ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
JULIANE KOKOTT
της 16ης Σεπτεμβρίου 2010 1(1)
Υπόθεση C‑356/09
Dr. Christine Kleist
[αίτηση του Oberster Gerichtshof (Αυστρία)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Ίση μεταχείριση ανδρών και γυναικών –Διαφορετική νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών – Κατάργηση της ειδικής προστασίας κατά της απολύσεως βάσει συλλογικής συμβάσεως εργασίας με τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως – Απόλυση εργαζομένης μετά τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως που ισχύει για τις γυναίκες – Διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου σε σχέση με τους όρους απολύσεως – Οδηγία 76/207/ΕΟΚ – Οδηγία 2002/73/ΕΚ»
I – Εισαγωγή
1. Η υποχρεωτική συνταξιοδότηση εργαζομένων που έχουν συμπληρώσει την ισχύουσα γι’ αυτούς ηλικία συνταξιοδοτήσεως έχει απασχολήσει επανειλημμένως το Δικαστήριο. Από απόψεως δικαίου της Ενώσεως η εν λόγω θεματική εξετάστηκε κατά τα τελευταία χρόνια ιδίως από τη σκοπιά της διακρίσεως λόγω ηλικίας (2). Στην προκείμενη περίπτωση ωστόσο, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρίσκεται, όπως και προ εικοσιπενταετίας στις υποθέσεις Marshall (3) και Beets-Proper (4), η διακριτική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων.
2. Η Dr. C. Kleist, η οποία εργαζόταν ως διευθύνουσα ιατρός στον αυστριακό οργανισμό ασφαλίσεως συντάξεων (Pensionsversicherungsanstalt), συνταξιοδοτήθηκε υποχρεωτικά από τον εργοδότη της σε ηλικία 60 ετών βάσει σχετικής συλλογικής ρυθμίσεως σύμφωνα με την οποία οι ιατροί δύνανται να συνταξιοδοτούνται με τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως. Κατά το αυστριακό δίκαιο, το εν λόγω όριο ηλικίας ανέρχεται επί του παρόντος στα 65 έτη για τους άνδρες, ενώ για τις γυναίκες ανέρχεται στα 60 έτη.
3. Το Δικαστήριο καλείται τώρα να κρίνει εάν συντρέχει περίπτωση δυσμενούς μεταχειρίσεως λόγω φύλου όταν η υποχρεωτική συνταξιοδότηση συναρτάται με διαφορετική ηλικία στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες. Ήδη στην απόφαση Marshall, η οποία αφορούσε παρόμοια περίπτωση, το Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι επρόκειτο για δυσμενή διάκριση λόγω φύλου (5). Στην προκείμενη υπόθεση θα εξεταστεί ιδίως αν θα πρέπει να ακολουθείται η ίδια νομολογία όταν με την υποχρεωτική συνταξιοδότηση επιδιώκονται σκοποί της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως.
4. Εν προκειμένω δεν τίθενται αμφισβητούμενα θέματα οριζόντιας άμεσης ισχύος οδηγιών ή γενικών αρχών του δικαίου όπως αυτά που συζητήθηκαν τελευταίως αναφορικά με τις αποφάσεις Mangold (6) και Kücükdeveci (7) αλλά πρόκειται για μία κλασική κάθετη έννομη σχέση στην οποία ένας δημόσιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως επέχει θέση εργοδότη.
II – Νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
5. Το νομοθετικό πλαίσιο της προκειμένης υποθέσεως χαράσσεται, από την άποψη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, από την ήδη καταργηθείσα οδηγία 76/207/ΕΟΚ (8) όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/73/ΕΚ (9) (10).
6. Το άρθρο 2 της οδηγίας 76/207 είχε ως εξής:
«1) Κατά την έννοια των κατωτέρω διατάξεων, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως συνεπάγεται την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση.
2) Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
– “άμεση διάκριση”: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση,
– “έμμεση διάκριση”: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία,
[…]
8) Τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα κατ’ άρθρο 141, παράγραφος 4, της Συνθήκης για να εξασφαλίσουν εμπράκτως πλήρη ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών.»
7. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207 όριζε τα ακόλουθα:
«Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όσον αφορά:
[…]
γ) τις συνθήκες απασχολήσεως και εργασίας, περιλαμβανομένων των απολύσεων, καθώς και θέματα αμοιβής σύμφωνα με την οδηγία 75/117/ΕΟΚ […]
[…]».
8. Συμπληρωματικά πρέπει να μνημονευθεί η οδηγία 79/7/ΕΟΚ (11), σύμφωνα με τα άρθρα 1, 3 και 4 της οποίας η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών θα πρέπει να εφαρμοστεί προοδευτικά και στον τομέα των νομικών συστημάτων ασφαλίσεως συντάξεων. Στο άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/7 προβλέπεται εντούτοις, μεταξύ άλλων, η ακόλουθη εξαίρεση:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια που έχουν τα κράτη μέλη να αποκλείουν από το πεδίο εφαρμογής της:
α) τον καθορισμό της ηλικίας συνταξιοδοτήσεως για τη χορήγηση συντάξεων γήρατος και συντάξεων εν γένει και τις συνέπειες που είναι δυνατό να προκύψουν για άλλες παροχές,
[…]».
Το εθνικό δίκαιο
1. Νομοθετικές διατάξεις
9. Σε ό,τι αφορά το αυστριακό δίκαιο θα πρέπει καταρχάς να αναφερθεί το άρθρο 253, παράγραφος 1, του Allgemeines Sozialversicherungsgesetz (γενικού νόμου περί κοινωνικών ασφαλίσεων, στο εξής: ASVG), το οποίο θεσπίζει διαφορετική ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως για άνδρες και γυναίκες (12):
«(1) Αξίωση για σύνταξη γήρατος έχουν ο μεν ασφαλισμένος με τη συμπλήρωση της ηλικίας των 65 ετών (κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως), η δε ασφαλισμένη με τη συμπλήρωσης της ηλικίας των 60 ετών (κανονική ηλικία συνταξιοδοτήσεως), εφόσον συμπληρώθηκε ο χρόνος αναμονής (άρθρο 236).»
10. Μάλιστα στην Αυστρία η διαφορετική ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών κατοχυρώνεται και συνταγματικά (13) στα άρθρα 1 έως 3 του Bundesverfassungsgesetz über unterschiedliche Altersgrenzen von männlichen und weiblichen Sozialversicherten (ομοσπονδιακού συνταγματικού νόμου περί διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδοτήσεως των αρρένων και θηλέων ασφαλισμένων) (14):
«§ 1. Επιτρέπεται η θέσπιση κανόνων οι οποίοι προβλέπουν διαφορετικά όρια ηλικίας για άρρενες και θήλεις ασφαλισμένους της νόμιμης κοινωνικής ασφαλίσεως.
