ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 19ης Ιανουαρίου 2012 ( 1 )
Υπόθεση C-337/09 P
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
κατά
Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group Co. Ltd
«Αίτηση αναιρέσεως — Κοινή εμπορική πολιτική — Ντάμπινγκ — Άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 — Χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς — Καθεστώς των εταιριών που λειτουργούν υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς (“ΚΟΑ”) — Εισαγωγές του προϊόντος glyphosate καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας»
I – Εισαγωγή
1.
Η υπό κρίση υπόθεση αντιντάμπινγκ είναι θεμελιώδους σημασίας όσον αφορά τις μελλοντικές εμπορικές σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ορισμένων αναδυομένων χωρών, όπως η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας (στο εξής: ΛΔΚ), οι οποίες βρίσκονται προς το παρόν σε διαδικασία μεταβάσεως από την κρατικά ελεγχόμενη οικονομία στην οικονομία της αγοράς, αλλά εμπίπτουν ακόμη στην κατηγορία των «χωρών χωρίς οικονομία της αγοράς».
2.
Πρέπει να αποσαφηνισθεί αν εταιρίες οι οποίες είναι εγκατεστημένες σε τέτοιες χώρες και υπόκεινται στον έλεγχο κρατικών φορέων μπορούν να ισχυριστούν ότι λειτουργούν υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Η υπαγωγή σε αυτό το καθεστώς, κοινώς καλούμενο ως ΚΟΑ, εξαφανίζει στις οικείες εταιρίες προνομιακή μεταχείριση έναντι άλλων παραγωγών: ως προς αυτές θεσπίζονται ατομικοί δασμοί αντιντάμπινγκ βάσει των στοιχείων του κύκλου εργασιών τους, κατά παρέκκλιση από τις ρυθμίσεις οι οποίες ισχύουν εν γένει για τις χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς.
3.
Στην προκειμένη περίπτωση, στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με εισαγωγές του προϊόντος glyphosate καταγωγής ΛΔΚ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψαν την αίτηση υπαγωγής στο ΚΟΑ παραγωγού εγκατεστημένου στη ΛΔΚ —συγκεκριμένα της εταιρίας Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group Co. Ltd («Xinanchem»). Προς στήριξη της αποφάσεώς τους και τα δύο όργανα προέβαλαν ως αιτιολογία ότι η Xinanchem υπόκειται σε κρατικό έλεγχο. Τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε η Xinanchem προκειμένου να αποδείξει ότι λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, μολονότι το Δημόσιο έχει κυρίαρχη θέση μεταξύ των μετόχων της, κρίθηκαν άνευ σημασίας από την Επιτροπή και το Συμβούλιο ενόψει του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εταιρίας. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν επέβαλε εντέλει στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate της εταιρίας Xinanchem ατομικό δασμό αντιντάμπινγκ βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1683/2004 ( 2 ) (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) αλλά τον δασμό αντιντάμπινγκ, ο οποίος ισχύει όσον αφορά το σύνολο της επικράτειας της ΛΔΚ.
4.
Οι διάδικοι διαφώνησαν κατ’ ουσίαν ενώπιον του Πρωτοδικείου ως προς το αν το γεγονός ότι εταιρία υπόκειται απλώς σε κρατικό έλεγχο ισοδυναμεί, όσον αφορά τα μέτρα αντιντάμπινγκ, με σημαντική κρατική παρέμβαση στις τιμές, στο κόστος και στις εισροές της, ώστε να καθίσταται εκ προοιμίου αδύνατη η υπαγωγή της οικείας εταιρίας στο ΚΟΑ. Επιπλέον, τίθεται εν προκειμένω και το ζήτημα της επιρροής που ασκεί το αρμόδιο κινεζικό εμπορικό επιμελητήριο ( 3 ) κατά τη θεώρηση των συμβάσεων και την εποπτεία των τιμών εξαγωγής.
5.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή, υποστηρίζοντας μια πιο συσταλτική ερμηνεία όσον αφορά το ΚΟΑ, ηττήθηκαν στον πρώτο βαθμό. Με την απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009 ( 4 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή ακυρώσεως της Xinanchem κατά του κανονισμού 1683/2004. Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, βάλλει πλέον κατά της εν λόγω αποφάσεως με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η απόφαση του Δικαστηρίου σχετικά με αυτήν την αίτηση αναιρέσεως θα ασκήσει σημαντική επιρροή στη μελλοντική διοικητική πρακτική της Επιτροπής και του Συμβουλίου στο πλαίσιο των διαδικασιών αντιντάμπινγκ.
II – Νομικό πλαίσιο
6.
Το νομικό πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως ορίζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 5 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός). Αυτός ο βασικός κανονισμός εφαρμόζεται εν προκειμένω όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1972/2002 ( 6 ).
7.
Το άρθρο 1 του βασικού κανονισμού προβλέπει, όσον αφορά τις «αρχές» του ευρωπαϊκού δικαίου αντιντάμπινγκ, μεταξύ άλλων και τα εξής:
«1. Δασμός αντιντάμπινγκ είναι δυνατό να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ, όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία.
2. Ένα προϊόν θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η τιμή εξαγωγής του στην Κοινότητα είναι χαμηλότερη από μια συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος, όπως έχει καθοριστεί για τη χώρα εξαγωγής κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.
[...]»
8.
Η θέσπιση δασμού αντιντάμπινγκ στηρίζεται στη σύγκριση μεταξύ της «τιμής εξαγωγής» του σχετικού προϊόντος και της «κανονικής αξίας» ομοειδούς προϊόντος. Ο τρόπος καθορισμού της κανονικής αξίας, κομβικό ζήτημα του δικαίου αντιντάμπινγκ, προκύπτει από το άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 7, του βασικού κανονισμού.
9.
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, περιγράφει τη βασική μέθοδο καθορισμού της κανονικής αξίας ως ακολούθως:
«Η κανονική αξία βασίζεται κατ’ αρχήν στις πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, από ανεξάρτητους πελάτες στη χώρα εξαγωγής.»
10.
Ωστόσο, όσον αφορά τις εισαγωγές από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς ( 7 ), το άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού περιλαμβάνει από το 1998 ειδική ρύθμιση η οποία, ως έχει, είναι κρίσιμη για την προκειμένη περίπτωση καθόσον λαμβάνει υπόψη ιδίως τις μεταβληθείσες οικονομικές συνθήκες στη Ρωσία και στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ( 8 ):
α)
Στην περίπτωση εισαγωγών από χώρες που δεν έχουν οικονομία αγοράς, [...] η κανονική αξία καθορίζεται με βάση την τιμή ή την κατασκευασμένη αξία σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, ή την τιμή από αυτή την τρίτη χώρα προς άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κοινότητας, ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατόν, πάνω σε κάθε άλλη λογική βάση, συμπεριλαμβανομένης της τιμής που έχει πράγματι πληρωθεί ή πρέπει να πληρωθεί στην Κοινότητα για το ομοειδές προϊόν, δεόντως προσαρμοσμένης αν χρειάζεται ώστε να συμπεριλαμβάνει ένα εύλογο περιθώριο κέρδους.
[…]
β)
Στις έρευνες αντιντάμπινγκ που αφορούν εισαγωγές από […] τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, την Ουκρανία, το Βιετνάμ και το Καζακστάν, καθώς και από οποιαδήποτε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς που είναι μέλος του ΠΟΕ κατά την ημερομηνία έναρξης της έρευνας, η κανονική αξία καθορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 6, εάν αποδεικνύεται, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς που θα υποβάλουν ένας ή περισσότεροι παραγωγοί που υπόκεινται στην έρευνα και με βάση τα κριτήρια και τις διαδικασίες που περιλαμβάνονται στο στοιχείο γ), ότι υπόκεινται σε συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση του οικείου ομοειδούς προϊόντος. Άλλως εφαρμόζονται οι κανόνες που καθορίζονται στο στοιχείο αʹ.
γ)
Ένας ισχυρισμός κατά το στοιχείο βʹ γίνεται γραπτώς και πρέπει να δίδει επαρκείς αποδείξεις ότι ο παραγωγός λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, ήτοι:
—
οι επιχειρηματικές αποφάσεις για τιμές, κόστος και εισροές, παραδείγματος χάρη πρώτες ύλες, τεχνολογία, εργατικό δυναμικό, εκροές, πωλήσεις και επενδύσεις, λαμβάνονται βάσει στοιχείων από την αγορά, όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση, χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση, ενώ το κόστος των σημαντικότερων εισροών πρέπει να εκφράζει σε μεγάλο βαθμό τις τιμές στην αγορά,
[…]».
11.
Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη και το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, όπου στη δεύτερη περίοδο ορίζονται οι προϋποθέσεις της κοινώς καλούμενης «ιδιαίτερης μεταχειρίσεως» εταιριών από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς:
«Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, ωστόσο, ορίζεται ο ατομικός δασμός για τους εξαγωγείς που μπορούν να αποδείξουν, με βάση δεόντως αιτιολογημένους ισχυρισμούς, ότι:
[...]
γ)
η πλειοψηφία των μετοχών ανήκει σε ιδιώτες. Οι κρατικοί υπάλληλοι που έχουν καθήκοντα στο διοικητικό συμβούλιο ή κατέχουν βασικές διευθυντικές θέσεις πρέπει να αποτελούν μειονότητα, ή διαφορετικά πρέπει να αποδειχθεί ότι η εταιρία είναι παρόλα αυτά επαρκώς ανεξάρτητη από κρατική παρέμβαση·
[...]
ε)
η κρατική παρέμβαση δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει την καταστρατήγηση των μέτρων σε περίπτωση που καθορισθούν διαφορετικοί δασμολογικοί συντελεστές για τους μεμονωμένους εξαγωγείς.»
12.
Εν τω μεταξύ, τέθηκε σε ισχύ, ως νέος βασικός κανονισμός, ο κανονισμός (ΕΚ) 1225/2009 του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ( 9 ), ο οποίος όμως δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση ( 10 ).
III – Το ιστορικό της διαφοράς
13.
Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου ( 11 ), το ιστορικό της υπό κρίση διαφοράς μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως.
14.
Η Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group Co. Ltd (στο εξής: Xinanchem) είναι εταιρία κινεζικού δικαίου, εισηγμένη στο Χρηματιστήριο της Σαγκάης. Το glyphosate είναι ένα από τα κύρια προϊόντα που κατασκευάζει και πωλεί η Xinanchem στην κινεζική και στην παγκόσμια αγορά. Πρόκειται για βασικό χημικό προϊόν το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως από τους γεωργούς παγκοσμίως και η διάθεσή του επιτρέπεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ( 12 ).
15.
Την περίοδο από τον Φεβρουάριο 1998 έως τον Δεκέμβριο 2010, η Ευρωπαϊκή Ένωση επέβαλε δασμούς αντιντάμπινγκ όσον αφορά την εισαγωγή του προϊόντος glyphosate από τη ΛΔΚ στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Προς τον σκοπό αυτόν, στο πλαίσιο της κοινής εμπορικής πολιτικής, το Συμβούλιο εξέδωσε, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, πολυάριθμους διαδοχικούς κανονισμούς που περιείχαν μέτρα αντιντάμπινγκ, μεταξύ των οποίων και τον επίμαχο, εν προκειμένω, κανονισμό (ΕΚ) 1683/2004 (στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) ( 13 ).
