ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 23ης Σεπτεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑266/09
Stichting Natuur en Milieu,
Vereniging Milieudefensie,
Vereniging Goede Waar & Co.
κατά
College voor de toelating van gewasbeschermingsmiddelen en biociden
[αίτηση του College van beroep voor het bedrijfsleven (Κάτω Χώρες)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 2003/4/ΕΚ – Πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες – Περιβαλλοντικές πληροφορίες – Οδηγία 91/414/ΕΟΚ – Φυτοπροστατευτικά προϊόντα – Διαδικασία χορηγήσεως εγκρίσεως»
I – Εισαγωγή
1. Η παρούσα διαδικασία αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με υπολείμματα φυτοπροστατευτικού προϊόντος σε σαλατικά οι οποίες προσκομίστηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας χορηγήσεως εγκρίσεως για το εν λόγω προϊόν. Ειδικότερα απαιτείται να αποσαφηνιστεί εάν πρόκειται για περιβαλλοντικές πληροφορίες κατά την έννοια της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου (2) (στο εξής: οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση), και κατά πόσο η οδηγία 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (3) (στο εξής: οδηγία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα), επηρεάζει την εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
II – Νομικό πλαίσιο
Α – Διεθνές δίκαιο
2. Το δικαίωμα προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες κατοχυρώνεται στη Σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (4) (στο εξής: Σύμβαση του Aarhus) η οποία υπογράφηκε από την Κοινότητα στις 25 Ιουνίου 1998 στο Aarhus της Δανίας (5).
3. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, της συμβάσεως ορίζει τις περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται η άρνηση της κοινοποιήσεως περιβαλλοντικών πληροφοριών χάριν της διαφυλάξεως του εμπορικού ή βιομηχανικού απορρήτου:
«Αίτημα για περιβαλλοντικές πληροφορίες δύναται να απορρίπτεται, εάν η κοινολόγηση θα είχε δυσμενείς επιπτώσεις
[…]
δ) στον εμπιστευτικό χαρακτήρα εμπορικών και βιομηχανικών πληροφοριών, σε περίπτωση που ο εν λόγω εμπιστευτικός χαρακτήρας προστατεύεται βάσει του νόμου, προκειμένου να προστατεύεται νόμιμο οικονομικό συμφέρον. Εντός του πλαισίου αυτού, κοινολογούνται πληροφορίες σχετικά με εκπομπές οι οποίες είναι σημαντικές για την προστασία του περιβάλλοντος·
[…]»
4. Την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου έχει επίσης ως αντικείμενο το άρθρο 39 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου που αποτελεί το παράρτημα 1Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), που υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (6) (στο εξής: Συμφωνία TRIPS):
«1. Στο πλαίσιο της διασφάλισης της αποτελεσματικής προστασίας έναντι πρακτικών που συνεπάγονται αθέμιτο ανταγωνισμό, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 10α της Σύμβασης των Παρισίων (1967), τα μέλη παρέχουν προστασία αφενός στις μη αποκαλυφθείσες πληροφορίες, όπως προβλέπει η παράγραφος 2, και, αφετέρου, στα στοιχεία που έχουν τεθεί στη διάθεση των κρατικών αρχών ή κρατικών φορέων, όπως προβλέπει η παράγραφος 3.
2. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να εμποδίσει την αποκάλυψη σε τρίτους πληροφοριών οι οποίες έχουν περιέλθει στην κατοχή του με νόμιμο τρόπο, καθώς και την απόκτηση ή τη χρήση τέτοιων πληροφοριών εκ μέρους τρίτων χωρίς τη συγκατάθεσή του και κατά τρόπο που να αντιβαίνει σε θεμιτές επιχειρηματικές πρακτικές […], υπό την προϋπόθεση ότι οι εκάστοτε πληροφορίες:
α) είναι απόρρητες, υπό την έννοια ότι, είτε ως σύνολο είτε από την άποψη του ακριβούς περιεχομένου και της διάταξης των επιμέρους στοιχείων που τις αποτελούν, δεν είναι ευρέως γνωστές ούτε μπορούν να γίνουν ευκόλως γνωστές σε πρόσωπα ανήκοντα σε κύκλους που ασχολούνται συνήθως με το οικείο είδος πληροφοριών,
β) έχουν εμπορική αξία η οποία απορρέει από τον απόρρητο χαρακτήρα τους και
γ) το πρόσωπο που έχει αποκτήσει με νόμιμο τρόπο τον έλεγχο επί των εν λόγω πληροφοριών έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες, λαμβανομένων υπόψη των όλων συνθηκών, για τη διαφύλαξη του απόρρητου χαρακτήρα τους.
3. Σε περιπτώσεις στις οποίες η παροχή έγκρισης για τη διάθεση στην αγορά φαρμακευτικών προϊόντων ή χημικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη γεωργία και για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί νέες χημικές ενώσεις προϋποθέτει την υποβολή των αποτελεσμάτων δοκιμών, τα οποία δεν έχουν προηγουμένως δοθεί στη δημοσιότητα, ή άλλου είδους στοιχείων, η συγκέντρωση των οποίων απαιτεί μεγάλη προσπάθεια, τα μέλη οφείλουν να προστατεύουν τα εν λόγω στοιχεία έναντι αθέμιτων επιχειρηματικών πρακτικών. Επιπλέον, τα μέλη διαφυλάσσουν τον απόρρητο χαρακτήρα των εν λόγω στοιχείων, εκτός αν η αποκάλυψή τους είναι αναγκαία για την προστασία του κοινού ή εκτός αν λαμβάνονται μέτρα για την προστασία των στοιχείων έναντι αθέμιτων επιχειρηματικών πρακτικών.»
Β – Η νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1. Η οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση
5. Το δικαίωμα προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες ρυθμιζόταν αρχικά από την οδηγία 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος (7) (στο εξής: παλιά οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση). Η οδηγία αυτή καταργήθηκε με το πέρας της διορίας για τη μεταφορά της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, ήτοι από 14 Φεβρουαρίου 2005. Η νέα οδηγία ενσωματώνει το δικαίωμα προσβάσεως σε πληροφορίες με βάση τη Σύμβαση του Aarhus.
6. Στο άρθρο 2 δίδεται μεταξύ άλλων και ο ορισμός της περιβαλλοντικής πληροφορίας:
«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:
1. “Περιβαλλοντική πληροφορία”: οποιαδήποτε πληροφορία σε γραπτή, οπτική, ακουστική, ηλεκτρονική ή άλλη υλική μορφή, σχετικά με
α) την κατάσταση των στοιχείων του περιβάλλοντος, όπως ο αέρας και η ατμόσφαιρα, το νερό, το έδαφος, το χώμα, τα τοπία και οι φυσικές τοποθεσίες, συμπεριλαμβανομένων των υδροβιότοπων, των παράκτιων και των θαλάσσιων περιοχών, η βιοποικιλότητα και τα στοιχεία της, συμπεριλαμβανομένων των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, και η αλληλεπίδραση μεταξύ των στοιχείων αυτών·
β) παράγοντες, όπως οι ουσίες, η ενέργεια, ο θόρυβος, οι ακτινοβολίες ή τα απόβλητα, συμπεριλαμβανομένων των ραδιενεργών αποβλήτων, οι εκπομπές, οι απορρίψεις και άλλες εκχύσεις στο περιβάλλον, που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τα στοιχεία του περιβάλλοντος που αναφέρονται στο στοιχείο α΄·
γ) μέτρα (συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων), όπως οι πολιτικές, η νομοθεσία, τα σχέδια, τα προγράμματα, οι περιβαλλοντικές συμφωνίες και οι δραστηριότητες που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τα στοιχεία και τους παράγοντες που αναφέρονται στα στοιχεία α΄ και β΄, καθώς και μέτρα ή δραστηριότητες που αποσκοπούν στην προστασία των ως άνω στοιχείων·
δ) εκθέσεις για την εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας·
ε) αναλύσεις κόστους-ωφέλειας και άλλες οικονομικές αναλύσεις και παραδοχές χρησιμοποιούμενες στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων και των μέτρων που αναφέρονται στο στοιχείο γ΄ και
στ) την κατάσταση της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης ρύπανσης της τροφικής αλυσίδας, τις συνθήκες της ανθρώπινης διαβίωσης, τις τοποθεσίες και τα οικοδομήματα πολιτισμικού ενδιαφέροντος στο μέτρο που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεασθούν από την κατάσταση των στοιχείων του περιβάλλοντος που αναφέρονται στο ως άνω στοιχείο α΄ ή, μέσω των στοιχείων αυτών, από τα θέματα που αναφέρονται στα στοιχεία β΄ και γ΄.
[…]»
7. Το δικαίωμα προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες καθιερώνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, ως εξής:
«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι δημόσιες αρχές υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, να παρέχουν τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από τις ίδιες ή για λογαριασμό τους, σε όποιον υποβάλλει σχετική αίτηση και χωρίς ο αιτών να οφείλει να επικαλεσθεί οιοδήποτε συμφέρον.»
8. Οι εξαιρέσεις ρυθμίζονται από το άρθρο 4. Στην προκείμενη περίπτωση ενδιαφέρει ιδίως η παράγραφος 2, στοιχεία δ΄, ε΄ και ζ΄, του άρθρου αυτού:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την απόρριψη αιτήσεων περιβαλλοντικών πληροφοριών εάν η δημοσιοποίηση των πληροφοριών αυτών θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά:
[…]
δ) τον εμπιστευτικό χαρακτήρα εμπορικών ή βιομηχανικών πληροφοριών όταν η εθνική ή κοινοτική νομοθεσία προβλέπει αυτόν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα προκειμένου να προστατευθεί θεμιτό οικονομικό συμφέρον, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου συμφέροντος για την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των στατιστικών στοιχείων και του φορολογικού απορρήτου·
ε) τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας·
[…]
ζ) τα συμφέροντα προστασίας οιουδήποτε προσώπου το οποίο έχει δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες εθελουσίως χωρίς να του επιβάλλεται ή να είναι δυνατό να του επιβληθεί νομική υποχρέωση, εκτός εάν το συγκεκριμένο πρόσωπο έχει συναινέσει στη δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών·
[...]
Οι λόγοι απορρίψεως που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ερμηνεύονται συσταλτικά, λαμβανομένου υπόψη, για τη συγκεκριμένη περίπτωση, του δημόσιου συμφέροντος που εξυπηρετεί η δημοσιοποίηση των πληροφοριών. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, το δημόσιο συμφέρον που εξυπηρετεί η δημοσιοποίηση των πληροφοριών σταθμίζεται συγκριτικά προς το συμφέρον που εξυπηρετεί η άρνηση. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται, δυνάμει της παραγράφου 2, στοιχεία α΄, δ΄, στ΄, ζ΄ και η΄, να προβλέπουν την απόρριψη αιτήσεων που αφορούν πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον.
[...]»