[…]
§ 3. Από 1ης Ιανουαρίου 2024 και μέχρι το έτος 2033, το όριο ηλικίας συνταξιοδοτήσεως λόγω γήρατος για θήλεις ασφαλισμένους θα αυξάνεται ετησίως την 1η Ιανουαρίου κατά έξι μήνες.»
2. Συλλογικές ρυθμίσεις
11. Στην παρούσα υπόθεση εφαρμοστέα συλλογική ρύθμιση είναι ο Dienstordnung B für Ärzte und Dentisten bei den Sozialversicherungsträgern Österreichs (Υπηρεσιακός Κανονισμός Β για ιατρούς και οδοντιάτρους των φορέων κοινωνικής ασφαλίσεως της Αυστρίας, στο εξής: DO.B) όπως ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 2005.
12. Κατά την ανωτέρω συλλογική ρύθμιση, οι ιατροί που εργάζονται στους αυστριακούς φορείς κοινωνικής ασφαλίσεως απολαμβάνουν μετά από ορισμένα έτη υπηρεσίας ειδικής προστασίας κατά της καταγγελίας, χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι περιορίζεται σημαντικά το δικαίωμα του εργοδότη να προβεί σε τακτική καταγγελία. Εν προκειμένω χρησιμοποιείται και ο όρος «Unkündbarkeit» (μονιμότητα). Ωστόσο, αυτή η ειδική προστασία από την καταγγελία ισχύει μόνο μέχρι τη συμπλήρωση της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως. Ο εργοδότης έχει δικαίωμα να θέσει τον εργαζόμενο σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως εφόσον ο τελευταίος συμπληρώσει την ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως.
13. Η εν λόγω συνταξιοδότηση ρυθμίζεται στο άρθρο 134, παράγραφοι 2 και 4, του DO.B ως ακολούθως (15):
«(2) Οι μόνιμοι ιατροί έχουν δικαίωμα να μεταβούν σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως εφόσον:
[...]
2. υφίσταται δικαίωμα συντάξεως λόγω γήρατος σύμφωνα με το άρθρο 253 ASVG [...]
[…]
(4) Η διοίκηση του φορέα δύναται να θέσει ένα μόνιμο ιατρό σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως εφόσον ο ιατρός:
1. πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2, σημεία 1, 2 ή 4 […]».
14. Επίσης για την προκείμενη περίπτωση είναι σημαντικό ότι ο DO.B προβλέπει σύστημα ασφαλίσεως συντάξεων βασιζόμενο σε συλλογική σύμβαση εργασίας. Όπως προκύπτει από το άρθρο 89, παράγραφος 1, του DO.B, οι παροχές του εν λόγω συστήματος έχουν τον χαρακτήρα συμπληρωματικών παροχών:
«Οι παροχές της νόμιμης ασφαλίσεως συντάξεων δέον να συμψηφίζονται […] με τις αντίστοιχες παροχές που χορηγούνται βάσει των διατάξεων του παρόντος δικαίου συντάξεων.»
Πάντως οι συμπληρωματικές συνταξιοδοτικές παροχές του DO.B υπερβαίνουν εν μέρει σημαντικά εκείνες της (νόμιμης) κοινωνικής ασφαλίσεως κατά τον ASVG.
III – Ιστορικό και κύρια δίκη
15. Η Dr. C. Kleist, γεννηθείσα στις 11 Φεβρουαρίου 1948, απασχολείτο από τις 7 Ιανουαρίου 1985 στον αυστριακό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως Pensionsversicherungsanstalt όπου τελευταίως εργαζόταν ως διευθύνουσα ιατρός.
16. Ο Pensionsversicherungsanstalt αποφάσισε το 2005 να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας με όλους τους συνεργάτες και συνεργάτιδες που πληρούν τις προϋποθέσεις για να συνταξιοδοτηθούν σύμφωνα με την ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας.
17. Η Dr. C. Kleist αρνήθηκε να συνταξιοδοτηθεί με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας της. Την άρνησή της αυτή την ανακοίνωσε στον Pensionsversicherungsanstalt με έγγραφο της 9ης Ιανουαρίου 2007 με το οποίο ζητούσε να απασχοληθεί μέχρι την ηλικία των 65 ετών. Συγχρόνως ο Pensionsversicherungsanstalt κατήγγειλε με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 2007 τη σχέση εργασίας της Dr. C. Kleist την οποία έθεσε σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως από 1ης Ιουλίου 2008.
18. Το σύνολο των αποδοχών που λάμβανε η Dr. C. Kleist κατά την ενεργό υπηρεσία της, προτού τεθεί σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως, ανερχόταν μηνιαίως σε 4 032,39 ευρώ καθαρά. Η μηνιαία της σύνταξη βάσει του DO.B ανερχόταν κατά τον χρόνο της συνταξιοδοτήσεώς της σε 3 890,62 ευρώ καθαρά. Εάν είχε συνταξιοδοτηθεί το πρώτον την 1η Μαρτίου 2013, ήτοι μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, όπως ισχύει για τους άνδρες, θα ελάμβανε σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου μηνιαία σύνταξη ανερχόμενη σε 4 829,85 ευρώ καθαρά.
19. Η μετάβαση της Dr. C. Kleist σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως δεν την εμποδίζει να συνεχίσει να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα και να απασχολείται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας ή με σχέση εξαρτημένης εργασίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε μάλιστα να εξακολουθήσει να λαμβάνει τη νόμιμη σύνταξή της κατά τον ASVG (16).
20. Σύμφωνα με τα στοιχεία του αιτούντος δικαστηρίου, στην περιφέρεια («Sprengel») στην οποία εργαζόταν η Dr. C. Kleist ως διευθύνουσα ιατρός του Pensionsversicherungsanstalt έχουν δηλωθεί ως αναζητούντες εργασία 23 ιατροί, ενώ ο πραγματικός τους αριθμός φέρεται να είναι τριπλάσιος.
21. Η Dr. C. Kleist προσέβαλε την καταγγελία της ενώπιον του Landesgericht Innsbruck όπου ηττήθηκε στον πρώτο βαθμό (17). Η αντιδικία συνεχίστηκε κατόπιν εφέσεως ενώπιον του Oberlandesgericht Innsbruck το οποίο τροποποίησε την πρωτοβάθμια απόφαση κάνοντας δεκτή την αγωγή της Dr. C. Kleist (18). Κατόπιν αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε ο Pensionsversicherungsanstalt, η υπόθεση εκκρεμεί ήδη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου Oberster Gerichtshof.
