στο εξής: Fluxys) είναι η εταιρία διαχειρίσεως του δικτύου μεταφοράς του αερίου στο Βέλγιο (11).
31. Η CREG είναι η βελγική ρυθμιστική αρχή που είναι αρμόδια, μεταξύ άλλων, για την έγκριση των τιμολογίων που σχετίζονται με τις ρυθμιζόμενες δραστηριότητες μεταφοράς φυσικού αερίου.
32. Βάσει του νόμου για το αέριο του 2005, η Fluxys ήταν υποχρεωμένη να υποβάλει δύο χωριστές προτάσεις τιμολογήσεως, μία για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως και μία για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και αποθηκεύσεως. Το 2007 η Fluxys υπέβαλε πράγματι στην CREG προς έγκριση δύο χωριστές προτάσεις τιμολογήσεως για το διάστημα 2008-2011. Οι εν λόγω προτάσεις βασίζονταν σε δύο διαφορετικές μεθόδους. Η CREG δεν ενέκρινε τις δύο αυτές προτάσεις, διότι εκτιμούσε ότι η Fluxys δεν είχε κατανείμει ορθώς τις λειτουργικές δαπάνες στις διάφορες δραστηριότητες. Στο πλαίσιο των δύο διοικητικών διαδικασιών για τις αντίστοιχες προτάσεις της Fluxys, η CREG καθόρισε ιδία πρωτοβουλία προσωρινά τιμολόγια, με τα οποία μετέφερε στις δραστηριότητες διαμετακομίσεως της Fluxys μέρος των λειτουργικών δαπανών που η εν λόγω εταιρία είχε κατανείμει στις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως. Η Fluxys προσέβαλε τις αποφάσεις της CREG.
33. Το αιτούν δικαστήριο, επιληφθέν προσφυγής ακυρώσεως και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της CREG περί της προσωρινής τιμολογήσεως των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, ανέστειλε την εκτέλεση της προσβληθείσας αποφάσεως. Το εν λόγω δικαστήριο έκρινε ότι η ως άνω απόφαση της CREG αντέκειτο prima facie στο κοινοτικό δίκαιο. Κατά το σκεπτικό του αιτούντος δικαστηρίου, η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αποκλείει την εφαρμογή εθνικών διατάξεων οι οποίες προβλέπουν διαφορετικό καθεστώς για εκάστη των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και διαμετακομίσεως. Κατά το αιτούν δικαστήριο, η CREG όφειλε να απαιτήσει από τη Fluxys την υποβολή προτάσεως τιμολογήσεως για το σύνολο του δικτύου μεταφοράς, άνευ διακρίσεως μεταξύ δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως. Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης διαδικασίας, το αιτούν δικαστήριο δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
34. Κατόπιν προσφυγής ακυρώσεως και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της CREG περί της προσωρινής τιμολογήσεως των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και αποθηκεύσεως, το αιτούν δικαστήριο ανέστειλε την εκτέλεση της δεύτερης αυτής αποφάσεως για τους ίδιους λόγους. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
IV – Το προδικαστικό ερώτημα και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
35. Το αιτούν δικαστήριο διατυπώνει αμφιβολίες περί του συμβατού του νόμου για το αέριο με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, στον βαθμό κατά τον οποίο ο εν λόγω νόμος προβλέπει δύο διαφορετικά καθεστώτα τιμολογήσεως, ένα για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως και ένα για τις δραστηριότητες προωθήσεως και αποθηκεύσεως. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο εν λόγω νόμος δεν συμβιβάζεται με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η CREG όφειλε να παραμερίσει τις διατάξεις του νόμου για το αέριο που είναι αντίθετες προς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και να απορρίψει τις δύο χωριστές προτάσεις τιμολογήσεως που είχε υποβάλει η Fluxys, διότι αυτές βασίζονταν σε μεθόδους τιμολογήσεως που διακρίνουν μεταξύ δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως. Λόγω των αμφιβολιών του περί του συμβατού του νόμου για το αέριο με τον κανονισμό 1775/2005 και με την οδηγία 2003/55, αλλά και των επιχειρημάτων που ανέπτυξαν επί του σημείου αυτού η CREG και η Fluxys, το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Αποκλείουν τα άρθρα 1, 2 και 18 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ και το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005/ΕΚ εθνικές νομοθεσίες οι οποίες καθιερώνουν ειδικό τιμολογιακό καθεστώς για τη δραστηριότητα της διαμετακομίσεως, το οποίο παρεκκλίνει από τους κανόνες που διέπουν τη δραστηριότητα της μεταφοράς, εισάγοντας, στο πλαίσιο της δραστηριότητας μεταφοράς, διάκριση μεταξύ “εσωτερικής προωθήσεως” και “διαμετακομίσεως”;»
36. Με διάταξη της 21ης Σεπτεμβρίου 2009, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση του αιτούντος δικαστηρίου περί εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας.
37. Η Fluxys, η CREG, η Βελγική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου καθώς και η Επιτροπή υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
38. Με έγγραφο της 7ης Απριλίου 2010, η Fluxys ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι μεταξύ της ιδίας και της CREG είχε συναφθεί συμφωνία περί της εφαρμογής στο μέλλον τιμολογιακού καθεστώτος το οποίο δεν βασιζόταν πλέον σε διάκριση μεταξύ της εσωτερικής προωθήσεως και της διαμετακομίσεως, αλλά αντανακλούσε, επί τη βάσει της ίδιας μεθοδολογίας, το κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών για κάθε δραστηριότητα. Η Fluxys ενημέρωσε, επίσης, το Δικαστήριο ότι είχε παραιτηθεί από όλους σχεδόν τους λόγους ακυρώσεως που είχε προβάλει ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου κατά των αποφάσεων της CREG, συμπεριλαμβανομένων των λόγων που συνδέονταν με τη διάκριση μεταξύ δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, και ότι ο μόνος λόγος ακυρώσεως στον οποίο ενέμενε ήταν ο αντλούμενος από παράβαση του άρθρου 15/19 του νόμου για το αέριο, το οποίο μετέφερε στην εσωτερική έννομη τάξη το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55, που αφορά τις αποκαλούμενες «ιστορικές συμβάσεις». Υπό τις συνθήκες αυτές, με έγγραφο της 28ης Απριλίου 2010, το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να διευκρινίσει αν επιθυμούσε να εμμείνει στο ερώτημά του. Με έγγραφο της 12ης Μαΐου 2010, το αιτούν δικαστήριο απάντησε ότι η συμφωνία μεταξύ της CREG και της Fluxys, καθώς και η μερική παραίτηση της Fluxys από το δικόγραφό της δεν καθιστούσαν το ερώτημα αλυσιτελές και ότι, ως εκ τούτου, ενέμενε στο ερώτημά του.
39. Με τηλεομοιοτυπία της 28ης Μαΐου 2010, η Βελγική Κυβέρνηση ενημέρωσε το Δικαστήριο για την έναρξη ισχύος του νόμου για το αέριο του 2010, ο οποίος καταργούσε τα άρθρα 15/5quinquies και 15/19, δεύτερο εδάφιο, του νόμου για το αέριο, ενώ όριζε ότι το άρθρο 15/19, πρώτο εδάφιο, του νόμου για το αέριο θα έπαυε να ισχύει τη 2α Μαρτίου 2011.
40. Τη 17η Ιουνίου 2010 διεξήχθη επ’ ακροατηρίου συζήτηση παρουσία των εκπροσώπων της CREG, της Βελγικής Κυβερνήσεως και της Τσεχικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Επιτροπής.
41. Με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 2010, η Fluxys επέστησε την προσοχή του Δικαστηρίου σε απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010 με την οποία το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε ex tunc τον νόμο για το αέριο του 2009. Το Δικαστήριο ζήτησε από το αιτούν δικαστήριο να αποσαφηνίσει τις συνέπειες της εν λόγω ακυρωτικής αποφάσεως. Με έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, το αιτούν δικαστήριο απάντησε ότι, κατόπιν της ex tunc ακυρώσεως του νόμου για το αέριο του 2009, επί της διαφοράς της κύριας δίκης ετύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του προηγούμενου νόμου για το αέριο. Το εν λόγω δικαστήριο επισήμανε ότι, μολονότι η διάκριση μεταξύ διαμετακομίσεως και εσωτερικής προωθήσεως του αερίου, που είχε προκαλέσει την ακύρωση του νόμου για το αέριο του 2009, εντοπιζόταν και στον προηγούμενο νόμο για το αέριο και ότι, συνεπώς, οι διαπιστώσεις του βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου αφορούσαν ομοίως τον νόμο αυτό, το ίδιο εξακολουθούσε να δεσμεύεται από τις διατάξεις του προηγούμενου νόμου, δεδομένου ότι αυτές δεν είχαν προσβληθεί ενώπιον του βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου.
V – Σύνοψη των παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
42. Η Fluxys, η Βελγική Κυβέρνηση και η Τσεχική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι ούτε τα άρθρα 1, 2 και 18 της οδηγίας 2003/55 ούτε το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 αποκλείουν εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία διακρίνει, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων μεταφοράς του φυσικού αερίου, τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως από τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως, εφαρμόζοντας διαφορετικό τιμολογιακό καθεστώς σε εκάστη των δραστηριοτήτων αυτών, εφόσον η διαφοροποίηση αυτή ανάγεται σε αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων, όπως το πραγματικό κόστος.