2. Η οδηγία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα
9. Η οδηγία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα διέπει την έγκριση, τη διάθεση στην αγορά, τη χρήση και τον έλεγχο φυτοπροστατευτικών προϊόντων καθώς και τη διάθεση στην αγορά και τον έλεγχο εντός της Κοινότητας δραστικών ουσιών που προορίζονται για τέτοιου είδους προϊόντα. Ειδικότερα, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα χρήζουν εγκρίσεως από τα κράτη μέλη κατόπιν εξετάσεως της επιδράσεώς τους.
10. Στο άρθρο 14 ρυθμίζεται η προστασία των πληροφοριών που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως:
«Με την επιφύλαξη των διατάξεων της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 7ης Ιουνίου 1990, σχετικά με την ελεύθερη πληροφόρηση για θέματα περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή φροντίζουν για την τήρηση του εμπιστευτικού των πληροφοριών που υποβάλλουν οι αιτούντες και οι οποίες αποτελούν βιομηχανικό ή εμπορικό απόρρητο, εφόσον το ζητήσει ο αιτών την καταχώρηση μιας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι ή ο αιτών την έγκριση ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος και εφόσον το κράτος μέλος, ή η Επιτροπή, δεχθούν την αιτιολόγηση που προσκομίζει ο αιτών.
Το εμπιστευτικό δεν ισχύει:
– για το όνομα και την περιεκτικότητα σε δραστική ουσία ή δραστικές ουσίες, ούτε για το όνομα του φυτοπροστατευτικού προϊόντος,
– για το όνομα άλλων ουσιών που θεωρούνται επικίνδυνες σύμφωνα με τις οδηγίες 67/548/ΕΟΚ και 78/631/ΕΟΚ,
– για τις φυσικές και χημικές ιδιότητες της δραστικής ουσίας και του φυτοπροστατευτικού προϊόντος,
– για τους τρόπους με τους οποίους η δραστική ουσία ή το φυτοπροστατευτικό προϊόν μετατρέπονται σε αβλαβή,
– για την περίληψη των αποτελεσμάτων των δοκιμών που διεξάγονται για να αποδειχθεί η αποτελεσματικότητα και το αβλαβές για τους ανθρώπους, τα ζώα, τα φυτά και το περιβάλλον,
– για τις μεθόδους και προφυλάξεις που συνιστώνται για τη μείωση των κινδύνων χειρισμού, αποθήκευσης, μεταφοράς, πυρκαϊάς ή άλλων,
– για τις μεθόδους ανάλυσης που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχεία γ΄ και δ΄, και στο άρθρο 5, παράγραφος 1,
– για τις μεθόδους καταστροφής του προϊόντος και της συσκευασίας του,
– για τα μέτρα απορρύπανσης που πρέπει να λαμβάνονται στην περίπτωση τυχαίας απώλειας ή διαρροής,
– για τις πρώτες βοήθειες και την ιατρική αγωγή που πρέπει να παρέχονται σε περίπτωση ατυχήματος.
Σε περίπτωση που ο αιτών αποκαλύψει αργότερα πληροφορίες που είχαν προηγουμένως χαρακτηρισθεί ως εμπιστευτικές υποχρεούται να ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή.»
11. Η δραστική ουσία propamocarb αποτελεί εγκεκριμένο μυκητοκτόνο στην Ένωση από 1ης Οκτωβρίου 2007 (8). Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά μέτρα που ελήφθησαν βάσει της προϊσχύουσας εθνικής εγκρίσεως για τις Κάτω Χώρες.
3. Η οδηγία που αφορά τον καθορισμό των ανωτάτων περιεκτικοτήτων για τα υπολείμματα
12. Ενδιαφέρον παρουσιάζει εν προκειμένω και η οδηγία 90/642/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, που αφορά τον καθορισμό των ανώτατων περιεκτικοτήτων για τα κατάλοιπα φυτοφαρμάκων επάνω ή μέσα σε ορισμένα προϊόντα φυτικής προελεύσεως (9). Κατά το άρθρο 5β, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, τα κράτη μέλη καθορίζουν τα ίδια τις ανώτατες περιεκτικότητες καταλοίπων εφόσον δεν έχουν καθοριστεί ανώτατες περιεκτικότητες καταλοίπων για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
13. Όπως εκτιμάται στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας,
«[…] η τήρηση των ανώτατων περιεκτικοτήτων θα εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων αυτών, ενώ συγχρόνως θα προστατευθεί καταλλήλως η υγεία των καταναλωτών και των ζώων».
Γ – Το δίκαιο των Κάτων Χωρών
14. Οι Κάτω Χώρες έχουν μεταφέρει την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση στο εσωτερικό τους δίκαιο. Εντούτοις, στην κύρια υπόθεση δεν εφαρμόστηκαν οι σχετικές διατάξεις αλλά η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε στο άρθρο 22, παράγραφος 2, του ολλανδικού νόμου περί παρασιτοκτόνων το οποίο έχει ως εξής:
«Όταν από έγγραφο, το οποίο βάσει ή δυνάμει των διατάξεων αυτού του νόμου προσκομίζεται στον αρμόδιο υπουργό ή αντιστοίχως στο college, ή επίσης σε άλλο πρόσωπο ή υπηρεσία, προκύπτουν στοιχεία ή από ένα τέτοιο έγγραφο μπορούν να συναχθούν στοιχεία, τα οποία δικαιολογούν διασφάλιση του απορρήτου ως προς τα μυστικά της επιχειρήσεως, ο αρμόδιος υπουργός ή αντιστοίχως το college αποφασίζει, κατόπιν σχετικής γραπτής αιτήσεως αυτού που προσκομίζει το έγγραφο, ότι τα στοιχεία πρέπει να παραμείνουν απόρρητα. Μια τέτοια αίτηση πρέπει να είναι αιτιολογημένη.»
III – Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
15. Κατά το έτος 1999 οι αρμόδιες ολλανδικές αρχές προέβησαν σε αναπροσδιορισμό της ανώτατης επιτρεπτής περιεκτικότητας σε υπολείμματα της δραστικής ουσίας propamocarb επάνω και μέσα σε σαλατικά, την οποία καθόρισαν σε 15 mg/kg. Η εν λόγω τιμή καθορίστηκε στο πλαίσιο αιτήσεως για τη διεύρυνση της άδειας κυκλοφορίας του προϊόντος «Previcur N». Την εν λόγω άδεια κατέχει η εταιρία Bayer CropScience B.V. (στο εξής: Bayer) ως καθολική διάδοχος του προηγούμενου κατόχου.
16. Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2005 οι προσφεύγοντες Stichting Natuur en Milieu, Vereniging Milieudefensie και Vereniging Goede Waar & Co. ζήτησαν από το καθού College voor de toelating van bestrijdingsmiddelen (συμβούλιο για την έγκριση παρασιτοκτόνων, στο εξής: College) να τους γνωστοποιήσει όλες τις πληροφορίες βάσει των οποίων λήφθηκε η απόφαση σχετικά με τον καθορισμό της προαναφερθείσας ανώτατης περιεκτικότητας σε υπολείμματα.
17. Με την από 8 Μαρτίου 2005 απόφασή του, το College απέρριψε την αίτηση των προσφευγόντων στηριζόμενο στο άρθρο 22 του ολλανδικού νόμου περί παρασιτοκτόνων, κρίνοντας ότι η διάταξη αυτή υπερέχει έναντι των διατάξεων που ρυθμίζουν την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.
18. Με έγγραφο της 14ης Απριλίου 2005 οι προσφεύγοντες προέβαλαν αντιρρήσεις κατά της ανωτέρω αποφάσεως. Στη συνέχεια το College, αφού άκουσε την Bayer, εξέδωσε στις 22 Ιουνίου 2007 την προσβαλλόμενη στην κύρια δίκη απόφαση επί των αντιρρήσεων, την οποία διόρθωσε στις 17 Ιουλίου 2007.
19. Με την ανωτέρω απόφασή του το College αρνήθηκε την πρόσβαση σε μελέτες σχετικά με τα υπολείμματα και σε πρωτόκολλα δοκιμών υπό φυσικές συνθήκες τα οποία είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας για τον καθορισμό της ανώτατης περιεκτικότητας σε υπολείμματα και κατά την άποψη της Bayer περιέχουν επιχειρηματικά μυστικά.
20. Κατά της ως άνω αποφάσεως οι προσφεύγοντες κατέθεσαν προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου στις 6 Αυγούστου 2007.
21. Στο πλαίσιο της σχετικής δίκης το College van beroep voor het bedrijfsleven (διοικητικό δικαστήριο για θέματα εμπορίου και επιχειρήσεων) απεύθυνε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
1. Έχει ο όρος «περιβαλλοντική πληροφορία» στο άρθρο 2 της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση την έννοια ότι περιλαμβάνει πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο μιας εθνικής διαδικασίας (διευρύνσεως της) εγκρίσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος, προκειμένου να καθορισθεί η ανώτατη ποσότητα ενός παρασιτοκτόνου, συστατικών αυτού ή προϊόντων μεταποιήσεώς του που μπορούν να υπάρχουν σε τρόφιμα ή ποτά;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Ποια είναι η σχέση μεταξύ του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, καθόσον ενδιαφέρει από απόψεως εφαρμογής σε πληροφορίες, όπως στις περιγραφόμενες στο ανωτέρω ερώτημα, ειδικότερα δε, έχει αυτή η σχέση ως συνέπεια ότι το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα μπορεί να έχει εφαρμογή, μόνον αν από αυτή δεν θίγονται οι κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση υποχρεώσεις;
3. Αν από την απάντηση στα ανωτέρω δύο ερωτήματα συνάγεται ότι η καθής υποχρεούται εν προκειμένω να προβεί στην εφαρμογή του άρθρου 4 της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, έχει τότε το άρθρο 4 αυτής της οδηγίας ως συνέπεια ότι η επιβαλλόμενη με αυτή τη διάταξη στάθμιση του γενικού συμφέροντος, του εξυπηρετούμενου με τη δημοσιοποίηση, με το ειδικό συμφέρον, του εξυπηρετούμενου με την άρνηση δημοσιοποιήσεως, πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο της εν λόγω εφαρμογής ή η στάθμιση αυτή μπορεί να γίνεται στο πλαίσιο εθνικής νομοθετικής ρυθμίσεως;
22. Στην έγγραφη διαδικασία συμμετείχαν εκτός του προσφεύγοντος Stichting Natuur en Milieu η προσεπικληθείσα στην κύρια δίκη Bayer CropScience B.V., η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στην επ’ ακροατηρίου διαδικασία της 9ης Σεπτεμβρίου 2010 διατύπωσαν τις απόψεις τους η Vereniging Milieudefensie, η Bayer, οι Κάτω Χώρες, η Ελλάδα και η Επιτροπή.
IV – Νομική εκτίμηση
Α – Επί της ratione temporis εφαρμογής της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση
23. Καταρχάς θα πρέπει να διευκρινισθεί αν τυγχάνει εφαρμογής η παλαιά ή η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Εν προκειμένω θα εξετάσω πρώτα τις γενικές αρχές που ισχύουν σε σχέση με τη διαχρονική εφαρμογή των πράξεων του δικαίου της Ενώσεως (κατωτέρω υπό σημείο 1) και στη συνέχεια το γεγονός της παραπομπής, στο άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, στην παλαιά οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση (κατωτέρω υπό σημείο 2).