IV – Αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
22. Με απόφαση της 4ης Αυγούστου 2009, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, το αιτούν δικαστήριο υπέβαλε τα ακόλουθα ερωτήματα, ζητώντας την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως:
1) Έχει το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ, την έννοια ότι απαγορεύει –στο πλαίσιο συστήματος εργατικού δικαίου στο οποίο η γενική προστασία του εργαζομένου κατά της καταγγελίας καθορίζεται από την κοινωνική (οικονομική) εξάρτησή του από τη θέση εργασίας– διάταξη συλλογικής συμβάσεως εργασίας που προβλέπει ειδική προστασία κατά της καταγγελίας, υπερβαίνουσα την εκ του νόμου γενική προστασία κατά της καταγγελίας, μόνον μέχρι του χρονικού σημείου κατά το οποίο, κατά κανόνα, παρέχεται κοινωνική (οικονομική) ασφάλιση, με την παροχή συντάξεως γήρατος, όταν η ηλικία συνταξιοδοτήσεως, όσον αφορά την εν λόγω σύνταξη γήρατος, διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών;
2) Αντίκειται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73, στο πλαίσιο του προεκτεθέντος συστήματος εργατικού δικαίου, απόφαση εργοδότη του δημόσιου τομέα που καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας εργαζομένης λίγους μήνες μετά το χρονικό σημείο κατά το οποίο αυτή έλαβε σύνταξη γήρατος, για να προσλάβει νέους εργαζομένους που συνωθούνται για να εισέλθουν στην αγορά εργασίας;
23. Στη διαδικασία συμμετείχαν με γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις ο Pensionsversicherungsanstalt, η Dr. C. Kleist και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
V – Εκτίμηση
24. Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως του Oberster Gerichtshof περιλαμβάνει δύο ερωτήματα εκ των οποίων το πρώτο αφορά τον περιορισμό της συλλογικής προστασίας κατά της καταγγελίας μετά τη συμπλήρωση της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως ενώ το δεύτερο αφορά την καταγγελία εργαζομένης σε άμεση συνάρτηση με τη συμπλήρωση της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεώς της.
25. Υπό το πρίσμα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αμφότερα τα προδικαστικά ερωτήματα θέτουν κατ’ ουσίαν το ίδιο νομικό ζήτημα: αν, δηλαδή, επιτρέπεται να καταγγελθεί η σχέση εργασίας μιας εργαζομένης από τον εργοδότη της και να τεθεί αυτή υποχρεωτικά σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως για λόγους που συναρτώνται με σκοπούς της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως εφόσον συμπληρώσει τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, η οποία είναι διαφορετική για τους άνδρες από ό,τι για τις γυναίκες. Για τον λόγο αυτόν προτείνω την από κοινού εξέταση των δύο ερωτημάτων, όπως άλλωστε συνέβη και στην αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αλλά και στα περισσότερα υπομνήματα των συμμετεχόντων στη διαδικασία.
26. Εν προκειμένω ερευνητέα δεν είναι αυτή καθεαυτή η νομοθετική και συνταγματική ρύθμιση που διέπει την ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως στην Αυστρία, αλλά μόνον η συνάρτηση με την εν λόγω ηλικία στο πλαίσιο συλλογικής συμβάσεως και της πολιτικής συνταξιοδοτήσεων του εναγόμενου εργοδότη.
27. Ως κριτήριο ελέγχου αρκεί στην παρούσα περίπτωση η οδηγία 76/207 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73. Πέραν αυτού, ένας έλεγχος βάσει της αρχής απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ηλικίας κατά την έννοια της οδηγίας 2000/78/ΕΚ (19), όπως προτείνει η Dr. C. Kleist, θα ήταν μεν νοητός, όμως ελάχιστα αποτελεσματικός. Τούτο, αφενός, διότι το Δικαστήριο έχει καταστήσει ήδη σαφές ότι η υποχρεωτική συνταξιοδότηση με τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως μπορεί να δικαιολογείται από λόγους αναγόμενους στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως, οπότε δεν υφίσταται και διάκριση λόγω ηλικίας (20), και αφετέρου, διότι με βάση τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας, η Dr. C. Kleist δεν διατυπώνει αιτιάσεις για τη συνταξιοδότησή της αυτή καθεαυτή, αλλά για το ότι συνταξιοδοτείται υποχρεωτικά νωρίτερα από ό,τι οι άνδρες συνάδελφοί της (21). Ως εκ τούτου, η νομική προβληματική της συγκεκριμένης περιπτώσεως συναρτάται με την άνιση μεταχείριση λόγω φύλου.
Εφαρμογή της οδηγίας 76/207
28. Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, συμπεριλαμβανομένων των δημοσίων αρχών, και δη όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τους όρους απασχολήσεως και εργασίας στους οποίους υπάγονται και οι όροι απολύσεως.
29. Ως διορισμένη διευθύνουσα ιατρός υπηρετούσα σε αυστριακό φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως, η Dr. C. Kleist εργαζόταν «στον δημόσιο τομέα» ή, άλλως, σε «δημόσια αρχή» και κατά συνέπεια υπαγόταν βάσει της πρώτου περιόδου του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
30. Στο πλαίσιο της οδηγίας 76/207 η έννοια των όρων απολύσεως πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως (22). Το ερώτημα αν επιτρέπεται ή όχι, στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής συνταξιοδοτήσεως που ακολουθεί ο εργοδότης της, να τίθεται μία εργαζόμενη όπως η Dr. C. Kleist υποχρεωτικά σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως με τη συμπλήρωση της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως, είναι θέμα όρων απολύσεως (23). Κατά συνέπεια ενεργοποιείται και το καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207.
Άνιση μεταχείριση λόγω φύλου
31. Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, σε συνδυασμό με το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207, απαγορεύεται, σε ό,τι αφορά τους όρους απολύσεως, κάθε διάκριση που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα.
32. Άμεση διάκριση υπάρχει όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση (άρθρο 2, παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 76/207). Αυτό σημαίνει ότι, κατά βάση, η διακριτική μεταχείριση συναρτάται άμεσα με το φύλο. Αντιθέτως, συντρέχει έμμεση διάκριση, όταν μία εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική έχει ως αποτέλεσμα να περιέρχονται σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση οι εκπρόσωποι του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου (άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 76/207).