43. Κατά τη Fluxys, τη Βελγική Κυβέρνηση και την Τσεχική Κυβέρνηση, οι δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως δεν ταυτίζονται, αλλά αναπτύσσονται σε διαφορετικές αγορές. Ως εκ τούτου, συνεπάγονται διαφορετικό κόστος και διαφορετικές επενδύσεις. Οι δραστηριότητες προωθήσεως εξαρτώνται κατ’ αρχήν αποκλειστικώς από προβλέψεις σχετικές με τη ζήτηση σε μια δεσμευμένη και σταθερή αγορά. Επιπλέον, οι εν λόγω δραστηριότητες συναρτώνται με υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας. Αντιθέτως, οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως αναπτύσσονται σε μια διεθνή ανταγωνιστική αγορά και εξαρτώνται από την πορεία της ζητήσεως ως προς την οποία είναι δυσχερής η διατύπωση μακροπρόθεσμων προβλέψεων. Εν αντιθέσει προς τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως, οι οποίες ασκούνται πάντα βάσει συμβάσεων μακράς διαρκείας και επί τη βάσει βεβαιότητας στο πεδίο της τιμολογήσεως, οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως εμπερικλείουν τον κίνδυνο να παύσουν οι χρήστες οιαδήποτε χρονική στιγμή να χρησιμοποιούν συγκεκριμένο δίκτυο ή τον κίνδυνο συγκεκριμένη συγκυρία να διακυβεύσει την αποδοτικότητα επενδύσεως η οποία δεν θα ηδύνατο να χρησιμοποιηθεί εκ νέου για άλλους σκοπούς. Τα ειδικά χαρακτηριστικά της διαμετακομίσεως συνεπάγονται, επομένως, υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και ενέχουν, ως εκ τούτου, τον κίνδυνο υπερεπενδύσεων και ανεπιτυχών επενδύσεων. Η Τσεχική Κυβέρνηση εκτιμά ότι οι διαχειριστές ενός δικτύου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως απαιτούν την ίδια τεχνική δυναμικότητα σε όλα τα σημεία εισόδου και εξόδου του οικείου δικτύου.
44. Η Fluxys, η Βελγική Κυβέρνηση και η Τσεχική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι τα διαφορετικά καθεστώτα που καθιερώνει ο νόμος για το αέριο λαμβάνουν υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά εκάστης των δραστηριοτήτων. Η επιβολή της υποχρεώσεως όμοιας αντιμετωπίσεως διαφορετικών καταστάσεων αντιβαίνει στην αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Όπως υποστηρίζουν, η οδηγία 2003/55 δεν επιτάσσει την ενιαία αντιμετώπιση της εσωτερικής προωθήσεως και της διαμετακομίσεως. Τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να ρυθμίζουν κατά τρόπο διαφορετικό ανόμοιες καταστάσεις και διαθέτουν σχετική ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση διαφορετικών ρυθμιστικών πλαισίων. Η διαφοροποίηση αυτή δύναται να πραγματοποιείται τόσο στο επίπεδο της εγκριτικής αποφάσεως της ρυθμιστικής αρχής όσο και στο επίπεδο του νόμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, αρκεί η τήρηση, στο πλαίσιο εκάστου των διαφορετικών καθεστώτων που εισάγει ο νόμος, των όρων που επιβάλλουν ο κανονισμός 1775/2005 και η οδηγία 2003/55. Τα τιμολόγια πρέπει, επομένως, να εγκρίνονται και να δημοσιεύονται εκ των προτέρων, καθώς και να εφαρμόζονται κατά τρόπο μη συνεπαγόμενο διακρίσεις. Οι διατάξεις του νόμου για το αέριο δεν συνεπάγονται διακριτική μεταχείριση, καθώς όλοι οι χρήστες του δικτύου έχουν τη δυνατότητα να εγγραφούν κατά τον ίδιο χρόνο στην ίδια υπηρεσία υπό τους αυτούς όρους.
45. Όσον αφορά την κατάργηση, με τον νόμο για το αέριο του 2010, του καθεστώτος παρεκκλίσεων για τη διαμετακόμιση, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι πρόκειται για νομοθετική επιλογή η οποία ανάγεται αποκλειστικώς στην ανάγκη περιφρουρήσεως της ασφάλειας δικαίου στο Βέλγιο όσον αφορά το πεδίο της διαμετακομίσεως.
46. Η CREG εκτιμά ότι, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, είναι αναγκαία, κατ’ αρχάς, η εξέταση της ισχύος του άρθρου 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55, κατά το οποίο οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας δεν εφαρμόζονται επί των «ιστορικών» συμβάσεων. Όπως υποστηρίζει, ενδεχόμενη εφαρμογή αυτής της εξαιρέσεως επί της διαφοράς της κύριας δίκης θα οδηγούσε σε μη υπαγωγή στο καθεστώς της οδηγίας 2003/55 ποσοστού 85 % και πλέον των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως της Fluxys. Κατά την CREG, με την έκδοση του κανονισμού 1775/2005, ο κοινοτικός νομοθέτης κατήργησε σιωπηρώς την εν λόγω εξαίρεση για τις «ιστορικές» συμβάσεις. Στην περίπτωση κατά την οποία ο κοινοτικός νομοθέτης δεν κατήργησε την εξαίρεση για τις «ιστορικές» συμβάσεις, η CREG διατυπώνει αμφιβολίες περί του συμβατού της εξαιρέσεως αυτής με τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ και τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως δε με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
47. Όσον αφορά την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία καθιερώνεται, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005, καθώς και με τα άρθρα 1, 2 και 18 της οδηγίας 2003/55, η CREG εκτιμά ότι η εν λόγω αρχή δεν επιτρέπει τη διάκριση, με εθνικό νόμο, μεταξύ εσωτερικής προωθήσεως και διαμετακομίσεως και την καθιέρωση ειδικού τιμολογιακού καθεστώτος για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως. Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν εισάγει καμία διάκριση μεταξύ δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως. Η εν λόγω ρύθμιση δεν επιτρέπει, επομένως, διαφοροποιημένη αντιμετώπιση. Η CREG αναφέρεται στη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, όπως αυτή εκφράζεται με την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55, για καθιέρωση ομοιογενών και μη εισαγόντων διακρίσεις καθεστώτων προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών ροών αερίου μεταξύ κρατών μελών. Κατά την CREG, ένα ενιαίο καθεστώς τιμολογήσεως καθιστά δυνατή τη διαφανή και άνευ διακρίσεων πρόσβαση και συμβάλλει στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα του δικτύου. Με τον τρόπο αυτό συντείνει στην ανάπτυξη και την εναρμόνιση της μεταφοράς στο ευρωπαϊκό δίκτυο.
48. H Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή προτείνουν στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία αποτυπώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1775/2005, καθώς και στα άρθρα 18, παράγραφος 1, και 25, παράγραφος 4, της οδηγίας 2003/55, αποκλείει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία δημιουργεί ειδικό τιμολογιακό καθεστώς για τη δραστηριότητα της διαμετακομίσεως, το οποίο παρεκκλίνει από τους κανόνες που διέπουν τη δραστηριότητα της μεταφοράς, εισάγοντας, στο πλαίσιο της δραστηριότητας μεταφοράς, διάκριση μεταξύ «εσωτερικής προωθήσεως» και «διαμετακομίσεως».
49. Όπως υποστηρίζουν, οι δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και μεταφοράς συνιστούν παρόμοιες καταστάσεις. Ο κανονισμός 1775/2005 και η οδηγία 2003/55 ορίζουν ως μεταφορά τη δραστηριότητα που συνίσταται στη μεταφορά του αερίου μέσω των δικτύων αεριαγωγών υψηλής πιέσεως, ανεξαρτήτως του περαιτέρω προορισμού του. Στα εν λόγω νομοθετήματα δεν εντοπίζεται, επομένως, ουδεμία διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως. Αντιθέτως δε, όπως προκύπτει από την τριακοστή πρώτη αιτιολογική της σκέψη, η εν λόγω οδηγία κατήργησε την οδηγία 91/296, καθόσον αυτή όριζε κατά τρόπο διαφορετικό την έννοια της διαμετακομίσεως.
50. Συνεπώς, η κοινοτική νομοθεσία δεν επιτρέπει ειδικά καθεστώτα τιμολογήσεως για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως, όπως αυτό που εισήγαγε ο Βέλγος νομοθέτης. Η Επιτροπή τονίζει ότι το καθεστώς που εισήχθη με τον νόμο για το αέριο του 2009 προβλέπει διαφορετική ρύθμιση για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως, όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής των εγκεκριμένων τιμολογίων, τον καθορισμό της αποδόσεως στο απασχολούμενο κεφάλαιο, καθώς και τους όρους τιμολογήσεως της προσβάσεως στο δίκτυο μεταφοράς. Το σύνολο των κανόνων αυτών προσκρούει στην οδηγία 2003/55, καθώς και στον κανονισμό 1775/2005.
51. Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, το κοινοτικό δίκαιο δεν αποκλείει τη δυνατότητα διαφοροποιημένης τιμολογήσεως, αντανακλώσας το κόστος και τους κινδύνους της δραστηριότητας μεταφοράς. Εντούτοις, ένας εθνικός νόμος όπως ο νόμος για το αέριο δημιουργεί πρόβλημα διότι εισάγει μια καθ’ όλα διαφορετική τιμολογιακή διάρθρωση, βασιζόμενη στη γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ εσωτερικής προωθήσεως και διαμετακομίσεως και, συνεπώς, στον μεταγενέστερο προορισμό του φυσικού αερίου. Όπως υποστηρίζουν, ο νόμος για το αέριο δεν περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν την εμπεριστατωμένη και περιπτωσιολογική συνεκτίμηση του κόστους και των κινδύνων της δραστηριότητας διαμετακομίσεως και δεν επεξηγεί τον λόγο για την εφαρμογή διαφορετικού καθεστώτος επί του συνόλου της δραστηριότητας διαμετακομίσεως. Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και την Επιτροπή, δεν υφίσταται συστηματικός λόγος για τον οποίο το κόστος απολήψεως αερίου από το δίκτυο σε σημείο συνδέσεως με δίκτυο διανομής ή με μεγάλο καταναλωτή θα πρέπει να είναι χαμηλότερο του κόστους που συνεπάγεται η απόληψη από σημείο διασυνδέσεως με μεγάλα δίκτυα. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν δύναται να συναχθεί ότι οι συμφωνίες που προβλέπουν την απόληψη αερίου από σημείο διασυνδέσεως μεγάλων δικτύων είναι καθ’ εαυτές επισφαλέστερες οιασδήποτε άλλης μορφής μεταφοράς.
52. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εξαίρεση που ισχύει για τις «ιστορικές» συμβάσεις του άρθρου 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 δεν καταργήθηκε με τον κανονισμό 1775/2005.
VI – Επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος
53. Κατά τη διάρκεια της δίκης, το Δικαστήριο ενημερώθηκε για διάφορες εξελίξεις που αφορούν τη διαφορά της κύριας δίκης και την ισχύ του νόμου για το αέριο του 2009. Θα εξετασθεί κατ’ αρχάς ο αντίκτυπος που οι εξελίξεις αυτές δύνανται να έχουν επί του παραδεκτού του προδικαστικού ερωτήματος.
54. Πρώτον, η Fluxys παραιτήθηκε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου των λόγων ακυρώσεως που σχετίζονται με τη διάκριση μεταξύ διαμετακομίσεως και εσωτερικής προωθήσεως. Αναφύεται, επομένως, το ζήτημα αν, λόγω της παραιτήσεως αυτής, η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατέστη απαράδεκτη. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι ένα προδικαστικό ερώτημα είναι απαράδεκτο όταν είναι προδήλως αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης (12). Το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι, κατά τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, η Fluxys δεν δύναται να παραιτηθεί μονομερώς των λόγων ακυρώσεως που προέβαλε και ότι, συνεπώς, το προδικαστικό ερώτημα παραμένει λυσιτελές. Στο πλαίσιο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, αρμόδια για την ερμηνεία και την εφαρμογή του εθνικού δικαίου είναι αποκλειστικώς τα εθνικά δικαστήρια. Το Δικαστήριο δεν είναι, κατ’ αρχήν, αρμόδιο να ελέγξει την εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου ερμηνεία των εθνικών διατάξεων (13). Συνεπώς, η παραίτηση της Fluxys δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το παραδεκτό του προδικαστικού ερωτήματος.
55. Το δεύτερο γεγονός είναι η ex nunc κατάργηση, με τον νόμο για το αέριο του 2010, του διαφορετικού καθεστώτος για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως. Η κατάργηση αυτή δεν θέτει εν αμφιβόλω το λυσιτελή χαρακτήρα του προδικαστικού ερωτήματος, τουλάχιστον στο σύνολό του, καθώς πρόκειται για κατάργηση που δεν έχει αναδρομική ισχύ.
56. Το τρίτο γεγονός είναι η ex tunc ακύρωση, με την απόφαση του βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 2010, του νόμου για το αέριο του 2009. Με το έγγραφό του της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι, παρά την ακύρωση του εν λόγω νόμου, εμμένει στο προδικαστικό ερώτημά του. Κατά το αιτούν δικαστήριο, ο νόμος για το αέριο, ο οποίος τυγχάνει εφαρμογής επί της διαφοράς της κύριας δίκης μετά την ακύρωση του νόμου για το αέριο του 2009, εγείρει ομοίως το ζήτημα του συμβατού με την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση εθνικού καθεστώτος που διαχωρίζει τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως από τις δραστηριότητες προωθήσεως.
57. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το αιτούν δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στο περιεχόμενο του προγενέστερου αυτού νόμου για το αέριο ούτε με την αίτησή του για έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ούτε με το έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2010. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο οφείλει να παρουσιάζει, με την ίδια την απόφαση περί παραπομπής, το πραγματικό και κανονιστικό πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης και να επεξηγεί στοιχειωδώς τους λόγους για τους οποίους ζητεί την ερμηνεία των συγκεκριμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, καθώς και τη σχέση που εκτιμά ότι υφίσταται μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εθνικής νομοθεσίας η οποία τυγχάνει εφαρμογής στην επίδικη διαφορά (14). Συναφώς, επιβάλλεται η επισήμανση ότι τα πληροφοριακά στοιχεία που παρέχονται με τις αποφάσεις περί παραπομπής παρέχουν όχι μόνον στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να δίδει χρήσιμες απαντήσεις, αλλά και στις κυβερνήσεις των κρατών μελών, καθώς και στους λοιπούς ενδιαφερομένους τη δυνατότητα να υποβάλλουν παρατηρήσεις. Απόκειται, επομένως, στο Δικαστήριο να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι μόνον οι αποφάσεις περί παραπομπής κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους (15). Κατά τη νομολογία αυτή, αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δύναται να απορριφθεί ως απαράδεκτη αν δεν επισημαίνει τις διατάξεις του εθνικού δικαίου που τυγχάνουν εφαρμογής επί της διαφοράς της κύριας δίκης.
58. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, φρονώ ότι η απόρριψη της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω νομολογίας θα συνιστούσε θέση υπέρμετρα αυστηρή. Η συστηματική διάκριση μεταξύ διαμετακομίσεως και εσωτερικής προωθήσεως κείται στον πυρήνα του προδικαστικού ερωτήματος και αποτέλεσε ζήτημα το οποίο προσέγγισαν και επί του οποίου τοποθετήθηκαν τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Με το έγγραφό του της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, το αιτούν δικαστήριο διευκρίνισε ότι στην ίδια διάκριση προέβαινε και ο νόμος που προΐσχυε του νόμου για το αέριο του 2009. Συνεπώς, η ακύρωση του νόμου για το αέριο του 2009 δεν μεταβάλλει στην πράξη το αντικείμενο της διαφοράς. Εξάλλου, οι διατάξεις του προγενέστερου αυτού νόμου, ήτοι του νόμου για το αέριο του 2005, προκύπτουν από τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν η Fluxys και η CREG. Συγκεκριμένα, οι εν λόγω διάδικοι υποστηρίζουν ότι, ανεξαρτήτως της ex tunc ακυρώσεως του νόμου για το αέριο του 2009, επί της διαφοράς της κύριας δίκης ετύγχαναν εφαρμογής ratione temporis οι διατάξεις του νόμου για το αέριο του 2005 και όχι του νόμου για το αέριο του 2009. Υπό τις περιστάσεις αυτές, φρονώ ότι η εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου παράλειψη παροχής συγκεκριμένων στοιχείων περί των διατάξεων του νόμου που ίσχυε προ του ακυρωθέντος νόμου για το αέριο του 2009 δεν επιβάλλει αφεύκτως την απόρριψη της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως απαράδεκτης.
59. Η ακύρωση του νόμου για το αέριο του 2009 εγείρει ένα πρόσθετο ζήτημα σχετικά με το παραδεκτό της αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως. Όπως προκύπτει, εν προκειμένω, το αιτούν δικαστήριο είναι σε θέση να επιλύσει τη διαφορά της κύριας δίκης μέσω παραπομπής του ζητήματος στο βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο και όχι στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο με το έγγραφο της 8ης Σεπτεμβρίου 2010, οι διαπιστώσεις του βελγικού Συνταγματικού Δικαστηρίου, οι οποίες δικαιολόγησαν την ακύρωση του νόμου για το αέριο του 2009, ισχύουν και για τη συστηματική διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, στην οποία προβαίνει ο νόμος για το αέριο του 2005. Εντούτοις, μολονότι το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι υποχρεούται να εφαρμόσει τις διατάξεις του νόμου για το αέριο του 2005, δεδομένου ότι αυτές δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προσβολής ενώπιον του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δεν εξηγεί τον λόγο για τον οποίο, παρά τις πρόδηλες αμφιβολίες του περί της συνταγματικότητας του νόμου για το αέριο του 2005, δεν υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα στο Συνταγματικό Δικαστήριο.
60. Εντούτοις, ακόμη και ενδεχόμενη δυνατότητα του αιτούντος δικαστηρίου για υποβολή προδικαστικού ερωτήματος στο βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο δεν καθιστά απαράδεκτο το υποβληθέν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα. Συγκεκριμένα, το σύστημα συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, όπως αυτό προβλέπεται από το άρθρο 234 EΚ, δεν εισάγει διαδικασία επικουρικού χαρακτήρα και, συνεπώς, δεν προϋποθέτει την εξάντληση των προβλεπόμενων από το εθνικό δίκαιο διαδικασιών (16). Αρκεί το υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα να είναι λυσιτελές. Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το βελγικό Συνταγματικό Δικαστήριο στήριξε την απόφασή του, μεταξύ άλλων, σε ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1775/2005 και της οδηγίας 2003/55. Αν, παρά την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, το αιτούν δικαστήριο διατηρεί αμφιβολίες ως προς την ερμηνεία των συγκεκριμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, έχει, δυνάμει του άρθρου 234 EΚ, την ευχέρεια να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο.
61. Το προδικαστικό ερώτημα είναι, επομένως, παραδεκτό.