1. Οι γενικές αρχές που διέπουν την ratione temporis εφαρμογή
24. Το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση εφαρμόζεται και όταν πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες, όπως συμβαίνει και στην παρούσα περίπτωση, είχαν υποβληθεί στις αρμόδιες αρχές ήδη πριν από την καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο.
25. Κατά πάγια νομολογία, ενώ οι κανόνες διαδικασίας εφαρμόζονται γενικώς επί όλων των διαφορών που εκκρεμούν κατά το χρονικό σημείο της ενάρξεως της ισχύος τους, δεν συμβαίνει το ίδιο με τους ουσιαστικούς κανόνες, οι οποίοι ερμηνεύονται συνήθως ως μη διέποντες τις διαμορφωθείσες προ της ενάρξεως της ισχύος τους καταστάσεις (10). Και τούτο διότι, κατά κανόνα, η αρχή της ασφαλείας δικαίου δεν επιτρέπει να ορίζεται η έναρξη ισχύος κοινοτικής πράξεως σε ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεώς της. Επίσης, οι ουσιαστικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να ερμηνεύονται ως έχοντες εφαρμογή επί καταστάσεων που έχουν ήδη διαμορφωθεί προ της ενάρξεως της ισχύος τους, μόνον εφόσον προκύπτει σαφώς από το γράμμα τους, τους σκοπούς ή την οικονομία τους ότι πρέπει να τους αναγνωριστεί αναδρομική ισχύς (11).
26. Εντούτοις, ένας νέος κανόνας εφαρμόζεται αμέσως στα μελλοντικά αποτελέσματα μιας καταστάσεως που γεννήθηκε υπό το κράτος του παλαιότερου κανόνα (12). Το πεδίο εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να επεκταθεί τόσο ώστε να παρακωλύει, κατά γενικό τρόπο, την εφαρμογή του νέου κανόνα στα μελλοντικά αποτελέσματα καταστάσεων που γεννήθηκαν υπό το κράτος του παλαιότερου κανόνα (13).
27. Όπως διαμορφώνεται βάσει της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, η πρόσβαση σε πληροφορίες που έχουν περιέλθει στο παρελθόν σε κάποια δημόσια αρχή δεν αποτελεί ζήτημα του δικονομικού αλλά του ουσιαστικού δικαίου. Σε αντίθεση με τα δικονομικά δικαιώματα πληροφόρησης, τα οποία εξυπηρετούν σκοπούς όπως είναι για παράδειγμα η δυνατότητα ακροάσεως σε σχέση με κάποιο επιβαρυντικό μέτρο, το δικαίωμα προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες παρέχεται ανεξαρτήτως οιουδήποτε ετέρου σκοπού. Ως εκ τούτου δεν είναι καταρχήν επιτρεπτή η αναδρομική εφαρμογή της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
28. Η συγκεκριμένη όμως απόφαση είναι απόφαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες περιήλθαν σε μία υπηρεσία προκειμένου αυτή να εκτιμήσει τις μελλοντικές επιδράσεις προγενέστερου πραγματικού γεγονότος. Διότι το ζήτημα εάν θα πρέπει να γνωστοποιηθούν οι πληροφορίες τίθεται το πρώτον κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως σχετικά με την αίτηση προσβάσεως σε αυτές.
29. Αυτή η ιδιόμορφη χρονική συνάρτηση του δικαιώματος προσβάσεως προκύπτει ρητώς από το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (14). Κατά την εν λόγω διάταξη, οι λόγοι αποκλεισμού από το δικαίωμα προσβάσεως ισχύουν μόνον ενόσω η προστασία δικαιολογείται ως εκ του περιεχομένου του εγγράφου. Τούτο συνάγεται αναγκαστικά από την αρχή κατά την οποία η άρνηση της προσβάσεως είναι γενικώς επιτρεπτή μόνον όταν οι αρνητικές επιδράσεις σε κάποιο προστατευόμενο αγαθό υπερισχύουν του δημοσίου συμφέροντος προς γνωστοποίηση της πληροφορίας· η αρχή αυτή διέπει και την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Τόσο οι αρνητικές επιπτώσεις όσο και το συμφέρον του κοινού δύνανται να μεταβληθούν με το πέρασμα του χρόνου με συνέπεια η μεταξύ τους στάθμιση να οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα.
30. Αντίστοιχα, από τις ρυθμίσεις της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση δεν προκύπτει αν κρίσιμο για την εφαρμογή του δικαιώματος προσβάσεως είναι το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι πληροφορίες περιήλθαν στην κατοχή των αρχών. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, καλύπτει αδιακρίτως όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες, ενώ δεν υφίστανται ειδικές ρυθμίσεις για παλιές πληροφορίες. Στον βαθμό που κατά την υποβολή πληροφοριών πριν από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων για την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες υπήρχε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι αυτές θα τύχουν διαρκούς εμπιστευτικής μεταχειρίσεως, αυτό δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση αλλά κατά την εφαρμογή των εξαιρέσεων.
31. Ως εκ τούτου, κρίσιμο χρονικό σημείο δεν είναι αυτό κατά το οποίο οι συγκεκριμένες πληροφορίες περιέρχονται στις αρμόδιες αρχές (15).
32. Εντούτοις, η Επιτροπή και οι Κάτω Χώρες θεωρούν ότι στην κύρια δίκη θα πρέπει να εφαρμοστεί η παλαιά οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση διότι η πρώτη αίτηση προσβάσεως υποβλήθηκε πριν από την καταληκτική ημερομηνία για τη μεταφορά της νέας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (16). Εν προκειμένω, η Επιτροπή επικαλείται την αρχή tempus regit actum, δηλαδή ότι η εκτίμηση των εννόμων συνεπειών μιας καταστάσεως πρέπει να στηρίζεται στον κανόνα δικαίου που ίσχυε κατά τον χρόνο του επίμαχου γεγονότος (17).
33. Πράγματι, υπό ορισμένες συνθήκες δεν αποκλείεται να είναι επιβεβλημένη η εκτίμηση μιας αιτήσεως με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο της υποβολής της ή, μάλιστα, με βάση ακόμη προγενέστερα γεγονότα. Κάτι τέτοιο μπορεί να προκύπτει από τις εκάστοτε εφαρμοστέες διατάξεις σε συνδυασμό, ενδεχομένως, με την προαναφερθείσα αρχή της ασφαλείας δικαίου ή την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (18).
34. Σε ό,τι αφορά, πάντως, την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, το κρίσιμο για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου γεγονός είναι η απόφαση σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες. Αυτό αποδεικνύεται ήδη από το ότι ο αιτών θα μπορούσε να υποβάλει οποτεδήποτε μετά την καταληκτική ημερομηνία μεταφοράς της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση στο εθνικό δίκαιο νέα αίτηση, χωρίς κατά κανόνα να δύναται να του προσαφθεί ότι υφίσταται απόφαση επί προηγούμενης αιτήσεώς του (19).
35. Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση υποβλήθηκε μόλις δύο εβδομάδες πριν από την εκπνοή της προθεσμίας για τη μεταφορά της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση στο εθνικό δίκαιο, η δε πρώτη απόφαση λήφθηκε αφού είχε ήδη εκπνεύσει η προθεσμία αυτή. Μάλιστα, η τελική διοικητική απόφαση, η οποία προσβάλλεται στην κύρια δίκη, εκδόθηκε μετά από χρονικό διάστημα πλέαν της διετίας. Ενόψει των δεδομένων αυτών, η επίκληση της παλαιότερης, λιγότερο ευρείας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση μπορεί να θεωρηθεί έως και καταχρηστική.
36. Για τους ανωτέρω λόγους, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που ισχύουν σχετικά με τη διαχρονική εφαρμογή πράξεων του δικαίου της Ενώσεως, εφαρμοστέα τυγχάνει στην ένδικη περίπτωση η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
2. Επί της εφαρμογής της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση σε συνδυασμό με το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα
37. Οι συγκεκριμένες ωστόσο πληροφορίες υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας για τη διεύρυνση της αδείας φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Η εμπιστευτική μεταχείρισή τους διέπεται συνεπώς από το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Όπως ορίζεται ρητά στην εν λόγω διάταξη, αυτή ισχύει με την επιφύλαξη της παλαιάς οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Συνεπώς, θα πρέπει να εξεταστεί αν η συγκεκριμένη διάταξη παραπέμπει αναγκαστικά στην παλαιά οδηγία (στατική παραπομπή) ή αν τη θέση της τελευταίας έχει καταλάβει η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση (δυναμική παραπομπή).
38. Ως επιχείρημα κατά της εφαρμογής της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση θα μπορούσε να προβληθεί ότι ο νομοθέτης, όταν θέσπιζε την οδηγία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, είχε υπόψη του τις διατάξεις της παλαιάς οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Όσον αφορά την προστασία εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών, ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και της παλαιάς οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση θα πρέπει μάλλον να αποκλειστεί, καθώς με βάση το άρθρο 3, παράγραφος 2, τέταρτη περίπτωση, της παλαιάς οδηγίας επιτρεπόταν ρητά στα κράτη μέλη να αρνούνται την πρόσβαση σε πληροφορίες όταν αυτές αφορούν εμπορικά ή βιομηχανικά μυστικά.
39. Αντιθέτως, η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση περιορίζει την προστασία εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας αυτής, άρνηση είναι δυνατή μόνον εάν πρώτον η δημοσιοποίηση θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη νόμιμη προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα εμπορικών ή βιομηχανικών μυστικών, δεύτερον το συμφέρον για την προστασία των εν λόγω μυστικών υπερέχει έναντι του δημοσίου συμφέροντος και τρίτον δεν πρόκειται για πληροφορίες σχετικές με εκπομπές στο περιβάλλον. Ως εκ τούτου, δεν είναι διόλου απίθανο η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση να επιτρέπει την πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες με βάση την παλαιά οδηγία θα τύχαιναν εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.
40. Εξάλλου, με το άρθρο 11 της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση καταργείται η παλαιά οδηγία και προβλέπεται ότι οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία θεωρούνται ως παραπομπές στη νέα. Συνεπώς, το ίδιο το κείμενο της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση αποκλείει τη διατήρηση της ισχύος της παλαιάς οδηγίας σε ό,τι αφορά την προστασία εμπορικών μυστικών στον τομέα της προστασίας των φυτών.