33. Από νομικής απόψεως, βαρύνουσα σημασία έχει η οριοθέτηση μεταξύ άμεσης και έμμεσης διακρίσεως πρωτίστως εκ του λόγου ότι οι δυνατότητες δικαιολογήσεώς της ποικίλλουν ανάλογα με το εάν η άνιση μεταχείριση που προϋποθέτουν συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με το φύλο: Οι δυνατότητες να δικαιολογηθεί η έμμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου διατυπώνονται με πολύ γενικούς όρους στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 76/207 («δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο»), ενώ, αντιθέτως, η άμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον από ειδικές ανάγκες συνδεόμενες με συγκεκριμένο φύλο –όπως είναι για παράδειγμα οι συναρτώμενες με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα (άρθρο 2, παράγραφος 7, της οδηγίας 76/207)– ή με τον σκοπό της προώθησης του υποεκπροσωπούμενου φύλου (άρθρο 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 76/207 σε συνδυασμό με το πρώην άρθρο 141, παράγραφος 4, ΣΕΚ, και ήδη άρθρο 157, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ).
34. Εκ πρώτης όψεως, η επίμαχη διάταξη είναι διατυπωμένη κατά τρόπο ουδέτερο σε ό,τι αφορά το φύλο: το άρθρο 134, παράγραφος 4, σημείο 1, του DO.B επιτρέπει στον φορέα κοινωνικών ασφαλίσεων να θέτει τους «μόνιμους» εργαζομένους του σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως αφού οι τελευταίοι συμπληρώσουν τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως. Εντούτοις από μία προσεκτικότερη ανάλυση προκύπτει ότι το κριτήριο της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το φύλο, καθώς ο αυστριακός νομοθέτης έχει καθιερώσει στο άρθρο 253, παράγραφος 1, του ASVG, διαφορετικά όρια ηλικίας για άνδρες και γυναίκες. Ο συνδυασμός των άρθρων 134, παράγραφος 4, σημείο 1, του DO.B, και 253, παράγραφος 1, ASVG, οδηγούν σε μία ρύθμιση σύμφωνα με την οποία οι γυναίκες δύνανται να τεθούν σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως μετά τη συμπλήρωση του 60ού ενώ οι άντρες μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας τους. Ως εκ τούτου, η επίδικη συνταξιοδοτική ρύθμιση τελικώς συναρτάται άμεσα με το φύλο και έχει ως αποτέλεσμα οι γυναίκες να κινδυνεύουν να χάσουν τη θέση εργασίας τους πέντε χρόνια νωρίτερα σε σχέση με τους άνδρες (24).
35. Άμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου μπορεί να υφίσταται ωστόσο τότε μόνον, όταν οι άνδρες και οι γυναίκες τελούν σε όμοιες ή τουλάχιστον παρεμφερείς καταστάσεις (25). Αντιθέτως, αν οι εργαζόμενες στην ηλικία των 60 ετών τελούν αντικειμενικώς σε διαφορετική κατάσταση σε σχέση με τους συνομήλικους άντρες συναδέλφους τους, η άνιση μεταχείριση των δύο ομάδων είναι επιτρεπτή ή μάλιστα και επιβεβλημένη.
36. Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και έτσι τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, εκτός άλλων, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το πρίσμα του αντικειμένου και του σκοπού της ρυθμίσεως που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση. Πρέπει, εξάλλου, να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές και οι σκοποί του τομέα στον οποίο εμπίπτει η επίμαχη ρύθμιση (26).
37. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η υποχρεωτική συνταξιοδότηση κατ’ άρθρο 134, παράγραφος 4, του DO.B, εξυπηρετεί ιδίως τον σκοπό της προσφοράς θέσεων εργασίας σε νεότερους εργαζομένους οι οποίοι ήδη «συνωστίζονται» στην αγορά εργασίας. Κατά συνέπεια, ο σκοπός της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως συναρτάται με την πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως.
38. Το αιτούν δικαστήριο και ο Pensionsversicherungsanstalt τονίζουν ότι, ενόψει ενός τέτοιου σκοπού της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως, η κατάσταση γυναικών εργαζομένων σαν της Dr. C. Kleist, οι οποίες έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους, δεν είναι συγκρίσιμη με εκείνη των συνομήλικων ανδρών συναδέλφων τους. Και τούτο διότι σε αντίθεση με τους άνδρες εργαζομένους, οι γυναίκες εργαζόμενες έχουν συμπληρώσει κατά τον χρόνο αυτόν ήδη τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως και, κατά συνέπεια, σε περίπτωση απώλειας της θέσεως εργασίας τους εξασφαλίζονται κοινωνικά από το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεώς τους.
39. Εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε το ανωτέρω επιχείρημα να παραπλανήσει και να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως αποτελεί την κρίσιμη αντικειμενική διαφορά η οποία, αφεαυτής, αποκλείει τη συγκρισιμότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών εργαζομένων.
40. Υπάρχουν μάλιστα και υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο υιοθετεί μια τέτοια άποψη. Έτσι για παράδειγμα στις αποφάσεις Burton (27), Birds Eye Walls (28) και Hlozek (29) κρίθηκε ότι είναι επιτρεπτό να συναρτώνται ορισμένες κοινωνικές παροχές προς εργαζόμενους με τη διαφορετική ηλικία συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών.
41. Κατά τη δική μου άποψη πρόκειται, ωστόσο, για μεμονωμένες περιπτώσεις. Εν πάση περιπτώσει, οι εν λόγω αποφάσεις δεν δύναται να γενικευθούν. Για παράδειγμα, τα επιδόματα αναμονής στις υποθέσεις Burton και Birds Eye Walls είχαν ως σκοπό την αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος που υφίσταντο εργαζόμενοι οι οποίοι είχαν συνταξιοδοτηθεί πρόωρα για λόγους υγείας ή λόγους που συνδέονται με τη λειτουργία της επιχειρήσεως (30). Ειδικά στην υπόθεση Hlozek το επίδομα αναμονής χορηγήθηκε με σκοπό την οικονομική αντιστάθμιση του ιδιαίτερου κινδύνου μακροχρόνιας ανεργίας ο οποίος στατιστικώς έπληττε σε διαφορετική ηλικία τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες και ήταν ιδιαίτερα υψηλός όσο πλησίαζε η νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως (31). Από τη δικογραφία, πάντως, δεν προκύπτει η ύπαρξη τέτοιου είδους ιδιαιτέρων κινδύνων στην παρούσα περίπτωση.
42. Ανεξάρτητα από τις ιδιαιτερότητες των εκάστοτε περιπτώσεων θα ήταν, κατά την άποψή μου, γενικότερα εσφαλμένο να επιτρέπεται στους εργοδότες να προβαίνουν σε διακρίσεις μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων ανάλογα με την ισχύουσα γι’ αυτούς νόμιμη ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως. Και τούτο, διότι μία τέτοια πρακτική θα είχε ως συνέπεια οι εισέτι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών σε σχέση με τη νόμιμη ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως να επεκτείνονται και σε άλλα πεδία, όπως εν προκειμένω στο πεδίο των όρων απολύσεως. Μια γενίκευση διαφορών στο πλαίσιο των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως θα ήταν όμως αντίθετη με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η εξαίρεση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που εξακολουθεί να υφίσταται σε σχέση με την ηλικία συνταξιοδοτήσεως στο πλαίσιο των συστημάτων ασφαλίσεως (άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 79/7) πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά (32).