VII – Νομική εκτίμηση
Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
62. Μεταξύ των σκοπών της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής στον τομέα του φυσικού αερίου είναι να προσφέρει στους ευρωπαίους πολίτες τα οφέλη μιας αποδοτικής και ανοικτής αγοράς, αίροντας τα εμπόδια στις ανταλλαγές μεταξύ των κρατών μελών στο πεδίο αυτό (17). Η αγορά του φυσικού αερίου παρουσιάζει ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία τη διακρίνουν από άλλους τομείς. Ένα εκ των ειδικών αυτών χαρακτηριστικών είναι ότι η μεταφορά του αερίου πραγματοποιείται μέσω αεριαγωγών υψηλής πιέσεως και ότι οι διαχειριστές αυτών των αεριαγωγών έχουν κατά κανόνα το μονοπώλιο της μεταφοράς αερίου εντός συγκεκριμένης ζώνης (18).
63. Επιδιώκοντας τη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς του αερίου, ο κοινοτικός νομοθέτης εξέδωσε κατ’ αρχάς την οδηγία 91/296, για τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου μέσω των μεγάλων δικτύων, και εν συνεχεία την οδηγία 98/30, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου. Πιο πρόσφατα, ο κοινοτικός νομοθέτης εξέδωσε την οδηγία 2003/55, η οποία σκοπεί στη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, καθώς και στον περιορισμό των κινδύνων δημιουργίας δεσπόζουσας θέσεως στην αγορά και επιθετικής συμπεριφοράς (19). Το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55 καθιερώνει ένα καθεστώς προσβάσεως τρίτων στα δίκτυα μεταφοράς με βάση δημοσιευμένα τιμολόγια, το οποίο πρέπει να εφαρμόζεται κατά τρόπο αντικειμενικό και μη συνεπαγόμενο διακρίσεις μεταξύ των χρηστών του δικτύου. Με τον κανονισμό 1775/2005 ο κοινοτικός νομοθέτης εξέδωσε κοινές διατάξεις σχετικά με τους όρους προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου, οι οποίοι ισχύουν άμεσα σε όλα τα κράτη μέλη.
64. Το προδικαστικό ερώτημα αφορά την αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως και, συνεπώς, ένα ουσιώδες στοιχείο του συστήματος προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς βάσει ρυθμιζόμενων τιμολογίων. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα μεταφοράς, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55, αποκλείει εθνικό νόμο, όπως ο εφαρμοστέος επί της διαφοράς της κύριας δίκης νόμος για το αέριο, ο οποίος διακρίνει, στο πλαίσιο της δραστηριότητας μεταφοράς αερίου, μεταξύ εσωτερικής προωθήσεως (ήτοι μεταφοράς φυσικού αερίου με τελικό προορισμό εντός του Βελγίου) και διαμετακομίσεως (ήτοι διασυνοριακής μεταφοράς φυσικού αερίου), εφαρμόζοντας διαφορετικό τιμολογιακό καθεστώς σε εκάστη των δύο δραστηριοτήτων μεταφοράς.
65. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των σημείων αμφιλογίας που παρουσιάζει η διαφορά της κύριας δίκης, το ερώτημα αυτό δεν δύναται να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο αποκλειστικώς στις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν από την εν λόγω αρχή, αλλά αφορά ομοίως τη δυνατότητα εφαρμογής της αρχής αυτής. Ένα εκ των αμφιλεγόμενων ζητημάτων της διαφοράς της κύριας δίκης αφορά την ισχύ της εξαιρέσεως που το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 προβλέπει για τις «ιστορικές» συμβάσεις. Μολονότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν μνημονεύει ρητώς τη διάταξη αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η συγκεκριμένη διάταξη εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2003/55 ορισμένες συμβάσεις. Η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55, μπορεί, ωστόσο, να αποκλείει εθνικό νόμο μόνον αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επί των επίμαχων συμβάσεων. Εξάλλου, με το έγγραφό του της 12ης Μαΐου 2010, το αιτούν δικαστήριο επισήμανε ότι το ζήτημα της δυνατότητας εφαρμογής της αρχής της άνευ διακρίσεων προσβάσεως ασκεί επιρροή επί της διαφοράς της κύριας δίκης και ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί αυτού.
66. Επομένως, προ της αναλύσεως του ζητήματος αν η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55, αποκλείει εθνικό νόμο ο οποίος εισάγει δύο διαφορετικά τιμολογιακά καθεστώτα, ένα για τις δραστηριότητες προωθήσεως και ένα για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως (βλ., κατωτέρω, μέρος Γ), κρίνεται ενδεδειγμένη η προσέγγιση του ζητήματος της ισχύος της προβλεπόμενης από το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 εξαιρέσεως για τις «ιστορικές» συμβάσεις (βλ., κατωτέρω, μέρος B).
Επί της σχετικής με τις «ιστορικές» συμβάσεις εξαιρέσεως
67. Κατά το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55, η οδηγία 91/296, ήτοι η οδηγία για τη διαμετακόμιση, καταργείται από 1ης Ιουλίου 2004. Η ημερομηνία αυτή συμπίπτει με την ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας 2003/55. Το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 προβλέπει εντούτοις εξαίρεση για τις συμβάσεις οι οποίες:
– αφορούν τη διαμετακόμιση κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας 91/296,
– συνήφθησαν προ της 1ης Ιουλίου 2004 και
– είναι σύμφωνες προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας για τη διαμετακόμιση (20).
Οι «ιστορικές» αυτές συμβάσεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται συμφώνως προς τις διατάξεις της οδηγίας 91/296. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55, δεν εφαρμόζεται συνεπώς επί των συμβάσεων αυτών.
68. Η CREG εκτιμά ότι η εν λόγω εξαίρεση για τις «ιστορικές» συμβάσεις είναι ανίσχυρη.
69. Κατ’ αρχάς, κατά την CREG, ο κανονισμός 1775/2005 κατήργησε σιωπηρώς το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55. Στο πλαίσιο αυτό, η CREG υποστηρίζει ότι καμία μνεία της εν λόγω διατάξεως δεν εντοπίζεται στον κανονισμό αυτόν και, ιδίως, στο άρθρο του 16, το οποίο προβλέπει τις εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις. Η CREG συνάγει εξ αυτού ότι, με τον κανονισμό 1775/2005, ο οποίος εκδόθηκε μετά την οδηγία 2003/55, ο κοινοτικός νομοθέτης κατήργησε σιωπηρώς την προβλεπόμενη για τις «ιστορικές» συμβάσεις εξαίρεση. Όπως υποστηρίζει, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού 1775/2005, από τις οποίες προκύπτει ότι όλες οι συναφείς εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις απαριθμούνται στο άρθρο 16 του κανονισμού 1775/2005, καθώς και από την πρώτη αιτιολογική του σκέψη, κατά την οποία σκοπός του κανονισμού είναι να επιφέρει τις διαρθρωτικές αλλαγές που είναι αναγκαίες για την άρση των τελευταίων φραγμών στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς του αερίου.
70. Φρονώ ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι πειστική.
71. Ο κανονισμός 1775/2005 δεν περιλαμβάνει πράγματι καμία μνεία στη σχετική με τις «ιστορικές» συμβάσεις εξαίρεση. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός αυτός δεν περιλαμβάνει ούτε διάταξη σχετική με την κατάργηση της οδηγίας 91/296. Τούτο σημαίνει, κατά την άποψή μου, ότι ο κανονισμός 1775/2005 δεν ρυθμίζει το ζήτημα του βαθμού καταργήσεως και, αντιστοίχως, διατηρήσεως σε ισχύ της οδηγίας 91/296 και ότι το συγκεκριμένο ζήτημα ρυθμίσθηκε αποκλειστικώς με την οδηγία 2003/55. Η μη αναφορά του κανονισμού 1775/2005 στη σχετική με τις «ιστορικές» συμβάσεις εξαίρεση δεν δύναται, συνεπώς, να ερμηνευθεί ως σιωπηρή κατάργηση της εξαιρέσεως αυτής.
72. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι καμία εκ των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 1775/2005 δεν απηχεί την πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη για κατάργηση της εν λόγω εξαιρέσεως. Αντίστοιχη βούληση δεν δύναται άλλωστε να συναχθεί ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νομοθετήματος αυτού. Φρονώ ότι, δεδομένων των σημαντικών οικονομικών συνεπειών που δύναται να έχει η κατάργηση μιας τέτοιας εξαιρέσεως, καθώς και του στενού δεσμού μεταξύ της οδηγίας 2003/55 και του κανονισμού 1775/2005, η απουσία σαφούς σχετικής αναφοράς εκ μέρους του νομοθέτη δεν συνηγορεί υπέρ της ερμηνείας περί σιωπηρής καταργήσεως της εν λόγω εξαιρέσεως.
73. Δεύτερον, η CREG υποστηρίζει ότι η προβλεπόμενη από το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 εξαίρεση για τις «ιστορικές» συμβάσεις δεν είναι σύμφωνη με το πρωτογενές δίκαιο και, ιδίως, με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
74. Εκτιμώ ομοίως ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει συναφώς η CREG δεν είναι πειστικά. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 διαχωρίζει τους φορείς που παρέχουν υπηρεσίες βάσει «ιστορικής» συμβάσεως από τους φορείς που δεν έχουν συνάψει τέτοια σύμβαση δεν συνιστά διάκριση, καθώς πρόκειται για διαφοροποίηση αναγόμενη σε λόγους προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των φορέων που έχουν συνάψει «ιστορικές» συμβάσεις.