16.
Κατά τη διαδικασία εκδόσεως του εν λόγω κανονισμού, η Xinanchem ζήτησε από την Επιτροπή να εγκρίνει την υπαγωγή της στο ΚΟΑ δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού. Προς τον σκοπό αυτόν, η Xinanchem υπέβαλε στην Επιτροπή συμπληρωμένο το προβλεπόμενο ερωτηματολόγιο και απάντησε σε διάφορα αιτήματα της Επιτροπής για την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών. Εντούτοις, η Επιτροπή αποφάσισε να μην εγκρίνει την υπαγωγή της Xinanchem στο ΚΟΑ.
17.
Όσον αφορά την αίτηση περί εγκρίσεως της υπαγωγής της στο ΚΟΑ την οποία υπέβαλε η Xinanchem, οι αιτιολογικές σκέψεις 13 έως 15 του προσβαλλόμενου κανονισμού ορίζουν:
«(13)
Μολονότι η πλειονότητα των μετοχών της εταιρίας ανήκε σε ιδιώτες, διαπιστώθηκε ότι η εταιρία ήταν υπό κρατικό έλεγχο, λόγω του μεγάλου κατακερματισμού των μη κρατικών μεριδίων, καθώς και λόγω του γεγονότος ότι το δημόσιο κατείχε σαφώς το μεγαλύτερο πακέτο μετοχών. Επιπλέον, το διοικητικό συμβούλιο είχε ουσιαστικά οριστεί από τους κρατικούς μετόχους και οι περισσότεροι διευθύνοντες σύμβουλοι ήταν είτε κρατικοί υπάλληλοι είτε υπάλληλοι κρατικών επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια, διαπιστώθηκε ότι η εταιρία υπόκειτο σε μεγάλο βαθμό σε κρατικό έλεγχο και επιρροή.
(14)
Εξάλλου, διαπιστώθηκε ότι η κυβέρνηση της ΛΔΚ είχε παραχωρήσει στο Εμπορικό Επιμελητήριο της Κίνας που εκπροσωπεί τους εισαγωγείς και εξαγωγείς μετάλλων, ορυκτών και χημικών προϊόντων (CCCMC), το δικαίωμα θεώρησης των συμβάσεων και ελέγχου των τιμών εξαγωγής, με σκοπό τον εκτελωνισμό. Το σύστημα αυτό περιελάμβανε τον καθορισμό μιας ελάχιστης τιμής για τις εξαγωγές glyphosate και παρείχε τη δυνατότητα στο CCCMC να απαγορεύει τις εξαγωγές σε περίπτωση μη εφαρμογής των τιμών αυτών.
(15)
Κατά συνέπεια, ύστερα από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, αποφασίστηκε να μην εγκριθεί για την Xinanchem η υπαγωγή σε καθεστώς χώρας με οικονομία της αγοράς [ΚΟΑ], λόγω του ότι δεν πληρούσε όλα τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού.»
18.
Όσον αφορά την αίτηση την οποία υπέβαλε επικουρικώς η Xinanchem ζητώντας ιδιαίτερη μεταχείριση, δηλαδή προσδιορισμό επιμέρους περιθωρίου ντάμπινγκ βάσει των ατομικών της τιμών εξαγωγής, η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1683/2004 ορίζει τα εξής:
«Εν προκειμένω, διαπιστώθηκε ότι η Xinanchem υπόκειτο, σε μεγάλο βαθμό, σε κρατικό έλεγχο, όσον αφορά τον καθορισμό των τιμών εξαγωγής του υπό εξέταση προϊόντος, όπως αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 14 ανωτέρω. […]»
19.
Δεδομένου ότι απορρίφθηκε η αίτηση εγκρίσεως υπαγωγής στο ΚΟΑ, η κανονική αξία υπολογίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, με βάση στοιχεία παραγωγών σε τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, δηλαδή με βάση την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας ( 14 ).
20.
Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1683/2004, επιβλήθηκε στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate, καταγωγής ΛΔΚ, οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ ύψους 29,9 %.
21.
Η Xinanchem άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά του κανονισμού 1683/2004 ενώπιον του Πρωτοδικείου, το οποίο έκανε δεκτή την εν λόγω προσφυγή. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009 ( 15 ) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), το Πρωτοδικείο ακύρωσε το άρθρο 1 του κανονισμού 1683/2004 καθόσον αφορά την Xinanchem.
IV – Τα αιτήματα των διαδίκων και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22.
Το Συμβούλιο άσκησε αναίρεση κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Πρωτοδικείου με δικόγραφο, της 17ης Αυγούστου 2009, το οποίο περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Αυγούστου 2009 ( 16 ).
23.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
—
να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της,
—
επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και
—
εν πάση περιπτώσει, να καταδικάσει την προσφεύγουσα πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα τόσο της αναιρετικής διαδικασίας όσο και της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.
24.
Η Επιτροπή, η οποία είχε παρενέβη στον πρώτο βαθμό υπέρ του Συμβουλίου, συντάσσεται εν προκειμένω με τα αιτήματα του Συμβουλίου.
25.
Η Xinanchem ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της,
—
επικουρικώς, να διατηρήσει σε ισχύ την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναγνωρίζοντας την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Xinanchem, και ως εκ τούτου, να ακυρώσει το άρθρο 1 του προσβαλλόμενου κανονισμού καθόσον αφορά την Xinanchem, και
—
να υποχρεώσει το Συμβούλιο να φέρει τα δικαστικά έξοδα της Xinanchem όσον αφορά την αναιρετική διαδικασία καθώς και τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου.
26.
Η Association des utilisateurs et distributeurs de l’agrochimie européenne (AUDACE), η οποία παρενέβη στον πρώτο βαθμό υπέρ της Xinanchem, ζητεί από το Δικαστήριο να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στον βαθμό που στηρίζεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως τον οποίο προέβαλε το Συμβούλιο ( 17 )·επίσης, ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα όσον αφορά την αναιρετική διαδικασία.
27.
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως, οι διάδικοι υπέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτές παρατηρήσεις και ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Νοεμβρίου 2011.
28.
Με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 2011 απορρίφθηκε το αίτημα άμεσης εκτελέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο υπέβαλε η Xinanchem στις 30 Δεκεμβρίου 2009 επικαλούμενη το άρθρο 278 ΣΛΕΕ και το άρθρο 279 ΣΛΕΕ ( 18 ).
V – Νομική εκτίμηση
Α — Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
29.
Η Xinanchem αμφισβητεί εν γένει το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Η εταιρία ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο επιδιώκει την εκ νέου εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων αυτής της υποθέσεως χωρίς να επισημαίνει κάποιο νομικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
30.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί.
31.
Πράγματι, η αναιρετική διαδικασία περιορίζεται μόνο στην εξέταση νομικών ζητημάτων κατά το άρθρο 256, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 58, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 19 ). Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο τήρησε ακριβώς αυτό το πλαίσιο.
32.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως το Συμβούλιο έθεσε ένα σαφές νομικό ζήτημα, ήτοι το ζήτημα της ερμηνείας του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού και περιέγραψε λεπτομερώς τα νομικά σφάλματα στα οποία ισχυρίζεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Αντιθέτως προς την άποψη την οποία προφανώς υποστηρίζει η Xinanchem, εφόσον ο αναιρεσείων αμφισβητεί —όπως εν προκειμένω— την ερμηνεία ή την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης από το Πρωτοδικείο, τα νομικά ζητήματα που εξετάστηκαν πρωτοδίκως μπορούν, ασφαλώς, να αποτελέσουν εκ νέου αντικείμενο συζητήσεως κατά την εξέταση αιτήσεως αναιρέσεως ( 20 ). Πράγματι, εάν ο αναιρεσείων δεν μπορούσε να στηρίξει την αναίρεσή του σε λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ήδη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρετική διαδικασία θα έχανε εν μέρει τη σημασία της ( 21 ).
33.
Ομοίως, ως προς τον δεύτερο και τρίτο λόγο αναιρέσεως, μπορεί να εξετασθεί στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας εάν το Πρωτοδικείο υπέπεσε ενδεχομένως σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως. Άλλωστε, το εύρος της ευχέρειας εκτιμήσεως των αρμοδίων οργάνων της Ένωσης κατά την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών δεδομένων ( 22 ), καθώς και η χάραξη των σχετικών ορίων του δικαστικού ελέγχου, συνιστά νομικό ζήτημα επί του οποίου καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο της αναιρετικής του αρμοδιότητας. Εάν το Πρωτοδικείο είχε ερμηνεύσει εσφαλμένως, στην προκειμένη περίπτωση, τα όρια της ευχέρειας εκτιμήσεως του Συμβουλίου και της Επιτροπής και είχε υποκαταστήσει με τη δική του εκτίμηση των περίπλοκων οικονομικών δεδομένων την εκτίμηση αυτών των οργάνων, θα υφίστατο νομικό σφάλμα το οποίο θα δικαιολογούσε την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ( 23 ).
34.
Κατά συνέπεια, η αίτηση αναιρέσεως του Συμβουλίου ασκείται παραδεκτώς.
Β — Μη κατάργηση της δίκης
35.
Πριν από την εκτίμηση του βασίμου της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να εξετασθεί εν συντομία αν έχει προκύψει εν τω μεταξύ ζήτημα καταργήσεως της δίκης καθόσον εξέλιπε το αντικείμενο της διαφοράς. Πράγματι, μολονότι το Συμβούλιο είναι προνομιούχος αναιρεσείων που δεν χρειάζεται να αποδείξει το έννομο συμφέρον του (άρθρο 56, παράγραφοι 2 και 3 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ( 24 ), δεν είναι δυνατή η κρίση εκκρεμούς διαφοράς όταν τα επίμαχα νομικά ζητήματα έχουν καταστεί αμιγώς υποθετικής φύσεως επειδή εξέλιπε το αντικείμενο της διαφοράς ( 25 ).
36.
Εκ πρώτης όψεως, υπέρ της καταργήσεως της δίκης θα μπορούσε να συνηγορεί το γεγονός ότι το Συμβούλιο περάτωσε τη διαδικασία αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate καταγωγής ΛΔΚ με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1187/2010 και κατήργησε τα σχετικά μέτρα αντιντάμπινγκ κατά τη διάρκεια της τρέχουσας αναιρετικής διαδικασίας. Ο επίμαχος εν προκειμένω δασμός αντιντάμπινγκ είχε ανασταλεί ήδη, αρχικώς με την απόφαση 2009/383/ΕΚ της Επιτροπής ( 26 ) και εν συνεχεία με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 126/2010 του Συμβουλίου ( 27 ).
37.