43. Στο πλαίσιο συστήματος το οποίο προβλέπει διαφορετική ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως για άνδρες και γυναίκες (33), η ύπαρξη δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως στην ηλικία των 60 ετών δεν δύναται, αφεαυτής, να αποτελέσει αντικειμενικό λόγο για τη διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών εργαζομένων. Το ορθό είναι πως η ύπαρξη ή μη δικαιώματος συνταξιοδοτήσεως στην ηλικία των 60 έως 64 ετών συνδέεται άρρηκτα με το φύλο του εκάστοτε εργαζομένου: για τον λόγο και μόνον ότι είναι γυναίκες, οι εργαζόμενες στην Αυστρία συμπληρώνουν, με βάση το εθνικό δίκαιο, συντάξιμη ηλικία με τη συμπλήρωση του 60ού έτους της ηλικίας τους, οπότε και αποκτούν δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως. Συνεπώς, το δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως δεν αποτελεί αντικειμενικό κριτήριο μη συνδεδεμένο με το φύλο, βάσει του οποίου η ομάδα των γυναικών εργαζομένων θα δύνατο να διαφοροποιηθεί από εκείνη των ανδρών συναδέλφων τους.
44. Εν κατακλείδι, πρόκειται για άμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου όταν για λόγους που ανάγονται στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως οι γυναίκες εργαζόμενες δύνανται να τεθούν σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως πέντε έτη νωρίτερα από τους άνδρες συναδέλφους τους.
Απουσία λόγου που να δικαιολογεί την άνιση μεταχείριση
45. Απομένει να εξεταστεί αν υφίσταται λόγος που να δικαιολογεί μία τέτοια άμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου.
1. Η πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως
46. Όπως προαναφέρθηκε, η υποχρεωτική συνταξιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 134, παράγραφος 4, του DO.B, εξυπηρετεί κατά πρώτο λόγο τον σκοπό της προσφοράς θέσεων εργασίας σε νεότερους εργαζομένους οι οποίοι συνωστίζονται στην αγορά εργασίας, ήτοι σκοπό αναγόμενο στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως.
47. Τέτοιου είδους εκτιμήσεις αναγόμενες στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν αντικειμενικό λόγο που δικαιολογεί έμμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου αποκλείοντας την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως. Και τούτο διότι οι λόγοι που μπορούν να δικαιολογήσουν έμμεση άνιση μεταχείριση δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 76/207 διατυπώνονται κατά τρόπο επιδεχόμενο διασταλτική ερμηνεία («δικαιολογείται αντικειμενικώς από θεμιτό σκοπό»).
48. Ωστόσο στην κύρια δίκη συντρέχει, όπως ήδη προαναφέρθηκε (34), περίπτωση άμεσης άνισης μεταχειρίσεως, για την οποία η οδηγία 76/207 δεν προβλέπει δικαιολογητικούς λόγους αναγόμενους στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως. Το σημείο αυτό αποτελεί ειδοποιό διαφορά μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιπτώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 76/207 (35).
49. Η νομική κατάσταση διαφέρει στο σημείο αυτό και σε σχέση με την απαγόρευση της διακρίσεως λόγω ηλικίας, όπου σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας 2000/78, οι λόγοι που ανάγονται στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως δύνανται να δικαιολογήσουν ακόμη και την άμεση άνιση μεταχείριση (36). Η εν λόγω διαφοροποίηση σε σχέση με την οδηγία 2000/78 προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εντύπωση αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τον εκσυγχρονισμό της οδηγίας 76/207, ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ενώσεως είχε ως πρότυπο τις πρόσφατα θεσπισθείσες ρυθμίσεις σχετικά με τη διάκριση λόγω ηλικίας, ιδίως μάλιστα σε ό,τι αφορά τον ορισμό της άμεσης και έμμεσης διακρίσεως (37).
50. Οι εν λόγω διαφορές αφενός μεταξύ των λόγων που δικαιολογούν την άμεση και έμμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου και αφετέρου μεταξύ των λόγων που δικαιολογούν την άνιση μεταχείριση λόγω φύλου και αυτών που δικαιολογούν την άνιση μεταχείριση λόγω ηλικίας δεν είναι τυχαίες. Παρότι ενδέχεται να αποτελεί θεμιτό σκοπό της πολιτικής στον τομέα της απασχολήσεως να τίθενται σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει την ισχύουσα γι’ αυτούς ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως και εξασφαλίζονται κοινωνικά μέσω του δικαιώματός τους να λάβουν εύλογη σύνταξη (38), εντούτοις ο αναγόμενος στην πολιτική του τομέα της απασχολήσεως σκοπός δεν επιτρέπεται να υλοποιείται εις βάρος των εργαζομένων συγκεκριμένου φύλου.
51. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όμως όταν, για λόγους που ανάγονται στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως, ζητείται από τις γυναίκες εργαζόμενες να εκκενώσουν τη θέση τους πέντε έτη νωρίτερα σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους. Διότι στην περίπτωση αυτή, εξαιτίας μόνον του λόγου ότι γι’ αυτές ισχύει μικρότερη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, οι γυναίκες καλούνται να συμβάλουν πολύ περισσότερο στην υλοποίηση των στόχων που ανάγονται στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως. Με τον τρόπο αυτόν θίγεται περισσότερο, σε σχέση με τους άνδρες συναδέλφους τους, το δικαίωμα των γυναικών να εργάζονται και να ασκούν το επάγγελμά τους (άρθρο 15, παράγραφος 1, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (39)).
52. Βεβαίως δεν αποκλείεται, οι εργαζόμενες λόγω της συνταξιοδοτήσεως σε μικρότερη ηλικία και, ενδεχομένως, του υψηλότερου προσδόκιμου ζωής τους να εισπράττουν σύνταξη γήρατος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όπως επεσήμανε ο Pensionsversicherungsanstalt κατά την προφορική συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου επικαλούμενος σχετικά παραδείγματα με αριθμούς. Εντούτοις, όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, δεν αρκεί η απλή θεώρηση της αναμενόμενης διάρκειας χορηγήσεως συντάξεως, αλλά θα πρέπει να εξεταστούν οι επιπτώσεις που έχουν οι διαφορετικοί χρόνοι συνταξιοδοτήσεως ανδρών και γυναικών εργαζομένων στο εισόδημά τους: oι άνδρες δύνανται να λαμβάνουν μισθό από ενεργή υπηρεσία για διάστημα κατά μία πενταετία μεγαλύτερο σε σχέση με τις γυναίκες, ενώ λόγω της χρονικά μεγαλύτερης υπηρεσίας τους θα εισπράξουν και υψηλότερη μηνιαία σύνταξη.