75. Συνεπώς, επιβάλλεται να γίνει δεκτό ότι η σχετική με τις «ιστορικές» συμβάσεις εξαίρεση που προβλέπεται από το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 είναι ισχυρή και, συνεπώς, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο κατά την εφαρμογή της οδηγίας 2003/55, αλλά και κατά την εφαρμογή του κανονισμού 1775/2005. Καθόσον οι όροι για τον χαρακτηρισμό τους ως «ιστορικών» συντρέχουν (21), οι συμβάσεις της Fluxys εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής της αρχής της άνευ διακρίσεων προσβάσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55.
Γ – Επί της αρχής της άνευ διακρίσεων προσβάσεως
76. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005, καθώς και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55, αποκλείει εθνικό νόμο, όπως ο εφαρμοστέος επί της διαφοράς της κύριας δίκης νόμος για το αέριο του 2005, ο οποίος προβαίνει σε γενική διάκριση, στο πλαίσιο της δραστηριότητας μεταφοράς του αερίου, μεταξύ, αφενός, των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και, αφετέρου, των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, εφαρμόζοντας διαφορετικό τιμολογιακό καθεστώς σε εκάστη των δύο αυτών μορφών δραστηριότητας.
77. Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό παρόμοιες καταστάσεις ούτε κατά τρόπο όμοιο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (22). Φρονώ ότι οι δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως πρέπει αναντίρρητα να θεωρηθούν ως δύο παρόμοιες καταστάσεις (βλ. κατωτέρω, υπό 1). Ο εφαρμοστέος επί της διαφοράς της κύριας δίκης νόμος για το αέριο του 2005 αντιμετωπίζει, ωστόσο, τις δύο αυτές καταστάσεις κατά τρόπο διαφορετικό (βλ. κατωτέρω, υπό 2). Επιβάλλεται, επομένως, να εξετασθεί σε ποιο βαθμό η εφαρμογή δύο διαφορετικών καθεστώτων, ενός για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και άλλου για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως, δύναται να δικαιολογηθεί αντικειμενικώς (βλ. κατωτέρω, υπό 3).
1. Περί του παρόμοιου χαρακτήρα των καταστάσεων
78. Ο παρόμοιος χαρακτήρας δύο καταστάσεων πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα ιδίως το αντικείμενο και τον σκοπό του οικείου νομικού πλαισίου (23). Επιβάλλεται, επομένως, η εξέταση των αντίστοιχων διατάξεων του κανονισμού 1775/2005 και της οδηγίας 2003/55.
79. Κατά το άρθρο τους 1, παράγραφος 1, η οδηγία 2003/55 και ο κανονισμός 1775/2005 εφαρμόζονται επί της μεταφοράς αερίου. Κατά το άρθρο 2, σημείο 3, της οδηγίας 2003/55 και το άρθρο 2 του κανονισμού 1775/2005, ως μεταφορά αερίου νοείται η μεταφορά φυσικού αερίου μέσω δικτύου αγωγών υψηλής πιέσεως, πλην δικτύου αγωγών προς τα ανάντη, με σκοπό την προμήθεια σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας. Ο ορισμός της μεταφοράς αερίου δεν διακρίνει, επομένως, μεταξύ εσωτερικής ροής αερίου και διασυνοριακής ροής αερίου. Σύμφωνα με την αρχή ubi lex non distinguit, nec nos distinguere debemus, τούτο συνηγορεί υπέρ του παρόμοιου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως.
80. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 32, παράγραφος 1, και από την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55. Το εν λόγω άρθρο 32, παράγραφος 1, καταργεί την οδηγία 91/296, η οποία προέβλεπε ειδικό έννομο καθεστώς για τη διαμετακόμιση. Από την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55 προκύπτει ότι ένας εκ των επιδιωκόμενων με την κατάργηση της οδηγίας 91/296 σκοπός ήταν η καθιέρωση ομοιόμορφων και μη συνεπαγόμενων διακρίσεις καθεστώτων προσβάσεως για το σύνολο των δραστηριοτήτων μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαμετακομίσεως.
81. Λαμβανομένων υπόψη του αντικειμένου και του σκοπού του κανονισμού 1775/2005, καθώς και της οδηγίας 2003/55, οι δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως πρέπει να θεωρηθούν ως παρόμοιες καταστάσεις. Συνεπώς, η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως επιτάσσει την καθ’ όμοιο τρόπο αντιμετώπιση των δύο αυτών μορφών μεταφορικής δραστηριότητας, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως κατά την οποία η διαφορετική αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς.
2. Περί της διαφορετικής αντιμετωπίσεως
82. Με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το αιτούν δικαστήριο αναφέρθηκε στις διατάξεις του νόμου για το αέριο του 2009. Εντούτοις, κατόπιν της ex tunc καταργήσεως του νόμου αυτού, το αιτούν δικαστήριο αναφέρεται πλέον στις διατάξεις του νόμου για το αέριο του 2005.
83. Το άρθρο 15/5quinquies του νόμου για το αέριο του 2005 ορίζει ότι ο διαχειριστής του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου, ο οποίος ασκεί δραστηριότητα διαμετακομίσεως, υποβάλλει στην CREG αίτηση εγκρίσεως αφορώσα ειδικώς τη διαμετακόμιση. Η αίτηση αυτή διέπεται από τις διατάξεις που διέπουν και την αντίστοιχη αίτηση για την εσωτερική προώθηση, εξαιρουμένων των άρθρων 15/5ter, 2°, 4°, 5°, 8° και 15/5quater, § 3, του νόμου για το αέριο του 2005. Βάσει των εξαιρέσεων αυτών, τα τιμολόγια για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως:
– δεν πρέπει να καλύπτουν το έσοδο όπως αυτό προσδιορίζεται με το άρθρο 15/5bis, παράγραφος 2 (24),
– δεν πρέπει να είναι εφάμιλλα, σε διεθνές επίπεδο, των καλύτερων τιμολογιακών πρακτικών που εφαρμόζουν υπό παρόμοιες συνθήκες διαχειριστές δικτύων μεταφοράς φυσικού αερίου, εγκαταστάσεων αποθηκεύσεως φυσικού αερίου και/ή εγκαταστάσεων ΥΦΑ (25),
– δεν πρέπει να σκοπούν στη βελτιστοποίηση της χρήσεως της δυναμικότητας του δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου (26), και
– δεν πρέπει να είναι ομοιόμορφα στο σύνολο της επικράτειας, άνευ διαφοροποιήσεων ανά γεωγραφική ζώνη (27).
Επιπλέον, προκειμένου για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως, τα συνολικά έσοδα του πρώτου έτους της ρυθμιστικής περιόδου δεν πρέπει να λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για την εκτίμηση των συνολικών εσόδων των επόμενων ετών της ρυθμιστικής περιόδου των τεσσάρων ετών.
84. Οι διατάξεις του νόμου για το αέριο του 2005 αντιμετωπίζουν, συνεπώς, τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως και τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως κατά τρόπο διαφορετικό.
3. Περί της αντικειμενικής δικαιολογήσεως
85. Δεδομένου ότι οι δραστηριότητες προωθήσεως και οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως συνιστούν δύο παρόμοιες μορφές δραστηριότητας μεταφοράς (28), η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα επιτάσσει την εφαρμογή σε αυτές μη διαφοροποιημένων τιμολογίων, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Η εν λόγω αρχή δεν επιτάσσει την εφαρμογή ομοιόμορφου τιμολογίου. Η διαφορετική αντιμετώπιση μπορεί να δικαιολογηθεί αν βασίζεται σε κριτήριο αντικειμενικό και εύλογο, ήτοι αν συνδέεται με θεμιτό σκοπό τον οποίο η επίμαχη κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει και αν η διαφοροποίηση είναι ανάλογη προς τον σκοπό που επιδιώκεται με τη διαφορετική αυτή αντιμετώπιση (29).
86. Σε πρώτο στάδιο, επιβάλλεται επομένως ο προσδιορισμός των κριτηρίων που δύνανται να δικαιολογήσουν διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των δύο αυτών δραστηριοτήτων μεταφοράς αερίου (βλ. κατωτέρω, σημείο α΄), ώστε να εξετασθεί, σε δεύτερο στάδιο, αν η γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, στην οποία προβαίνει ο νόμος για το αέριο, μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει των κριτηρίων αυτών (βλ. κατωτέρω, σημείο β΄). Στον βαθμό κατά τον οποίο η διάκριση αυτή δεν αντανακλά ακριβώς βασιζόμενες στα οικεία κριτήρια διαφορές μεταξύ του συνόλου των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και του συνόλου των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, απηχεί δε, ωστόσο, μια γενική τάση, τίθεται το ερώτημα αν μια τέτοια γενίκευση μπορεί να δικαιολογηθεί (βλ. κατωτέρω, σημείο γ΄).
α) Καθοριστικά κριτήρια βάσει των οποίων δύναται να δικαιολογηθεί διαφοροποιημένη τιμολόγηση
87. Από την εξέταση των διατάξεων του κανονισμού 1775/2005 και της οδηγίας 2003/55 προκύπτει ότι τα αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων δύναται να δικαιολογηθεί διαφοροποίηση των τιμολογίων είναι ιδίως:
– το πραγματικό κόστος της δραστηριότητας μεταφοράς (30),
– οι επενδύσεις που είναι αναγκαίες για την ακεραιότητα και τη βελτίωση του συστήματος (31),
– οι κίνδυνοι στους οποίους εκτίθενται οι επενδύσεις που αφορούν συγκεκριμένη δραστηριότητα (32),
– ο ανταγωνισμός τον οποίο καλείται να αντιμετωπίσει συγκεκριμένη δραστηριότητα (33) και
– οι υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας (34).
Ο κανονισμός 1775/2005 και η οδηγία 2003/55 υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία της αποτροπής των διασταυρούμενων επιδοτήσεων μεταξύ διαφόρων δραστηριοτήτων μεταφοράς αερίου (35).
