ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
YVES BOT
της 13ης Ιανουαρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑388/09
Joao Filipe da Silva Martins
κατά
Bank Betriebskrankenkasse – Pflegekasse
[αίτηση του Bundessozialgericht (Γερμανία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 – Παροχές ασθενείας – Πρώην διακινούμενος εργαζόμενος που έχει αποκτήσει, στο κράτος απασχολήσεως, δικαίωμα καταβολής επιδόματος για την κάλυψη του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφαλίσεως – Επιστροφή στο κράτος καταγωγής – Μη κάλυψη του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο κράτος καταγωγής – Δυνατότητα προαιρετικής συνεχίσεως της υπαγωγής στο σύστημα ασφαλίσεως κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πρώην κράτος απασχολήσεως και εισπράξεως του επιδόματος περιθάλψεως στο κράτος καταγωγής»
1. Η παρούσα αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 9, παράγραφος 1, 15 και 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (2).
2. Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του da Silva Martins, Πορτογάλου υπηκόου και του Bank Betriebskrankenkasse – Pflegekasse (ταμείου ασθενείας – ταμείου περιθάλψεως, στο εξής: BBKK) που αφορά άρνηση του ταμείου να συνεχίσει να ασφαλίζει τον da Silva Martins κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος συνεχιζόμενης προαιρετικής ασφαλίσεως και να συνεχίσει να του καταβάλλει, μετά την οριστική επιστροφή του στην Πορτογαλία, το αντίστοιχο επίδομα περιθάλψεως.
3. Με την αίτηση, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί σχετικά με το ζήτημα της συνεχίσεως της υπαγωγής στην ασφάλιση κατά του εν λόγω κινδύνου όταν ο ενδιαφερόμενος έχει πλέον υπαχθεί υποχρεωτικώς στο πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά δεν δικαιούται, στο πλαίσιο της ασφαλίσεως αυτής, κάλυψη κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στην Πορτογαλία. Το Δικαστήριο καλείται επίσης να αποφανθεί για άλλη μια φορά σχετικά με το ζήτημα της δυνατότητας εξαγωγής του εν λόγω επιδόματος περιθάλψεως σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος υπαγωγής στην ασφάλιση.
4. Με τις παρούσες προτάσεις μου υποστηρίζω την άποψη ότι, σύμφωνα με τις αρχές που προβλέπουν τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ο da Silva Martins μπορεί να διατηρήσει την προαιρετική συνέχιση της υπαγωγής του στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως, έστω και αν, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, είναι ασφαλισμένος υποχρεωτικώς στο πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, εφόσον το σύστημα αυτό δεν καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Επίσης, σύμφωνα με την απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, Molenaar (3), και του άρθρου 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71, φρονώ ότι ο da Silva Martins πρέπει να συνεχίσει να εισπράττει, στο πλαίσιο της προαιρετικής συνεχίσεως της υπαγωγής του στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως, το επίδομα περιθάλψεως για το οποίο έχει καταβάλει εισφορές από την 1η Ιανουαρίου 1995.
I – Το νομικό πλαίσιο της Ενώσεως
Α – Η κάλυψη της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως των ηλικιωμένων
5. Η υγειονομική και κοινωνική πρόοδος, καθώς και η γενική αύξηση του προσδόκιμου επιβιώσεως έχουν ως συνέπεια ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ηλικιωμένων ατόμων να χάνουν την αυτονομία τους και να περιέρχονται σε κατάσταση εξαρτήσεως από τρίτους για την κάλυψη βασικών αναγκών της καθημερινής ζωής (να σηκώνονται, να περπατούν, να ντύνονται, να εκπληρώνουν τις ανάγκες προσωπικής υγιεινής, διατροφής ή και περιθάλψεως). Μέχρι σήμερα, οι ανάγκες των μη αυτοεξυπηρετούμενων ατόμων καλύπτονταν γενικά με άτυπο τρόπο από τα μέλη της οικογένειάς τους.
6. Ο κανονισμός 1408/71 δεν περιέχει ειδικούς κανόνες εφαρμοστέους στον συντονισμό των παροχών που καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Πράγματι, το 1971, η κάλυψη των αναγκών των μη αυτοεξυπηρετούμενων ατόμων δεν αποτελούσε θέμα προς συζήτηση και, εξ όσων γνωρίζω, κανένα από τα συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων των κρατών μελών δεν κάλυπτε τον κίνδυνο αυτό. Δεδομένου ότι η διαδικασία τροποποιήσεως του εν λόγω κανονισμού απαιτούσε ομοφωνία, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως δεν έλαβε ρητώς υπόψη την εισαγωγή, σε ορισμένα κράτη μέλη, αυτών των νέων μορφών κοινωνικών παροχών που δεν αντιστοιχούν στους κλασικούς κλάδους των κοινωνικών ασφαλίσεων τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός. Απέναντι σε αυτό το κενό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέφρασε την ανησυχία ότι, πρακτικά, οι παροχές αυτές δεν είναι εξαγώγιμες στο κράτος κατοικίας του εργαζομένου (4). Επίσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την ανακοίνωση της 12ης Μαρτίου 1997, η οποία επιγράφεται «Εκσυγχρονισμός και βελτίωση της κοινωνικής προστασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (5), επεσήμανε ότι το σύστημα συντονισμού που προβλέπει ο κανονισμός 1408/71 κινδυνεύει «να καταντήσει απαρχαιωμένο και να χάσει την επαφή του με τις εξελίξεις», τονίζοντας ότι οι νέες μορφές παροχών, π.χ. οι παροχές που αφορούν έναν όλο και γηραιότερο πληθυσμό που χρειάζεται μακροχρόνια φροντίδα, δεν είναι εύκολο να υπαχθούν στις νομικές έννοιες που περιλαμβάνονται στον κανονισμό, με βάση τους κλασικούς κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως (6).
7. Με τις απαντήσεις που έδωσε σε πολυάριθμα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την εξαγωγιμότητα του γερμανικού επιδόματος περιθάλψεως, στην υπόθεση Molenaar, και του αυστριακού επιδόματος ειδικής φροντίδας, στην υπόθεση Jauch (7), το Δικαστήριο επεξέτεινε το πεδίο καθ’ ύλην εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 στις παροχές που καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, χαρακτηρίζοντάς τις παροχές ασθενείας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α’, του εν λόγω κανονισμού. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, αυτού του είδους οι παροχές «αποσκοπούν κυρίως στη συμπλήρωση των παροχών της ασφαλίσεως ασθενείας, προς τις οποίες εξάλλου συνδέονται από οργανωτικής πλευράς, προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας και η ζωή των μη αυτοεξυπηρετουμένων ατόμων» (8).
8. Χρειάστηκε να τεθεί σε ισχύ, την 1η Μαΐου 2010, ο κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 (9), για να αποτελέσει επιτέλους το ζήτημα αυτό αντικείμενο ειδικού κανόνα, που δεν αντικατοπτρίζει μόνο τη νομολογία του Δικαστηρίου, αλλά και όλη την ιδιαιτερότητα της καλύψεως του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Εντούτοις, ο κανονισμός αυτός δεν είναι εφαρμοστέος στην κρινόμενη υπόθεση και το ερώτημα το οποίο υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το πρίσμα των διατάξεων του κανονισμού 1408/71.
Β – Οι κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 1408/71
9. Ο κανονισμός 1408/71 εκδόθηκε σε εφαρμογή του άρθρου 42 ΕΚ, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο «λαμβάνει στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος που να εξασφαλίζει στους διακινουμένους εργαζομένους […] την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών».
10. Όπως διακηρύσσεται με τη δεύτερη και την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71, σκοπός του είναι να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των μισθωτών και των μη μισθωτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τήρηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως. Προς τούτο, όπως προκύπτει από την πέμπτη, την έκτη και τη δέκατη αιτιολογική σκέψη του, ο κανονισμός θέτει ως αρχή την ίση μεταχείριση των εργαζομένων έναντι των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών και σκοπεί στην κατά το δυνατό διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως όλων των εργαζομένων που απασχολούνται εντός κράτους μέλους, καθώς και στην αποτροπή της δυσμενούς μεταχειρίσεως των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας. Προκειμένου να αποφεύγονται οι σωρεύσεις εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και οι επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από αυτές, η όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1408/71 διευκρινίζει ότι στόχος των διατάξεών του είναι να υπάγονται οι ενδιαφερόμενοι στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός μόνον κράτους μέλους.