41. Περαιτέρω, οι συναπτόμενες από την Ένωση διεθνείς συμφωνίες υπερέχουν έναντι των διατάξεων του παραγώγου κοινοτικού δικαίου (20). Για τον λόγο αυτό, οι διατάξεις του παραγώγου δικαίου της Ενώσεως θα πρέπει να συνάδουν, στο μέτρο του δυνατού, προς τις υποχρεώσεις που συνεπάγονται για την Ένωση οι εν λόγω συμφωνίες (21). Οι ρυθμίσεις της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση που αφορούν την προστασία εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών είναι όμως σύμφωνες με τις προβλέψεις του άρθρου 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, της Συμβάσεως του Aarhus, οι οποίες ισχύουν και σε σχέση με την προστασία των φυτών, ενώ, αντιθέτως, οι ρυθμίσεις της παλαιάς οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση δεν πληρούν επαρκώς τους όρους της εν λόγω συμβάσεως στο σημείο αυτό.
42. Το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα έχει συνεπώς την έννοια ότι ισχύει με την επιφύλαξη της νέας οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση· η δε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως θα πρέπει να κριθεί με βάση την τελευταία.
Β – Επί του πρώτου ερωτήματος
43. Με το πρώτο ερώτημα ζητείται να αποσαφηνιστεί αν αποτελούν περιβαλλοντικές πληροφορίες οι πληροφορίες που υποβάλλονται σε εθνικές αρχές στο πλαίσιο διαδικασίας διευρύνσεως της άδειας φυτοπροστατευτικού προϊόντος ενόψει του καθορισμού της ανώτατης περιεκτικότητας παρασιτοκτόνου σε τρόφιμα ή ποτά.
44. Ήδη υπό το καθεστώς της παλαιάς οδηγίας, το Δικαστήριο είχε διαπιστώσει ότι πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη ήταν να δώσει στην έννοια «πληροφορία σχετική με το περιβάλλον» ευρύ περιεχόμενο και ότι ο νομοθέτης απέφυγε να ορίσει την έννοια αυτή κατά τρόπο που θα μπορούσε να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας κάποια από τις δραστηριότητες που ασκείται από δημόσια αρχή (22). Η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση περιέχει ορισμό ο οποίος είναι ευρύτερος και ακριβέστερος (23). Ωστόσο, ούτε η παλαιά ούτε η νέα οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση αποσκοπούν στη χορήγηση γενικού και απεριόριστου δικαιώματος προσβάσεως σε οποιαδήποτε πληροφορία διατίθεται σε δημόσια υπηρεσία, ακόμη και αν αυτή συνδέεται απειροελάχιστα μόνον με κάποιο περιβαλλοντικό αγαθό. Το ορθό είναι ότι δικαίωμα προσβάσεως σε μια τέτοιου είδους πληροφορία υφίσταται μόνον εφόσον αυτή εμπίπτει σε μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες που αναφέρονται στην οδηγία (24). Κατά συνέπεια θα πρέπει να εξεταστεί εάν οι επίμαχες πληροφορίες επίμπτουν σε κάποια από τις κατηγορίες αυτές.
45. Σύμφωνα με όσα εκθέτει το αιτούν δικαστήριο, οι επίδικες μελέτες περιλαμβάνουν αφενός τον καθορισμό της (μέγιστης) ποσότητας της δραστικής ουσίας propamocarb η οποία επιτρέπεται να βρίσκεται επάνω και μέσα σε σαλατικά κατά την έννοια ορθής γεωργικής πρακτικής, αλλά και από απόψεως υγείας, και αφετέρου τη διαπίστωση ότι, εφόσον τηρηθούν οι κατά νόμον ενδείξεις και οδηγίες χρήσεως, το προϊόν Previcur N πληροί τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανόνα.
46. Κατά την Bayer, οι μελέτες και τα πρωτόκολλα περιέχουν ιδίως πληροφορίες σχετικά με δοκιμές του φυτοπροστατευτικού προϊόντος υπό φυσικές συνθήκες καθώς και στατιστική αξιολόγηση. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω έγγραφα καταδεικνύουν μόνον τις ποσότητες του προϊόντος που μένουν ως κατάλοιπα στα φυτά υπό συνθήκες προσήκουσας χρήσεως. Οι επιδράσεις του προϊόντος και οι τυχόν κίνδυνοι που συνεπάγεται η δραστική ουσία για την υγεία εξετάζονται, κατά την Bayer, σε άλλες μελέτες.
1. Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση – Πληροφορίες σχετικά με την υγεία
47. Δεδομένου ότι οι επίμαχες πληροφορίες εξυπηρετούν τον καθορισμό ανώτατης περιεκτικότητας σε υπολείμματα με σκοπό, μεταξύ άλλων, την προστασία της ανθρώπινης υγείας, βασικό θέμα αντιπαράθεσης μεταξύ των μετεχόντων στη διαδικασία αποτέλεσε το αν πρόκειται για περιβαλλοντικές πληροφορίες σχετικά με την υγεία κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Κατά τη διάταξη αυτή, ως «περιβαλλοντική πληροφορία» νοείται κάθε πληροφορία σχετικά με την κατάσταση της ανθρώπινης υγείας και ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένης της ενδεχόμενης ρύπανσης της τροφικής αλυσίδας, τις συνθήκες της ανθρώπινης διαβίωσης, τις τοποθεσίες και τα οικοδομήματα πολιτισμικού ενδιαφέροντος στο μέτρο που επηρεάζονται ή ενδέχεται να επηρεασθούν από την κατάσταση των στοιχείων του περιβάλλοντος που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ή, μέσω των στοιχείων αυτών, από τα θέματα που αναφέρονται στα στοιχεία β΄ και γ΄.
48. Μολονότι ο ανωτέρω ορισμός είναι ιδιαίτερα ευρύς σε ό,τι αφορά τις καταλαμβανόμενες από αυτόν πτυχές της ανθρώπινης διαβιώσεως, εντούτοις καλύπτει μόνο πληροφορίες σχετικά με επιδράσεις στην κατάσταση των στοιχείων του περιβάλλοντος, σε περιβαλλοντικούς παράγοντες και σε μέτρα ή δραστηριότητες αναφορικά με το περιβάλλον. Σκοπός του περιορισμού αυτού είναι να εξαιρεθεί ένας μεγάλος αριθμός πληροφοριών που δεν έχουν σχέση με το περιβάλλον (25).
49. Είναι προφανές ότι οι πληροφορίες σχετικά με υπολείμματα φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε τρόφιμα αφορούν τη ρύπανση της τροφικής αλυσίδας και κατά συνέπεια και την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια. Ωστόσο η Bayer και οι Κάτω Χώρες αμφισβητούν ότι οι επίμαχες πληροφορίες αφορούν τις επιπτώσεις επί του περιβάλλοντος. Ως εκ τούτου θα ήταν σκόπιμο ενόψει της τελικής αποφάσεως περί της εφαρμογής ή μη του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση να εξεταστούν και τα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου αυτού.
2. Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση – Κατάσταση των στοιχείων του περιβάλλοντος
50. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, ως «περιβαλλοντική πληροφορία» νοείται οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την κατάσταση των στοιχείων του περιβάλλοντος, όπως ο αέρας και η ατμόσφαιρα, το νερό, το έδαφος, το χώμα, τα τοπία και οι φυσικές τοποθεσίες, συμπεριλαμβανομένων των υδροβιότοπων, των παράκτιων και των θαλάσσιων περιοχών, η βιοποικιλότητα και τα στοιχεία της, συμπεριλαμβανομένων των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών, και η αλληλεπίδραση μεταξύ των στοιχείων αυτών.
51. Οι επίμαχες πληροφορίες αναφέρονται στην κατάσταση σαλατικών στα οποία έχει χρησιμοποιηθεί φυτοπροστατευτικό προϊόν και συγκεκριμένα στα υπολείμματα του παρασιτοκτόνου που παραμένουν στο φυτό υπό συνθήκες προσήκουσας χρήσεως. Αν θεωρηθεί ότι τα εν λόγω φυτά αποτελούν στοιχεία του περιβάλλοντος, τότε θα πρόκειται για περιβαλλοντικές πληροφορίες.
52. Η απαρίθμηση των στοιχείων του περιβάλλοντος δεν είναι εξαντλητική αλλά μόνον ενδεικτική. Εννοιολογικά θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως στοιχείο του περιβάλλοντος οτιδήποτε υπάρχει στο περιβάλλον, κατά συνέπεια και τα σαλατικά στα οποία έχει γίνει χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων.
53. Ωστόσο, τα απαριθμούμενα στοιχεία του περιβάλλοντος δεν παραπέμπουν σε μεμονωμένα αντικείμενα ή είδη, αλλά μάλλον σε αφηρημένα στοιχεία όπως ο αέρας και η ατμόσφαιρα, το νερό, το έδαφος, το χώμα, τα τοπία και οι φυσικές τοποθεσίες, η βιοποικιλότητα και τα στοιχεία της. Πρόκειται για δομικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος ή ορισμένων τομέων αυτού.
54. Μολονότι τα σαλατικά δεν εντάσσονται στην ανωτέρω απαρίθμηση, δεν ισχύει το ίδιο και για τον γενικότερο όρο των «γεωργικών καλλιεργειών», οι οποίες αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο σημαντικών τομέων του περιβάλλοντός μας και, κατά συνέπεια, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν στοιχείο του περιβάλλοντος. Με το δεδομένο αυτό, οι πληροφορίες σχετικά με σαλατικά στα οποία έχει γίνει χρήση φυτοπροστατευτικών αφορούν την κατάσταση ενός μερικού συνόλου του εν λόγου στοιχείου του περιβάλλοντος.
55. Στην ανωτέρω θεώρηση θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι οι γεωργικές καλλιέργειες δεν αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος αλλά εντάσσονται σε μια παραγωγική διαδικασία που είναι ανθρώπινο δημιούργημα. Ήτοι, ότι δεν αποτελούν μέρος του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά μάλλον του περιβάλλοντος που δημιουργείται με δραστηριότητα του ανθρώπου.
56. Μια ένδειξη για το ότι η έννοια του περιβάλλοντος κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως περιλαμβάνει μόνο φυσικά ή ημιφυσικά στοιχεία αποτελεί ο όρος «φυσικές τοποθεσίες» που χρησιμοποιείται στην απαρίθμηση στοιχείων του περιβάλλοντος στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, αλλά και σε διάφορες άλλες νομοθετικές πράξεις (26). Ιδίως στο άρθρο 2, παράγραφος 12, της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, η έννοια του περιβάλλοντος δεν εκτείνεται στις γεωργικές καλλιέργειες αλλά περιορίζεται στα είδη άγριων φυτών και ζώων. Αντίστοιχα, ιδιαίτερη προστασία με βάση το περιβαλλοντικό δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως απολαμβάνει μόνο η άγρια πανίδα και χλωρίδα (27), ενώ οι γεωργικές καλλιέργειες καλύπτονται από την αγροτική νομοθεσία.
57. Εντούτοις, η έννοια του περιβάλλοντος κατά το δίκαιο της Ένωσης δεν περιορίζεται σε όλες τις περιπτώσεις μόνο στο φυσικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων εκτείνεται μεταξύ άλλων και στις επιπτώσεις στον πληθυσμό και τα υλικά αγαθά, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς (28). Επίσης, η οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα προβλέπει πρότυπα περιβαλλοντικής ποιότητας για τα τεχνητά υδατικά συστήματα (29). Τέλος, όπως τονίζει η Επιτροπή, η παλαιά οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση χαρακτήριζε τις πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της χλωρίδας και της πανίδας ως περιβαλλοντικές πληροφορίες ανεξάρτητα από το αν επρόκειτο για τη φυσική χλωρίδα και πανίδα.