88. Αντιθέτως, το γεγονός ότι το μεταφερόμενο αέριο προορίζεται για κατανάλωση εντός της βελγικής επικράτειας ή για άλλο κράτος μέλος δεν αποτελεί κριτήριο δυνάμενο, αυτό καθ’ εαυτό, να δικαιολογήσει διαφορετική αντιμετώπιση δύο παρόμοιων δραστηριοτήτων μεταφοράς αερίου (36).
β) Δικαιολόγηση μιας γενικής και συστηματικής διακρίσεως όπως η διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως
89. Εθνικός νόμος, όπως ο νόμος για το αέριο του 2005, ο οποίος διακρίνει κατά τρόπο γενικό και συστηματικό μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως εγείρει πρόδηλο ζήτημα τηρήσεως της αρχής της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα. Κριτήριο της εν λόγω διακρίσεως είναι αν το μεταφερόμενο αέριο προορίζεται για κατανάλωση εντός της βελγικής επικράτειας ή για άλλο κράτος μέλος. Πρόκειται για κριτήριο το οποίο δεν δύναται να δικαιολογήσει διαφορετική αντιμετώπιση.
90. Εντούτοις, μια τέτοια διάκριση μπορεί να είναι σύμφωνη με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων στην περίπτωση κατά την οποία αντανακλά πράγματι διαφορές μεταξύ των δύο αυτών μορφών δραστηριότητας οι οποίες συνδέονται με κριτήρια καθοριστικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, μολονότι από το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 και από το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55 προκύπτει ότι η διαφορετική αντιμετώπιση της εσωτερικής προωθήσεως και της διαμετακομίσεως πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένη, οι εν λόγω διατάξεις δεν προβλέπουν θετική διάκριση μεταξύ των δύο αυτών μορφών δραστηριότητας. Οι διατάξεις αυτές δεν αποκλείουν επομένως τη διαφορετική αντιμετώπιση δραστηριότητας προωθήσεως και δραστηριότητας διαμετακομίσεως, αν οι δύο αυτές δραστηριότητες παρουσιάζουν διαφορές που συνδέονται με κριτήρια καθοριστικού χαρακτήρα.
i) Η προσέγγιση της Βελγικής Κυβερνήσεως
91. Η Βελγική Κυβέρνηση εκτιμά ότι η διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως είναι δικαιολογημένη. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εφαρμογή διαφορετικού καθεστώτος σε εκάστη των δραστηριοτήτων προωθήσεως και διαμετακομίσεως είναι σύμφωνη με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, εφόσον οι δύο αυτές δραστηριότητες παρουσιάζουν διαφορές καθοριστικής σημασίας και υπό τον όρο ότι τηρούνται οι λοιπές επιταγές του κανονισμού 1775/2005 και της οδηγίας 2003/55. Κατά τη Βελγική Κυβέρνηση, ένα τέτοιο σύστημα δεν εισάγει διακρίσεις διότι προσφέρει σε όλους τους χρήστες του δικτύου τη δυνατότητα να δεχθούν τις ίδιες υπηρεσίες, κατά τον ίδιο χρόνο και υπό τους αυτούς όρους, στο πλαίσιο εκάστου των δύο καθεστώτων.
92. Φρονώ ότι η προσέγγιση αυτή βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Η αρχή αυτή δεν υποχρεώνει, ασφαλώς, τα κράτη μέλη να δικαιολογούν τη διαφορετική αντιμετώπιση δύο ανόμοιων καταστάσεων. Εφόσον, όμως, δύο καταστάσεις, όπως οι δραστηριότητες προωθήσεως και οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως, είναι παρόμοιες, πρέπει να δικαιολογείται έκαστο των στοιχείων του διαφοροποιημένου καθεστώτος. Για τη δικαιολόγηση της εφαρμογής δύο διαφορετικών τιμολογιακών καθεστώτων δεν αρκεί, επομένως, να αποδεικνύεται ότι ορισμένες εκ των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως δύνανται να παρουσιάζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με τις δραστηριότητες προωθήσεως. Αντιθέτως, ένα κράτος μέλος οφείλει να δικαιολογεί έκαστο των στοιχείων του καθεστώτος στο οποίο υπάγει τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως και το οποίο διαφοροποιείται από το καθεστώς που εφαρμόζει επί των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως. Συνεπώς, ένα καθεστώς παρεκκλίσεων για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως δικαιολογείται μόνον στον βαθμό κατά τον οποίο αντανακλά διαφορές μεταξύ των δύο αυτών δραστηριοτήτων και αφορά χαρακτηριστικά καθοριστικού χαρακτήρα κατά τον κανονισμό 1775/2005 και την οδηγία 2003/55.
ii) Αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως
93. Η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι η γενική διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως αντανακλά αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των δύο αυτών μορφών μεταφοράς οι οποίες προκύπτουν βάσει καθοριστικών κριτηρίων. Στο πλαίσιο αυτό, η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι:
– οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως εκτίθενται στο διεθνή ανταγωνισμό, ενώ για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως ισχύει μονοπώλιο,
– η ζήτηση για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως είναι πιο ευμετάβλητη,
– οι επενδύσεις στις δραστηριότητες διαμετακομίσεως παρουσιάζουν υψηλότερο βαθμό επισφάλειας,
– οι δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως δύνανται να παρουσιάζουν βραχυπροθέσμως σημαντικές διακυμάνσεις και πρέπει, συνεπώς, να εμπερικλείουν τυπικώς έναν μηχανισμό ευελιξίας, και
– οι δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως συνδέονται με υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφελείας.
94. Η CREG, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή διατυπώνουν αμφιβολίες ως προς την εμφάνιση των ανωτέρω ειδικών χαρακτηριστικών στο σύνολο των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως που ασκεί η Fluxys. Κατά την άποψή τους, η κατάσταση δύναται να διαφοροποιείται σε συνάρτηση με τις ποικίλες διαμετακομιστικές οδούς.
95. Όσον αφορά τις διαφορές που επικαλούνται η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση, επιβάλλεται, κατ’ αρχάς, να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για διαφορές οι οποίες προκύπτουν από κριτήρια καθοριστικής σημασίας, όπως αυτά για τα οποία έγινε λόγος στο σημείο 87 των προτάσεων. Διαφορές που προκύπτουν από τα κριτήρια αυτά δύνανται επομένως να δικαιολογήσουν διαφοροποιημένη αντιμετώπιση.
96. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τον νόμο για το αέριο του 2005, ο εθνικός νομοθέτης προβαίνει σε γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ όλων των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως, αφενός, και όλων των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, αφετέρου. Μια τέτοια διάκριση μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν οι διαφορές για τις οποίες γίνεται λόγος εντοπίζονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως. Η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση δικαιολογούν τις παρεκκλίσεις για το σύνολο των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, υποστηρίζοντας κυρίως ότι οι δραστηριότητες αυτές εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό, ότι η ζήτηση για τη διαμετακόμιση είναι πιο ευμετάβλητη και ότι οι επενδύσεις στις δραστηριότητες διαμετακομίσεως παρουσιάζουν υψηλότερο βαθμό επισφάλειας. Εν προκειμένω, αμφιβάλλω, εντούτοις, αν όλες οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά αυτά.
97. Στο πλαίσιο διαδικασίας προδικαστικής παραπομπής, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώνει το ίδιο τα πραγματικά περιστατικά. Απόκειται, συνεπώς, στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν το σύνολο των υπηρεσιών διαμετακομίσεως που εκτελεί η Fluxys εμφανίζει τις ιδιαιτερότητες στις οποίες αναφέρονται η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση. Εντούτοις, δεδομένου ότι κατά την εξέταση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη το ρυθμιστικό πλαίσιο που διαμορφώνεται με τον κανονισμό 1775/2005 και την οδηγία 2003/55, κρίνονται αναγκαίες οι ακόλουθες επισημάνσεις.
98. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως καλούνται να αντιμετωπίσουν τον διεθνή ανταγωνισμό, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει λεπτομερώς αν όλες οι διαμετακομιστικές οδοί του δικτύου της Fluxys εκτίθενται σε διεθνή ανταγωνισμό και αν ο ανταγωνισμός αυτός είναι εντάσεως τέτοιας ώστε να πρέπει να ληφθεί υπόψη για την τιμολόγηση όλων των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως. Η τεχνική δυνατότητα και μόνον κατασκευής άλλης διαμετακομιστικής οδού ή χρησιμοποιήσεως του δικτύου άλλου διαχειριστή δεν αρκεί για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι μια διαμετακομιστική οδός εκτίθεται σε διεθνή ανταγωνισμό άξιο λόγου. Η χρησιμοποίηση του δικτύου άλλου διαχειριστή ή η κατασκευή άλλης οδού πρέπει να συνιστά εναλλακτική οικονομικώς εφάμιλλη της διαμετακομιστικής οδού που προσφέρει το δίκτυο της Fluxys. Η επιρροή του διεθνούς ανταγωνισμού στις δραστηριότητες διαμετακομίσεως δύναται, συνεπώς, να παρουσιάζει διακυμάνσεις μεταξύ των διαφόρων διαμετακομιστικών οδών.