11. Οι γενικές διατάξεις του κανονισμού περιλαμβάνονται στον τίτλο I, άρθρα 1 έως 12.
12. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, ο κανονισμός ισχύει «για μισθωτούς ή μη μισθωτούς και σπουδαστές, που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων από τα κράτη μέλη και είναι υπήκοοι ενός από τα κράτη μέλη». Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο da Silva Martins υπάγεται στο πεδίο προσωπικής εφαρμογής του κανονισμού 1408/71, διότι το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα κρίνει ότι ο όρος «εργαζόμενος», κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού καλύπτει και τους συνταξιούχους εργαζομένους (10).
13. Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, ο κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους κλάδους παροχών ασθενείας και μητρότητας. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται επίσης ότι οι παροχές που χορηγούνται στο πλαίσιο του γερμανικού συστήματος ασφαλίσεως περιθάλψεως εμπίπτουν στις «παροχές ασθενείας» κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, και ειδικότερα στις «παροχές εις χρήμα» της ασφαλίσεως ασθενείας, οι οποίες διέπονται, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71 (11).
14. Όσον αφορά την υπαγωγή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού ορίζει τα εξής:
«Οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, κατά τις οποίες η υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως εξαρτάται από την κατοικία στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν ισχύουν για τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εφόσον είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία του πρώτου κράτους σε οποιαδήποτε στιγμή της προηγούμενης επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, υπό την ιδιότητα μισθωτών ή μη μισθωτών.»
15. Κατά το άρθρο 12, ο κανονισμός δεν δύναται να παρέχει ή να διατηρεί δικαίωμα λήψεως περισσότερων παροχών της ίδιας φύσεως που αφορούν την ίδια περίοδο υποχρεωτικής ασφαλίσεως, με ορισμένες εξαιρέσεις, οι οποίες δεν αφορούν τη διαφορά της κύριας δίκης.
16. Στη συνέχεια, οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ του κανονισμού 1408/71 ορίζουν τη νομοθεσία που είναι εφαρμοστέα στους εργαζομένους που μετακινούνται στο εσωτερικό της Κοινότητας. Οι σχετικοί κανόνες περιλαμβάνονται στα άρθρα 13 έως 17 του κανονισμού.
17. Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους. Το άτομο στο οποίο η νομοθεσία κράτους μέλους παύει να έχει εφαρμογή, υπόκειται κατά την παράγραφο 2, στοιχείο στ΄, του εν λόγω άρθρου, στη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί.
18. Το άρθρο 15 του κανονισμού 1408/71, το οποίο έχει τον τίτλο «Κανόνες που αφορούν την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως», ορίζει τα εξής:
«1. Τα άρθρα 13 έως 14δ δεν ισχύουν για την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως, εκτός αν, για έναν από τους κλάδους που αναφέρονται στο άρθρο 4, υπάρχει σε ένα κράτος μέλος μόνο προαιρετικό σύστημα ασφαλίσεως.
2. Σε περίπτωση κατά την οποία η εφαρμογή των νομοθεσιών δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών συνεπάγεται τη σώρευση υπαγωγής:
– σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως και σε ένα ή περισσότερα συστήματα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, ο ενδιαφερόμενος υπάγεται αποκλειστικά στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως·
– σε δύο ή περισσότερα συστήματα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, ο ενδιαφερόμενος δύναται να υπαχθεί μόνο στο σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, το οποίο επέλεξε.
[…]»
19. Οι ειδικές διατάξεις για τις παροχές ασθενείας, στις οποίες εμπίπτουν οι παροχές που καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, περιλαμβάνονται στον τίτλο ΙΙΙ, άρθρα 18 έως 36 του κανονισμού 1408/71.
20. Όσον αφορά τους δικαιούχους συντάξεων που οφείλονται δυνάμει της νομοθεσίας περισσότερων κρατών μελών, οι κανόνες συντονισμού που αφορούν τις παροχές ασθενείας περιέχονται στα άρθρα 27 και 28 του κανονισμού. Οι εν λόγω διατάξεις προβλέπουν έναν «κανόνα συγκρούσεως νόμων» που επιτρέπει να προσδιοριστεί, για παράδειγμα για τους δικαιούχους διπλής συντάξεως γήρατος, ο φορέας που χορηγεί τις παροχές και η εφαρμοστέα νομοθεσία.
21. Το άρθρο 27 του κανονισμού είναι εφαρμοστέο εφόσον υπάρχει δικαίωμα παροχών στο κράτος μέλος κατοικίας. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής:
«Ο δικαιούχος συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί και ο οποίος –λαμβανομένων υπ’ όψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VΙ– δικαιούται παροχών δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, καθώς και τα μέλη της οικογενείας του, λαμβάνουν τις παροχές αυτές από τον φορέα του τόπου κατοικίας και εις βάρος αυτού, σαν να εδικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει μόνο της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.»
22. Το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71 αφορά την περίπτωση στην οποία δεν υπάρχει δικαίωμα παροχών εις είδος στο κράτος κατοικίας. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, λαμβάνει παρά ταύτα τις παροχές αυτές για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογενείας του, κατά το μέτρο που –λαμβανομένων υπ’ όψη κατά, περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VI– θα εδικαιούτο των παροχών αυτών, κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους ή τουλάχιστον ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως, αν κατοικούσε στο έδαφος του εν λόγω κράτους. Οι παροχές αυτές χορηγούνται υπό τους εξής όρους:
[…]
β) οι παροχές εις χρήμα χορηγούνται κατά περίπτωση από τον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, κατά την υπ’ αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους.»
II – Η γερμανική νομοθεσία
Α – Το επίδομα περιθάλψεως
23. Στη Γερμανία, η ασφάλιση περιθάλψεως θεσπίστηκε, από 1ης Ιανουαρίου 1995, με τον Pflegeversicherungsgesetz (νόμο περί ασφαλίσεως περιθάλψεως), ο οποίος αποτελεί το βιβλίο XI του Sozialgesetzbuch (κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως, στο εξής: SGB ΧΙ).
24. Σκοπός της ασφαλίσεως αυτής είναι η κάλυψη των δαπανών που προκύπτουν λόγω της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως των ασφαλισμένων προσώπων, δηλαδή λόγω της διαρκούς ανάγκης τους να προσφεύγουν, σε μεγάλο βαθμό, στη βοήθεια τρίτων προσώπων για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής (σωματική υγιεινή, διατροφή, μετακίνηση, οικιακές εργασίες κ.λπ.). Το σύστημα αυτό προβλέπει διάφορες μορφές παρεμβάσεως υπέρ των μη αυτοεξυπηρετούμενων προσώπων, και ειδικότερα παροχές περιθάλψεως εις είδος («Pflegesachleistung»), οι οποίες διέπονται από το άρθρο 36 του SGB XI και οι οποίες χορηγήθηκαν στον προσφεύγοντα πριν τη μετάβασή του στην Πορτογαλία, καθώς και επίδομα περιθάλψεως για τις υπηρεσίες με τις οποίες επιβαρύνεται ο ίδιος ο ασφαλισμένος («Pflegegeld», στο εξής: επίδομα περιθάλψεως), το οποίο διέπεται από το άρθρο 37 του SGB XI (12) και το οποίο ελάμβανε ο da Silva Martins από την 1η Ιανουαρίου 2002.
25. Το επίδομα περιθάλψεως αποτελεί μια μηνιαία ενίσχυση προς τα μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα που μεριμνούν τα ίδια για την εκ μέρους τρίτων παροχή των υπηρεσιών περιθάλψεως και φροντίδας τις οποίες έχουν ανάγκη. Το επίδομα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ελεύθερα από τον δικαιούχο, επομένως και για την πληρωμή υπηρεσιών που είτε δεν καλύπτονται από την ασφάλιση κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως είτε παρέχονται από μονάδες οι οποίες δεν είναι συμβεβλημένες με το ταμείο.