Εντούτοις, η εν λόγω αναστολή καθώς και η κατάργηση των μέτρων αντιντάμπινγκ ισχύει μόνο για το μέλλον ( 28 ). Συναφώς, οι ήδη καταβληθέντες δασμοί αντιντάμπινγκ επ’ ουδενί τίθενται εν αμφιβόλω. Ως προς αυτούς ισχύει ως νομική βάση ο εκάστοτε σχετικός εκτελεστικός κανονισμός —στην προκειμένη περίπτωση, ο προσβαλλόμενος κανονισμός 1683/2004—, εφόσον δεν έχει ακυρωθεί από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης με απόφαση η οποία έχει ισχύ δεδικασμένου.
38.
Ασφαλώς, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε, εν προκειμένω, το άρθρο 1 του κανονισμού 1683/2004 καθόσον αφορά την Xinanchem. Κατά της αποφάσεως αυτής όμως το Συμβούλιο άσκησε εμπροθέσμως την υπό κρίση αναίρεση. Ως εκ τούτου, κατά το άρθρο 60, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ακύρωση εκ μέρους του Πρωτοδικείου θα ισχύσει μόνον εφόσον το Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως του Συμβουλίου ( 29 ). Επομένως, ο κανονισμός 1683/2004 μπορούσε να εφαρμόζεται καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της ισχύος του ως νομική βάση για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate από την παραγωγό εταιρία Xinanchem, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ακύρωση του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού από το Πρωτοδικείο.
39.
Δεδομένου, λοιπόν, ότι η μεταχείριση των ήδη καταβληθέντων κατά τον κανονισμό 1683/2004 δασμών αντιντάμπινγκ για το προϊόν glyphosate της παραγωγού εταιρίας Xinanchem, καθώς και η διατήρηση των δασμών αυτών στον προϋπολογισμό της Ένωσης εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από την απόφαση του Δικαστηρίου επί της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι η υπό κρίση διαφορά στερείται αντικειμένου.
Γ — Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
40.
Σκοπός της αιτήσεως αναιρέσεως του Συμβουλίου είναι να διευκρινισθούν, από νομικής απόψεως, οι συνθήκες υπό τις οποίες τα όργανα της Ένωσης μπορούν να θεωρήσουν στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ ότι η δραστηριότητα εταιρίας εγκατεστημένης σε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς υπόκειται σε κρατικό έλεγχο και, επομένως, ότι δεν πρέπει να αναγνωρισθεί στην εν λόγω εταιρία το προνόμιο της υπαγωγής της στο ΚΟΑ. Συναφώς, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, αφενός, και οι Xinanchem και AUDACE, αφετέρου, υποστηρίζουν διαμετρικά αντίθετες απόψεις.
41.
Κεντρικό στοιχείο για την επίλυση αυτής της διαφοράς συνιστά η πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού. Κατά την εν λόγω διάταξη, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι οι παραγωγοί από τη ΛΔΚ λειτουργούν υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς μόνον εφόσον οι αποφάσεις τους σχετικά με τις τιμές, το κόστος και τις εισροές λαμβάνονται «βάσει στοιχείων από την αγορά» και «χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση», γεγονός το οποίο πρέπει να αποδεικνύεται επαρκώς από τους ίδιους τους παραγωγούς.
42.
Ο προσδιορισμός της σημασίας των ανωτέρω κριτηρίων, ιδίως της απουσίας «σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως», συνιστά αμιγώς νομικό ζήτημα, το οποίο εμπίπτει πλήρως στην ελεγκτική αρμοδιότητα των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης και ως προς το οποίο τα λοιπά όργανα της Ένωσης δεν διαθέτουν καμία ευχέρεια εκτιμήσεως ( 30 ).
43.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένως το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού. Συναφώς προβάλλει συνολικά τρεις λόγους αναιρέσεως, εκ των οποίων ο πρώτος αφορά τις επιπτώσεις της συμμετοχής του Δημοσίου ως κατ’ εξοχήν βασικού μετόχου στην Xinanchem και ο δεύτερος εστιάζει στον έλεγχο των τιμών εξαγωγής της Xinanchem από το κινεζικό εμπορικό επιμελητήριο CCCMC· ο τρίτος λόγος αναιρέσεως σχετίζεται με την παράλειψη συνεκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων περί απουσίας σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής και του Συμβουλίου.
44.
Οι Xinanchem και AUDACE υπερασπίζονται την απόφαση του Πρωτοδικείου.
1. Επί των επιπτώσεων της συμμετοχής του Δημοσίου στην Xinanchem (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
45.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του Συμβουλίου βάλλει κατά των σκέψεων 82 έως 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Στις σκέψεις αυτές το Πρωτοδικείο διαπιστώνει κατ’ ουσίαν ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έπρεπε να απορρίψουν την αίτηση της Xinanchem για υπαγωγή της στο ΚΟΑ λαμβάνοντας υπόψη μόνον την κυρίαρχη θέση του Δημοσίου μεταξύ των μετόχων της εν λόγω εταιρίας ( 31 ). Το Πρωτοδικείο δέχεται, δηλαδή, ότι η άσκηση κρατικού ελέγχου σε εταιρία δεν αποκλείει κατ’ ανάγκη το ενδεχόμενο η εταιρία αυτή να λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς ( 32 ). Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει το Πρωτοδικείο, η άσκηση ελέγχου, κατά την έννοια του εταιρικού δικαίου, εκ μέρους του Δημοσίου —ως μετόχου— δεν μπορεί να εξομοιούται με σημαντική κρατική παρέμβαση κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού ( 33 ). Αντιθέτως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή όφειλαν να εξετάσουν λεπτομερώς τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Xinanchem σχετικά με την απουσία σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως στις επιχειρηματικές αποφάσεις της εταιρίας ( 34 ). Κατά το Πρωτοδικείο, με την προσέγγιση που ακολούθησαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξάρτησαν την έγκριση υπαγωγής στο ΚΟΑ από τη συνδρομή μιας επιπλέον προϋποθέσεως —δηλαδή της απουσίας κρατικού ελέγχου κατά την έννοια του εταιρικού δικαίου—, η οποία υπερβαίνει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού ( 35 ).
46.
Το Συμβούλιο, με την υποστήριξη της Επιτροπής, θεωρεί εσφαλμένη τη νομική θέση που διατύπωσε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού. Κατά της θέσεως αυτής προβάλλει συνολικά πέντε επιχειρήματα. Πρώτον, ότι το Πρωτοδικείο κατήργησε την προϋπόθεση της απουσίας σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως ως αυτοτελές κριτήριο. Δεύτερον, ότι η επίλυση εκ μέρους του Πρωτοδικείου δεν συνάδει με την έννοια του επιθετικού προσδιορισμού «σημαντικός». Τρίτον, ότι η ερμηνεία στην οποία στηρίζεται το Πρωτοδικείο δεν συμβιβάζεται με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του ΚΟΑ. Τέταρτον, ότι το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η ρύθμιση σχετικά με το ΚΟΑ και ιδίως η σύγκριση προς το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού δεν συνηγορεί υπέρ της θέσεως του Πρωτοδικείου. Και πέμπτον, ότι η ερμηνεία του Πρωτοδικείου οδηγεί σε λύσεις αμφίβολης πρακτικής αποτελεσματικότητας και έχει ως συνέπεια την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως το οποίο φέρει κανονικά η ενδιαφερόμενη εταιρία όσον αφορά τη συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής της στο ΚΟΑ.
47.
Φρονώ ότι κανένα από τα ανωτέρω επιχειρήματα δεν είναι πειστικό.
48.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το κινεζικό Δημόσιο ασκούσε έλεγχο, κατά την έννοια του εταιρικού δικαίου, στην εταιρία Xinanchem καθ’ όλη τη διάρκεια της υπό έρευνα χρονικής περιόδου. Επίσης, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι το κινεζικό Δημόσιο ασκούσε και εν τοις πράγμασι έλεγχο καθόσον διόριζε το διοικητικό συμβούλιο της Xinanchem ( 36 ).
49.
Το Πρωτοδικείο δεν παρέβλεψε το γεγονός αυτό. Επισήμανε, ωστόσο, ορθώς ότι ο έλεγχος εταιρίας εκ μέρους του Δημοσίου υπό την ιδιότητα του μετόχου, περιλαμβανομένου και του διορισμού του διοικητικού συμβουλίου, δεν συνιστά κατ’ ανάγκη «σημαντική κρατική παρέμβαση» στις επιχειρηματικές αποφάσεις της εν λόγω εταιρίας κατά την έννοια της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού ( 37 ). Συνακόλουθα, το Πρωτοδικείο ευλόγως προσήψε στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο ότι στην προκειμένη περίπτωση έκριναν άνευ σημασίας τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Xinanchem, όσον αφορά την απουσία σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως στις επιχειρηματικές αποφάσεις, χωρίς να τα εξετάσουν κατά τρόπο πιο αναλυτικό.
α) Επί της αυτοτέλειας του κριτηρίου «χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση» (πρώτο επιχείρημα του Συμβουλίου)
50.
Κατά το πρώτο επιχείρημα του Συμβουλίου, το Πρωτοδικείο, ερμηνεύοντας την πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, κατήργησε το αυτοτελές κριτήριο το οποίο συνίσταται στην απαίτηση απουσίας σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως και εκφράζεται με τη διατύπωση «χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση».
51.
Εκ πρώτης όψεως, ο ανωτέρω ισχυρισμός προκαλεί έκπληξη, καθόσον το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ρητώς ότι η πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού θέτει δύο προϋποθέσεις: η διάταξη «απαιτεί εκ μέρους του ενδιαφερόμενου παραγωγού-εξαγωγέα να αποδείξει ότι οι αποφάσεις του λαμβάνονται, αφενός, “βάσει στοιχείων από την αγορά” και, αφετέρου, “χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση”» ( 38 ). Εξάλλου, η απαίτηση συνδρομής αμφότερων αυτών των αυτοτελών κριτηρίων καθίσταται πρόδηλη λόγω της χρήσεως του συνδέσμου «και» στο γράμμα της επίμαχης διατάξεως.
52.
Επομένως, κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβήτησε ότι η υποχρέωση λήψεως αποφάσεων βάσει στοιχείων από την αγορά και η απαίτηση απουσίας σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως αποτελούν δύο χωριστές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς προκειμένου να εγκριθεί η υπαγωγή στο ΚΟΑ.
53.
Ωστόσο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται ότι η ερμηνεία εκ μέρους του Πρωτοδικείου καθιστά εκ των πραγμάτων περιττό το δεύτερο κριτήριο («χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση»). Κατά το επιχείρημα αυτό: αν δεν μπορεί να θεωρηθεί «σημαντική κρατική παρέμβαση» μόνον η άσκηση κρατικού ελέγχου σε εταιρία —όπως υποστηρίζουν τα όργανα της Ένωσης που μετέχουν στη διαδικασία—, αλλά απαιτούνται επιπλέον πράξεις των δημόσιων Αρχών οι οποίες να μπορούν να καταστήσουν «τις αποφάσεις της [εταιρίας] ασυμβίβαστες με τις συνθήκες οικονομίας της αγοράς» ( 39 ) —όπως έκρινε το Πρωτοδικείο—, τότε το πρώτο και το δεύτερο κριτήριο θα έχουν το ίδιο περιεχόμενο.
54.
Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν είναι πειστικό.
55.