99. Καθόσον η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλουν το επιχείρημα ότι ο επενδυτικός κίνδυνος είναι μεγαλύτερος για τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την πιθανότητα αυτού του κινδύνου. Η πιθανότητα αυτή ενδέχεται να παρουσιάζει διακυμάνσεις σχετιζόμενες με την ύπαρξη και την ένταση του διεθνούς ανταγωνισμού, καθώς και με το ποσό της αρχικής επενδύσεως που έχει ήδη ανακτηθεί. Είναι, επομένως, πιθανόν ο επενδυτικός κίνδυνος να παρουσιάζει διακυμάνσεις μεταξύ των διαμετακομιστικών οδών.
100. Τέλος, το αιτούν δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει αν η ασταθής ζήτηση επηρεάζει όλες τις διαμετακομιστικές οδούς του δικτύου της Fluxys και, σε μια τέτοια περίπτωση, αν τις επηρεάζει στον ίδιο βαθμό.
101. Εκτιμώ, άνευ προθέσεως να προεικάσω το αποτέλεσμα της εξετάσεως του αιτούντος δικαστηρίου, ότι είναι αρκετά πιθανό να οδηγηθεί το αιτούν δικαστήριο στη διαπίστωση ότι δεν θίγονται όλες οι δραστηριότητες διαμετακομίσεως από την παράμετρο που επικαλούνται η Fluxys και η Βελγική Κυβέρνηση και ότι, ομοίως, η παράμετρος αυτή δεν επιδρά στις δραστηριότητες αυτές στον ίδιο βαθμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, η γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως δεν θα μπορεί να δικαιολογηθεί πλήρως διά της επικλήσεως διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή των καθοριστικών κριτηρίων, διότι δεν θα αντανακλά αντικειμενικές διαφορές μεταξύ των δύο μορφών δραστηριότητας.
iii) Ευχέρεια γενικεύσεως
102. Στην (πιθανή) περίπτωση κατά την οποία η επίκληση διαφορών που προκύπτουν από καθοριστικά κριτήρια δεν δύναται να δικαιολογήσει στο σύνολό της γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ του συνόλου των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και του συνόλου των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, η οποία προβλέπεται από εθνικό νόμο όπως ο νόμος για το αέριο, τίθεται το ζήτημα αν η διάκριση αυτή δύναται να δικαιολογηθεί μέσω της ευχέρειας γενικεύσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη.
103. Η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να θεσπίζουν τιμολογιακά καθεστώτα απηχούντα με την ελάχιστη λεπτομέρεια όλες τις ιδιαιτερότητες που δύνανται να παρουσιάζουν οι ποικίλες δραστηριότητες μεταφοράς. Για πρακτικούς λόγους και χάριν της διαφάνειας των τιμολογίων, τα κράτη μέλη δύνανται να γενικεύουν έως έναν βαθμό το τιμολογιακό καθεστώς. Τα κράτη μέλη διαθέτουν ομοίως ορισμένη διακριτική ευχέρεια ως προς την επιλογή των κριτηρίων βάσει των οποίων γενικεύουν το τιμολογιακό καθεστώς (37).
104. Ακόμη και αν η διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως δεν αντανακλά επακριβώς όλες τις διαφορές μεταξύ του συνόλου των εν λόγω δραστηριοτήτων μεταφοράς, δύναται, κατά την άποψή μου, να αντανακλά μια γενική τάση. Τίθεται, επομένως, το ζήτημα αν η γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ της εσωτερικής προωθήσεως και της διαμετακομίσεως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μέσω της ευχέρειας γενικεύσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη.
105. Εκτιμώ ότι στο ερώτημα αυτό επιβάλλεται αρνητική απάντηση. Μια γενίκευση βασιζόμενη στη διάκριση μεταξύ εσωτερικής προωθήσεως και διαμετακομίσεως θα ερχόταν σε αντίθεση με τους σκοπούς του κανονισμού 1775/2005 και της οδηγίας 2003/55. Τα εν λόγω νομοθετήματα σκοπούν στην προώθηση της αναπτύξεως ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου και, συνεπώς, στην άρση των εμποδίων που παρεμβάλλονται στις διασυνοριακές ροές αερίου μεταξύ των κρατών μελών (38). Η καθιέρωση μιας ρυθμιζόμενης και άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα αερίου υψηλής πιέσεως συνιστά κύριο εργαλείο για την άρση των εμποδίων στη διασυνοριακή ροή φυσικού αερίου. Συγκεκριμένα, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων επιβάλλει στους διαχειριστές των διαφόρων δικτύων την υποχρέωση να αποδεικνύουν τον λόγο για τον οποίο οι διασυνοριακές ροές αερίου πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τρόπο διαφορετικό σε σχέση με τις εσωτερικές ροές αερίου. Η εν λόγω υποχρέωση δικαιολογήσεως της διαφορετικής αντιμετωπίσεως των εσωτερικών και των διασυνοριακών ροών αερίου επιτρέπει τον προσδιορισμό των διαφορών που δεν προκύπτουν από καθοριστικά κριτήρια και στερούνται, επομένως, ερείσματος (39).
106. Μια γενίκευση των τιμολογιακών καθεστώτων η οποία διακρίνει τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως από τις δραστηριότητες διαμετακομίσεως δύναται να διακυβεύσει την ολοκλήρωση της αγοράς η οποία επιδιώκεται με τον κανονισμό 1775/2005 και την οδηγία 2003/55 (40). Η εν λόγω γενίκευση θα παρείχε στους διαχειριστές των δικτύων τη δυνατότητα να εφαρμόζουν διαφορετικά τιμολόγια ακόμη και όταν τούτο δεν δικαιολογείται βάσει των καθοριστικών κριτηρίων. Πάρα το γεγονός ότι θα αφορούσε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αντίθετη προς την ιδέα της σταδιακής εναρμονίσεως των εθνικών αγορών.
107. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι, μολονότι τα κράτη μέλη έχουν ασφαλώς την ευχέρεια να γενικεύουν έως έναν βαθμό τα τιμολογιακά καθεστώτα, ο κανονισμός 1775/2005 και η οδηγία 2003/55 αποκλείουν τη γενίκευση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως.
γ) Αποτέλεσμα
108. Εφόσον εθνικός νόμος, όπως ο νόμος για το αέριο του 2005, εισάγει γενική και συστηματική διάκριση μεταξύ των δραστηριοτήτων εσωτερικής προωθήσεως και των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως, η οποία δεν αντανακλά επακριβώς τις διαφορές μεταξύ του συνόλου των δραστηριοτήτων προωθήσεως και του συνόλου των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως που προκύπτουν από τα καθοριστικά κριτήρια, δεν είναι σύμφωνος με την αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα φυσικού αερίου η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού 1775/2005 και το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55.
Σύνοψη
109. Από το άρθρο 32, παράγραφος 1, της οδηγίας 2003/55 προκύπτει ότι η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα αερίου, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1775/2005 και με το άρθρο 18 της εν λόγω οδηγίας, δεν τυγχάνει εφαρμογής επί των «ιστορικών» συμβάσεων.
110. Στον βαθμό κατά τον οποίο η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα αερίου, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1775/2005 και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55, τυγχάνει εφαρμογής, αποκλείει την καθιέρωση, με εθνικό νόμο, δύο διαφορετικών καθεστώτων, ενός για την εσωτερική προώθηση και άλλου για τη διαμετακόμιση φυσικού αερίου, εκτός εάν τα διαφορετικά αυτά τιμολογιακά καθεστώτα αντανακλούν επακριβώς τις διαφορές μεταξύ του συνόλου των δραστηριοτήτων προωθήσεως και του συνόλου των δραστηριοτήτων διαμετακομίσεως και εφόσον οι διαφορές αυτές συνδέονται με κριτήρια τα οποία είναι καθοριστικής σημασίας κατά τον κανονισμό 1775/2005 και την οδηγία 2003/55. Το γεγονός ότι η μεταφορά του αερίου εμπερικλείει διέλευση ενδοκοινοτικών συνόρων δεν συνιστά καθοριστικό κριτήριο.
VIII – Πρόταση
111. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει την ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν από το Cour d’appel de Bruxelles προδικαστικό ερώτημα:
«Η αρχή της άνευ διακρίσεων προσβάσεως στα δίκτυα αερίου υψηλής πιέσεως, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1775/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, περί των όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου, και με το άρθρο 18 της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ, αποκλείει εθνικές νομοθεσίες οι οποίες δημιουργούν δύο διαφορετικά τιμολογιακά καθεστώτα, ένα για την εσωτερική μεταφορά αερίου και άλλο για τη διασυνοριακή μεταφορά αερίου, εκτός εάν το τιμολογιακό καθεστώς παρεκκλίσεων για τη διασυνοριακή μεταφορά αερίου αντανακλά επακριβώς τις διαφορές μεταξύ του συνόλου των δραστηριοτήτων διασυνοριακής μεταφοράς αερίου και του συνόλου των δραστηριοτήτων εσωτερικής μεταφοράς αερίου και εφόσον οι διαφορές αυτές συνδέονται με κριτήρια καθοριστικής σημασίας κατά τον κανονισμό 1775/2005 και την οδηγία 2003/55.»
1 Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας για την τροποποίηση της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία υπεγράφη στη Λισαβόνα την 13η Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ C 306, σ. 1), η διαδικασία αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως διέπεται πλέον από το άρθρο 267 ΣΛΕΕ.
3 – ΕΕ L 176, σ. 57.
4 – ΕΕ L 289, σ. 1.
5 – Στις παρούσες προτάσεις θα χρησιμοποιηθεί ο όρος «κοινοτικό δίκαιο», καθόσον, ratione temporis, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης ετύγχανε εφαρμογής το κοινοτικό δίκαιο και όχι το δίκαιο της Ένωσης.
6 – ΕΕ L 147, σ. 37.
7 – ΕΕ L 204, σ. 1.