26. Η αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως αξιολογείται από την ιατρική υπηρεσία του ασφαλιστικού φορέα ασθενείας ο οποίος δημιούργησε, βάσει τεσσάρων δεικτών (προσωπική υγιεινή, διατροφή, μετακίνηση και οικιακή βοήθεια) τρεις κατηγορίες αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Το ύψος του επιδόματος κυμαίνεται ανάλογα με τον βαθμό της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης, το ποσό αυτό ανερχόταν σε 205 ευρώ μηνιαίως για την κατηγορία I, δηλαδή για τα άτομα που χρειάζονται βοήθεια τουλάχιστον μια φορά την ημέρα για τη σωματική φροντίδα, τη διατροφή και τη μετακίνησή τους.
27. Κάθε ασφαλισμένος, προαιρετικώς ή υποχρεωτικώς, για ασθένεια οφείλει να καταβάλλει εισφορές στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως (13). Όπως ανέφερε η Γερμανική Κυβέρνηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το δικαίωμα καταβολής επιδόματος περιθάλψεως προϋποθέτει τη συμπλήρωση ελάχιστης περιόδου ασφαλίσεως που ανερχόταν προηγουμένως σε πέντε έτη και ήδη σε δύο. Εφόσον πληρούται αυτή η προϋπόθεση, το ποσό του επιδόματος δεν κυμαίνεται ανάλογα με τον χρόνο καταβολής εισφορών.
Β – Οι προϋποθέσεις που αφορούν τη συνέχιση της προαιρετικής ασφαλίσεως
28. Το άρθρο 26 του SGB XI, το κείμενο του οποίου παρατίθεται στις παρατηρήσεις της Γερμανικής Κυβερνήσεως, προβλέπει τα ακόλουθα:
«(1) Τα άτομα που δεν υπάγονται πλέον σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως δυνάμει του άρθρου 20 ή του άρθρου 21 και έχουν ασφαλιστεί επί τουλάχιστον 24 μήνες κατά τα τελευταία πέντε έτη ή κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες πριν τη λήξη της ασφαλίσεώς τους, μπορούν να συνεχίσουν να υπάγονται στην ασφάλιση περιθάλψεως στο πλαίσιο της συνεχίσεως της ασφαλίσεως, εκτός αν υπόκεινται σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως δυνάμει του άρθρου 23, παράγραφος 1 […]. [Η] σχετική αίτηση υποβάλλεται στο αρμόδιο ταμείο ασφαλίσεως περιθάλψεως εντός τριών μηνών από τη λήξη της ασφαλίσεως […].
(2) Τα άτομα που δεν υπόκεινται πλέον στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως λόγω του ότι μετέφεραν την κατοικία τους ή διαμένουν συνήθως στο εξωτερικό, και δεν υπάγονται πλέον στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως, μπορούν να ζητήσουν την ασφάλισή τους στο πλαίσιο της συνεχίσεως της ασφαλίσεως.»
Γ – Οι προϋποθέσεις που αφορούν τη διατήρηση του δικαιώματος καταβολής του επιδόματος
29. Το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI (14) ορίζει ότι το δικαίωμα παροχών αναστέλλεται:
– για όσο χρόνο ο ασφαλισμένος διαμένει στο εξωτερικό. Σε περίπτωση προσωρινής παραμονής στο εξωτερικό που διαρκεί έως και έξι εβδομάδες ανά ημερολογιακό έτος, το επίδομα περιθάλψεως συνεχίζει να καταβάλλεται υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 37 του SGB XI ή επιμεριστικά, σύμφωνα με το άρθρο 38 του SGB XI·
– για όσο χρόνο ο ασφαλισμένος εισπράττει, απευθείας δυνάμει του άρθρου 35 του ομοσπονδιακού νόμου περί πρόνοιας (Bundesversorgungsgesetz) ή δυνάμει των νόμων που προβλέπουν κατ’ αναλογία εφαρμογή του εν λόγω ομοσπονδιακού νόμου, παροχές αποζημιώσεως συνδεόμενες με αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως, οι οποίες καταβάλλονται από το νομοθετικά προβλεπόμενο σύστημα ασφαλίσεως ατυχήματος ή από δημόσια ταμεία, στο πλαίσιο υποχρεωτικής ασφαλίσεως ή συνδρομής ατυχήματος. Το ίδιο ισχύει όταν ανάλογες παροχές χορηγούνται από το εξωτερικό ή από διακυβερνητικό ή υπερεθνικό φορέα.
III – Τα πραγματικά περιστατικά
30. Ο da Silva Martins, ο οποίος σήμερα έχει ηλικία 75 ετών, ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα στην Πορτογαλία πριν εγκατασταθεί και αρχίσει να εργάζεται στη Γερμανία. Στο πλαίσιο αυτό, κατέβαλλε εισφορές στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως από τη θέσπισή της, την 1η Ιανουαρίου 1995.
31. Από τον Σεπτέμβριο 1996, ο da Silva Martins εισπράττει σύνταξη γήρατος ύψους 700 περίπου ευρώ. Ως δικαιούχος συντάξεως γήρατος, ασφαλίστηκε κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφαλίσεως του Krankenversicherung der Rentner (ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας των συνταξιούχων) (15). Από τον Μάιο 2000, ο da Silva Martins εισπράττει και από τις πορτογαλικές αρχές σύνταξη γήρατος ύψους 150 περίπου ευρώ.
32. Από τον Αύγουστο 2001, το BBKK χορηγούσε στον da Silva Martins παροχές περιθάλψεως εις είδος κατηγορίας I. Στη συνέχεια, λόγω παραμονής του στην Πορτογαλία από τον Δεκέμβριο 2001, την οποία παρουσίασε αρχικά ως προσωρινή, το BBKK του χορήγησε επίδομα περιθάλψεως 205 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2002, το οποίο άλλωστε και του κατέβαλλε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2002.
33. Όταν το BBKK πληροφορήθηκε ότι ο da Silva Martins είχε δηλώσει ότι θα εγκατέλειπε οριστικά τη Γερμανία από τις 31 Ιουλίου 2002, έθεσε τέρμα, με απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 2003, στην ασφάλισή του από τις 31 Ιουλίου 2002, ενώ με απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2003, απαίτησε από αυτόν να επιστρέψει τα ποσά που του είχαν καταβληθεί ως επίδομα περιθάλψεως για το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο μέχρι τον Δεκέμβριο 2002, δηλαδή συνολικά το ποσό των 1 025 ευρώ. Η ένσταση που υποβλήθηκε από τον da Silva Martins απορρίφθηκε από το BBKK ως αβάσιμη με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2004.
34. Το Sozialgericht Frankfurt am Main (δικαστήριο διαφορών κοινωνικών ασφαλίσεων της Φραγκφούρτης επί του Μάιν) δέχθηκε την προσφυγή που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως αυτής. Με την ακύρωση των προσβληθεισών αποφάσεων, το δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο da Silva Martins εξακολουθούσε να είναι ασφαλισμένος στο BBKK, το οποίο επομένως θα πρέπει να εξακολουθήσει να του καταβάλλει το επίδομα περιθάλψεως μετά την 1η Ιανουαρίου 2003. Η έφεση που άσκησε το BBKK κατά της παραπάνω απόφασης ενώπιον του Hessisches Landessozialgericht απορρίφθηκε με απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, καθόσον αφορούσε την απαίτηση επιστροφής του επιδόματος περιθάλψεως. Αντιθέτως, κατά τα λοιπά το Landessozialgericht μεταρρύθμισε την απόφαση του Sozialgericht της Φραγκφούρτης και απέρριψε την προσφυγή με το σκεπτικό ότι, κατά το άρθρο 26, παράγραφος 1, του SGB XI, αποκλειόταν η προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως του da Silva Martins διότι η προς τούτο αίτηση δεν είχε υποβληθεί εμπροθέσμως.