Ασφαλώς, από την εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού προκύπτει ότι ο έλεγχος εταιρίας, ο οποίος ασκείται κατά την έννοια του εταιρικού δικαίου από το Δημόσιο υπό την ιδιότητά του ως μετόχου, δεν αρκεί ώστε να αποκλεισθεί η υπαγωγή της εν λόγω εταιρίας στο ΚΟΑ. Αντιθέτως, πρέπει να ασκείται επιπλέον συγκεκριμένη επιρροή από το Δημόσιο στις επιχειρηματικές αποφάσεις της εταιρίας και, μάλιστα, κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τις συνθήκες οικονομίας της αγοράς ( 40 ).
56.
Στην πράξη, στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου (δηλαδή σε σχέση με την απουσία σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως) εξετάζονται και ζητήματα τα οποία είναι κρίσιμα όσον αφορά το πρώτο κριτήριο (αποφάσεις περί τιμών, κόστους και εισροών βάσει στοιχείων από την αγορά). Παρατηρείται, λοιπόν, μια σύγκλιση του ρυθμιστικού περιεχομένου των δύο κριτηρίων.
57.
Εντούτοις, ο νομοθέτης της Ένωσης επιδίωξε αυτή τη σύγκλιση, όπως προκύπτει και από τη χρήση της λέξεως «συναφής» [«diesbezüglich»] στο γράμμα του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού («χωρίς σημαντική [συναφή] κρατική παρέμβαση» [«ohne nennenswerte diesbezügliche Staatseingriffe»]) ( 41 ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, καθίσταται πρόδηλο ότι τόσο το πρώτο όσο και το δεύτερο κριτήριο της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού αφορούν εντέλει τις επιχειρηματικές αποφάσεις εταιρίας σχετικά με τις τιμές, το κόστος και τις εισροές.
58.
Συνεπώς, κατά την εφαρμογή του δευτέρου κριτηρίου, ο αποκλεισμός της υπαγωγής στο ΚΟΑ δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην άσκηση «σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως» στην εταιρία, αλλά η σημαντική κρατική παρέμβαση πρέπει να αφορά τις αποφάσεις της εταιρίας για τις τιμές, το κόστος και τις εισροές της.
59.
Μολονότι υφίσταται αυτή η συνάφεια μεταξύ των δύο κριτηρίων της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, δεν υπάρχει πλήρης συγχώνευσή τους, αλλά το καθένα από τα δύο κριτήρια διατηρεί το αυτοτελές ρυθμιστικό του περιεχόμενο και, ως εκ τούτου, όταν ένα από τα δύο κριτήρια δεν πληρούται, πρέπει να αποκλείεται η υπαγωγή στο ΚΟΑ.
60.
Ενδέχεται λοιπόν, μια εταιρία —παραδείγματος χάρη, λόγω μακροχρόνιων και σταθερών επιχειρηματικών σχέσεων με πελάτες και προμηθευτές στο πλαίσιο συστήματος κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας— να λαμβάνει σε σημαντικό βαθμό τις αποφάσεις της για τις τιμές, το κόστος και τις εισροές, ανεπηρέαστη από τους κανόνες της αγοράς και της ζήτησης και, ως εκ τούτου, να μην ενεργεί πρωτίστως βάσει στοιχείων της αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, πληρούται το πρώτο κριτήριο αποκλεισμού της υπαγωγής στο ΚΟΑ, ακόμη και αν στο πλαίσιο του δευτέρου κριτηρίου δεν υφίσταται κανένας κρατικός έλεγχος ή καμία σημαντική κρατική παρέμβαση στη λήψη συγκεκριμένων επιχειρηματικών αποφάσεων.
61.
Η αντίθετη περίπτωση είναι επίσης πιθανή: ενδέχεται, δηλαδή, σε χώρα η οποία βρίσκεται σε στάδιο μεταβάσεως από την κρατικά ελεγχόμενη οικονομία στην οικονομία της αγοράς να λειτουργούν εταιρίες οι οποίες λαμβάνουν μεν τις αποφάσεις τους για τις τιμές, το κόστος και τις εισροές, καταρχήν, βάσει στοιχείων της αγοράς, αλλά υπόκεινται σε λιγότερο ή περισσότερο έντονη κρατική εποπτεία και παρέμβαση. Η υπαγωγή αυτών των εταιριών στο ΚΟΑ δεν θα μπορούσε ίσως να αποκλεισθεί κατά το πρώτο κριτήριο του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού (αποφάσεις «βάσει των στοιχείων της αγοράς»), αλλά θα αποκλειόταν, ασφαλώς, κατ’ εφαρμογή του δευτέρου κριτηρίου («σημαντική κρατική παρέμβαση»).
62.
Εντέλει, μάλιστα, ο κίνδυνος να καταστεί περιττό ένα εκ των δύο κριτηρίων της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού δεν δημιουργείται τόσο από τη νομική εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσο μάλλον από την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, η αποδοχή της απόψεως του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με το δεύτερο κριτήριο θα σήμαινε ότι οι επιχειρήσεις που ανήκουν στο Δημόσιο ή υπόκεινται στον έλεγχο του Δημοσίου δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπαχθούν στο ΚΟΑ μόνο λόγω της συμμετοχής του Δημοσίου σε αυτές και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν, υπό το πρίσμα του πρώτου κριτηρίου, λαμβάνουν τις επιχειρηματικές αποφάσεις τους βάσει στοιχείων της αγοράς.
63.
Η ανωτέρω προσέγγιση δεν συνάδει με την οικονομική πραγματικότητα. Άλλωστε, όπως διαπιστώνει και το Συμβούλιο, η κατάσταση στη ΛΔΚ «έχει απομακρυνθεί από τις [παλαιότερες] οικονομικές συνθήκες» ( 42 ). Σε αναδυόμενες χώρες, όπως η ΛΔΚ, οι οποίες βρίσκονται σε στάδιο μεταβάσεως προς την οικονομία της αγοράς, είναι δυνατόν να λειτουργούν κρατικές επιχειρήσεις οι οποίες αποφασίζουν για τις τιμές, το κόστος και τις εισροές βάσει στοιχείων της αγοράς, καθόσον το Δημόσιο ως μέτοχος τους περιορίζεται σε μια θέση που είναι σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχη με εκείνη των ιδιωτών επενδυτών στα συστήματα οικονομίας της αγοράς. Μολονότι αυτού του είδους η συμμετοχή του Δημοσίου δεν αποτελεί τον κανόνα σε χώρες χωρίς πολυετή παράδοση στην οικονομία της αγοράς, δεν μπορεί να αποκλεισθεί κατηγορηματικώς το ενδεχόμενο λειτουργίας τέτοιων επιχειρηματικών μοντέλων —αντιθέτως προς την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
64.
Η ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, την οποία υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή —αποκλεισμός της υπαγωγής στο ΚΟΑ ακόμη και αν το Δημόσιο ασκεί μόνον έλεγχο κατά την έννοια του εταιρικού δικαίου—, θα υπερέβαινε το μέτρο που είναι αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η υπαγωγή στο ΚΟΑ θα εγκρίνεται μόνον όσον αφορά τις εταιρίες των αναδυομένων χωρών οι οποίες λειτουργούν πράγματι, κατ’ ουσίαν, υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς ( 43 ). Στο πλαίσιο αυτό μπορεί να εμπίπτουν και κρατικές επιχειρήσεις ή επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται στον έλεγχο του Δημοσίου ως μετόχου.
65.
Κατόπιν τούτου, το πρώτο επιχείρημα του Συμβουλίου πρέπει να απορριφθεί.
β) Επί της σημασίας του επιθετικού προσδιορισμού «σημαντικός» (δεύτερο επιχείρημα του Συμβουλίου)
66.
Το δεύτερο επιχείρημα του Συμβουλίου στηρίζεται στη σημασία του επιθετικού προσδιορισμού «σημαντικός», όπως χρησιμοποιείται στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι το «σημαντικός» αφορά μόνον το εύρος ενδεχόμενης κρατικής παρεμβάσεως στις επιχειρηματικές αποφάσεις της οικείας εταιρίας και όχι το είδος, τις επιπτώσεις ή τα αίτια της κρατικής παρεμβάσεως.
67.
Ούτε το επιχείρημα αυτό είναι πειστικό.
68.
Ομολογουμένως, το Συμβούλιο ορθώς υποστηρίζει ότι η χρήση της έννοιας «σημαντικός» αφορά κυρίως το εύρος ενδεχόμενης κρατικής παρεμβάσεως. Πράγματι, η διατύπωση αυτή καθιστά πρόδηλο ότι τυχόν ελάχιστες κρατικές παρεμβάσεις, οι οποίες δεν είναι κατάλληλες να επηρεάσουν αισθητά τις αποφάσεις της οικείας εταιρίας ως προς τις τιμές, το κόστος και τις εισροές, δεν αποκλείουν τη δυνατότητα υπαγωγής της στο ΚΟΑ. Όπως ορθώς διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να επιτρέψει έναν βαθμό κρατικής επιρροής στις δραστηριότητες μιας επιχείρησης ή ανάμειξης στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, ο οποίος δεν θα έχει αντίκτυπο στον τρόπο λήψεως αποφάσεων που αφορούν τις τιμές, το κόστος και τις εισροές ( 44 ). Με τον τρόπο αυτόν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ του βασικού κανονισμού εφαρμόζεται σε αναδυόμενες χώρες οι οποίες βρίσκονται σε στάδιο μεταβάσεως από την κρατικά ελεγχόμενη οικονομία στην οικονομία της αγοράς.
69.
Εντούτοις, το Συμβούλιο πλανάται όταν στηρίζεται στη χρήση της έννοιας «σημαντικός» προκειμένου να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού αφορά μόνον το εύρος ενδεχόμενης κρατικής παρεμβάσεως, και όχι το είδος και τις πιθανές επιπτώσεις αυτής της παρεμβάσεως.
70.
Ο σκοπός της διατάξεως συνίσταται, συγκεκριμένα, στην αναγνώριση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΚΟΑ σε παραγωγούς από αναδυόμενες χώρες, όταν οι συνθήκες αγοράς επικρατούν ως προς την κατασκευή και την πώληση των προϊόντων τους ( 45 ). Κατά συνέπεια, η κρατική παρέμβαση στη διοίκηση εταιρίας αποκλείει την υπαγωγή της στο ΚΟΑ μόνον όταν έχει ως συνέπεια οι επιχειρηματικές αποφάσεις της οικείας εταιρίας να μην λαμβάνονται βάσει στοιχείων της αγοράς. Συναφώς, είναι κρίσιμο, κατά τη διατύπωση του Πρωτοδικείου, αν οι σχετικές αποφάσεις των οικείων παραγωγών-εξαγωγέων καθορίζονται από αμιγώς εμπορικά κριτήρια ή αν στρεβλώνονται από άλλα κριτήρια που χαρακτηρίζουν οικονομίες ρυθμιζόμενες από το κράτος ( 46 ).
71.
Επομένως, για να θεωρηθεί αδικαιολόγητη η υπαγωγή εταιρίας στο ΚΟΑ δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ του βασικού κανονισμού, πρέπει να υφίσταται κρατική παρέμβαση η οποία να είναι, τόσο από ποσοτικής όσο και από ποιοτικής απόψεως, κατάλληλη να αποτρέψει τη λειτουργία της οικείας εταιρίας υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
72.