58. Με βάση τα ανωτέρω, ο περιορισμός της έννοιας του περιβάλλοντος στο φυσικό περιβάλλον δεν αποτελεί έκφραση κάποιας γενικής αρχής αλλά προκύπτει από τον εκάστοτε ρυθμιστικό σκοπό με τον οποίο συναρτάται ο ορισμός. Στην οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση δεν υπάρχουν ενδείξεις για έναν τόσο περιορισμένο σκοπό. Το πιθανότερο είναι ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε να περιορίσει με τη νέα οδηγία την έννοια της περιβαλλοντικής πληροφορίας σε σχέση με την παλαιά οδηγία (30). Κατά συνέπεια, η αναφορά των φυσικών τόπων στο πλαίσιο της απαριθμήσεως στοιχείων του περιβάλλοντος θα πρέπει να θεωρείται μόνο ως ενδεικτική, αφού τα υπόλοιπα παραδείγματα δεν χαρακτηρίζονται από το στοιχείο του «φυσικού».
59. Εξάλλου, η οριοθέτηση μεταξύ φυσικού και τεχνητού περιβάλλοντος θα ήταν μάλλον αδύνατη στην πράξη, διότι στην Ευρώπη έχουν σχεδόν εκλείψει περιβαλλοντικοί χώροι στους οποίους να μην επιδρά λίγο ή πολύ ο ανθρώπινος παράγοντας. Αν ακολουθούσε κανείς αυτή τη λογική, ακόμη και οι πληροφορίες σχετικά με τα παραγωγικά δάση, για παράδειγμα σε ό,τι αφορά τον μαρασμό τους, δεν θα έπρεπε να θεωρηθούν ως περιβαλλοντικές πληροφορίες.
60. Σε ό,τι αφορά τις γεωργικές καλλιέργειες, αυτές υπάγονται σε κάθε περίπτωση στην έννοια του περιβάλλοντος όταν τελούν σε αλληλεπίδραση με τα φυσικά στοιχεία του περιβάλλοντος. Αυτό ισχύει ως προς την υπαίθρια καλλιέργεια σαλατικών, όπου τα φυτά έρχονται ιδίως σε επαφή με το έδαφος και με άγρια ζώα, οι δε καλλιέργειες ενδέχεται να έχουν επίδραση στα υπόγεια κυρίως ύδατα.
61. Ως εκ τούτου, οι επίδικες πληροφορίες σχετικά με υπολείμματα σε σαλατικά αποτελούν περιβαλλοντικές πληροφορίες υπό τη μορφή πληροφοριών σχετικά με στοιχεία του περιβάλλοντος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
3. Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση – Πληροφορίες σχετικά με περιβαλλοντικούς παράγοντες
62. Τέλος, θα πρέπει να εξεταστεί η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Η εν λόγω κατηγορία αφορά πληροφορίες σχετικά με παράγοντες όπως είναι οι ουσίες, η ενέργεια, ο θόρυβος, οι ακτινοβολίες ή τα απόβλητα, συμπεριλαμβανομένων των ραδιενεργών αποβλήτων, οι εκπομπές, οι απορρίψεις και άλλες εκχύσεις στο περιβάλλον που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τα στοιχεία του περιβάλλοντος που αναφέρονται στο στοιχείο α΄.
63. Όπως προβάλλουν η Stichting Natuur en Milieu και προφανώς και η Επιτροπή, οι μελέτες και τα πρωτόκολλα περιέχουν πληροφορίες σχετικά με παράγοντες που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τα στοιχεία του περιβάλλοντος.
64. Πράγματι, η δραστική ουσία propamocarb και το φυτοπροστατευτικό προϊόν Previcur N αποτελούν ουσίες των οποίων η έκχυση επιδρά σε στοιχεία του περιβάλλοντος. Η επίδραση αυτή δεν αφορά μόνον τα σαλατικά στα οποία έχει γίνει χρήση των ουσιών αυτών, αλλά και άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος όπως φυτά, ζώα και μύκητες, αλλά και τα ύδατα, το έδαφος και τον αέρα της ατμόσφαιρας.
65. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν, σε αντίθεση με την εδώ υποστηριζόμενη άποψη, θεωρηθεί ότι οι γεωργικές καλλιέργειες δεν αποτελούν στοιχεία του περιβάλλοντος, και πάλι θα πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με περιβαλλοντικούς παράγοντες. Διότι και οι πληροφορίες για υπολείμματα σε σαλατικά είναι πληροφορίες σχετικά με την έκχυση ουσιών που επιδρούν σε περιβαλλοντικά στοιχεία, αφού και τα ίδια τα υπολείμματα μπορεί να επιδράσουν σε στοιχεία του περιβάλλοντος, λόγου χάριν όταν εισέρχονται στον οργανισμό άγριων ζώων.
66. Ως εκ τούτου, οι επίδικες πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή φυτοπροστατευτικών προϊόντων σε σαλατικά αποτελούν περιβαλλοντικές πληροφορίες και υπό τη μορφή πληροφοριών σχετικά με περιβαλλοντικούς παράγοντες κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
4. Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση – Πληροφορίες σχετικά με διοικητικά μέτρα
67. Ένα άλλο ενδεχόμενο είναι να πρόκειται για περιβαλλοντικές πληροφορίες υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Η συγκεκριμένη κατηγορία καταλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με μέτρα (συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών μέτρων), όπως οι πολιτικές, η νομοθεσία, τα σχέδια, τα προγράμματα, οι περιβαλλοντικές συμφωνίες και οι δραστηριότητες που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν τα στοιχεία και τους παράγοντες που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄ και β΄, καθώς και μέτρα ή δραστηριότητες που αποσκοπούν στην προστασία των ως άνω στοιχείων.
68. Ωστόσο δεν αποτελούν περιβαλλοντικές πληροφορίες οι πληροφορίες σχετικά με διοικητικά μέτρα τα οποία δεν αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος (31). Είναι αμφίβολο αν πρόκειται για περιβαλλοντικές πληροφορίες υπό την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, καθώς οι μελέτες και τα πρωτόκολλα χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό ανώτατης περιεκτικότητας υπολειμμάτων με πρωταρχικό σκοπό, όπως ισχυρίζονται η Bayer και οι Κάτω Χώρες, την προστασία των καταναλωτών και τη διασφάλιση της εμπορευσιμότητας των εκάστοτε αγαθών, και όχι την προστασία του περιβάλλοντος. Η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 90/642 και η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 396/2005 (32), στο χρονικό πεδίο εφαρμογής του οποίου δεν εμπίπτει η παρούσα υπόθεση, επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή.
69. Εντούτοις, ορθώς υπογράμμισε η Ελληνική Δημοκρατία κατά την έγγραφη διαδικασία ότι οι εν λόγω πληροφορίες υποβλήθηκαν σύμφωνα με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως στο πλαίσιο διαδικασίας για τη διεύρυνση της αδείας ενός φυτοπροστατευτικού προϊόντος. Όπως εξάλλου επισημαίνει η Επιτροπή, τέτοιου είδους μελέτες υποβάλλονται υποχρεωτικά στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, και το παράρτημα ΙΙ, μέρος Α, σημείο 6.3., της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι μελέτες και τα πρωτόκολλα δεν έχουν μόνο σημασία για τον καθορισμό της ανώτατης περιεκτικότητας σε υπολείμματα αλλά αποτελούν εν μέρει και τη βάση της εγκρίσεως. Η απόφαση σχετικά με την έγκριση φυτοπροστατευτικών προϊόντων συνιστά διοικητικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, το οποίο ενδέχεται να επηρεάσει την κατάσταση στοιχείων του περιβάλλοντος.
70. Προκειμένου να αξιολογηθεί συνολικά το εν λόγω μέτρο είναι σκόπιμο να θεωρηθούν όλες γενικώς οι πληροφορίες που αφορούν τη διαδικασία ως περιβαλλοντικές πληροφορίες. Στην πράξη, η σημασία των επίμαχων πληροφοριών για το περιβάλλον εξαρτάται σαφώς από τους εκάστοτε συσχετισμούς. Οι υπό κρίση μελέτες θα μπορούσαν να διαφωτίσουν σχετικά με το αν και υπό ποιες συνθήκες η εφαρμογή του προϊόντος ενδέχεται να συνεπάγεται ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα υπολειμμάτων επάνω σε καλλιέργειες, που έχει σημασία όχι μόνο για την προστασία των καταναλωτών αλλά και για την προστασία του περιβάλλοντος.
71. Κατά συνέπεια, οι πληροφορίες που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως αποτελούν πληροφορίες σχετικά με το εν λόγω διοικητικό μέτρο, ήτοι και περιβαλλοντικές πληροφορίες κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση (33).
5. Συμπέρασμα
72. Βάσει των ανωτέρω συλλογισμών ως προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία α΄, β΄ και γ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, οι επίμαχες μελέτες και τα πρωτόκολλα αποτελούν ταυτοχρόνως και περιβαλλοντικές πληροφορίες υπό τη μορφή πληροφοριών σχετικά με τη ρύπανση της τροφικής αλυσίδας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
73. Εν κατακλείδι, ο όρος «περιβαλλοντικές πληροφορίες» του άρθρου 2 της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει και πληροφορίες οι οποίες υποβλήθηκαν στο πλαίσιο εθνικής διαδικασίας για την έγκριση (ή τη διεύρυνση της εγκρίσεως) φυτοπροστατευτικού προϊόντος σε σχέση με τον καθορισμό της ανώτατης περιεκτικότητας παρασιτοκτόνου ή συστατικού ή προϊόντος διασπάσεως αυτού σε τρόφιμα ή ποτά.
Επί του δευτέρου ερωτήματος – Σχέση μεταξύ της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση και του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα
74. Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί η σχέση μεταξύ της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση και του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και, ιδίως, αν το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που η εφαρμογή του δεν επηρεάζει τις υποχρεώσεις του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
75. Παρά το γεγονός ότι ο καθορισμός ανωτάτων περιεκτικοτήτων υπολειμμάτων διέπεται από ειδικές διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως –όπως ήταν κατά τον χρόνο εκδόσεως της ολλανδικής αποφάσεως για το propamocarb το άρθρο 5β, παράγραφος 2, της οδηγίας 90/642–, οι οποίες δεν περιέχουν κανόνες σχετικά με τη μεταχείριση εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών, ωστόσο το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα εφαρμόζεται γενικώς καθώς οι επίμαχες πληροφορίες υποβλήθηκαν στο πλαίσιο διαδικασίας εγκρίσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος.