53. Όπως εξάλλου προκύπτει από την αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η υποχρεωτική συνταξιοδότηση εργαζόμενης όπως η Dr. C. Kleist στην ηλικία των 60 ετών συνδέεται με σημαντικές οικονομικές απώλειες. Ειδικότερα, η Dr. C. Kleist σε περίπτωση συνεχίσεως της σχέσεως εργασίας της μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της θα ελάμβανε για μία ακόμη πενταετία μισθό για την ενεργή υπηρεσία της, ενώ στη συνέχεια, στην ηλικία των 65 ετών, θα δικαιούνταν σύμφωνα με τον DO.B μηνιαία καθαρή σύνταξη υψηλότερη κατά 24,1 % σε σχέση με αυτή που δικαιούται κατά τη συνταξιοδότησή της σε ηλικία 60 ετών (40). Σε απόλυτους αριθμούς, η διαφορά σε σχέση με την τωρινή της σύνταξη θα ανέρχονταν σε περισσότερα από 900 ευρώ καθαρά μηνιαίως
54. Μια ρύθμιση με τόσο σημαντικές επαγγελματικές (41) και οικονομικές (42) συνέπειες για όσους ανήκουν σε συγκεκριμένο φύλο δεν ανταποκρίνεται στη θεμελιώδη αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών (43) (βλ. και άρθρο 3, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΕΕ (44), άρθρο 10 ΣΛΕΕ (45) καθώς και άρθρο 21, παράγραφος 1, και άρθρο 23, παράγραφος 2, του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων).
55. Με βάση τα παραπάνω δεν δύναται να δικαιολογηθεί για λόγους αναγόμενους στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως πρακτική υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως όπως η επίδικη, με την οποία οι γυναίκες εργαζόμενες χάνουν τη θέση εργασίας τους κατά κανόνα πέντε έτη νωρίτερα από ό,τι οι άντρες εργαζόμενοι.
2. Διάφορα
56. Κατωτέρω θα εξετάσω εν συντομία ορισμένα άλλα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ιδίως από τον Pensionsversicherungsanstalt.
α) Προώθηση των γυναικών
57. Ο Pensionsversicherungsanstalt αφήνει να εννοηθεί ότι η ακολουθούμενη από αυτόν πολιτική της υποχρεωτικής συνταξιοδοτήσεως με τη συμπλήρωση της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως εξυπηρετεί ιδίως την προώθηση γυναικών νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα. Είναι φανερό ότι με τον τρόπο αυτόν επιχειρεί να συνδέσει το θέμα με τον ειδικό δικαιολογητικό λόγο του άρθρου 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 76/207 σε συνδυασμό με το άρθρο 141, παράγραφος 4, ΣΕΚ (νυν άρθρο 157, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ), ο οποίος εφαρμόζεται ακόμη και σε περιπτώσεις άμεσης άνισης μεταχειρίσεως λόγω φύλου.
58. Ωστόσο οι προϋποθέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 8, της οδηγίας 76/207 δεν πληρούνται. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόσφορο μέτρο για την προώθηση της εργασίας των γυναικών το γεγονός ότι μία γυναίκα αναγκάζεται να αποχωρήσει από τη θέση εργασίας της για να προσληφθούν άλλες γυναίκες –πολύ περισσότερο μάλιστα, όταν, όπως και στην παρούσα περίπτωση, μία εργαζόμενη σε διευθυντική θέση χάνει τη θέση της για να προσληφθούν νεοεισερχόμενες στο επάγγελμα, οι οποίες αναγκαστικά δεν μπορούν να εισέλθουν στο ίδιο επίπεδο της εσωτερικής ιεραρχίας. Εξάλλου είναι αδύνατο να γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων αν από τον κύκλο των υποψήφιων νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα επιλεγεί πράγματι μία γυναίκα και αν η θέση που καθίσταται κενή θα καταληφθεί όντως από γυναίκα.
β) Αποκλεισμός της σωρεύσεως νόμιμης συντάξεως και εισοδήματος από εργασία
59. Επίσης ο Pensionsversicherungsanstalt προβάλλει το επιχείρημα ότι η θέση των γυναικών που έχουν συμπληρώσει το 60ό έτος της ηλικίας τους σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως είναι αναγκαία προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο αυτές να λαμβάνουν, εκτός του μισθού από την εργασία τους, και νόμιμη σύνταξη σύμφωνα με τον ASVG. Προφανώς, τη σύνταξη αυτή δικαιούνται οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδοτήσεως ανεξάρτητα από το εάν μεταβαίνουν πράγματι σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως ή εξακολουθούν να εργάζονται.
60. Και αυτό όμως το επιχείρημα δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά πάγια νομολογία μία άμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση λόγων δημοσιονομικής πολιτικής (46).
61. Για λόγους πληρότητας και μόνον ας σημειωθεί, ωστόσο, ότι ο κίνδυνος σωρεύσεως συντάξεως και εισοδήματος από ενεργή εργασία δεν μπορεί ούτως ή άλλως να αποκλειστεί αποτελεσματικά μέσω της θέσεως μιας γυναίκας σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως. Διότι όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η απολυμένη εργαζόμενη δύναται και μετά τη συμπλήρωση της νόμιμης ηλικίας συνταξιοδοτήσεως να συνάψει μία νέα σχέση εργασίας ή να εργασθεί ως ελεύθερη επαγγελματίας εισπράττοντας παράλληλα τη νόμιμη σύνταξη γήρατος.
62. Ανεξαρτήτως αυτού, ένα ηπιότερο και συνάμα αποτελεσματικότερο μέτρο για την αποτροπή της σωρεύσεως νόμιμης συντάξεως και εισοδήματος από εργασία θα μπορούσε να αποτελέσει η αναστολή της καταβολής της νόμιμης συντάξεως γήρατος για όσο χρόνο ο ασφαλισμένος –ανεξαρτήτως φύλου– εξακολουθεί να εργάζεται. Εναλλακτικά θα μπορούσε να γίνεται συνυπολογισμός του εισοδήματος που αποκομίζει από την εργασία του ένας ασφαλισμένος που εξακολουθεί να εργάζεται με το ποσό της νόμιμης συντάξεώς του.
63. Για τους ανωτέρω λόγους, μία πολιτική συνταξιοδοτήσεως σύμφωνα με την οποία οι εργαζόμενοι του ενός φύλου χάνουν τη θέση εργασίας τους πέντε έτη νωρίτερα σε σχέση με τους εργαζομένους του άλλου φύλου δεν αποτελεί ούτε πρόσφορο ούτε αναγκαίο μέσο για την αντιμετώπιση του προβλήματος της σωρεύσεως νόμιμης συντάξεως και εισοδήματος από εργασία. Αυτό είναι ζήτημα που θα πρέπει τελικά να λυθεί στο πλαίσιο του συστήματος νομίμου συντάξεως.
VI – Πρόταση
64. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα του αυστριακού Oberster Gerichtshof:
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/73/ΕΚ, απαγορεύει να συνταξιοδοτούνται οι γυναίκες εργαζόμενες με τη συμπλήρωση της ισχύουσας γι’ αυτές νόμιμης ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως για λόγους αναγόμενους στην πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως, εφόσον η εν λόγω ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως είναι κατά πέντε έτη μικρότερη σε σχέση με αυτήν που ισχύει για τους άνδρες εργαζομένους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Αποφάσεις της 16ης Οκτωβρίου 2007, C‑411/05, Palacios de la Villa (Συλλογή 2007, σ. I‑8531), και της 5ης Μαρτίου 2009, C‑388/07, Age Concern England (Συλλογή 2009, σ. I‑1569). Βλ., επίσης, τις τελικές προτάσεις της γενικής εισαγγελέα V. Trstenjak της 28ης Απριλίου 2010 στην εκκρεμούσα υπόθεση C‑45/09, Rosenbladt (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
3 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 152/84 (Συλλογή 1986, σ. 723).
4 – Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986, 262/84 (Συλλογή 1986, σ. 773).
5 – Απόφαση Marshall (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 38).
6 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04 (Συλλογή 2005, σ. I‑9981).
7 – Απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 2010, C‑555/07 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή).
8 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70).
9 – Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, για την τροποποίηση της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών όσον αφορά την πρόσβαση στην απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ L 269, σ. 15).
10 – Η οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (ΕΕ L 204, σ. 23), παρότι τέθηκε σε ισχύ ήδη στις 15 Αυγούστου 2006, κατήργησε την οδηγία 76/207 με ισχύ από τις 15 Αυγούστου 2009. Το πραγματικό της κύριας δίκης ανάγεται σε χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε η οδηγία 76/207 όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/73.
11 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160).
12 – Η εν λόγω διάταξη εφαρμόζεται σύμφωνα με το άρθρο 270 ASVG τόσο στους εργάτες όσο και στους υπαλλήλους.
13 – Η συνταγματική ρύθμιση εισήχθη μετά από απόφαση του αυστριακού Verfassungsgerichtshof (συνταγματικού δικαστηρίου) σύμφωνα με την οποία η διαφορά στα όρια ηλικίας μεταξύ ανδρών και γυναικών είχε κριθεί ως αντιβαίνουσα στην αρχή της ισότητας (Verfassungsgerichtshof, απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 1990, VfSlg. 12.568/1990).
14 – BGBl. I 1982/832.
15 – Σύμφωνα με το άρθρο 134, παράγραφος 1, του DO.B, οι παρατεθείσες διατάξεις εφαρμόζονται μετά την 30ή Σεπτεμβρίου 2000 σε «ιατρούς οι οποίοι εισήλθαν στην υπηρεσία αυστριακού φορέα κοινωνικής ασφαλίσεως πριν από το έτος 1996».
16 – Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει σχετικά σε απόφαση του αυστριακού συνταγματικού δικαστηρίου (Verfassungsgerichtshof) (VfSlg. 12.592/1990).
17 – Απόφαση του Landesgericht Innsbruck als Arbeits- und Sozialgericht της 14ης Μαρτίου 2008.
18 – Απόφαση του Oberlandesgericht Innsbruck als Berufungsgericht in Arbeits- und Sozialrechtssachen της 22ας Αυγούστου 2008.
19 - Οδηγία του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία (ΕΕ. L 303, σ. 16).
20 - Απόφαση Palacios de la Villa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, ιδίως σκέψη 77)
21 - Η Dr. Kleist είχε ζητήσει από τον εργοδότη της να παραμείνει εν ενεργεία έως την ηλικία των 65 ετών, δηλ. έως την ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως που ισχύει για τους άνδρες (βλ. ανωτέρω σημείο 17 στις παρούσες προτάσεις).
22 – Απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 19/81, Burton (Συλλογή 1982, σ. 555, σκέψη 9).
23 – Έτσι έκρινε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Marshall (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψεις 32 έως 34) και Beets-Proper (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 36) αναφορικά με το άρθρο 5 της οδηγίας 76/207 στην αρχική του διατύπωση. Το εν λόγω άρθρο περιείχε μία διάταξη που αποτέλεσε τον προάγγελο της διατάξεως του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 76/207 στην εφαρμοζόμενη εν προκειμένω έκδοση της οδηγίας 2002/73.
24 – Έτσι το Δικαστήριο έκρινε ότι άμεση –και όχι μόνον έμμεση– δυσμενής διάκριση λόγω φύλου συντρέχει όταν τα μέτρα ενός εργοδότη συνδέονται με την ύπαρξη ή όχι εγκυμοσύνης. Πράγματι, η εγκυμοσύνη συνδέεται άρρηκτα με το φύλο της εργαζομένης. Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις της 8ης Νοεμβρίου 1990, C‑177/88, Dekker (Συλλογή 1990, σ. I‑3941, σκέψεις 12 και 17) και C‑179/88, Handels- og Kontorfunktionærernes Forbund (Συλλογή 1990, σ. I‑3979, σκέψη 13), καθώς και τις αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑320/01, Busch (Συλλογή 2003, σ. I‑2041, σκέψη 39) και της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, C‑116/06, Kiiski (Συλλογή 2007, σ. I‑7643, σκέψη 55). Όσον αφορά την παρόμοια προβληματική σε σχέση με τη δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, βλ. τις προτάσεις μου της 6ης Μαΐου 2010 στην υπόθεση C-499/08, Andersen (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 32 έως 38).
25 – Υπό το ίδιο πνεύμα, βλ. τις αποφάσεις της 9ης Νοεμβρίου 1993, C‑132/92, Roberts («Birds Eye Walls») (Συλλογή 1993, σ. I‑5579, σκέψη 17), της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑249/97, Gruber (Συλλογή 1999, σ. I‑5295, σκέψη 27), της 8ης Ιουνίου 2004, C‑220/02, Österreichischer Gewerkschaftsbund (Συλλογή 2004, σ. I‑5907, σκέψη 59), και της 9ης Δεκεμβρίου 2004, C‑19/02, Hlozek (Συλλογή 2004, σ. I‑11491, σκέψη 44).