Δεδομένου ότι η επιχειρηματολογία του Συμβουλίου εστιάζει μονομερώς στο ποσοτικό στοιχείο της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού («σημαντική κρατική παρέμβαση»), ενώ συγχρόνως δεν λαμβάνει υπόψη δεόντως το ποιοτικό στοιχείο («ότι ο παραγωγός λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς»), πρέπει να απορριφθεί.
γ) Επί του εξαιρετικού χαρακτήρα του ΚΟΑ (τρίτο επιχείρημα του Συμβουλίου)
73.
Με το τρίτο του επιχείρημα το Συμβούλιο προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι, με την ερμηνεία του δεν έλαβε υπόψη τον εξαιρετικό χαρακτήρα του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ σε σχέση με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού.
74.
Δεν συμμερίζομαι το επιχείρημα αυτό.
75.
Το Πρωτοδικείο τονίζει σε πολλά σημεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι το ΚΟΑ συνιστά εξαιρετική ρύθμιση. Με τον τρόπο αυτόν το Πρωτοδικείο αναγνωρίζει ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο βʹ, του βασικού κανονισμού μέθοδος αποτελεί εξαίρεση από τη μέθοδο προσδιορισμού της κανονικής αξίας για χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς κατά το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς ( 47 ). Αναφέρεται, επίσης, σε «ειδική μεταχείριση» των εισαγωγών από συγκεκριμένες αναδυόμενες χώρες όσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας και υπογραμμίζει ότι πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούν οι επιχειρήσεις στις χώρες αυτές δεν είναι όμοιες, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, με τις συνθήκες που υπάρχουν στις χώρες με οικονομία της αγοράς ( 48 ).
76.
Αυτές οι επισημάνσεις του Πρωτοδικείου επ’ ουδενί συνιστούν κενές περιεχομένου δηλώσεις σχετικά με τον εξαιρετικό χαρακτήρα του ΚΟΑ. Εξάλλου, ο τρόπος κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού συνάδει στην πράξη με τη σχέση κανόνα προς εξαίρεση την οποία επιδίωξε ο νομοθέτης. Το ΚΟΑ δεν μεταβάλλεται από εξαίρεση σε κανόνα μόνον επειδή δεν αποκλείονται εν γένει από το πεδίο εφαρμογής του οι εταιρίες οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο. Αντιθέτως, οι εταιρίες οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο πρέπει να πληρούν, όπως και όλες οι υπόλοιπες, τα γενικά κριτήρια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ του βασικού κανονισμού.
77.
Εντέλει, το κρίσιμο ζήτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω δεν είναι αν το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ του βασικού κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται περιοριστικώς, αλλά το πόσο περιοριστικώς πρέπει να ερμηνεύεται. Τούτο πρέπει να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του σκοπού των διατάξεων περί ΚΟΑ.
78.
Όπως προαναφέρθηκε, ο σκοπός του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού συνίσταται στην αναγνώριση της δυνατότητας υπαγωγής στο ΚΟΑ σε παραγωγούς από αναδυόμενες χώρες, όταν οι συνθήκες αγοράς επικρατούν ως προς την κατασκευή και την πώληση των προϊόντων τους ( 49 ). Με τον σκοπό αυτόν δεν συμβιβάζεται επαρκώς η ερμηνεία την οποία υποστηρίζουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, κατά την οποία η υπαγωγή στο ΚΟΑ αποκλείεται εκ προοιμίου όσον αφορά όλες τις εταιρίες τις οποίες ελέγχει το Δημόσιο υπό την ιδιότητα του μετόχου. Ερμηνεία αυτού του είδους είναι προφανώς πέραν του δέοντος συσταλτική και μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να μην υπαχθούν στο ΚΟΑ παραγωγοί από αναδυόμενες χώρες μόνο λόγω της δομής του μετοχικού τους κεφαλαίου, μολονότι λειτουργούν ουσιαστικά υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Τούτο αντιβαίνει, βεβαίως, τόσο στην ιδιαίτερη βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να ληφθούν υπόψη οι θεμελιωδώς μεταβληθείσες οικονομικές συνθήκες στις αναδυόμενες χώρες ( 50 ), όσο και στον γενικό σκοπό του βασικού κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στην εξασφάλιση δίκαιης συγκρίσεως μεταξύ της τιμής εξαγωγής και της κανονικής αξίας προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερομένων ( 51 ).
79.
Επομένως, και το τρίτο επιχείρημα του Συμβουλίου πρέπει να απορριφθεί.
δ) Επί της συγκρίσεως προς το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού (τέταρτο επιχείρημα του Συμβουλίου)
80.
Τέταρτον, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η εκ μέρους του Πρωτοδικείου ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ του βασικού κανονισμού είναι εσφαλμένη από συστηματικής απόψεως. Αντιβαίνει, δηλαδή, στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα όργανα της Ένωσης εγκρίνουν την υπαγωγή παραγωγών τρίτων χωρών στο καθεστώς της κοινώς καλούμενης «ιδιαίτερης μεταχειρίσεως» κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού. Κατά το Συμβούλιο, εφόσον οι κρατικά ελεγχόμενες εταιρίες αποκλείονται πλήρως από το πεδίο εφαρμογής της μικρότερου εύρους ρυθμίσεως του άρθρου 9, παράγραφος 5, τούτο πρέπει να ισχύει και για το ΚΟΑ στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ.
81.
Πράγματι, υπάρχει σχέση μεταξύ της ρυθμίσεως περί ΚΟΑ του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ και της ρυθμίσεως περί ιδιαίτερης μεταχειρίσεως κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού. Αμφότερες καθιστούν δυνατή τη θέσπιση ατομικού δασμού αντιντάμπινγκ για παραγωγούς από αναδυόμενες χώρες, αλλά στο πλαίσιο του ΚΟΑ καθορίζεται μεμονωμένα για κάθε παραγωγό τόσο η κανονική αξία όσο και η τιμή εξαγωγής, ενώ στο πλαίσιο της ιδιαίτερης μεταχειρίσεως καθορίζεται μόνον η τιμή εξαγωγής.
82.
Τη σχέση μεταξύ των δύο διατάξεων υπογραμμίζει και το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού με την εισαγωγική φράση «Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ […]». Συναφώς, η έγκριση υπαγωγής σε καθεστώς ιδιαίτερης μεταχειρίσεως προϋποθέτει ότι ο παραγωγός είναι εγκατεστημένος σε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς, αλλά δεν μπορεί να υπαχθεί στο ΚΟΑ και, ως εκ τούτου, εμπίπτει μόνο στο πεδίο εφαρμογής της γενικής ρυθμίσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού. Υπό τις συνθήκες αυτές, πολλοί εξαγωγείς από τις αναδυόμενες χώρες υποβάλλουν, επικουρικώς, αιτήματα υπαγωγής σε καθεστώς ιδιαίτερης μεταχειρίσεως για την περίπτωση μη εγκρίσεως της υπαγωγής τους στο ευνοϊκότερο ΚΟΑ. Τούτο επισήμαναν ορθώς το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
83.
Η ανωτέρω συνάφεια μεταξύ του ΚΟΑ και του καθεστώτος ιδιαίτερης μεταχειρίσεως συνηγορεί, ασφαλώς, υπέρ της απόψεως ότι το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού πρέπει να ερμηνεύεται, ει δυνατόν, κατά τρόπο σύμφωνο προς το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού.
84.
Αντιθέτως όμως προς την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, τούτο δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι η υπαγωγή στο ΚΟΑ κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχεία βʹ και γʹ, του βασικού κανονισμού θα έπρεπε να αποκλεισθεί εκ προοιμίου για όλες τις εταιρίες οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο ως μέτοχο. Άλλωστε, το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού επιτρέπει επίσης την παροχή του προνομίου της ιδιαίτερης μεταχειρίσεως σε ορισμένες εταιρίες οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο: ασφαλώς, το δικαίωμα υπαγωγής σε καθεστώς ιδιαίτερης μεταχειρίσεως αναγνωρίζεται μόνο σε εταιρίες των οποίων η πλειοψηφία των μετοχών ανήκει σε ιδιώτες (άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, στοιχείο γʹ, εδάφιο 1, του βασικού κανονισμού). Τούτο όμως δεν αποκλείει τη σημαντική ή και κυρίαρχη θέση του Δημοσίου ως μετόχου στις εν λόγω εταιρίες. Εξάλλου, όπως καταδεικνύει και η προκειμένη υπόθεση, μια ισχυρή μειοψηφική συμμετοχή μπορεί να εξασφαλίσει de facto στο Δημόσιο τον έλεγχο εταιρίας λόγω του μεγάλου κατακερματισμού των μη κρατικών μεριδίων ( 52 ).
85.
Ακόμη και αν οι κρατικοί υπάλληλοι που έχουν καθήκοντα στο διοικητικό συμβούλιο ή κατέχουν βασικές διευθυντικές θέσεις αποτελούν πλειονότητα, δεν αποκλείεται κατηγορηματικώς η έγκριση υπαγωγής εταιρίας σε καθεστώς ιδιαίτερης μεταχειρίσεως κατά το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, στοιχείο γʹ, εδάφιο 2, του βασικού κανονισμού. Αρκεί να αποδειχθεί ότι η οικεία εταιρία «παρόλα αυτά», δηλαδή παρά το γεγονός ότι οι κρατικοί υπάλληλοι οι οποίοι έχουν καθήκοντα στο διοικητικό της συμβούλιο ή κατέχουν βασικές διευθυντικές θέσεις της αποτελούν την πλειονότητα, είναι «επαρκώς ανεξάρτητη από κρατική παρέμβαση» ( 53 ).
86.
Συνεπώς, το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού παρέχει τη δυνατότητα σε εταιρία η οποία ελέγχεται de facto από το Δημόσιο, ως ισχυρό μειοψηφικό μέτοχό της, να αποδείξει ότι «παρόλα αυτά είναι επαρκώς ανεξάρτητη από κρατική παρέμβαση» ( 54 ).
87.
Υπό το πρίσμα αυτό, λοιπόν, εταιρία όπως η Xinanchem, της οποίας η πλειοψηφία των μετοχών ανήκει σε ιδιώτες, δεν θα αποκλειόταν άνευ ετέρου από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, του βασικού κανονισμού, σχετικά με το καθεστώς ιδιαίτερης μεταχειρίσεως, μολονότι το Δημόσιο έχει κυρίαρχη θέση μεταξύ των μετόχων της.
88.
Στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, από την ανωτέρω διαπίστωση συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση, αντιθέτως προς την άποψη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, δεν υφίσταται κανένας επιτακτικός λόγος, από συστηματικής απόψεως, ο οποίος να επιβάλλει εκ προοιμίου τον αποκλεισμό υπαγωγής στο ΚΟΑ όσον αφορά εταιρία όπως η Xinanchem.
89.
Κατά συνέπεια, το τέταρτο επιχείρημα του Συμβουλίου πρέπει, επίσης, να απορριφθεί.