35. Ο da Silva Martins άσκησε αναίρεση ενώπιον του Bundessozialgericht (ομοσπονδιακού δικαστηρίου διαφορών κοινωνικής ασφαλίσεως), επικαλούμενος παράβαση των άρθρων 18 ΕΚ, 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, καθώς και των άρθρων 19, 27 και 28 του κανονισμού 1408/71. Υποστηρίζει ότι πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα εξαγωγής των παροχών λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε άλλο κράτος μέλος, όταν μάλιστα η ασφαλιστική κάλυψη έχει χρηματοδοτηθεί με εισφορές του ασφαλισμένου και δεν χορηγούνται ομοειδείς παροχές στη χώρα καταγωγής του δικαιούχου, δηλαδή στην Πορτογαλική Δημοκρατία.
IV – Το προδικαστικό ερώτημα
36. Η αίτηση αναιρέσεως αφορά την αναγνώριση της προαιρετικής συνεχίσεως από την 1η Αυγούστου 2002 της ασφαλίσεως του da Silva Martins κατά του κινδύνου της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και την καταβολή του επιδόματος περιθάλψεως μετά την 1η Ιανουαρίου 2003 (16).
37. Πράγματι, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 26 του SGB XI, ο da Silva Martins έπρεπε να έχει το δικαίωμα να εξακολουθήσει να είναι ασφαλισμένος κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πλαίσιο της γερμανικής προαιρετικής ασφαλίσεως και μετά τις 31 Ιουλίου 2002, μολονότι η υποχρεωτική ασφάλισή του στο γερμανικό ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας αποκλείεται λόγω της οριστικής αναχωρήσεώς του από τη Γερμανία. Εντούτοις, επισημαίνει ότι οι κανόνες συγκρούσεως νόμων τους οποίους προβλέπει ο κανονισμός 1408/71, και ιδίως το άρθρο 15, παράγραφος 2, φαίνεται να μην επιτρέπουν τη διατήρηση της ασφαλίσεως αυτής. Επίσης, επισημαίνει ότι το δικαίωμα χορηγήσεως του επιδόματος περιθάλψεως αναστέλλεται, κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, ενόσω ο δικαιούχος διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό.
38. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί, κατά συνέπεια, ότι η επίλυση της κρινόμενης διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία των άρθρων 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, καθώς και των άρθρων 27 ή/και 28 του κανονισμού 1408/71.
39. Αν η κρινόμενη υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 28 του κανονισμού, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται μήπως η εν λόγω διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον αναιρεσείοντα να εισπράττει στην Πορτογαλία το γερμανικό επίδομα περιθάλψεως. Πράγματι, επισημαίνει ότι το πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν προβλέπει επιδόματα περιθάλψεως. Επίσης, θεωρεί ότι ο da Silva Martins έχει αποκτήσει δικαίωμα στο γερμανικό επίδομα περιθάλψεως λόγω των εισφορών που έχει καταβάλει από το 1995. Τέλος, υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στις προαναφερθείσες υποθέσεις Molenaar και Jauch απαγορεύουν να θέτει το δίκαιο κράτους μέλους ως προϋπόθεση για τη χορήγηση του επιδόματος αυτού να κατοικεί το μη αυτοεξυπηρετούμενο άτομο στο έδαφός του.
40. Αντιθέτως, αν η κρινόμενη υπόθεση πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του άρθρου 27 του κανονισμού 1408/71, αυτό σημαίνει, σύμφωνα με το αιτούν δικαστήριο, ότι αρκεί ο αναιρεσείων να λαμβάνει γενικά παροχές ασφαλίσεως ασθενείας στην Πορτογαλία. Το αιτούν δικαστήριο διερωτάται, στην περίπτωση αυτή, μήπως, όπως υποστηρίζει το BBKK, η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη χορήγηση στον da Silva Martins του γερμανικού επιδόματος περιθάλψεως και ότι ο da Silva Martins μπορεί να απαιτήσει μόνο τις παροχές που προβλέπει η πορτογαλική νομοθεσία. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, μια τέτοια προσέγγιση είναι υπερβολική και οδηγεί τελικά στο να απωλέσει ο διακινούμενος εργαζόμενος δικαιώματα που έχει χρηματοδοτήσει με τις εισφορές του, πράγμα αντίθετο προς τον σκοπό του άρθρου 42 ΕΚ. Επίσης, συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση μεταξύ του δικαιούχου μιας μόνο συντάξεως γήρατος, ο οποίος θα μπορεί να εξαγάγει το γερμανικό επίδομα περιθάλψεως και του δικαιούχου διπλής συντάξεως γήρατος, όπως ο da Silva Martins.
41. Το Bundessozialgericht αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Συμβιβάζεται με τις ρυθμίσεις του πρωτογενούς και/ή του παράγωγου δικαίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας και της κοινωνικής ασφάλισης των διακινούμενων εργαζομένων (και ιδίως με τα άρθρα 39 [ΕΚ] και 42 [ΕΚ] και τα άρθρα 27 και 28 του κανονισμού 1408/71) το γεγονός ότι ένας πρώην εργαζόμενος, o οποίος εισπράττει συντάξεις τόσο από το κράτος στο οποίο απασχολούνταν προηγουμένως όσο και από το κράτος καταγωγής του και έχει αποκτήσει στο κράτος στο οποίο απασχολούνταν δικαίωμα επί επιδόματος ειδικής φροντίδας λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, χάνει το δικαίωμα αυτό μετά την επιστροφή του στο κράτος καταγωγής του;»
42. Γραπτές και προφορικές παρατηρήσεις υπέβαλαν οι διάδικοι της κύριας δίκης, οι Κυβερνήσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Γερμανίας, της Πορτογαλίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
V – Ανάλυση
43. Η διαφορά της κύριας δίκης σχετίζεται με τη διατήρηση του δικαιώματος επί επιδόματος ειδικής φροντίδας το οποίο είχε αποκτήσει ο πρώην διακινούμενος εργαζόμενος λόγω της υποχρεωτικής υπαγωγής του στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως.
44. Κατ’ ουσίαν, ερωτάται αν τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, τα οποία αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων, καθώς και τα άρθρα 27 και 28 του κανονισμού 1408/71, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι αντιτίθενται στη διατήρηση του δικαιώματος αυτού στο πλαίσιο της συνεχίσεως της προαιρετικής υπαγωγής στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως, εφόσον ο ενδιαφερόμενος, ο οποίος έχει μεταφέρει την κατοικία του στην Πορτογαλία και εισπράττει σύνταξη γήρατος από το κράτος αυτό, είναι πλέον υποχρεωτικά ασφαλισμένος στο πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
45. Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται, πρώτον, από το αν το πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως προβλέπει πράγματι κάλυψη καταστάσεων αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ανάλογων με την κατάσταση του da Silva Martins.
46. Από τα στοιχεία που τέθηκαν στη διάθεση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι συνταξιούχοι, οι ανάπηροι ή οι επιζώντες που αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν μπορούν να λάβουν, στην Πορτογαλία, προσαύξηση της συντάξεώς τους ανάλογη με τον βαθμό της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Πράγματι, από την εξέταση της πορτογαλικής νομοθεσίας προέκυψε ότι με το νομοθετικό διάταγμα 265/99 (17) θεσπίστηκε, από την 1η Αυγούστου 1999, η προσαύξηση λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως («complemento por dependência»). Σύμφωνα με τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2 του ν.δ. 265/99, η προσαύξηση αυτή είναι παροχή εις χρήμα που μπορεί να χορηγηθεί στους δικαιούχους συντάξεως γήρατος, αναπηρίας και επιζώντος οι οποίοι αδυνατούν να αυτοεξυπηρετηθούν.