1. Η εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση υπό το πρίσμα του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα
76. Δεδομένου ότι το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα ισχύει υπό την επιφύλαξη της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, μια αίτηση για πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες υποβληθείσα στο πλαίσιο διαδικασίας εγκρίσεως φυτοπροστατευτικών προϊόντων θα πρέπει καταρχήν να κριθεί με βάση την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση (34). Για να αρνηθούν την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει πρώτα να ελέγξουν ιδίως αν η γνωστοποίηση των πληροφοριών θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε νομίμως προστατευόμενα εμπορικά ή βιομηχανικά μυστικά και αν πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον και, ενδεχομένως, να προβεί τελικώς σε στάθμιση μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος από τη γνωστοποίηση και του συμφέροντος για άρνηση της γνωστοποιήσεως.
77. Η νόμιμη προστασία εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών αποτελεί ήδη αναγνωρισμένη γενική αρχή (35) του δικαίου του ανταγωνισμού αλλά και του δικαίου των δημοσίων συμβάσεων, μάλιστα και τμήμα του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής (36), ταυτοχρόνως αποτελεί δε και διεθνή υποχρέωση της Ενώσεως εκ του άρθρου 39 της Συμφωνίας TRIPS, ενώ στην παρούσα περίπτωση προκύπτει και από την οδηγία για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και το ολλανδικό δίκαιο.
78. Επίσης, το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα αποτελεί εργαλείο για την ταυτοποίηση των μυστικών που είναι άξια προστασίας βάσει της ανωτέρω αρχής. Τούτο διότι αφενός η εν λόγω διάταξη κατονομάζει μια σειρά πληροφοριών οι οποίες δεν προστατεύονται ως εμπορικά ή βιομηχανικά μυστικά (37) –και μεταξύ των οποίων δεν συγκαταλέγεται η παρούσα περίπτωση– και αφετέρου διότι προβλέπει μια διαδικασία κατά την οποία οι αρμόδιες αρχές διαπιστώνουν από κοινού με τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ποιες πληροφορίες περιέχουν εμπορικά ή βιομηχανικά μυστικά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η εμπιστευτική μεταχείριση προϋποθέτει την υποβολή αιτήσεως, οι λόγοι της οποίας πρέπει να έχουν γίνει αποδεκτοί από τις αρμόδιες αρχές.
79. Η Bayer και οι Κάτω Χώρες εκπροσωπούν την άποψη ότι η απόφαση που προβλέπει το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα των αρμοδίων αρχών σχετικά με την αναγνώριση μυστικών θα πρέπει να καθορίζει και την αποδοχή ή μη αιτήματος προσβάσεως με βάση την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Η Bayer εκθέτει συναφώς ότι η δημόσια αρχή προβαίνει ήδη στο πλαίσιο της αιτήσεως μιας επιχειρήσεως σε επαρκή στάθμιση συμφερόντων, έτσι ώστε τελικώς η προστασία των εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών θα έπρεπε να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο με βάση το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα.
80. Η άποψη αυτή δεν μου φαίνεται τελείως πειστική. Μολονότι υπάρχουν πολλοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ του να κρίνεται αν συντρέχει λόγος προστασίας εμπορικού ή βιομηχανικού απορρήτου με βάση το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, εντούτοις δεν δύναται να αποκλεισθεί η εφαρμογή των πρόσθετων στοιχείων της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Ειδικότερα:
81. Εφόσον η προβλεπόμενη στο άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα διαδικασία διενεργείται με προσήκοντα τρόπο, θα πρέπει κατά κανόνα να θεωρηθεί ότι ταυτοποιούνται οι πληροφορίες των οποίων η γνωστοποίηση θα είχε αρνητικές επιπτώσεις σε εμπορικά ή βιομηχανικά μυστικά. Εν προκειμένω, πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι πληροφορίες αυτές προστατεύονται και συνταγματικά, αλλά και ότι η εν λόγω προστασία υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς όταν υπερισχύουν άλλα συμφέροντα, ιδίως δυνάμει ρυθμίσεων σχετικά με την πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες.
82. Για να θεωρηθεί προσήκουσα μια απόφαση λαμβανόμενη σύμφωνα με το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα θα πρέπει αντίστοιχα να έχουν τηρηθεί όχι μόνο το περιεχόμενο της εν λόγω διατάξεως αλλά και οι προβλέψεις της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Έτσι, για παράδειγμα, το άρθρο 4, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση απαγορεύει τον χαρακτηρισμό πληροφοριών σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον ως εμπιστευτικών, με αποτέλεσμα οι αρμόδιες αρχές να μην δύνανται να κάνουν αποδεκτή αίτηση για εμπιστευτική μεταχείρισή τους.
83. Δεν αποκλείεται ωστόσο παρά την προσήκουσα εφαρμογή του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, οι λόγοι που δικαιολογούν την προστασία πληροφοριών να έχουν εκλείψει έως ότου ληφθεί η απόφαση επί της αιτήσεως προσβάσεως (38). Στην περίπτωση αυτή, η εμπιστευτικότητα δεν θα ήταν πλέον δικαιολογημένη και η απόφαση του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα δεν θα μπορούσε πλέον να αντιταχθεί στον αιτούντα.
84. Επίσης, δεν αποκλείεται η αίτηση προσβάσεως σε περιβαλλοντικές πληροφορίες να παραπέμπει σε πρόσθετο δημόσιο συμφέρον για γνωστοποίηση πληροφοριών το οποίο η αρμόδια αρχή δεν έλαβε υπόψη κατά τη λήψη της αρχικής αποφάσεως σχετικά με την προστασία της εμπιστευτικότητας. Στην περίπτωση αυτή, η απόφαση του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα δεν περιέχει οριστική στάθμιση μεταξύ της προστασίας της εμπιστευτικότητας και του συμφέροντος του κοινού για γνωστοποίηση των πληροφοριών και θα πρέπει να διενεργηθεί εκ νέου στάθμιση.
85. Ως εκ τούτου, μια απόφαση προσηκόντως ληφθείσα κατά το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα σε σχέση με την προστασία πληροφοριών εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών είναι καθοριστική για την απόφαση γνωστοποίησης περιβαλλοντικών πληροφοριών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση (μόνον) υπό την επιφύλαξη τυχόν νέων εξελίξεων και πρόσθετων πληροφοριών σε σχέση με το συμφέρον που ενέχει η γνωστοποίηση για το κοινό.
2. Σχετικά με τις πληροφορίες για εκπομπές στο περιβάλλον
86. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, απαγορεύεται η απόρριψη αιτήσεων που αφορούν πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον λόγω χαρακτηρισμού των πληροφοριών ως εμπορικών ή βιομηχανικών μυστικών. Μολονότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δεν περιέχει ερώτημα σχετικά με τον ορισμό τέτοιων πληροφοριών, το ερώτημα αυτό είναι προφανώς κεντρικής σημασίας για την κύρια υπόθεση, εξ ου και η αναφορά σε αυτό εκ μέρους των μετεχόντων στη διαδικασία.
87. Οι κατευθυντήριες οδηγίες για την εφαρμογή της Συμβάσεως του Aarhus (39) παραπέμπουν ως προς την έννοια των εκπομπών στον ορισμό που περιέχεται στην οδηγία ΟΠΕΡ (40). Κατά το άρθρο 2, σημείο 5, της εν λόγω οδηγίας, ως «εκπομπή» νοείται η άμεση ή έμμεση απόρριψη ουσιών, κραδασμών, θερμότητας ή θορύβου στον αέρα, το νερό ή το έδαφος, από σημειακές ή διάχυτες πηγές μιας εγκαταστάσεως. Ενόψει αυτού οι Κάτω Χώρες και η Επιτροπή προτείνουν τον περιορισμό της έννοιας του όρου «εκπομπές» σε εκπομπές εγκαταστάσεων κατά την έννοια της οδηγίας ΟΠΕΡ έτσι ώστε η έκχυση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στις γεωργικές καλλιέργειες να μην αποτελεί εκπομπή.
88. Οι κατευθυντήριες οδηγίες αποτελούν ουσιαστικά κατάλληλο βοήθημα για την ερμηνεία αόριστων νομικών εννοιών της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση (41). Μολονότι οι οδηγίες αυτές δεν έχουν την ισχύ δεσμευτικής ερμηνείας της Συμβάσεως του Aarhus, ωστόσο η επεξεργασία τους έγινε τουλάχιστον εν γνώσει και με την υποστήριξη των μερών της Συμβάσεως (42), θα πρέπει δε να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω οδηγίες ήταν γνωστές στον νομοθέτη κατά την έκδοση της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
89. Εντούτοις, είναι ήδη αμφίβολο αν σκοπός της παραπομπής που περιέχεται στις κατευθυντήριες γραμμές στην οδηγία ΟΠΕΡ ήταν να περιοριστεί η έννοια του όρου «εκπομπές» σε εκπομπές εγκαταστάσεων. Η έννοια της εγκαταστάσεως χρησιμοποιείται στον ως άνω ορισμό των εκπομπών για τον μόνο λόγο ότι η οδηγία ΟΠΕΡ αναφέρεται σε εγκαταστάσεις. Αντιθέτως, τέτοιου είδους περιορισμός της έννοιας των εκπομπών δεν προκύπτει ούτε από την οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση ούτε από τη Σύμβαση του Aarhus.
90. Αντιθέτως: σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, της Συμβάσεως του Aarhus, οι πληροφορίες σχετικά με εκπομπές οι οποίες είναι σημαντικές για την προστασία του περιβάλλοντος επιβάλλεται να κοινοποιούνται. Εν προκειμένω, όμως, το θέμα αν οι εκπομπές προέρχονται ή όχι από εγκαταστάσεις είναι αδιάφορο για τη σημασία τους για την προστασία του περιβάλλοντος. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι οι εκπομπές που προέρχονται από τις μεταφορές.
91. Αν εξαιρέσει κανείς τον περιορισμό σε εγκαταστάσεις, ο ορισμός των εκπομπών στην οδηγία ΟΠΕΡ είναι ωστόσο απολύτως εύλογος και δύναται να υιοθετηθεί για τους σκοπούς της εφαρμογής της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Βάσει αυτού, το άρθρο 4, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση αφορά πληροφορίες για την άμεση ή έμμεση απόρριψη ουσιών, κραδασμών, θερμότητας ή θορύβου στον αέρα, το νερό ή το έδαφος, από σημειακές ή διάχυτες πηγές.
92. Υπό την έννοια αυτή, ο όρος «εκπομπές» αντιστοιχεί κατά τα λοιπά σε μεγάλο βαθμό στον ορισμό του άρθρου 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 2004/35, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (43), τον οποίο επικαλείται ιδίως η Vereniging Milieudefensie. Σύμφωνα με τον εν λόγω ορισμό, ως «εκπομπή» νοείται η απελευθέρωση στο περιβάλλον ουσιών, παρασκευασμάτων, οργανισμών ή μικροοργανισμών, συνεπεία ανθρώπινης δραστηριότητας. Το πεδίο εφαρμογής της συγκεκριμένης οδηγίας, η οποία δεν υπήρχε ακόμη κατά τον χρόνο της συντάξεως των κατευθυντηρίων γραμμών, αντιστοιχεί μάλλον σε αυτό της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση παρά σε εκείνο της οδηγίας ΟΠΕΡ αφού δεν περιορίζεται σε εγκαταστάσεις.
93. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή επίσης δεν καλύπτονται πληροφορίες για εκπομπές σε ουσίες οι οποίες εκχύνονται οποτεδήποτε. Όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, κατά κανόνα όλες οι ουσίες εκχύνονται σε κάποιο σημείο του κύκλου ζωής τους στο περιβάλλον. Το κρίσιμο είναι οι πληροφορίες σχετικά με την έκχυση αυτή καθεαυτήν.
94. Από ό,τι φαίνεται, οι πληροφορίες σχετικά με την έκχυση ουσιών αυτή καθεαυτήν ενδιαφέρουν εν προκειμένω μόνο δευτερευόντως. Καίτοι θα πρέπει να υποτεθεί ότι τα πρωτόκολλα δοκιμών αναφέρουν ποιες ποσότητες του φυτοπροστατευτικού προϊόντος εκχύνονται στο περιβάλλον, εντούτοις τα εν λόγω πρωτόκολλα ενδιαφέρουν πρωτίστως για τις πληροφορίες που περιέχουν σε σχέση με τα υπολείμματα που παραμένουν επάνω στα σαλατικά. Πρόκειται λοιπόν για συγκεκριμένες συνέπειες της εκχύσεως.
95. Αυτού του είδους οι συνέπειες είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο κατά κανόνα θα πρέπει να κοινοποιούνται οι πληροφορίες σχετικά με τις εκπομπές στο περιβάλλον, καθώς το κοινό έχει αυξημένο συμφέρον να μάθει κατά ποιον τρόπο μπορεί να επηρεαστεί από αυτές. Πριν από την εκπομπή, οι επιδράσεις στον άνθρωπο και το περιβάλλον είναι μάλλον απίθανες ή τουλάχιστον περιορίζονται στο πεδίο του κατόχου των εμπορικών μυστικών. Αντιθέτως, οι εκχυθείσες ουσίες αλληλεπιδρούν αναγκαστικά με το περιβάλλον και ενδεχομένως και με τον άνθρωπο. Για τον λόγο αυτό στις κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της Συμβάσεως του Aarhus τονίζεται ότι η προστασία εμπορικών μυστικών θα πρέπει να εκλείπει όταν εκχύονται ουσίες στις οποίες αναφέρονται οι πληροφορίες που τηρούνται ως εμπιστευτικές. Βάσει αυτού, οι πιθανές επιδράσεις στο περιβάλλον θα πρέπει να μην θεωρούνται εμπορικά μυστικά (44). Υπό τέτοιες συνθήκες είναι ιδίως δικαιολογημένη η υποχώρηση του θεμελιώδους δικαιώματος προστασίας εμπορικών μυστικών αναφορικά με πληροφορίες σχετικές με εκπομπές χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε στάθμιση σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση. Το άρθρο 39, παράγραφος 3, της Συμφωνίας TRIPS επιτρέπει τη δημοσιοποίηση τέτοιων πληροφοριών όταν τούτο είναι αναγκαίο για την προστασία του κοινού.
96. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες σχετικά με υπολείμματα εκπομπών στο περιβάλλον πρέπει να θεωρούνται ως τμήμα των πληροφοριών σχετικά με εκπομπές κατά την έννοια της Συμβάσεως του Aarhus.
97. Τα ανωτέρω ισχύουν ιδίως για τη ρήτρα εκπομπών που περιέχεται στην οδηγία για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, η οποία είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφώς ευρύτερο σε σχέση με τη ρήτρα εκπομπών της Συμβάσεως του Aarhus.
98. Το μόνο που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 4, στοιχείο δ΄, της συμβάσεως, είναι ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας εμπορικών και βιομηχανικών πληροφοριών δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο για την κοινοποίηση πληροφοριών σχετικά με εκπομπές οι οποίες είναι σημαντικές για την προστασία του περιβάλλοντος. Η αναφορά στη σημασία αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως περιορισμός της ρήτρας εκπομπών (45).
99. Αντιθέτως, το άρθρο 4, παράγραφος 2, τέταρτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση δεν περιέχει τη φράση που αναφέρεται στη σημασία για την προστασία του περιβάλλοντος και επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της ρήτρας εκπομπών σε άλλους λόγους εμπιστευτικής μεταχειρίσεως.
100. Η εν λόγω επέκταση είναι αποτέλεσμα αντιπαραθέσεων που υπήρξαν κατά τη διάρκεια της νομοθετικής διαδικασίας. Η Επιτροπή παρέλειψε στην αρχική της πρόταση να ζητήσει την πρόβλεψη της σημασίας για την προστασία του περιβάλλοντος, ωστόσο σε ό,τι αφορά τις πληροφορίες σχετικά με εκπομπές εξαίρεσε μόνο την εφαρμογή εμπορικών και βιομηχανικών μυστικών (46). Αντιθέτως επέστρεψε η κοινή θέση του Συμβουλίου σχετικά με τη διατύπωση της συμβάσεως (47). Μάλιστα το Κοινοβούλιο ζήτησε αντιθέτως να μην υπάρχει ποτέ εμπιστευτική μεταχείριση πληροφοριών σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον (48). Η σημερινή ρύθμιση, με την οποία αποκλείστηκε η εφαρμογή των περισσοτέρων λόγων τηρήσεως εμπιστευτικότητας, όταν πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον, και στην οποία παραλείφθηκε ο όρος της σημασίας για την προστασία του περιβάλλοντος, αποφασίστηκε στο πλαίσιο επιτροπής συνδιαλλαγής. Συνεπώς η επέκταση της ρήτρας εκπομπών αποτελεί συνειδητή απόφαση του νομοθέτη.
101. Για τους λόγους αυτούς οι επίδικες μελέτες και τα πρωτόκολλα δοκιμών αποτελούν πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον των οποίων την κοινοποίηση οι αρχές δεν δύνανται να αρνηθούν επικαλούμενες το εμπορικό ή βιομηχανικό απόρρητο.
Δ – Επί του τρίτου ερωτήματος – Στάθμιση από τον νομοθέτη
102. Με το τρίτο ερώτημά του το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η επιβαλλόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση στάθμιση μεταξύ του γενικού συμφέροντος που εξυπηρετείται από την κοινολόγηση και του ειδικού συμφέροντος για άρνηση της κοινολογήσεως θα πρέπει να λαμβάνει χώρα σε επίπεδο εφαρμογής του δικαίου ή αν δύναται να διενεργηθεί σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας.
103. Με βάση την ανωτέρω διάταξη, η στάθμιση μεταξύ του γενικού συμφέροντος που εξυπηρετείται από την κοινολόγηση και του ειδικού συμφέροντος για άρνηση της κοινολογήσεως γίνεται κατά περίπτωση.
104. Η Bayer επισημαίνει ότι η Σύμβαση του Aarhus δεν απαιτεί στάθμιση κατά περίπτωση. Κινούμενη στο ίδιο πνεύμα η Φινλανδία είχε προβεί σε δήλωση κατά την ψήφιση της οδηγίας φοβούμενη ότι η στάθμιση κατά περίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυθαίρετους περιορισμούς του δικαιώματος προσβάσεως (49).
105. Όπως ωστόσο εκθέτουν η Ελληνική Δημοκρατία και η Επιτροπή, η αντικατάσταση της κατά περίπτωση σταθμίσεως από μια γενική στάθμιση του εθνικού νομοθέτη δεν συμβιβάζεται με το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση. Σε αντίθεση με ό,τι διαλαμβάνεται στη δήλωση της Φινλανδίας, δεν πρόκειται για περιορισμό του δικαιώματος προσβάσεως σε σχέση με τη Σύμβαση του Aarhus, καθώς μια τέτοια στάθμιση επιτρέπει, έστω και σε βάρος της προστασίας προστατευόμενων αγαθών, την κοινοποίηση πληροφοριών όταν υπερέχει το δημόσιο συμφέρον το οποίο εξυπηρετεί η κοινοποίηση.
106. Κατά την άποψη των Κάτω Χωρών και της Bayer η εφαρμογή του άρθρου 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα συνεπάγεται αυτομάτως μια τέτοια στάθμιση καθώς η αναγνώριση εμπορικού και βιομηχανικού απορρήτου προϋποθέτει τη στάθμιση αυτή. Οι συγκεκριμένοι μετέχοντες στη διαδικασία υποστηρίζουν ότι τα όρια που θέτουν η εν λόγω διάταξη και η μεταφορά της σταθμίσεως στο εθνικό δίκαιο εξυπηρετούν τον σκοπό της ασφαλείας δικαίου και συνεπώς είναι αναγκαία.
107. Όπως όμως τόνισα σε προηγούμενο σημείο, η εν λόγω στάθμιση με βάση το άρθρο 14 της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά είναι μάλλον ατελής. Κατά συνέπεια δεν δύναται να αντικαταστήσει πλήρως τη στάθμιση του άρθρου 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση.
108. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας για την περιβαλλοντική πληροφόρηση, θα πρέπει συνεπώς η επιβαλλόμενη από την εν λόγω διάταξη στάθμιση μεταξύ του γενικού συμφέροντος που εξυπηρετείται από την κοινολόγηση και του ειδικού συμφέροντος για άρνηση της κοινολογήσεως να γίνεται κατά περίπτωση σε επίπεδο εφαρμογής του δικαίου.
V – Πρόταση
109. Ως εκ τούτου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα ως εξής:
1. Ο όρος «περιβαλλοντική πληροφορία» στο άρθρο 2 της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και για την κατάργηση της οδηγίας 90/313/ΕΟΚ του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι περιλαμβάνει και πληροφορίες που παρέχονται στο πλαίσιο μιας εθνικής διαδικασίας (διευρύνσεως της) εγκρίσεως φυτοπροστατευτικού προϊόντος, προκειμένου να καθορισθεί η ανώτατη ποσότητα ενός παρασιτοκτόνου, συστατικών αυτού ή προϊόντων μεταποιήσεώς του που ενδέχεται να υπάρχει σε τρόφιμα ή ποτά.
2. Με την επιφύλαξη τυχόν νέων εξελίξεων και πρόσθετων πληροφοριών σε σχέση με το συμφέρον του κοινού για κοινοποίηση, μία απόφαση για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα σε σχέση με την προστασία πληροφοριών εμπορικού και βιομηχανικού απορρήτου, προσηκόντως ληφθείσα κατά το άρθρο 14 της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων, είναι καθοριστική για την απόφαση της γνωστοποίησης περιβαλλοντικών πληροφοριών κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, εδάφιο 1, στοιχείο δ΄, της οδηγίας 2004/3. Ωστόσο οι επίδικες μελέτες και τα πρωτόκολλα δοκιμών αποτελούν πληροφορίες σχετικά με εκπομπές στο περιβάλλον, των οποίων την κοινοποίηση οι αρχές δεν δύνανται να αρνηθούν επικαλούμενες το εμπορικό ή βιομηχανικό απόρρητο.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, της οδηγίας 2004/3, η επιβαλλόμενη με αυτή τη διάταξη στάθμιση μεταξύ του γενικού συμφέροντος, του εξυπηρετούμενου με τη δημοσιοποίηση, και του ειδικού συμφέροντος, του εξυπηρετούμενου με την άρνηση δημοσιοποιήσεως, πρέπει να γίνεται κατά περίπτωση σε επίπεδο εφαρμογής του δικαίου.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – ΕΕ L 41, σ. 26.
3 – ΕΕ L 230, σ. 1. Αν και τα παραρτήματα της οδηγίας τροποποιούνται συχνά, οι βασικές διατάξεις παραμένουν ως είχαν.
4 – ΕΕ 2005, L 124, σ. 4.
5 – Εγκριθείσα με την απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 2005 (ΕΕ L 124, σ. 1).
6 – ΕΕ L 336, σ. 1.
7 – ΕΕ L 158, σ. 56.
8 – Αριθ. 160 του παραρτήματος I της οδηγίας για τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα που εισήχθη με την οδηγία 2007/25/ΕΚ της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007 (ΕΕ L 106, σ. 34).
9 – ΕΕ L 350, σ. 71, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/82/ΕΚ της Επιτροπής, της 27ης Οκτωβρίου 1998 (ΕΕ L 290, σ. 25).
10 – Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1981, 212/80 έως 217/80, Meridionale Industria Salumi κ.λπ. (Συλλογή 1981, σ. 2735, σκέψη 9), της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑201/04, Molenbergnatie (Συλλογή 2006, σ. I‑2049, σκέψη 31), και της 14ης Φεβρουαρίου 2008, C‑450/06, Varec (Συλλογή 2008, σ. I‑581, σκέψη 27).
11 – Απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 119, και εκεί παρατιθέμενη νομολογία)
12 – Αποφάσεις της 14ης Απριλίου 1970, 68/69, Brock (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 293, σκέψη 7), της 5ης Δεκεμβρίου 1973, 143/73, SOPAD (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 809, σκέψη 8), της 10ης Ιουλίου 1986, 270/84, Licata κατά EWS (Συλλογή 1986, σ. 2305, σκέψη 31), της 2ας Οκτωβρίου 1997, C‑122/96, Saldanha και MTS (Συλλογή 1997, σ. I‑5325, σκέψη 14), της 29ης Ιανουαρίου 2002, C‑162/00, Pokrzeptowicz-Meyer (Συλλογή 2002, σ. I‑1049, σκέψη 50), της 11ης Δεκεμβρίου 2008, C‑334/07 P, Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (Συλλογή 2008, σ. I‑9465, σκέψη 43) και της 6ης Ιουλίου 2010, C‑428/08, Monsanto Technology (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 66).
13 – Αποφάσεις της 16ης Μαΐου 1979, 84/78, Tomadini (Συλλογή τόμος1979/Ι, σ. 903, σκέψη 21), της 14ης Ιανουαρίου 1987, 278/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (υλλογή 1987, σ. 1, σκέψη 36), της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 19), της 29ης Ιουνίου 1999, C‑60/98, Butterfly Music (Συλλογή 1999, σ. I‑3939, σκέψη 25), Pokrzeptowicz-Meyer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 55) και Επιτροπή κατά Freistaat Sachsen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 43).
14 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2001 (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).
15 – Επίσης, οι αποφάσεις της 11ης Ιανουαρίου 2000, C‑174/98 P και C‑189/98 P, Κάτω Χώρες και van der Wal κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑1), και της 29ης Ιουνίου 2010, C‑139/07 P, Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), αφορούσαν έγγραφα που περιήλθαν στην κατοχή της Επιτροπής πριν τεθεί σε ισχύ η ρύθμιση η σχετική με την πρόσβαση.
16 – Υπό το ίδιο πνεύμα και οι προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Ε. Sharpston της 22ας Δεκεμβρίου 2008 στην υπόθεση C‑552/07, Azelvandre (Συλλογή 2009, σ. I‑987, σημεία 6 επ.). Στην απόφασή του της 17ης Φεβρουαρίου 2009 το Δικαστήριο άφησε ανοικτό το ερώτημα αυτό (σκέψη 52).
17 – Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak της 3ης Μαΐου 2007, C‑62/06, ZF Zefeser (απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2007, Συλλογή 2007, σ. I‑11995, υποσημείωση 8).
18 – Βλέπε απόφαση Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11, σκέψεις 115 επ.).
19 – Βλέπε, αναφορικά με τον κανονισμό 1049/2001, την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2010, C‑362/08 P, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 56 επ.), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mengozzi της 15ης Σεπτεμβρίου 2009 στην ίδια υπόθεση (σημεία 136 επ.).
20 – Αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C‑61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1996, σ. I‑3989, σκέψη 52), της 1ης Απριλίου 2004, C‑286/02, Bellio F.lli (Συλλογή 2004, σ. I‑3465, σκέψη 33) και της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑344/04, IATA και ELFAA (Συλλογή 2006, σ. Ι‑403, σκέψη 35).
21 – Αποφάσεις Επιτροπή κατά Γερμανίας (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 52), της 14ης Ιουλίου 1998, C‑341/95, Bettati (Συλλογή 1998, σ. I‑4355, σκέψη 20), Bellio F.lli (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20, σκέψη 33), της 7ης Δεκεμβρίου 2006, C‑306/05, SGAE (Συλλογή 2006, σ. I‑11519, σκέψη 35) και της 14ης Μαΐου 2009, C‑161/08, Internationaal Verhuis- en Transportbedrijf Jan de Lely (Συλλογή 2009, σ. I‑4075, σκέψη 38).
22 – Αποφάσεις της 17ης Ιουνίου 1998, C‑321/96, Mecklenburg (Συλλογή 1998, σ. I‑3809, σκέψη 19) και της 12ης Ιουνίου 2003, C‑316/01, Glawischnig (Συλλογή 2003, σ. I‑5995, σκέψη 24).
23 – Απόφαση Glawischnig (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 5).
24 – Βλέπε απόφαση Glawischnig (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 25).
25 – Stec/Casey-Lefkowitz/Jendroska, The Aarhus Convention: An Implementation Guide, Nέα Υόρκη 2000, σ. 38 επ. (σ. 47 επ. της γαλλικής εκδόσεως).
26 – Ορισμός δίδεται στο άρθρο 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206, σ. 7). Βλ. επίσης τον ορισμό της έννοιας «περιβαλλοντική ζημία» στο άρθρο 2, σημείο 1, της οδηγίας 2004/35/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη όσον αφορά την πρόληψη και την αποκατάσταση περιβαλλοντικής ζημίας (ΕΕ L 143, σ. 56).
27 – Βλ., εκτός της αναφερόμενης στην υποσημείωση 26 οδηγίας 92/43, την οδηγία 2009/147/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (ΕΕ L 20, σ. 7).
28 – Παράρτημα IV, αριθ. 3, της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1985, για την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημοσίων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον (ΕΕ L 175, σ. 40), όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση της οδηγίας 85/337/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και 2008/1/ΕΚ, και του κανονισμού (ΕΚ) 1013/2006 (ΕΕ L 140, σ. 114).
29 – Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, σημείο iii, της οδηγίας 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2000, για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων (ΕΕ L 327, σ. 1) όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2009/31 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 28).
30 – Βλέπε απόφαση Glawischnig (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σημείο 5).
31 – Απόφαση Glawischnig (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψεις 29 επ.).
32 – Κανονισμός (ΕΚ) 396/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Φεβρουαρίου 2005, για τα ανώτατα όρια καταλοίπων φυτοφαρμάκων μέσα η πάνω στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές φυτικής και ζωικής προελεύσεως και για την τροποποίηση της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 70, σ. 10).
33 – Βλέπε απόφαση Mecklenburg (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, σκέψη 21).
34 – Ως προς την έννοια της εκφράσεως «με την επιφύλαξη», βλ. τις προτάσεις μου της 18ης Ιουλίου 2007 στην υπόθεση C‑275/06, Promusicae (Συλλογή 2008, σ. I‑271, σημείο 47), θέση που επιβεβαιώνεται εμμέσως από την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2008, σκέψεις 42 επ., καθώς και την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρυπάνσεως (ΕΕ L 24, σ. 8).
35 – Αποφάσεις της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85, AKZO Chemie κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 1965, σκέψη 28), της 19ης Μαΐου 1994, C‑36/92 P, SEP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑1911, σκέψη 37) και Varec (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 49).
36 – Απόφαση Varec (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 48).
37 – Στο σημείο αυτό η εν λόγω διάταξη προσομοιάζει στη ρύθμιση της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 106, σ. 1), την οποία το Δικαστήριο ερμήνευσε με την απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2009, C‑552/07, Azelvandre (Συλλογή 2009, σ. I‑987, σκέψη 52).
38 – Ανωτέρω, σημεία 27 επ.
39 – Stec κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σ. 60 [σ. 76 της γαλλικής εκδόσεως]).
40 – Οδηγία 96/61/EΚ του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 1996, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρυπάνσεως (ΕΕ L 257, σ. 26), η οποία αντικαταστάθηκε ήδη από την οδηγία 2008/1/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιανουαρίου 2008, σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρυπάνσεως (κωδικοποιημένη έκδοση) (ΕΕ L 24, σ. 8, στο εξής: οδηγία ΟΠΕΡ).
41 – Την ίδια άποψη φαίνεται να υποστηρίζει και η γενική εισαγγελέας στις προτάσεις της της 2ας Ιουλίου 2009 στην υπόθεση C‑263/08, Djurgården-Lilla Värtans Miljöskyddsförening (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, υποσημειώσεις 17, 18 και 32).
42 – Βλ. τις εκθέσεις της πρώτης συνόδου των συμβαλλομένων μερών στη Σύμβαση του Aarhus που διεξήχθη στο Chisinau της Μολδαβίας από 19 μέχρι 21 Απριλίου 1999 (CEP/WG.5/1999/2, σημείο 40) και της δεύτερης συνόδου που διεξήχθη στο Dubrovnik της Κροατίας από 3 μέχρι 5 Ιουλίου 2000 (CEP/WG.5/2000/2, σημείο 43).
43 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 26.
44 – Stec κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σ. 60 [σ. 76 της γαλλικής εκδόσεως]).
45 – Αντίθετη όμως η απόφαση Stec κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, σ. 60 [σ. 76 της γαλλικής εκδόσεως]).
46 – Άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, της προτάσεως της Επιτροπής [COM(2000) 402 τελικό, σ. 25].
47 – Κοινή θέση της 28ης Ιανουαρίου 2002 (έγγραφο 11878/1/01 του Συμβουλίου, REV 1, σ. 12).
48 – Βλέπε την 21η τροπολογία του Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2001 (ΕΕ 2001, C 343, σ. 165 [172]) και την 33η τροπολογία της 30ής Μαΐου 2002 (έγγραφο 9445/02 του Συμβουλίου, σ. 12).
49 – Έγγραφο 14917/02 ADD 1 REV 1 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2002.
Full & Egal Universal Law Academy