90.
Δεδομένου ότι το επιχείρημα του Συμβουλίου το οποίο στηρίζεται στο άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού είναι ούτως ή άλλως ανίσχυρο, παρέλκει η εξέταση σχετικά με την περαιτέρω αποδυνάμωση του εν λόγω επιχειρήματος υπό το πρίσμα της εκθέσεως του οργάνου διευθετήσεως των διαφορών του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), η οποία αφορά διαδικασία εξώδικης διευθετήσεως διαφοράς μεταξύ της ΛΔΚ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( 55 ). Στο πλαίσιο της προκειμένης διαδικασίας παρέλκει, ειδικότερα, η εξέταση των αποτελεσμάτων τα οποία παράγει αυτή η έκθεση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του ζητήματος αν εταιρίες, όπως η Xinanchem, μπορούν να την επικαλεσθούν εν γένει ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης ( 56 ).
ε) Επί του βάρους αποδείξεως το οποίο φέρουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και επί της ευχέρειας εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν τα όργανα της Ένωσης (πέμπτο επιχείρημα του Συμβουλίου)
91.
Με το πέμπτο και τελευταίο επιχείρημά του, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι ο τρόπος κατά τον οποίο το Πρωτοδικείο ερμήνευσε την πρώτη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού οδηγεί σε λύσεις αμφίβολης πρακτικής αποτελεσματικότητας και έχει ως συνέπεια, εν τοις πράγμασι, την αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.
92.
Ωστόσο, φρονώ ότι και αυτός ο ισχυρισμός είναι αβάσιμος.
93.
Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Πρωτοδικείο τόνισε ρητώς και αναγνώρισε ότι απόκειται πάντα στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να αποδείξουν ότι πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο ΚΟΑ βάσει της πρώτης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού ( 57 ).
94.
Το γεγονός και μόνον ότι το Πρωτοδικείο δεν αποκλείει εκ προοιμίου από το πεδίο εφαρμογής του ΚΟΑ όλες τις εταιρίες οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο ως μέτοχο δεν συνιστά αντιστροφή του βάρους αποδείξεως. Ακόμη και στο πλαίσιο της λύσεως που έδωσε το Πρωτοδικείο οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει να αποδείξουν ότι λαμβάνουν τις αποφάσεις τους για τις τιμές, το κόστος και τις εισροές βάσει στοιχείων της αγοράς και χωρίς σημαντική κρατική παρέμβαση. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο, δηλαδή, δεν οφείλουν να προσκομίσουν αποδείξεις σχετικά με το αν εταιρία η οποία ελέγχεται από το Δημόσιο λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς ή όχι.
95.
Ασφαλώς, ο διοικητικός φόρτος θα μειωνόταν σε σημαντικό βαθμό, εάν η Επιτροπή και το Συμβούλιο μπορούσαν να απορρίψουν εκ προοιμίου την υπαγωγή στο ΚΟΑ εταιριών οι οποίες ελέγχονται από το Δημόσιο ως μέτοχο, χωρίς να εξετάζουν μεμονωμένα την κάθε περίπτωση. Τούτο όμως δεν επιτρέπεται από το νομικό πλαίσιο για την υπαγωγή στο ΚΟΑ, το οποίο θέσπισε το ίδιο το Συμβούλιο, υπό την ιδιότητα του νομοθέτη της Ένωσης, με το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού. Η εν λόγω διάταξη επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να παρέχουν «επαρκείς αποδείξεις» ότι «λειτουργ[ούν] υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς». Συνεπώς, απόκειται οπωσδήποτε στα όργανα της Ένωσης τα οποία είναι αρμόδια για την εφαρμογή της διαδικασίας αντιντάμπινγκ να εκτιμήσουν δεόντως τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Δεν είναι δυνατόν, αφενός, να επιβάλλεται η προσκόμιση αποδεικτικού υλικού και, αφετέρου, το υλικό αυτό να κρίνεται εκ προοιμίου απρόσφορο.
96.
Η εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων —αντιθέτως προς την ερμηνεία του κριτηρίου της «σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως» ( 58 )— συνιστά εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών δεδομένων, ως προς την οποία η Επιτροπή και το Συμβούλιο διαθέτουν, κατά πάγια νομολογία, ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως («διακριτική ευχέρεια») ( 59 ). Αναμφιβόλως, στο πλαίσιο αυτής της ευχέρειας, η Επιτροπή και το Συμβούλιο μπορούν να θεωρήσουν κατά μαχητό τεκμήριο ότι εταιρία η οποία ελέγχεται από το Δημόσιο ως μέτοχο και είναι εγκατεστημένη σε χώρα χωρίς οικονομία της αγοράς δεν λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς όσον αφορά την κατασκευή και την πώληση των προϊόντων της, αλλά υπόκειται κατά κανόνα σε σημαντική κρατική παρέμβαση σε σχέση με τις τιμές, το κόστος και τις εισροές ( 60 ).
97.
Αντιθέτως, η εφαρμογή αμάχητου τεκμηρίου σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως, την οποία υποστηρίζουν προφανώς η Επιτροπή και το Συμβούλιο, θα ήταν ακατάλληλη. Συγκεκριμένα, εφόσον τα όργανα της Ένωσης τα οποία είναι αρμόδια για τη διαδικασία αντιντάμπινγκ διαθέτουν την προαναφερθείσα ευχέρεια εκτιμήσεως, οφείλουν να εξετάζουν επιμελώς και αμερόληπτα όλα τα σχετικά στοιχεία κάθε μεμονωμένης περιπτώσεως ( 61 ). Στο καθήκον αυτό εμπίπτει και η εξέταση του αποδεικτικού υλικού το οποίο προσκομίζει η ενδιαφερόμενη εταιρία, από το οποίο θα προκύψει αν η εν λόγω εταιρία λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, μολονότι ελέγχεται από το Δημόσιο ως μέτοχο. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο δεν μπορούν να θεωρήσουν άνευ ετέρου απρόσφορα αυτά τα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς να τα υποβάλουν σε πιο αναλυτική εκτίμηση.
98.
Ο συνδυασμός της ευχέρειας εκτιμήσεως, του μαχητού τεκμηρίου και του καθήκοντος εκτιμήσεως έχει ως αποτέλεσμα τη δίκαιη στάθμιση συμφερόντων στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού, καθόσον λαμβάνεται υπόψη δεόντως τόσο το οικονομικό συμφέρον της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως όσο και το συμφέρον των οικείων οργάνων της Ένωσης να εξασφαλίσουν τη νομιμότητα της διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
99.
Υπό αυτές τις συνθήκες πρέπει να απορριφθεί και το πέμπτο επιχείρημα του Συμβουλίου.
στ) Ενδιάμεσο συμπέρασμα
100.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, το Πρωτοδικείο ορθώς ερμήνευσε το άρθρο 2, παράγραφος 7, στοιχείο γʹ, του βασικού κανονισμού υπό την έννοια ότι η έγκριση υπαγωγής στο ΚΟΑ δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ προοιμίου όσον αφορά εταιρία η οποία ελέγχεται από το Δημόσιο ως μέτοχο, όπως η Xinanchem. Επίσης, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι τα όργανα της Ένωσης πρέπει να υποβάλλουν σε εκτίμηση και να μην θεωρούν εκ προοιμίου απρόσφορο το αποδεικτικό υλικό το οποίο προσκομίζει ενδιαφερόμενη εταιρία προκειμένου να αποδείξει ότι λειτουργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ μέρους του Συμβουλίου είναι αβάσιμος.
2. Επί του ελέγχου των τιμών εξαγωγής της Xinanchem από τη CCCMC (δεύτερος λόγος αναιρέσεως)
101.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του Συμβουλίου βάλλει κατά των σκέψεων 137 έως 159 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σε αυτές τις σκέψεις το Πρωτοδικείο εξετάζει τη θέση του εμπορικού επιμελητηρίου CCCMC και την επιρροή του στον καθορισμό των τιμών εξαγωγής του προϊόντος glyphosate κινεζικής παραγωγής και διαπιστώνει, σχετικά, ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο υπέπεσαν σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ( 62 ). Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή, αντιτείνει ότι το Πρωτοδικείο υπερέβη τα όρια του δικαστικού ελέγχου, έθιξε την ευχέρεια εκτιμήσεως την οποία διαθέτουν και τα δύο όργανα της Ένωσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ και προέβη σε αντιστροφή του βάρους αποδείξεως.
102.
Αυτός ο λόγος αναιρέσεως ανάγεται στο γεγονός ότι αμφότερα τα όργανα της Ένωσης θεώρησαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ, ότι η CCCMC είχε ορίσει κατά τρόπο δεσμευτικό «ελάχιστη τιμή» εξαγωγής του προϊόντος glyphosate και επέβαλλε αυτήν την τιμή διά συστήματος θεωρήσεως σε συνεργασία με τις τελωνειακές Αρχές. Τα οικεία όργανα της Ένωσης χρησιμοποίησαν το γεγονός αυτό ως σημείο αναφοράς για να συναγάγουν το συμπέρασμα ότι οι τιμές εξαγωγής του εν λόγω προϊόντος δεν διαμορφώνονταν υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, με αποτέλεσμα η Xinanchem να υπόκειται σε σημαντική κρατική επιρροή και, για τον λόγο αυτόν, απέρριψαν την αίτηση υπαγωγής της εταιρίας στο ΚΟΑ ( 63 ). Στην ένδικη διαδικασία, έως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή στήριξαν το σύνολο της επιχειρηματολογίας τους σε αυτήν την εκδοχή των πραγματικών περιστατικών.
103.
Ωστόσο, η θεώρηση των πραγματικών περιστατικών από το Συμβούλιο και την Επιτροπή διαφέρει σε ορισμένα καθοριστικά σημεία από τις σχετικές διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά. Συγκεκριμένα, αντιθέτως προς τα δύο όργανα της Ένωσης, το Πρωτοδικείο δεν δέχεται ότι ίσχυε δεσμευτική ελάχιστη τιμή εξαγωγής του προϊόντος glyphosate από τη ΛΔΚ κατά την υπό έρευνα περίοδο, αλλά μόνο μη δεσμευτική τιμή αναφοράς ( 64 ), η οποία μάλιστα δεν είχε καθορισθεί από τη CCCMC, αλλά από τους παραγωγούς glyphosate, μέλη του CCCMC ( 65 ), με σκοπό να διευκολύνει, κυρίως, την τήρηση των κανόνων αντιντάμπινγκ στις χώρες προορισμού ( 66 ). Η CCCMC, μη κυβερνητικός οργανισμός ( 67 ), θεωρούσε τις σχετικές συμβάσεις ακόμη και όταν η τιμή εξαγωγής ήταν χαμηλότερη από την τιμή αναφοράς ( 68 ), ενώ δεν είχε τεθεί σε εφαρμογή μηχανισμός ο οποίος θα μπορούσε να παράσχει στο κινεζικό Δημόσιο τη δυνατότητα παρεμβάσεως ( 69 ).
104.