47. Αυτή η αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως αξιολογείται από ιατρική επιτροπή που συνέρχεται στο πλαίσιο του συστήματος εξακριβώσεως αναπηριών της κοινωνικής ασφαλίσεως. Δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο a, του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, το ποσό της προσαυξήσεως καθορίζεται ανάλογα με τον βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως (από τους δύο προβλεπόμενους) στον οποίο εμπίπτουν οι ενδιαφερόμενοι και αντιπροσωπεύει ποσοστό της κοινωνικής συντάξεως του μη ανταποδοτικού συστήματος, το ύψος της οποίας ορίζεται από τον νόμο. Στον πρώτο βαθμό εμπίπτουν τα άτομα που δεν μπορούν να εκτελέσουν αυτόνομα τις πράξεις που είναι απαραίτητες για την καθημερινή ζωή. Το ποσό της προσαυξήσεως λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ανέρχεται στο 50 % του ποσού της κοινωνικής συντάξεως. Στον δεύτερο βαθμό εμπίπτουν τα άτομα τα οποία, επιπλέον της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως πρώτου βαθμού, είναι κατάκοιτα ή πάσχουν από σοβαρή άνοια. Το ποσό της προσαυξήσεως λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ανέρχεται, στην περίπτωση αυτή, στο 90 % του ποσού της κοινωνικής συντάξεως. Η προσαύξηση καταβάλλεται σε μηνιαία βάση, ενώ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος, οι αρμόδιες αρχές καταβάλλουν μια επιπλέον προσαύξηση τον Ιούλιο και τον Δεκέμβριο. Για τη χορήγηση της προσαυξήσεως δεν φαίνεται να προβλέπεται ελάχιστη διάρκεια ασφαλίσεως ή προϋπόθεση ηλικίας (18).
48. Εντούτοις, στην απόφαση περί παραπομπής το εθνικό δικαστήριο αναφέρει ότι ο da Silva Martins δεν εισπράττει επίδομα περιθάλψεως στην Πορτογαλία. Επισημαίνει ότι το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως δεν προβλέπει ανάλογη παροχή και ότι οι ενισχύσεις προς τα μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα χορηγούνται, στην καλύτερη περίπτωση, υπό μορφή παροχών εις είδος στο πλαίσιο κοινωνικών δράσεων ή στο πλαίσιο του συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας (νοσηλεία σε ίδρυμα περιθάλψεως). Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε σε αυτή τη νομοθεσία, αλλά απλώς ανέφερε ότι δεν προβλέπονται ειδικές παροχές, εις χρήμα ή εις είδος, που να καλύπτουν τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στην Πορτογαλία, ισχυρισμό τον οποίο επιβεβαίωσε απαντώντας σε ερώτηση που της έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
49. Κατά συνέπεια, αγνοώ το είδος και την έκταση της καλύψεως του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στην Πορτογαλία. Εξάλλου, δεν γνωρίζω αν ο da Silva Martins είναι, σύμφωνα με την πορτογαλική νομοθεσία, επιλέξιμος για τη χορήγηση ανάλογων παροχών. Τέλος, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί προσαύξηση λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως από το πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή αν λαμβάνει παροχές εις είδος ανάλογες με αυτές που περιγράφει συνοπτικά το αιτούν δικαστήριο.
50. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, και στον βαθμό που η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου (19), θα αναλύσω το προδικαστικό ερώτημα με βάση τη θέση στην οποία στηρίχθηκε το Bundessozialgericht και η Πορτογαλική Κυβέρνηση και σύμφωνα με την οποία ο da Silva Martins δεν καλύπτεται σήμερα για τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πλαίσιο του πορτογαλικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως.
51. Η θέση αυτή επιτρέπει, κατ’ αρχάς, να προσδιορισθεί ποιο από τα δύο κράτη μέλη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ή η Πορτογαλική Δημοκρατία, είναι κατ’ αρχήν αρμόδιο για την κάλυψη του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του da Silva Martins.
52. Προς τον σκοπό αυτό, όπως επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να γίνει αναφορά στους κανόνες συντονισμού τους οποίους προβλέπουν τα άρθρα 27 και 28 του κανονισμού 1408/71. Οι διατάξεις αυτές διέπουν ειδικά την κατάσταση των ατόμων που εισπράττουν σύνταξη δυνάμει της νομοθεσίας περισσότερων κρατών μελών και επιτρέπουν να προσδιοριστεί ποιο από τα δύο αυτά κράτη μέλη είναι αρμόδιο να καταβάλλει παροχές ασθενείας.
53. Εν προκειμένω, φρονώ ότι η εξέταση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί υπό το πρίσμα των κανόνων που τάσσει το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν το BBKK, καθώς και η Τσεχική και η Γερμανική Κυβέρνηση.
54. Πράγματι, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουμε, το άρθρο 27 του κανονισμού 1408/71 δεν είναι, κατά την άποψή μου, εφαρμοστέο στην κρινόμενη διαφορά. Η διάταξη αυτή διέπει ρητώς την περίπτωση του δικαιούχου συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο κρατών μελών, μεταξύ των οποίων και κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, ο οποίος δικαιούται παροχών ασθενείας δυνάμει της νομοθεσίας του τελευταίου αυτού κράτους μέλους. Εν προκειμένω, μολονότι, πράγματι, ο da Silva Martins «δικαιούται παροχών ασθενείας» στην Πορτογαλία, εφόσον καλύπτεται έναντι των κλασικών κινδύνων του κλάδου ασφαλίσεως ασθενείας, εντούτοις, βάσει των πληροφοριών που διαθέτουμε, δεν καλύπτεται κατά του ειδικού κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, διότι, όπως φαίνεται, το σύστημα αυτό δεν προβλέπει ανάλογη κάλυψη. Κατά συνέπεια, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, ότι ο ενδιαφερόμενος δικαιούται της εν λόγω παροχής στο κράτος κατοικίας του κατά την έννοια του άρθρου 27 του κανονισμού 1408/71.
55. Αντιθέτως, το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του εν λόγω κανονισμού αφορά την περίπτωση κατά την οποία δεν υπάρχει δικαίωμα παροχών στο κράτος κατοικίας, Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, ο δικαιούχος συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί, λαμβάνει παρά ταύτα τις παροχές εις χρήμα από ένα από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως, κατά το μέτρο που θα εδικαιούτο των παροχών αυτών, κατά τη νομοθεσία ενός από τα εν λόγω κράτη μέλη. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι ο da Silva Martins πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει η γερμανική νομοθεσία για τη χορήγηση επιδόματος περιθάλψεως, εφόσον το BBKK του χορηγούσε το επίδομα αυτό από τον Δεκέμβριο 2001. Στο πλαίσιο αυτό, και σύμφωνα με τους κανόνες συντονισμού που προβλέπει το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, φρονώ ότι ο da Silva Martins δικαιούται, κατ’ αρχήν, να λάβει το επίδομα αυτό στην Πορτογαλία, στον βαθμό που δεν λαμβάνει ανάλογες παροχές στο εν λόγω κράτος.
56. Εφόσον τέθηκε η αρχή, θα πρέπει να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει το εθνικό δικαστήριο, οι κανόνες περί συγκρούσεως νόμων τους οποίους προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 απαγορεύουν τη συνέχιση της υπαγωγής του da Silva Martins στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως στο πλαίσιο της προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, λόγω του ότι έχει υπαχθεί υποχρεωτικά στο πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (20).
57. Φρονώ ότι αυτό δεν ισχύει, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που προβλέπουν τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού.
58. Είναι αλήθεια ότι, σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, σκοπός του είναι οι ενδιαφερόμενοι να υπάγονται κατ’ αρχήν στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός μόνο κράτους μέλους, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι σωρεύσεις εφαρμοστέων εθνικών νομοθεσιών και, ιδίως, οι επιπλοκές που μπορεί να προκύψουν από αυτές. Η αρχή αυτή εκφράζεται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, το οποίο ορίζει ότι τα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο κανονισμός υπόκεινται στη νομοθεσία ενός μόνου κράτους μέλους (21).
59. Εντούτοις, τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπουν μια εξαίρεση όσον αφορά την υπαγωγή στην προαιρετική ή υποχρεωτική συνέχιση ασφαλίσεως.
60. Το άρθρο 9 του κανονισμού 1408/71 περιέχεται στον τίτλο Ι, ο οποίος επιγράφεται «Γενικές διατάξεις» και φέρει τον τίτλο «Υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή προαιρετική συνέχιση ασφαλίσεως». Το άρθρο αυτό είναι εφαρμοστέο στην κρινόμενη διαφορά στο μέτρο που καλύπτει όλα τα είδη ασφαλίσεως που εμπεριέχουν ένα προαιρετικό στοιχείο (22), όπως η προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως την οποίας προβλέπει το άρθρο 26, παράγραφος 2, του SGB XI.
61. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 ορίζει ότι οι διατάξεις της νομοθεσίας ενός κράτους μέλους, κατά τις οποίες η υπαγωγή στην προαιρετική ασφάλιση ή στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως εξαρτάται από την κατοικία στο έδαφος του κράτους αυτού, δεν ισχύουν για τα πρόσωπα τα οποία κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εφόσον είχαν υπαχθεί στη νομοθεσία του πρώτου κράτους σε οποιαδήποτε στιγμή της προηγούμενης επαγγελματικής τους σταδιοδρομίας, υπό την ιδιότητα μισθωτών ή μη μισθωτών. Από το γράμμα της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι εργαζόμενος, όπως ο da Silva Martins, που είχε υπαχθεί κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του δραστηριότητας στη νομοθεσία ενός κράτους μέλους, μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή του στην προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως στο εν λόγω κράτος, μολονότι υπάγεται πλέον στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους.
62. Κατά την άποψή μου, η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71. Το εν λόγω άρθρο περιέχεται στον τίτλο ΙΙ του κανονισμού, ο οποίος επιγράφεται «Προσδιορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας», και φέρει τον τίτλο «Κανόνες που αφορούν την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως».
63. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, «[το άρθρο] 13 [το οποίο θεσπίζει την αρχή ότι ο εργαζόμενος υπόκειται στη νομοθεσία ενός μόνο κράτους μέλους, δεν ισχύει] για την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως», με την επιφύλαξη μιας εξαιρέσεως που δεν αφορά, κατά την άποψή μου, τη διαφορά της κύριας δίκης. Από το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, προκύπτει ότι εργαζόμενος που υπάγεται υποχρεωτικά στη νομοθεσία κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους απασχολήσεως ή κατοικίας του, μπορεί να υπαχθεί στη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους όσον αφορά την προαιρετική ασφάλιση ή την προαιρετική συνέχιση της ασφαλίσεως.
64. Είναι αλήθεια ότι, με την απόφαση περί παραπομπής, το εθνικό δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο, αν η εφαρμογή των νομοθεσιών δύο κρατών μελών συνεπάγεται τη σώρευση υπαγωγής σε σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως και σε σύστημα προαιρετικής ασφαλίσεως ή προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως, ο ενδιαφερόμενος υπάγεται αποκλειστικά στο σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως. Κατά την άποψη του αιτούντος δικαστηρίου, η διάταξη αυτή ενδέχεται να απαγορεύει τη συνέχιση της προαιρετικής ασφαλίσεως του ενδιαφερομένου στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως.
65. Δεν συμμερίζομαι αυτή την επιφύλαξη, διότι φρονώ ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 δεν είναι εφαρμοστέο στην κρινόμενη υπόθεση. Πράγματι, θεωρώ ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα της όγδοης αιτιολογικής σκέψεως και του άρθρου 12 του κανονισμού, σκοπεί να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ένα άτομο να υποχρεούται, για τον ίδιο κίνδυνο, να καταβάλλει διπλές εισφορές σε δύο διαφορετικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, το ένα υποχρεωτικό και το άλλο προαιρετικό, και να μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να σωρεύει παροχές της ίδιας φύσεως. Εν προκειμένω, εφόσον ο da Silva Martins στην πραγματικότητα δεν καλύπτεται κατά του κινδύνου αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως στο πλαίσιο της υπαγωγής του στο πορτογαλικό σύστημα υποχρεωτικής ασφαλίσεως, τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει. Η προαιρετική υπαγωγή του da Silva Martins στο γερμανικό σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως απλώς του προσφέρει συμπληρωματικά πλεονεκτήματα για έναν κίνδυνο που δεν καλύπτεται στην Πορτογαλία κατά την ίδια περίοδο.
66. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι, βάσει των αρχών τις οποίες θεσπίζουν τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, ο da Silva Martins μπορεί, υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, να συνεχίσει να ασφαλίζεται προαιρετικά στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως, παράλληλα με την υποχρεωτική υπαγωγή του στο πορτογαλικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως κατά την ίδια περίοδο.
67. Η ασφάλιση αυτή, η ελάχιστη εισφορά για την οποία ανερχόταν το 2010 σε 16,61 ευρώ (23), θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την καταβολή του επιδόματος περιθάλψεως στον ενδιαφερόμενο. Εντούτοις, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν είναι δυνατόν να εξαχθεί το επίδομα αυτό στην Πορτογαλία, λαμβανομένου υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1 του SGB XI, η καταβολή του επιδόματος αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό.
68. Πράγματι, η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμα και αν ο da Silva Martins πληροί τυπικώς τις προϋποθέσεις προαιρετικής ασφαλίσεως δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 2, του SGB XI, δεν μπορεί να τύχει της καταβολής του εν λόγω επιδόματος στην Πορτογαλία. Η σχετική διάταξη απλώς καθιστά δυνατή τη συνέχιση της υπαγωγής στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, επιτρέποντας έτσι στα άτομα που διαμένουν προσωρινά στο εξωτερικό να πληρούν τον όρο σχετικά με τη διάρκεια της ασφαλίσεως τον οποίο τάσσει το άρθρο 33, παράγραφος 2, του SGB XI. Εξάλλου, απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Γερμανική Κυβέρνηση ανέφερε ότι η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 26, παράγραφος 2, του SGB XI περιορίζεται από την αρχή της εδαφικότητας, δεδομένου ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας είναι το μόνο κράτος στο οποίο μπορούν να χορηγηθούν ανάλογες παροχές. Η Γερμανική Κυβέρνηση παρέπεμψε στο άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι το δικαίωμα παροχών αναστέλλεται για όσο χρόνο ο ασφαλισμένος παραμένει στο εξωτερικό.
69. Η διάταξη αυτή, όμως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας αποφάσεως Molenaar και της ερμηνείας του άρθρου 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71, την οποία προέκρινε το Δικαστήριο με την ευκαιρία εκείνη (24).
70. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση αφορούσε την κατάσταση των συζύγων Molenaar που εργάζονταν ως μισθωτοί στη Γερμανία, αλλά είχαν την κατοικία τους στη Γαλλία. Αμφότεροι ασφαλίστηκαν προαιρετικώς για ασθένεια στη Γερμανία και υπήχθησαν, όπως και ο da Silva Martins, στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως από 1ης Ιανουαρίου 1995. Εντούτοις, το αρμόδιο ταμείο κοινωνικής ασφαλίσεως τους πληροφόρησε ότι δεν μπορούσαν να ζητήσουν τις παροχές που καταβάλλονται δυνάμει της ασφαλίσεως περιθάλψεως εφόσον κατοικούσαν στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 1, σημείο 1, του SGB XI.
71. Με την απόφασή του, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια διάταξη, η οποία απαγορεύει τη χορήγηση παροχών εις χρήμα στο πλαίσιο της ασφαλίσεως περιθάλψεως στο κράτος μέλος όπου κατοικεί ο διακινούμενος εργαζόμενος αγνοεί, προκειμένου περί δικαιούχου συντάξεως που υπάγεται στη νομοθεσία κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο στο οποίο κατοικεί, το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71.
72. Όπως προανέφερα, η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος πληροί τις προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει η νομοθεσία ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως για τη χορήγηση παροχών εις χρήμα, λαμβάνει τις εν λόγω παροχές στο κράτος μέλος όπου κατοικεί, ακόμα και αν η νομοθεσία του κράτους αυτού δεν προβλέπει ανάλογες παροχές. Στην περίπτωση αυτή, οι παροχές εις χρήμα καταβάλλονται από τον φορέα του αρμόδιου κράτους μέλους κατά τους όρους που προβλέπει η νομοθεσία του τελευταίου αυτού κράτους. Οι παροχές μπορούν επίσης να καταβάλλονται από τον φορέα του τόπου κατοικίας, για λογαριασμό του αρμοδίου κράτους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους αυτού.
73. Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση Molenaar, η καταβολή του γερμανικού επιδόματος περιθάλψεως δεν μπορεί να έχει ως προϋπόθεση την κατοικία του ασφαλισμένου στο έδαφος του κράτους ασφαλίσεως. Πρέπει να δίδεται η δυνατότητα εξαγωγής του επιδόματος στο κράτος μέλος κατοικίας του δικαιούχου. Συνεπώς, εφόσον ο da Silva Martins δικαιούται το επίδομα περιθάλψεως το οποίο προβλέπει το άρθρο 37 του SGB XI από την 1η Ιανουαρίου 2002, τίποτε δεν αποκλείει να συνεχίσει να του καταβάλλεται το επίδομα αυτό μετά την οριστική επιστροφή του στην Πορτογαλία. Η δυνατότητα εξαγωγής του επιδόματος δεν φαίνεται να προκαλεί ιδιαίτερες πρακτικές δυσχέρειες, εφόσον οι γερμανικές αρχές δέχθηκαν να καταβάλουν το επίδομα αυτό κατά το διάστημα προσωρινής διαμονής του προσφεύγοντα στην Πορτογαλία, μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 2002.
74. Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, φρονώ ότι ο da Silva Martins μπορεί να συνεχίσει να υπάγεται προαιρετικά στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως δυνάμει των άρθρων 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 και να λαμβάνει το επίδομα περιθάλψεως το οποίο καταβάλλει η εν λόγω ασφάλιση σύμφωνα με το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του προαναφερθέντος κανονισμού.
75. Φρονώ ότι το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ενόψει των σκοπών που επιδιώκει στο θέμα αυτό ο νομοθέτης της Ενώσεως.
76. Υπενθυμίζω ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκουν τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ. Κατά πάγια νομολογία, η άσκηση από τους διακινούμενους εργαζομένους του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας προϋποθέτει ότι δεν τίθενται σε δυσμενή θέση σε σχέση με τους εργαζομένους που ασκούν το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στο ίδιο κράτος μέλος (25). Σκοπός του κανονισμού 1408/71 είναι, συνεπώς, να μην τίθενται σε δυσμενέστερη μοίρα οι εργαζόμενοι που επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους εκτός του εδάφους ενός μόνο κράτους μέλους και να εξασφαλιστεί η διατήρηση των κεκτημένων ή υπό κτήση δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, αυτό σημαίνει ότι η άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας δεν πρέπει να οδηγεί αμιγώς και απλώς στην καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως αχρεωστήτως (26). Αυτό συνεπάγεται ότι οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δεν πρέπει να υφίστανται ούτε απώλεια των δικαιωμάτων τους για παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως ούτε μείωση του ποσού τους, ιδίως όταν τα πλεονεκτήματα αυτά αντιπροσωπεύουν το αντάλλαγμα των εισφορών που έχουν καταβάλει (27).
77. Όσον αφορά τα ηλικιωμένα μη αυτοεξυπηρετούμενα άτομα, φρονώ ότι η επίτευξη των σκοπών αυτών έχει ιδιαίτερη σημασία. Πράγματι, όπως ορίζει πλέον το άρθρο 25 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι ηλικιωμένοι έχουν το δικαίωμα να διάγουν αξιοπρεπή και ανεξάρτητη ζωή. Ο σεβασμός αυτής της ανεξαρτησίας, για τους ηλικιωμένους που χάνουν την αυτονομία τους πρέπει, κατά την άποψή μου, να εκφράζεται με μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιλογή τρόπου ζωής και περιθάλψεως (28). Αν πολλά από αυτά τα άτομα επιλέγουν να επιστρέψουν στο κράτος καταγωγής τους προκειμένου να βρίσκονται κοντά στην οικογένειά τους και να τυγχάνουν της στήριξής της, η μετακίνησή τους δεν πρέπει να παρεμποδίζεται, εκτός από την αναπηρία τους και, συχνά, την ανασφάλεια της καταστάσεώς τους, από την απώλεια των δικαιωμάτων που απέκτησαν κανονικά κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους δραστηριότητας.
78. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των σκοπών, δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη ότι ο da Silva Martins δεν μπορεί να συνεχίσει να υπάγεται στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως ή να εισπράττει το επίδομα περιθάλψεως στην Πορτογαλία.
79. Αυτό θα είχε ως συνέπεια, αφενός, ο ενδιαφερόμενος να έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές αχρεωστήτως. Πράγματι, ο da Silva Martins κατέβαλλε εισφορές στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως από την 1η Ιανουαρίου 1995 πριν αρχίσει να λαμβάνει, από τον Αύγουστο 2001, παροχές εις είδος για την αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι το δικαίωμα για παροχές προϋποθέτει τη συμπλήρωση ελάχιστης περιόδου ασφαλίσεως πέντε ετών.
80. Αφετέρου, αυτό θα έθετε τον da Silva Martins σε δυσμενή θέση σε σχέση με μη αυτοεξυπηρετούμενο εργαζόμενο που δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας του. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, άτομο που έχει διανύσει ολόκληρη την επαγγελματική του σταδιοδρομία στη Γερμανία και εισπράττει μόνο μία γερμανική σύνταξη γήρατος, συνεχίζει να υπάγεται στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφαλίσεως και εισπράττει το επίδομα περιθάλψεως ακόμα και αν έχει εγκαταλείψει τη χώρα (29). Το αιτούν δικαστήριο διευκρινίζει ότι το άτομο αυτό τυγχάνει της ίδιας μεταχειρίσεως σαν να συνέχιζε να κατοικεί στη χώρα. Εντούτοις, ο da Silva Martins, ο οποίος άσκησε μια ελάχιστη επαγγελματική δραστηριότητα στην Πορτογαλία, δεν δικαιούται ούτε αυτή την παροχή ούτε ανάλογο επίδομα στην Πορτογαλία και στερείται έτσι μια απαραίτητη κάλυψη.
81. Είναι προφανές ότι ανάλογες συνέπειες κινδυνεύουν να τον ωθήσουν, αν όχι να τον αναγκάσουν, να παραμείνει στη Γερμανία, πράγμα που αποτελεί περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας του και εντείνει ακόμα περισσότερο την αδυναμία αυτοεξυπηρετήσεώς του.
82. Βάσει του συνόλου των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, καθώς και τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι πρώην διακινούμενος εργαζόμενος που έχει υπαχθεί υποχρεωτικώς στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους κατοικίας του μπορεί, εφόσον η ασφάλιση αυτή δεν καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, να συνεχίσει, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, να ασφαλίζεται προαιρετικά στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως που ισχύει στο κράτος μέλος όπου απασχολείτο κατά το παρελθόν. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση Molenaar, καθώς και με το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού, το επίδομα περιθάλψεως που καταβάλλεται στο πλαίσιο της εν λόγω προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως πρέπει να καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο στο κράτος μέλος κατοικίας του.
VI – Πρόταση
83. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundessozialgericht ως εξής:
«1) Τα άρθρα 39 ΕΚ και 42 ΕΚ, καθώς και τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1386/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2001, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι πρώην διακινούμενος εργαζόμενος που έχει υπαχθεί υποχρεωτικώς στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους κατοικίας του μπορεί, εφόσον η ασφάλιση αυτή δεν καλύπτει τον κίνδυνο αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, να συνεχίσει, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, να ασφαλίζεται προαιρετικά στο σύστημα ασφαλίσεως περιθάλψεως που ισχύει στο κράτος μέλος όπου απασχολείτο κατά το παρελθόν.
2) Σύμφωνα με την απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C‑160/96, Molenaar, καθώς και με το άρθρο 28, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1386/2001, το επίδομα περιθάλψεως που καταβάλλεται στο πλαίσιο της εν λόγω προαιρετικής συνεχίσεως της ασφαλίσεως πρέπει να καταβάλλεται στον ενδιαφερόμενο στο κράτος μέλος κατοικίας του.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 149, σ. 2, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1386/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 5ης Ιουνίου 2001 (ΕΕ L 187, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
3 – C‑160/96, Συλλογή 1998, σ. I‑843.
4 – Βλ. «Οι μεθοριακοί εργαζόμενοι στην Ευρωπαϊκή Ένωση», Μάιος 1997, που δημοσιεύεται στον δικτυακό τόπο: .
5 – Η ανακοίνωση δημοσιεύεται στον ακόλουθο δικτυακό τόπο: .
6 – Σημείο 2.5. Ελλείψει ειδικών κανόνων, ορισμένα κράτη μέλη προσπάθησαν να καλύψουν τα κενά αυτά με διμερείς συμβάσεις, με τις οποίες καθορίστηκαν οι κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων παροχών αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως. Βλ., μεταξύ άλλων, σύμβαση μεταξύ της Κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας και της Κυβερνήσεως του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου για την κοινωνική ασφάλιση, η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Σεπτεμβρίου 2008. Η ασφάλιση κατά της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως αποτελεί αντικείμενο δύο διατάξεων, εκ των οποίων η μία αφορά την αναγνώριση της αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως και οργανώνει τη δέουσα συνεργασία μεταξύ των αρχών και των φορέων (άρθρο 6), ενώ η άλλη ορίζει τους κανόνες προτεραιότητας σε περίπτωση σωρεύσεως δικαιωμάτων παροχών αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως (άρθρο 7).
7 – Απόφαση της 8ης Μαρτίου 2001, C‑215/99 (Συλλογή 2001, σ. I‑1901).
8 – Βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Molenaar (σκέψεις 24 και 25) και Jauch (σκέψη 28). Η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2009, C‑208/07, von Chamier-Glisczinski (Συλλογή 2009, σ. I‑6095, σκέψη 40).
9 – Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166, σ. 1 και –διορθωτικό– ΕΕ L 200, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 988/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 (ΕΕ L 284, σ. 43).
10 – Απόφαση της 5ης Μαρτίου 1998, C‑194/96, Kulzer (Συλλογή 1998, σ. I‑895, σκέψεις 24 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
11 – Προαναφερθείσα απόφαση Molenaar (σκέψη 36)· επιβεβαιώθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Jauch και von Chamier-Glisczinski.
12 – Υπάρχουν άλλες μορφές παρεμβάσεων, όπως οι μικτές παροχές («Kombinationsleistung»), οι οποίες διέπονται από το άρθρο 38 του SGB XI, καθώς και η πλήρης φροντίδα σε ίδρυμα περιθάλψεως («vollstationäre Pflege»), η οποία διέπεται από το άρθρο 43 του SGB XI.
13 – Η εισφορά αυτή, η οποία την 1η Ιανουαρίου 2010 ανερχόταν σε ποσοστό 1,95 %, βαρύνει εξίσου τον ασφαλισμένο και τον εργοδότη.
14 – Άρθρο 1, παράγραφος 34, του νόμου της 26ης Μαΐου 1994 (BGBl. 1994 I, σ. 1014), όπως ισχύει από την 1η Οκτωβρίου 2009.
15 – Το αιτούν δικαστήριο παραπέμπει στο άρθρο 20, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, σημείο 11, του SGB XI, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 1, σημείο 11, του βιβλίου V του κώδικα κοινωνικής ασφαλίσεως.
16 – Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η παύση της υπαγωγής του αναιρεσείοντα στη γερμανική ασφάλιση περιθάλψεως στο πλαίσιο της υποχρεωτικής ασφαλίσεως δεν μπορεί να αμφισβητηθεί βάσει των άρθρων 12, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και 13, παράγραφος 2, στοιχείο στ’, του κανονισμού 1408/71, εφόσον ο da Silva Martins μετέφερε οριστικά την κατοικία του στην Πορτογαλία.
17 – Νομοθετικό διάταγμα της 14ης Ιουλίου 1999 (DiáriodaRepública I, σειρά A, φύλλο 162, της 14ης Ιουλίου 1999, σ. 4397), όπως τροποποιήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 309-A/2000, της 30ής Νοεμβρίου 2000 (DiáriodaRepública I, σειρά A, φύλλο 277, της 30ής Νοεμβρίου 2000, σ. 6906-2, στο εξής: ν.δ. 265/99). Βλ. και δικτυακό τόπο των πορτογαλικών κοινωνικών ασφαλίσεων (Segurança social) , και ιδίως το τμήμα για την προσαύξηση λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως του Missoc (Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και ίσες ευκαιρίες), του συστήματος αμοιβαίας πληροφορήσεως για την κοινωνική προστασία, το οποίο έχει δημιουργήσει η Ένωση και το οποίο διαθέτει λεπτομερή και επικαιροποιημένα στοιχεία για τα εθνικά συστήματα κοινωνικής προστασίας.
18 – Ενδεικτικά, την 1η Ιανουαρίου 2010, το ύψος της κοινωνικής συντάξεως του μη ανταποδοτικού συστήματος ορίστηκε σε 189,52 ευρώ. Συνεπώς, το ύψος της προσαυξήσεως λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως που καταβάλλεται σε άτομο το οποίο εμπίπτει στον πρώτο βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ανέρχεται, κατά τους υπολογισμούς μου, σε 94,77 ευρώ και σε άτομο το οποίο εμπίπτει στον δεύτερο βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως σε 170,58 ευρώ. Σύμφωνα με τα άρθρα 20 και 14 του διατάγματος 1514/2002 του Υπουργείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Εργασίας, της 28ης Οκτωβρίου 2002, το ύψος της κοινωνικής συντάξεως του μη ανταποδοτικού συστήματος είχε οριστεί σε 143,80 ευρώ για το 2003. Βλ. δικτυακό τόπο . Αν δεν κάνω λάθος, την 1η Ιανουαρίου 2003, η προσαύξηση λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως ανερχόταν σε 71,90 ευρώ και 129,42 ευρώ για άτομο που εμπίπτει στον πρώτο και στον δεύτερο βαθμό αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, αντιστοίχως.
19 – Απόφαση της 3ης Ιουνίου 2010, C‑484/08, Caja de Ahorros y Monte de Piedad de Madrid (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 18 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
20 – Όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής, το άρθρο 26 του SGB XI παρέχει στα άτομα που έπαυσαν κάθε επαγγελματική δραστηριότητα στη Γερμανία και κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος τη δυνατότητα να ασφαλίζονται στο πλαίσιο της συνεχίσεως της προαιρετικής ασφαλίσεως για τους κλάδους στους οποίους παύουν να είναι ασφαλισμένοι υποχρεωτικά.
21 – Βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, C‑352/06, Bosmann (Συλλογή 2008, σ. I‑3827, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 – Απόφαση της 18ης Μαΐου 1989, 368/87, Hartmann Troiani (Συλλογή 1989, σ. 1333, σκέψη 12 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23 – Όπως αναφέρει η Γερμανική Κυβέρνηση στο σημείο 13 των γραπτών παρατηρήσεών της.
24 – Σκέψεις 39 και 44.
25 – Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2009, C‑3/08, Leyman (Συλλογή 2009, σ. I‑9085, σκέψη 45 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26 – Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑16/09, Schwemmer (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή), με την οποία το Δικαστήριο επεσήμανε ρητώς ότι η «ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στον τομέα του συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των σκοπών που επιδιώκονται με αυτόν, δεν μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπον ώστε να στερεί τον διακινούμενο εργαζόμενο [...] από παροχές χορηγούμενες δυνάμει μόνον της νομοθεσίας κράτους μέλους» (σκέψη 58 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Βλ. και απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2010, C‑345/09, van Delft κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 101 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 – Βλ. προαναφερθείσα απόφαση Bosmann (σκέψη 29 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
28 – Βλ. συναφώς Kessler, F., «Les normes du Conseil de l’Europe et la législation française sur la dépendance», Le vieillissement comme processus, ειδική έκδοση Revue française des Affaires sociales, Οκτώβριος 1997, σ. 215, 222.
29 – Η κατάσταση αυτή είναι ανάλογη από πολλές απόψεις με την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση Jauch. Στην υπόθεση εκείνη, ο Jauch, Γερμανός υπήκοος ο οποίος ανέκαθεν κατοικούσε στη Γερμανία, είχε διανύσει το σύνολο της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας στην Αυστρία. Εισέπραττε συνεπώς σύνταξη γήρατος από τις αυστριακές αρχές, ενώ δεν εισέπραττε γερμανική σύνταξη. Με την απόφαση εκείνη, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον βρισκόταν σε κατάσταση αδυναμίας αυτοεξυπηρετήσεως, έπρεπε να λάβει, στη Γερμανία, το αυστριακό επίδομα ειδικής φροντίδας.
Full & Egal Universal Law Academy