8 – Νόμοι της 16ης Μαρτίου 2007· της 21ης Δεκεμβρίου 2007· της 6ης Ιουνίου 2008· της 22ας Δεκεμβρίου 2008· της 10ης Μαρτίου 2009 και της 6ης Μαΐου 2009.
9 – To άρθρο 15/5 περιελάμβανε και δεύτερο εδάφιο, το οποίο όριζε ότι, «[υ]πό την επιφύλαξη των διατάξεων που σχετίζονται με τις τιμολογιακές ρυθμίσεις και των διατάξεων του κώδικα ορθής πρακτικής, η πρόσβαση στο δίκτυο αποτελεί αντικείμενο καλόπιστης διαπραγματεύσεως». Το εν λόγω εδάφιο, το οποίο καταργήθηκε με τον νόμο της 22ας Δεκεμβρίου 2008, κατόπιν της προσφυγής κατά παραλείψεως που είχε ασκήσει η Επιτροπή κατά του Βασιλείου του Βελγίου (C-475/08, απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Δεκεμβρίου 2009, η οποία δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), δεν σχετίζεται με την υπό κρίση υπόθεση.
10 – Η ημερομηνία αυτή αντιστοιχεί στην παύση της ισχύος των διατάξεων της οδηγίας 2003/55 κατόπιν της καταργήσεώς της με το άρθρο 53 της οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 2003/55 (ΕΕ L 211, σ. 94).
11 – Στο Βέλγιο, οι υπηρεσίες προμήθειας και μεταφοράς φυσικού αερίου εκτελούνταν παραδοσιακώς από την εταιρία Distrigaz SA, το 50 % του κεφαλαίου της οποίας κατείχε το Βελγικό Δημόσιο. Στο πλαίσιο της ελευθερώσεως του τομέα, η Distrigaz SA υπέστη μερική διάσπαση το 2001. Από τη διάσπαση αυτή προέκυψε μια νέα ανώνυμη εταιρία, με την επωνυμία «Distrigaz», η οποία ανέλαβε κυρίως τις δραστηριότητες προμήθειας, ενώ η υφιστάμενη εταιρία διατήρησε τις δραστηριότητες μεταφοράς, υπό τη νέα εταιρική επωνυμία «Fluxys».
12 – Αποφάσεις της 25ης Μαρτίου 2004, C‑71/02, Karner (Συλλογή 2004, σ. I‑3025, σκέψη 21), και της 1ης Απριλίου 2004, C‑286/02, Bellio F.lli (Συλλογή 2004, σ. I‑3465, σκέψη 28).
13 – Βλ. απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2008, C‑330/07, Jobra (Συλλογή 2008, σ. I‑9099, σκέψη 17 και την εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
14 – Διάταξη της 28ης Ιουνίου 2000, C‑116/00, Laguillaumie (Συλλογή 2000, σ. I‑4979, σκέψεις 23 και 24)· απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C‑295/05, Asemfo (Συλλογή 2007, σ. I‑2999, σκέψη 33), καθώς και διάταξη της 20ής Ιανουαρίου 2010, C‑389/09, Agueda María Saenz Morales (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 13).
15 – Αποφάσεις της 1ης Απριλίου 1982, 141/81 έως 143/81, Holdijk κ.λπ. (Συλλογή 1982, σ. 1299, σκέψη 6), της 8ης Νοεμβρίου 2007, C‑20/05, Schwibbert (Συλλογή 2007, σ. I‑9447, σκέψη 21), καθώς και προπαρατεθείσα διάταξη Agueda María Saenz Morales (σκέψη 14).
16 – Απόφαση της 22ας Ιουνίου 2010, C‑188/10 και C‑189/10, Melki (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 40 έως 57).
17 – Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55.
18 – Οι λόγοι της καθιερώσεως του μονοπωλίου αυτού αναλύονται στο Olbricht, T., NetzzuganginderdeutschenGaswirtschaft, Düsseldorfer Schriften zum Energie- und Kartellrecht, Verlag Energiewirtschaft und Technik, 2008, σ. 56 επ.
19 – Βλ. δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55.
20 – Πρόκειται για συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν μεταξύ των φορέων που είναι υπεύθυνοι για τα μεγάλα δίκτυα φυσικού αερίου και την ποιότητα της παροχής τους και, ενδεχομένως, με τους φορείς που είναι υπεύθυνοι σε κάθε κράτος μέλος για τις εισαγωγές και εξαγωγές φυσικού αερίου· κατάλογος που απαριθμεί κατά τρόπο πλήρη τους φορείς που είναι υπεύθυνοι για τα μεγάλα δίκτυα περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 91/296.
21 – Βλ. σημείο 67 των προτάσεων.
22 – Αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1996, C‑342/93, Gillespie κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑475, σκέψη 16), της 29ης Απριλίου 2004, C‑106/01, Novartis Pharmaceuticals (Συλλογή 2004, σ. I‑4403, σκέψη 60), της 11ης Ιουνίου 2009, C‑33/08, Agrana Zucker (Συλλογή 2009, σ. I‑5035, σκέψη 46), και της 17ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑519/07 P, Επιτροπή κατά Koninklijke Friesland Campina (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 100).
23 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1971, 6/71, Rheinmühlen Düsseldorf (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 951, σκέψη 14), της 19ης Οκτωβρίου 1977, 117/76 και 16/77, Ruckdeschel κ.λπ. (Συλλογή τόμος 1977, σ. 531, σκέψη 8), της 5ης Οκτωβρίου 1994, C 280/93, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. I 4973, σκέψη 74), καθώς και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C 127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I 9895, σκέψη 26). Βλ., επίσης, Hernu, R., «Principe d’égalité et principe de non-discrimination dans la jurisprudence de la Cour de justice des Communautés européennes», LGDJ, 2003, σ. 357, ο οποίος θεωρεί ότι δεν υφίσταται καθ’εαυτήν ομοιότητα ή διαφορά καταστάσεων, αλλά ότι η εκτίμηση της καταστάσεως γίνεται αποκλειστικώς σε συνάρτηση με το αντικείμενο και τον σκοπό του κανόνα.
24 – Εν αντιθέσει προς τα τιμολόγια για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως, τα οποία, κατά το άρθρο 15/5ter, 2°, του νόμου για το αέριο του 2005, πρέπει να πληρούν τον όρο αυτό.
25 – Εν αντιθέσει προς τα τιμολόγια για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως, τα οποία, κατά το άρθρο 15/5ter, 4°, του νόμου για το αέριο του 2005, πρέπει να πληρούν τον όρο αυτό.
26 – Εν αντιθέσει προς τα τιμολόγια για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως, τα οποία, κατά το άρθρο 15/5ter, 5°, του νόμου για το αέριο του 2005, πρέπει να πληρούν τον όρο αυτό.
27 – Εν αντιθέσει προς τα τιμολόγια για τις δραστηριότητες εσωτερικής προωθήσεως, τα οποία, κατά το άρθρο 15/5ter, 8°, του νόμου για το αέριο του 2005, πρέπει να πληρούν τον όρο αυτό.
28 – Βλ. σκέψεις 78 έως 81 των προτάσεων.
29 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 5ης Ιουλίου 1977, 114/76, Bela-Mühle Bergmann (Συλλογή τόμος 1977, σ. 385, σκέψη 7), της 15ης Ιουλίου 1982, 245/81, Edeka Zentrale (Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψεις 11 και 13), της 10ης Μαρτίου 1998, C-122/95, Γερμανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. I-973, σκέψεις 68 έως 71), της 23ης Μαρτίου 2006, C 535/03, Unitymark και North Sea Fishermen’s Organisation (Συλλογή 2006, σ. I-2689, σκέψεις 53, 63, 68 και 71), καθώς και προπαρατεθείσα απόφαση Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. (σκέψη 47).
30 – Βλ., ιδίως, άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και έκτη και έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1775/2005, καθώς και δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55.
31 – Βλ., ιδίως, άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1775/2005.
32 – Βλ., ιδίως, έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1775/2005.
33 – Βλ., ιδίως, άρθρο 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, και έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1775/2005.
34 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφοι 3 και 4, της οδηγίας 2003/55.
35 – Βλ., ιδίως, άρθρο 3, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1775/2005.
36 – Βλ. σημεία 78 έως 81 των προτάσεων.
37 – Βλ., αντιστοίχως, σημεία 57 έως 59 των προτάσεων της γενικής εισαγγελέως Kokott στην υπόθεση C 19/02, Hlozek επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2004 (Συλλογή 2004, σ. I 11491).
38 – Βλ. τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55, κατά την οποία ο σκοπός που επιδιώκεται με την έκδοση της οδηγίας 2003/55 και την κατάργηση της οδηγίας 91/296 είναι η λήψη μέτρων για την εφαρμογή ενός ομοιογενούς και μη εισάγοντος διακρίσεις καθεστώτος προσβάσεως στον τομέα της μεταφοράς, συμπεριλαμβανομένης της διασυνοριακής ροής αερίου μεταξύ κρατών μελών. Βλ., επίσης, πρώτη, έκτη, έβδομη και όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2003/55.
39 – Η υποχρέωση αυτή καθιστά, επίσης, δυνατό τον προσδιορισμό των εμποδίων στις διασυνοριακές ροές τα οποία μπορούν να εξαλειφθούν όχι με εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, αλλά, ενδεχομένως, με άλλο μέτρο του κοινοτικού νομοθέτη.
40 – Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1775/2005, το οποίο ορίζει ότι τα τιμολόγια προσβάσεως δεν πρέπει να στρεβλώνουν το διασυνοριακό εμπόριο μέσω των διαφόρων δικτύων μεταφοράς.
Full & Egal Universal Law Academy