Δεδομένου ότι ούτε το Συμβούλιο ούτε η Επιτροπή επικαλούνται παραμόρφωση των αποδεικτικών μέσων από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και δεν προβάλλουν, σχετικά, κανένα συγκεκριμένο επιχείρημα, είναι κρίσιμα μόνον τα πραγματικά περιστατικά τα οποία διαπίστωσε το Πρωτοδικείο ( 70 ). Τα δύο όργανα της Ένωσης πρέπει να δεχτούν τα πραγματικά περιστατικά όπως διαπιστώθηκαν από το Πρωτοδικείο και να στηριχθούν σε αυτά ως προς τον έλεγχο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
105.
Βάσει των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι ο καθορισμός των τιμών του προϊόντος glyphosate από τη CCCMC δεν είχε ως αποτέλεσμα πραγματικό περιορισμό στις εξαγωγές της Xinanchem ( 71 ) και ότι τα δύο όργανα της Ένωσης παρανόμως απέρριψαν την αίτηση υπαγωγής της εν λόγω εταιρίας στο ΚΟΑ ( 72 ).
106.
Συναφώς, το Συμβούλιο και η Επιτροπή προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι υπερέβη τα όρια του δικαστικού ελέγχου των μέτρων αντιντάμπινγκ και υποκατέστησε με τη δική του εκτίμηση την εκτίμηση των αρμοδίων οργάνων της Ένωσης.
107.
Ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί.
108.
Ασφαλώς, δεν χωρεί αμφιβολία ότι τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως («διακριτική ευχέρεια») όσον αφορά την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών δεδομένων στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ ( 73 ).
109.
Ωστόσο, αυτή η ευχέρεια εκτιμήσεως επί οικονομικών ζητημάτων δεν σημαίνει ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν πρέπει να ελέγχουν την ερμηνεία των οικονομικών δεδομένων εκ μέρους των αρμοδίων οργάνων, δηλαδή της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Αντιθέτως, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης είναι αρμόδια να ελέγχουν την ουσιαστική νομιμότητα των μέτρων αντιντάμπινγκ ως προς την ορθότητα των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών και ως προς ενδεχόμενα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως ( 74 ). Συναφώς, μπορούν να εξακριβώσουν όχι μόνον την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων των οποίων έγινε επίκληση, την αξιοπιστία και τη συνοχή τους, αλλά και να ελέγξουν αν τα στοιχεία αυτά αποτελούν το σύνολο των κρίσιμων δεδομένων που πρέπει να ληφθούν υπόψη για να αξιολογηθεί μια περίπλοκη κατάσταση και αν μπορούν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν βάσει αυτών ( 75 ).
110.
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, ορθώς έλεγξε το Πρωτοδικείο, μεταξύ άλλων, αν αμφότερα τα όργανα της Ένωσης έλαβαν υπόψη το σύνολο των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων και αν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυπταν από τον φάκελο της υποθέσεως, μπορούσαν να στηρίξουν τα συμπεράσματα που συνήχθησαν και από τα δύο όργανα της Ένωσης όσον αφορά την προβαλλόμενη κρατική επιρροή κατά τον καθορισμό των εμπορικών τιμών εξαγωγής του προϊόντος glyphosate.
111.
Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο επ’ ουδενί υποκατέστησε την εκτίμηση των οικονομικών δεδομένων από την Επιτροπή και το Συμβούλιο με διαφορετική εκτίμηση. Διαπίστωσε απλώς και μόνον ότι αμφότερα τα εν λόγω όργανα της Ένωσης δεν έλαβαν υπόψη ορισμένες κρίσιμες περιστάσεις και δεν μπορούσαν να στηρίξουν τα συμπεράσματα τα οποία συνήγαγαν στα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από τη δικογραφία ( 76 ).
112.
Συναφώς, το Πρωτοδικείο δεν υπερέβη τις αρμοδιότητές του, αλλά αντιθέτως εκτέλεσε το καθήκον το οποίο του έχει ανατεθεί βάσει των Συνθηκών όσον αφορά τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης στο πλαίσιο προσφυγών ακυρώσεως κατά το άρθρο 263, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
113.
Δεν συνιστά καθήκον του Δικαστηρίου να υποκαταστήσει πέραν του ελέγχου της νομιμότητας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας με τη δική του εκτίμηση την εκτίμηση του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά. Εντέλει, όμως, αυτό επιδιώκει ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
114.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε το Συμβούλιο είναι επίσης αβάσιμος.
3. Επί της μη εκτιμήσεως αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με την απουσία σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως (τρίτος λόγος αναιρέσεως)
115.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως βάλλει συγκεκριμένα κατά της σκέψεως 160 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, συνοψίζοντας, ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έλαβαν υπόψη όλα τα κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε η Xinanchem στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ προκειμένου να αποδείξει ότι δεν λειτουργούσε υπό καθεστώς σημαντικής κρατικής παρεμβάσεως. Το Πρωτοδικείο τονίζει ότι τα σφάλματα που διαπίστωσε με άλλα σημεία της αποφάσεώς του έπλητταν και το συνολικό συμπέρασμα του Συμβουλίου.
116.
Στο πλαίσιο αυτού του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Συμβούλιο δεν προβάλλει συγκεκριμένες αιτιάσεις κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σε σχέση με τους δύο ήδη εξετασθέντες λόγους αναιρέσεως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν διαθέτει αυτοτελές περιεχόμενο. Δεν προσθέτει οτιδήποτε σε όσα εξετάσθηκαν ήδη.
117.
Υπό αυτές τις συνθήκες, παρέλκει κάθε περαιτέρω εξέταση. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί για τους ίδιους λόγους που απορρίφθηκαν ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
4. Σύνοψη
118.
Επειδή κανένας από τους προβληθέντες λόγους δεν έγινε δεκτός, η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο Συμβούλιο πρέπει ν’ απορριφθεί στο σύνολό της. Κατόπιν τούτου, παρέλκει η εξέταση των παρατηρήσεων του Συμβουλίου επί των λοιπών ισχυρισμών που προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό από την Xinanchem και δεν εξετάσθηκαν από το Πρωτοδικείο στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως κατά του προσβαλλόμενου κανονισμού.
VI – Δικαστικά έξοδα
119.
Αν η αίτηση αναιρέσεως απορριφθεί, όπως προτείνω στην υπό κρίση υπόθεση, τότε το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων (άρθρο 122, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας), τα δε επιμέρους ζητήματα ρυθμίζονται βάσει του άρθρου 69 σε συνδυασμό με το άρθρο 118 του Κανονισμού Διαδικασίας.
120.
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εφόσον το Συμβούλιο ηττήθηκε και η Xinanchem, καθώς και η Audace ως επιπλέον διάδικος, υπέβαλαν σχετικό αίτημα, το Συμβούλιο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
121.
Όσον αφορά την Επιτροπή, εφόσον υποστήριξε το Συμβούλιο ως επιπλέον διάδικος, έχει ηττηθεί επίσης. Επομένως θα ήταν εύλογο η Επιτροπή να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 4, εδάφιο 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
VII – Πρόταση
122.
Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
1)
Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2)
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά του έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group Co. και η Association des utilisateurs et distributeurs de l’agrochimie européenne.
3)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1683/2004 του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2004, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 303, σ. 1).
( 3 ) China Chamber of Commerce Metals, Minerals & Chemicals Importers and Exporters.
( 4 ) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 2009, T-498/04, Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. II-1969).
( 5 ) ΕΕ L 56, σ. 1.
( 6 ) Κανονισμός (ΕΚ) 1972/2002 του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 305, σ. 1).
( 7 ) Κατά την υποσημείωση του άρθρου 2, παράγραφος 7, στοιχείο αʹ, του βασικού κανονισμού, στις χώρες αυτές συμπεριλαμβάνονται η Αλβανία, η Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν, η Λευκορωσία, η Γεωργία, η Βόρεια Κορέα, η Κιργιζία, η Μολδαβία, η Μογγολία, το Τατζικιστάν, το Τουρκμενιστάν και το Ουζμπεκιστάν.
( 8 ) Τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΚ) 905/98 του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 1998, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 128, σ. 18), με τον οποίο προστέθηκαν για πρώτη φορά τα στοιχεία βʹ και γʹ στο άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού.
( 9 ) ΕΕ L 343, σ. 51.
( 10 ) Κατά το άρθρο του 24 ο κανονισμός 1225/2009 τέθηκε σε ισχύ την 11η Ιανουαρίου 2010, δηλαδή περισσότερα από τέσσερα έτη μετά την έκδοση του επίμαχου εν προκειμένω μέτρου αντιντάμπινγκ.
( 11 ) Βλ., σχετικά, μεταξύ άλλων τις σκέψεις 4 έως 10 και 12 έως 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 12 ) Η έγκριση της διαθέσεώς του εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης στηρίζεται στο παράρτημα I, σημείο 25, της οδηγίας 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1991, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά φυτοπροστατευτικών προϊόντων (ΕΕ L 230, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2010/77/ΕΕ της Επιτροπής της 10ης Νοεμβρίου 2010 (ΕΕ L 293, σ. 48).
( 13 ) Τα επίμαχα μέτρα αντιντάμπινγκ καταργήθηκαν από τις 17 Δεκεμβρίου 2010· βλ., σχετικά, τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 1187/2010 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2010, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές του προϊόντος glyphosate καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 332, σ. 31).
( 14 ) Εικοστή τρίτη έως τριακοστή αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1683/2004 και σκέψη 14 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 15 ) Απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4.
( 16 ) Το πρωτότυπο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, το οποίο αρχικώς απεστάλη με τηλεομοιοτυπία, κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Αυγούστου 2009.
( 17 ) Η AUDACE δεν έλαβε θέση επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως που προέβαλε το Συμβούλιο. Εξάλλου, η AUDACE δεν μετέσχε στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
( 18 ) Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 2011, C-337/09 P-R, Συμβούλιο κατά Zhejiang Xinan Chemical Industrial Group κ.λπ.
( 19 ) Βλ., επίσης, ιδίως τις αποφάσεις της 1ης Ιουνίου 1994, C-136/92 P, Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-1981, σκέψεις 47 έως 49), της 16ης Ιουλίου 2009, C-440/07 P, Επιτροπή κατά Schneider Electric (Συλλογή 2009, σ. I-6413, σκέψεις 103 και 104), και της 29ης Μαρτίου 2011, C-352/09 P, ThyssenKrupp Nirosta κατά Επιτροπής (Συλλογή 2011, σ. I-2359, σκέψεις 179 και 180).
( 20 ) Αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 P, Bergaderm και Goupil κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5291, σκέψεις 35 και 36), της 12ης Σεπτεμβρίου 2006, C-131/03 P, Reynolds Tobacco κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I-7795, σκέψη 51), της 23ης Μαρτίου 2004, C-234/02 P, Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Lamberts (Συλλογή 2004, σ. I-2803, σκέψη 75), και της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C-514/07 P, C-528/07 P και C-532/07 P, Σουηδία κατά API και Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. I-8533, σκέψη 116).
( 21 ) Αποφάσεις Reynolds Tobacco κ.λπ. κατά Επιτροπής (σκέψη 51), Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κατά Lamberts (σκέψη 75) και Σουηδία κατά API και Επιτροπής (σκέψη 116), όλες προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 20.