26 – Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑127/07, Arcelor Atlantique et Lorraine κ.λπ. («Arcelor», Συλλογή 2008, σ. I‑9895, σκέψη 26).
27 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22.
28 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25.
29 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25.
30 – Αποφάσεις Burton (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 22, ιδίως σκέψεις 3, 12 και 15) και Birds Eye Walls (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, ιδίως σκέψεις 3 και 4 καθώς και 18 έως 23).
31 – Απόφαση Hlozek (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 25, ιδίως σκέψεις 28 και 29 καθώς και 45 έως 48).
32 – Αποφάσεις Marshall (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 36), Beets-Proper (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 38), της 30ής Μαρτίου 1993, C‑328/91, Thomas κ.λπ. (Συλλογή 1993, σ. I‑1247, σκέψη 8), της 4ης Μαρτίου 2004, C‑303/02, Haackert (Συλλογή 2004, σ. I‑2195, σκέψη 26), και της 27ης Απριλίου 2006, C‑423/04, Richards (Συλλογή 2006, σ. I‑3585, σκέψη 36).
33 – Σύμφωνα με το άρθρο 253, παράγραφος 1, του ASVG, στην Αυστρία η κανονική ηλικία κανονικής συνταξιοδοτήσεως ανέρχεται για τις γυναίκες στα 60 έτη, ενώ για τους άνδρες στα 65 έτη.
34 – Βλ., σχετικά, τα σημεία 31 έως 44 στις παρούσες προτάσεις.
35 – Βάσει και της νομολογίας του Δικαστηρίου αναφορικά με το άρθρο 141 ΣΕΚ (πρώην άρθρο 119 ΣυνθΕΟΚ, ήδη άρθρο 157 ΣΛΕΕ) αλλά και την οδηγία 76/207, οι εκτιμήσεις που συναρτώνται με την κοινωνική πολιτική ή την πολιτική απασχόλησης φαίνεται να γίνονται δεκτές μόνο σε σχέση με την έμμεση άνιση μεταχείριση, όχι όμως και σε σχέση με την άμεση άνιση μεταχείριση λόγω φύλου. Βλ. αποφάσεις της 9ης Φεβρουαρίου 1999, C‑167/97, Seymour-Smith και Perez (Συλλογή 1999, σ. I‑623, σκέψη 71), της 6ης Απριλίου 2000, C‑226/98, Jørgensen (Συλλογή 2000, σ. I‑2447, σκέψη 41), της 26ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑322/98, Kachelmann (Συλλογή 2000, σ. I‑7505, σκέψη 30), και της 20ής Μαρτίου 2003, C‑187/00, Kutz-Bauer (Συλλογή 2003, σ. I‑2741, σκέψεις 55 και 56).
36 – Αποφάσεις Age Concern England (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, σκέψεις 46, πρώτη περίοδος, 49 και 52), της 18ης Ιουνίου 2009, C‑88/08, Hütter (Συλλογή 2009, σ. I‑5325, σκέψη 41) και Kücükdeveci (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 7, σκέψη 33). Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Andersen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, ιδίως σημεία 31 και 41).
37 – Έκτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/73.
38 – Βλ., για παράδειγμα, σε σχέση με τη διάκριση λόγω ηλικίας, την απόφαση Palacios de la Villa (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 2, ιδίως σκέψη 73). Βλ., επίσης, τις προτάσεις μου στην υπόθεση Andersen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 24, σημείο 71).
39 - Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως διακηρύχθηκε πανηγυρικά, κατ’ αρχάς, στις 7 Δεκεμβρίου 2000 στη Νίκαια (ΕΕ 2000, C 364, σ. 1), και στη συνέχεια μία ακόμη φορά στις 12 Δεκεμβρίου 2007 στο Στρασβούργο (ΕΕ 2007, C 303, σ. 1). Τη δεδομένη χρονική στιγμή κατά την οποία η Dr. C. Kleist τέθηκε σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως, ο Χάρτης δεν είχε ακόμη δεσμευτική νομική ισχύ παρεμφερή προς αυτήν του πρωτογενούς δικαίου. Ωστόσο, ως πηγή ερμηνείας του δικαίου λαμβανόταν υπόψη ήδη από τότε σε σχέση με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχύρωνε το δίκαιο της Ενώσεως. Βλ. την απόφαση της 27ης Ιουνίου 2006, C‑540/03, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου («Επανένωση οικογενειών», Συλλογή 2006, σ. I‑5769, σκέψη 38), και το σημείο 108 των προτάσεών μου της 8ης Σεπτεμβρίου 2005 στην εν λόγω υπόθεση, καθώς και την απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I‑2271, σκέψη 37).
40 - Όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, η Dr. C. Kleist θα λάμβανε μηνιαία σύνταξη ύψους 4 829,85 ευρώ καθαρά, εάν τίθετο σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως την 1η Μαρτίου 2013, ήτοι με την επίτευξη της ηλικίας κανονικής συνταξιοδοτήσεως των 65 ετών που ισχύει για τους άνδρες. Τη χρονική στιγμή που τέθηκε στην πραγματικότητα σε καθεστώς συνταξιοδοτήσεως στην ηλικία των 60 ετών λάμβανε μηνιαία σύνταξη ύψους 3 890,62 ευρώ καθαρά.
41 - Βλ. ανωτέρω σημείο 51 στις παρούσες προτάσεις.
42 - Βλ. ανωτέρω σημεία 52 και 53 στις παρούσες προτάσεις.
43 – Αποφάσεις Marshall (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 3, σκέψη 36), Beets-Proper (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 4, σκέψη 38), της 24ης Φεβρουαρίου 1994, C‑343/92, Roks κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I‑571, σκέψη 36), Jørgensen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 39), Kutz-Bauer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 60), και της 23ης Οκτωβρίου 2003, C‑4/02 και C‑5/02, Schönheit και Becker (Συλλογή 2003, σ. I‑12575, σκέψη 85).
44 – Πρώην άρθρο 2 ΣΕΚ.
45 – Πρώην άρθρο 3, παράγραφος 2, ΣΕΚ.
46 – Αποφάσεις Roks κ.λπ. (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 35), Jørgensen (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψη 39), Kutz-Bauer (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 35, σκέψεις 59 και 60), Schönheit και Becker (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 43, σκέψη 85), και της 10ης Μαρτίου 2005, C‑196/02, Νικολούδη (Συλλογή 2005, σ. I‑1789, σκέψη 53). Στο ίδιο πνεύμα και η απόφαση της 22ας Απριλίου 2010, C‑486/08, Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 46) αναφορικά με τη διακριτική μεταχείριση εργαζομένων ορισμένου χρόνου και μερικώς απασχολουμένων.
Full & Egal Universal Law Academy