( 22 ) Σχετικά με την ευχέρεια εκτιμήσεως (ή «διακριτική ευχέρεια») των οργάνων της Ένωσης κατά την επιβολή μέτρων προστασίας στο πλαίσιο της εμπορικής πολιτικής, βλ. τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, 255/84, Nachi Fujikoshi κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1987, σ. 1861, σκέψη 21), της 22ας Οκτωβρίου 1991, C-16/90, Nölle (Συλλογή 1991, σ. I-5163, σκέψη 11), της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, C-351/04, Ikea Wholesale (Συλλογή 2007, σ. I-7723, σκέψη 40), της 28ης Φεβρουαρίου 2008, C-398/05, AGST Draht- und Biegetechnik (Συλλογή 2008, σ. I-1057, σκέψη 33), και της 11ης Φεβρουαρίου 2010, C-373/08, Hoesch Metals and Alloys (Συλλογή 2010, σ. I-951, σκέψη 61).
( 23 ) Βλ., σχετικά, για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 2007, C-525/04 P, Ισπανία κατά Lenzing (Συλλογή 2007, σ. I-9947, σκέψη 57, in fine), της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, C-290/07 P, Επιτροπή κατά Scott (Συλλογή 2010, σ. I-7763, σκέψη 66, πρώτη φράση), και της 29ης Ιουνίου 2010, C-441/07 P, Επιτροπή κατά Alrosa (Συλλογή 2010, σ. I-5949, ιδίως σκέψεις 67 και 68).
( 24 ) Συναφώς, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-49/92 P, Επιτροπή κατά Anic Partecipazioni (Συλλογή 1999, σ. I-4125, σκέψη 171).
( 25 ) Βλ., συναφώς, τις προτάσεις μου της 13ης Δεκεμβρίου 2007 στην υπόθεση C-413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (Συλλογή 2008, σ. I-4951, σκέψη 74).
( 26 ) Απόφαση της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 2009, για την αναστολή του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1683/2004 του Συμβουλίου στις εισαγωγές glyphosate καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 120, σ. 20).
( 27 ) Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 126/2010 του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2010, για την επέκταση της αναστολής του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται από τον κανονισμό (ΕΚ) 1683/2004 σε εισαγωγές glyphosate καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (ΕΕ L 40, σ. 1).
( 28 ) Όπως ορίζει το σχετικό άρθρο 2, ο εκτελεστικός κανονισμός 1187/2010 άρχισε να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι τη 17η Δεκεμβρίου 2010.
( 29 ) Επ’ αυτού, δεν είναι δυνατό να προβληθεί ως αντεπιχείρημα ότι οι κανονισμοί περί επιβολής μέτρων αντιντάμπινγκ συνιστούν απλώς εκτελεστικούς κανονισμούς διοικητικής φύσεως. Το άρθρο 60, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφαρμόζεται, κατά το σαφές γράμμα του αλλά και σύμφωνα με το πνεύμα και τον σκοπό του, όσον αφορά όλους τους κανονισμούς, είτε πρόκειται για νομοθετικές πράξεις είτε για εκτελεστικές πράξεις. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, οι κανονισμοί αυτοί είναι κατάλληλοι και προορίζονται να ρυθμίσουν αόριστο αριθμό μεμονωμένων περιπτώσεων —εν προκειμένω, αόριστο αριθμό πράξεων εισαγωγής που αφορούν το προϊόν το οποίο προβάλλεται ως αντικείμενο ντάμπινγκ— και ως εκ τούτου, επιβάλλεται, για λόγους ασφάλειας δικαίου, τα αποτελέσματα ενδεχόμενης ακυρώσεως από το Πρωτοδικείο να επέλθουν μόνον εφόσον το Δικαστήριο ελέγξει την πρωτόδικη απόφαση ή παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως. Από το άρθρο 60, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απορρέει διάκριση μεταξύ κανονισμών διαφόρων μορφών —επί παραδείγματι, κανονισμών νομοθετικής φύσεως και κανονισμών με αυθεντικό «κανονιστικό χαρακτήρα» (βλ. σχετικά, αφενός, το άρθρο 263, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ και, αφετέρου, το άρθρο 289, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ).
( 30 ) Διαφορετική είναι η περίπτωση της εξετάσεως των συγκεκριμένων οικονομικών στοιχείων, βάσει των οποίων η Επιτροπή και το Συμβούλιο πρέπει να εκτιμήσουν αν υφίσταται σημαντική κρατική παρέμβαση. Στο πλαίσιο αυτό αμφότερα τα όργανα της Ένωσης διαθέτουν ευρεία ευχέρεια εκτιμήσεως (βλ., σχετικά, ιδίως τα σημεία 96, 108 και 109 των παρουσών προτάσεων).
( 31 ) Σκέψεις 92, 96 έως 98 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 32 ) Σκέψεις 91 και 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 33 ) Σκέψεις 92 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 34 ) Σκέψεις 97, 99, 106, in fine, και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 35 ) Σκέψεις 82, 97, 105 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 36 ) Βλ., συνολικώς, τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθώς και τις σκέψεις 12, 79 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 37 ) Σκέψεις 91 και 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 38 ) Σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (η υπογράμμιση δική μου).
( 39 ) Σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 40 ) Συναφείς και οι σκέψεις 85 και 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 41 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 42 ) Τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 905/98, ο οποίος εισήγαγε τη δυνατότητα υπαγωγής στο ΚΟΑ ειδικά όσον αφορά εταιρίες από τη Ρωσία και τη ΛΔΚ.
( 43 ) Κατά την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 905/98, αρκεί να αποδεικνύεται «ότι επικρατούν συνθήκες αγοράς […] σε σχέση με την κατασκευή και την πώληση του σχετικού προϊόντος».
( 44 ) Σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 45 ) Πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 905/98.
( 46 ) Σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 47 ) Σκέψη 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 48 ) Σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 49 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 70 των παρουσών προτάσεων.
( 50 ) Τέταρτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 905/98.
( 51 ) Ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 384/96.
( 52 ) Βλ., σχετικά, δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού.
( 53 ) Σε σχέση με την έγκριση υπαγωγής σε καθεστώς ιδιαίτερης μεταχειρίσεως επιτρέπεται ένας βαθμός κρατικής επιρροής στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων της εταιρίας, όπως προκύπτει και από το άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, στοιχείο εʹ, του βασικού κανονισμού («η κρατική παρέμβαση δεν πρέπει να είναι τέτοια [...]») (η υπογράμμιση δική μου).
( 54 ) Ομοίως και το προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 5, δεύτερη περίοδος, στοιχείο εʹ, του βασικού κανονισμού.
( 55 ) Έκθεση του μόνιμου δευτεροβάθμιου δικαιοδοτικού οργάνου του ΠΟΕ της 15ης Ιουλίου 2011 (WT/DS397/AB/R, «European Communities — Definitive Anti-Dumping Measures on Certain Iron or Steel Fasteners from China», διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΠΟΕ, ), κατά την οποία «καθαυτό» το άρθρο 9, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού αντιβαίνει σε διάφορες διατάξεις του δικαίου του ΠΟΕ. Η έκθεση αυτή εγκρίθηκε από το όργανο διευθετήσεως των διαφορών του ΠΟΕ (Dispute Settlement Body) την 28η Ιουλίου 2011.
( 56 ) Βλ. αποφάσεις της 1ης Μαρτίου 2005, C-377/02, Van Parys (Συλλογή 2005, σ. I-1465, ιδίως σκέψεις 39 και 40), και Ikea Wholesale (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, ιδίως σκέψεις 29 και 30).
( 57 ) Σκέψεις 89, in fine, και 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 58 ) Βλ., σχετικά, ανωτέρω, σημείο 42 των παρουσών προτάσεων.
( 59 ) Βλ., σχετικά, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 νομολογία.
( 60 ) Ομοίως και το Πρωτοδικείο στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 61 ) Αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, C-269/90, Technische Universität München (Συλλογή 1991, σ. I-5469, σκέψη 14), της 6ης Νοεμβρίου 2008, C-405/07 P, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I-8301, σκέψη 56), και της 9ης Μαρτίου 2010, C-379/08 και C-380/08, ERG κ.λπ. (Συλλογή 2010, σ. I-2007, σκέψη 61).
( 62 ) Σκέψεις 158 και 159 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (βλ., επίσης, σκέψη 151, δεύτερη φράση, της εν λόγω αποφάσεως).
( 63 ) Δέκατη τέταρτη και δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, καθώς και σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 64 ) Σκέψεις 146, 149, 150 και 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 65 ) Σκέψεις 151 και 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 66 ) Σκέψη 156 σε συνδυασμό με τη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 67 ) Σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 68 ) Σκέψεις 148 έως 150 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 69 ) Σκέψη 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 70 ) Ήδη κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία το Συμβούλιο δεν αμφισβήτησε τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά τα οποία προβλήθηκαν από την Xinanchem· βλ., σχετικά, ιδίως σκέψεις 149, 151 και 155 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 71 ) Σκέψεις 151 και 157 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 72 ) Σκέψεις 158 και 159 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
( 73 ) Βλ., σχετικά, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22 νομολογία και το σημείο 96 των παρουσών προτάσεων.
( 74 ) Πάγια νομολογία· βλ., ιδίως, τις προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 22 αποφάσεις Nachi Fujikoshi (σκέψη 21), Ikea Wholesale (σκέψη 41, με περαιτέρω παραπομπές) και Hoesch Metals and Alloys (σκέψη 62). Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει, επίσης, ότι τα μέτρα αντιντάμπινγκ μπορούν να ελεγχθούν και ως προς δικονομικά σφάλματα και κατάχρηση διακριτικής ευχέρειας, που όμως δεν αφορούν την προκειμένη περίπτωση.
( 75 ) Συναφώς, αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2005, C-12/03 P, Επιτροπή κατά Tetra Laval (Συλλογή 2005, σ. I-987, σκέψη 39) και της 10ης Ιουλίου 2008, C-413/06 P, Bertelsmann και Sony Corporation of America κατά Impala (Συλλογή 2008, σ. I-4951, σκέψη 145). Αυτή η νομολογία, η οποία αναπτύχθηκε κατ’ αρχάς σε σχέση με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων, απέκτησε εν τω μεταξύ ευρύτερη σημασία, πέραν του συγκεκριμένου τομέα του δικαίου, και μπορεί να εφαρμοσθεί εν γένει όταν οι αποφάσεις των οργάνων της Ένωσης πρέπει να ελεγχθούν με σκοπό τον εντοπισμό πρόδηλων σφαλμάτων εκτιμήσεως· βλ. τις αποφάσεις Ισπανία κατά Lenzing (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 57), Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 61, σκέψη 55) και Επιτροπή κατά Scott (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 23, σκέψη 65). Στις προτάσεις του, της 14ης Απριλίου 2011, στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-191/09 P και C-200/09 P, Συμβούλιο κ.λπ. κατά Interpipe κ.λπ. (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 103 έως 108), ο γενικός εισαγγελέας P. Mengozzi εφαρμόζει αυτήν τη νομολογία στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ.
( 76 ) Σκέψη 158 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy