ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 27ης Ιανουαρίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑401/09 P
Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής AE
κατά
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας
«Αίτηση αναιρέσεως – Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών – Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα – Κοινοπραξίες – Ενεργητική νομιμοποίηση των μεμονωμένων μελών κοινοπραξίας – Δικαστικός έλεγχος της εφαρμογής του εθνικού δικαίου από τα θεσμικά όργανα της Ενώσεως»
1. Με την παρούσα αίτηση αναιρέσεως, η εταιρεία Ευρωπαϊκή Δυναμική (στο εξής: αναιρεσείουσα) ζητεί την αναίρεση της διατάξεως του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] της 2ας Ιουλίου 2009, T‑279/06, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΚΤ (2), με την οποία απορρίφθηκε, ως εν μέρει προδήλως απαράδεκτη και εν μέρει προδήλως αβάσιμη, προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της επιστολής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) με την οποία της ανακοινώθηκε, στις 31 Ιουλίου 2006, ο αποκλεισμός της από τα επόμενα στάδια διαγωνισμού για τη σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών πληροφορικής.
I – Νομοθετικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ενώσεως
1. Η ρύθμιση των συμβάσεων της ΕΚΤ
2. Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, οι συμβάσεις της ΕΚΤ διήποντο από τη διοικητική εγκύκλιο 8/2003 της 16ης Σεπτεμβρίου 2003. Δεν ήταν άμεσα εφαρμοστέες οι οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων, οι οποίες ως εκ της φύσεώς τους απευθύνονται στα κράτη μέλη, ούτε οι κανόνες που ισχύουν για τα θεσμικά όργανα, οι οποίοι περιέχονται, ιδίως, στον δημοσιονομικό κανονισμό (3) και στον κανονισμό εφαρμογής του (4).
3. Οι διατάξεις της διοικητικής εγκυκλίου 8/2003 δεν είναι άμεσα κρίσιμες για την παρούσα αίτηση αναιρέσεως· για τον λόγο αυτόν, απλώς θα τις μνημονεύσω στη συνέχεια των παρουσών στον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο.
2. Ο Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου
4. Το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου [νυν Γενικού Δικαστηρίου] ορίζει τα εξής:
«Αν ένας διάδικος ζητήσει από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί ενστάσεως ή παρεμπίπτοντος ζητήματος χωρίς να εισέλθει στην ουσία, υποβάλλει την αίτησή του με χωριστό δικόγραφο.
Η αίτηση περιέχει έκθεση των πραγματικών και νομικών ισχυρισμών επί των οποίων βασίζεται, τα αιτήματα και, συνημμένα, τα προς υποστήριξή της στοιχεία.»
Το γερμανικό δίκαιο
5. Όπως θα αναφερθεί κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, η επίλυση της παρούσας διαφοράς εξαρτάται, εν μέρει, από την εφαρμογή ορισμένων κανόνων του εθνικού δικαίου που είναι εφαρμοστέοι στις συμβάσεις τις οποίες επιθυμούσε να συνάψει η ΕΚΤ με τον ανάδοχο του διαγωνισμού. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για τον νόμο της 7ης Αυγούστου 1972 περί διαθέσεως έκτακτου προσωπικού (Arbeitnehmerüberlassungsgesetz, στο εξής και: AÜG).
6. Στο άρθρο 1 του AÜG ορίζονται, ειδικότερα, τα εξής:
«1. Οι εργοδότες οι οποίοι σκοπεύουν, στο πλαίσιο της ασκήσεως της επιχειρήσεώς τους, να διαθέσουν εργαζομένους […] σε τρίτους […] για την παροχή εργασίας, υποχρεούνται να διαθέτουν άδεια.
[…]»
II – Πραγματικά περιστατικά
7. Στις 19 Ιουλίου 2005 η ΕΚΤ δημοσίευσε προκήρυξη διαγωνισμού (5) για διαδικασία με διαπραγμάτευση με αντικείμενο «υπηρεσίες παροχής συμβουλών και αναπτύξεως» (6) στον τομέα της πληροφορικής.
8. Το σημείο III.1.3 της αρχικής προκηρύξεως απέκλειε τη δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία ομίλων επιχειρήσεων και κοινοπραξιών. Εντούτοις, στις 11 Αυγούστου 2005 δημοσιεύτηκε διορθωτικό (7) με το οποίο τροποποιήθηκε το εν λόγω σημείο και επιτράπηκε η συμμετοχή κοινοπραξιών ή προσωρινών ομίλων.
9. Η νυν αναιρεσείουσα συμμετείχε στη διαδικασία ως μέλος της κοινοπραξίας E2Bank, η οποία απαρτιζόταν από την ίδια και την ιταλική εταιρεία Engineering Ingegneria Informatica SpA.
10. Από τα έγγραφα τα οποία απέστειλε η ΕΚΤ στους συμμετέχοντες, και ιδίως από την πρόσκληση υποβολής προσφοράς και τα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα προέκυπτε, μεταξύ άλλων, η υποχρέωση όλοι οι διαγωνιζόμενοι να διαθέτουν την άδεια που προβλέπει το άρθρο 1 του AÜG (στο εξής και: άδεια). Εντούτοις, η άδεια θα ήταν απαραίτητη μόνο κατά τον χρόνο υπογραφής της ενδεχόμενης συμβάσεως: η προσφορά της κοινοπραξίας E2Bank κρίθηκε πλήρης και κανονική δεδομένου ότι, μολονότι αμφότερες οι εταιρείες που την αποτελούσαν δεν διέθεταν το εν λόγω έγγραφο, είχαν δεσμευθεί να το λάβουν εγκαίρως.
11. Η κοινοπραξία E2Bank έγινε δεκτή στο πρώτο στάδιο του διαγωνισμού και περιλήφθηκε στον κατάλογο («shortlist») των καλύτερων προσφορών. Στη συνέχεια, όμως, η προσφορά της κατατάχθηκε στην τέταρτη θέση και, κατά συνέπεια, αποκλείστηκε από το τελικό στάδιο επιλογής, στην οποία συμμετείχαν μόνον οι τρεις πρώτοι προσφέροντες. Η αναιρεσείουσα ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό με σημείωμα της 31ης Ιουλίου 2006, κατά του οποίου άσκησε προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
III – Η προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
12. Η προσφυγή που άσκησε η αναιρεσείουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου για λογαριασμό της κοινοπραξίας E2Bank θεμελιωνόταν σε οκτώ λόγους.
13. Το Πρωτοδικείο, εντούτοις, πριν εξετάσει τους λόγους που προέβαλε η νυν αναιρεσείουσα, απέρριψε ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η ΕΚΤ, θεμελιούμενη σε προβαλλόμενη έλλειψη εννόμου συμφέροντος της νυν αναιρεσείουσας, λόγω του ότι δεν διέθετε την άδεια διαθέσεως έκτακτου προσωπικού, την οποία, όπως ομολόγησε η ίδια δεν θα είχε μπορέσει να λάβει. Το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι, μεταξύ των λόγων που προέβαλε η νυν αναιρεσείουσα, ένας αφορούσε ακριβώς την υποχρέωση λήψεως της προαναφερθείσας άδειας: κατά συνέπεια, η προσφυγή έπρεπε να θεωρηθεί παραδεκτή, εφόσον έβαλλε ακριβώς κατά της απαιτήσεως κατοχής της άδειας.
14. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο εξέτασε τους λόγους προσφυγής, αρχίζοντας από τον τελευταίο, ο οποίος αφορούσε προβαλλόμενη αντίθεση της ρήτρας για τη λήψη της άδειας προς τον νόμο. Με την προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου, η νυν αναιρεσείουσα υποστήριξε την αντίθεση της απαιτήσεως αυτής προς τον νόμο, ενώ παράλληλα υποστήριξε ότι, όπως διαπίστωσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, δεν μπορούσε να λάβει την άδεια, διότι οι γερμανικές αρχές χορηγούσαν την άδεια σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες στο εξωτερικό μόνον αν τη διέθεταν ήδη στη χώρα καταγωγής τους, ενώ, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η νυν αναιρεσείουσα (της Ελλάδας), η άδεια χορηγείται μόνο στις επιχειρήσεις που ασχολούνται αποκλειστικά με τη διάθεση έκτακτου προσωπικού. Δεδομένου ότι η διάθεση έκτακτου προσωπικού δεν αποτελεί την αποκλειστική δραστηριότητά της, η νυν αναιρεσείουσα δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να λάβει την έγκριση στην Ελλάδα, και συνεπώς ούτε και στη Γερμανία.
15. Στο πλαίσιο της εξετάσεως του λόγου αυτού, το Πρωτοδικείο, αφού υπενθύμισε ότι στα έγγραφα του διαγωνισμού αναφερόταν σαφώς ότι η σύμβαση διέπεται από το γερμανικό δίκαιο, ενώ η νυν αναιρεσείουσα δεν προέβαλε καμία αντίρρηση ως προς την πτυχή αυτή, έκρινε ότι η ΕΚΤ ερμήνευσε ορθώς το εθνικό δίκαιο και αποφάνθηκε ότι το γερμανικό δίκαιο επιβάλλει πράγματι, για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων που μνημονεύονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού, την κατοχή της άδειας. Όσον αφορά τα προβλήματα που απορρέουν από το γεγονός ότι η νυν αναιρεσείουσα είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα και κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να λάβει την έγκριση από τις γερμανικές αρχές, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η ενδεχόμενη θέσπιση δυσμενών διακρίσεων από εθνικό κανόνα δικαίου, ή γενικότερα η αντίθεσή του προς το δίκαιο της Ενώσεως, δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως του άρθρου 230 ΕΚ.
16. Αφού απέρριψε κατ’ αυτόν τον τρόπο τον όγδοο λόγο ακυρώσεως, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι η νυν αναιρεσείουσα, όπως δέχθηκε η ίδια, δεν θα μπορούσε να λάβει άδεια διαθέσεως έκτακτου προσωπικού. Κατά συνέπεια, εφόσον η σχετική ρήτρα κρίθηκε σύννομη, παρήλκε η εξέταση των λοιπών επτά λόγων προσφυγής, εφόσον δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν στην ανάθεση του αντικειμένου της συμβάσεως στην αναιρεσείουσα, λόγω της απουσίας της προαναφερθείσας εγκρίσεως. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο έκρινε προφανώς απαράδεκτους τους πρώτους επτά λόγους προσφυγής και, για τον λόγο αυτό, απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
IV – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
17. Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Οκτωβρίου 2009. Με την αίτηση η αναιρεσείουσα, ενεργούσα για λογαριασμό της κοινοπραξίας E2Bank, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη·
– να ακυρώσει τις πράξεις με τις οποίες η ΕΚΤ απέκλεισε την αναιρεσείουσα από τη διαδικασία και ανέθεσε το αντικείμενο της συμβάσεως σε άλλον προσφέροντα·
– να καταδικάσει την ΕΚΤ στα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της ενώπιον του Πρωτοδικείου δίκης.
18. Η ΕΚΤ ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
V – Επί του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως
19. Η ΕΚΤ προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως: για προφανείς λόγους, η ένσταση αυτή θα εξεταστεί πρώτη.
Θέσεις των διαδίκων
20. Η ΕΚΤ υποστηρίζει ότι η εντολή την οποία έλαβε η αναιρεσείουσα από το έτερο μέλος της κοινοπραξίας E2Bank και η οποία κατατέθηκε με την προσφυγή αφορούσε αποκλειστικά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει και τη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση για λογαριασμό της κοινοπραξίας.
21. Εξάλλου, κατά την ΕΚΤ, τα μεμονωμένα μέλη ομίλου επιχειρήσεων δεν διαθέτουν αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής κατά αποφάσεων που αφορούν τον όμιλο στο σύνολό του. Κατά συνέπεια, η Ευρωπαϊκή Δυναμική δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση ατομικώς, ως απλό μέλος της κοινοπραξίας.
22. Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να θεωρηθεί απαράδεκτη στο σύνολό της.
23. Με την απάντησή της, η αναιρεσείουσα βάλλει κατά των δύο πτυχών της ενστάσεως απαραδέκτου που προβάλλει η ΕΚΤ.
24. Αφενός, υποστηρίζει ότι η εντολή που δόθηκε στην αναιρεσείουσα δεν περιορίζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά περιλαμβάνει και ενδεχόμενη δίκη σε δεύτερο βαθμό.
25. Αφετέρου, τα μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας διαθέτουν αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής κατά των πράξεων που προξενούν βλάβη στην κοινοπραξία. Η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι η κοινοπραξία E2Bank στερείται νομικής προσωπικότητας και ότι η ίδια ήταν το ηγετικό μέλος της κοινοπραξίας, ενώ η θέση της άλλης κοινοπρακτούσας εταιρείας ήταν εντελώς δευτερεύουσα, ανάλογη με τη θέση υπεργολάβου.
Αξιολόγηση
26. Η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλεται από την ΕΚΤ δεν πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτή. Στη συνέχεια θα εκθέσω τους λόγους που υπαγορεύουν αυτή τη θέση, σχολιάζοντας χωριστά την ερμηνεία της εντολής και του δικαιώματος προσφυγής των μεμονωμένων μελών ομίλου επιχειρήσεων.
1. Η ερμηνεία της εντολής που δόθηκε στην αναιρεσείουσα
27. Πρώτον, το γράμμα της εντολής που δόθηκε στη διαγωνιζόμενη στις 11 Σεπτεμβρίου 2006 δεν απέκλειε κατηγορηματικά τη δυνατότητα να μην ισχύει μόνο για τη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου, αλλά και για την ενδεχόμενη αναίρεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
28. Βεβαίως, με το πρώτο μέρος της εντολής, η εταιρεία Ευρωπαϊκή Δυναμική εξουσιοδοτείται να «προβεί σε όλες τις απαραίτητες νομικές ενέργειες, εξ ονόματός της ή εξ ονόματος της κοινοπραξίας E2Bank, μέσω δικηγόρων της επιλογής της, ενώπιον του Πρωτοδικείου». Ακριβώς στη συνέχεια, εντούτοις, διευκρινίζεται ότι «η παρούσα εντολή [...] συνεχίζει να ισχύει εφόσον απαιτείται για την ολοκλήρωση όλων των νομικών ενεργειών, όπως προβλέπεται από τις εφαρμοστέες διατάξεις».
29. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διατύπωση αυτή είναι ατυχής. Εντούτοις, η παρουσία της τελικής ρήτρας, η οποία αναφέρεται στην ολοκλήρωση όλων των νομικών ενεργειών, δεν επιτρέπει να αποκλειστεί απολύτως η ισχύς της εντολής και για την αναιρετική δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην οπτική συμμετέχοντος σε διαγωνισμό, ο οποίος αποφασίζει να ασκήσει προσφυγή, η μνεία του Πρωτοδικείου μπορεί να ερμηνευθεί και ως γενική και, κατά μία έννοια, πλεοναστική ένδειξη αναφερόμενη στο δικαιοδοτικό όργανο ενώπιον του οποίου κατατίθεται η προσφυγή στην αρχή μιας διαδικασίας που ενδέχεται να ολοκληρωθεί, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην προοπτική αυτή, η τελική ρήτρα μπορεί να ερμηνευθεί ως επιβεβαίωση της δυνατότητας να ισχύει η εντολή και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
30. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι η εντολή που δόθηκε στην αναιρεσείουσα να ενεργήσει για λογαριασμό της κοινοπραξίας E2Bank μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύει και για την αναιρετική δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου.
2. Επί του αυτοτελούς δικαιώματος προσφυγής των μελών κοινοπραξίας
31. Για την περίπτωση στην οποία το Δικαστήριο δεν συμφωνήσει με τη διασταλτική ερμηνεία της εντολής, την οποία ανέπτυξα στις προηγούμενες παραγράφους, αλλά και για λόγους πληρότητας, θα εξετάσω στη συνέχεια το ζήτημα που αφορά τη δυνατότητα των μελών κοινοπραξίας, γενικά, να προσφεύγουν αυτοτελώς κατά πράξεως που απευθύνεται στην κοινοπραξία.
32. Πρόκειται για ζήτημα που δεν είναι εντελώς νέο, αλλά για το οποίο το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί υπό συνθήκες ανάλογες με αυτές τις κρινομένης υποθέσεως. Πράγματι, μέχρι σήμερα, η νομολογία έχει επικεντρωθεί στο πρόβλημα της συμβατότητας των σχετικών εθνικών κανόνων με την οδηγία 89/665 (η οποία κοινώς αποκαλείται οδηγία «περί προσφυγών») (8).
33. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει κρίνει συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο εθνικό κανόνα που επέτρεπε να ασκείται η προσφυγή μόνο από το σύνολο των μελών προσωρινής συμπράξεως εταιρειών (9), αλλά και κανόνα που, αντιθέτως, επιτρέπει την άσκηση προσφυγής από ένα μόνο μέλος της κοινοπραξίας (10). Αυτό αποτελεί συνέπεια της θέσεως ότι η οδηγία 89/665 απλώς προσδιορίζει «τις ελάχιστες προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι διαδικασίες προσφυγής που προβλέπουν οι εθνικές έννομες τάξεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η τήρηση των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων» (11).
34. Αντιθέτως, όσον αφορά την αποκατάσταση ζημίας, το δικαίωμα ατομικής προσφυγής των μεμονωμένων μελών προσωρινής συμπράξεως θεωρείται ότι επιβάλλεται από το δίκαιο της Ενώσεως (12).
35. Η οδηγία 89/665 δεν είναι εφαρμοστέα, καθεαυτή, στις συμβάσεις που συνάπτουν τα θεσμικά όργανα ή η ΕΚΤ, εφόσον πρόκειται για πράξη που έχει ως αποδέκτες τα κράτη μέλη. Η οδηγία αποτελεί, εντούτοις, εφαρμογή σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ενώσεως (13). Η αρχή αυτή καθιερώνεται πλέον, ως γνωστόν, και από το άρθρο 47 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 6 ΣΕΕ, έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες (14).
36. Επισημαίνεται συναφώς ότι η οδηγία 89/665 χαρακτηρίζεται γενικά από σαφή και εμφανή εύνοια προς την άσκηση προσφυγών. Προβλέπει το ελάχιστο επίπεδο προστασίας που πρέπει να αναγνωρίζεται, επιτρέποντας, για παράδειγμα, στα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν, όπως προαναφέρθηκε, το δικαίωμα προσφυγής σε ευρύτερη ομάδα προσώπων από ό,τι προβλέπει η οδηγία. Αυτό, εξάλλου, καθίσταται προφανές από το ίδιο το γράμμα της οδηγίας, η οποία προβλέπει, με το άρθρο 1, ότι η δυνατότητα προσφυγής πρέπει να εξασφαλίζεται «τουλάχιστον» στους αποδέκτες δυσμενών πράξεων (15).
37. Εν προκειμένω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αποδέκτης της προσβαλλόμενης πράξεως είναι η κοινοπραξία στο σύνολό της, ακριβώς όπως οι προσωρινές συμπράξεις στις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου. Κατά την ίδια έννοια, εντούτοις, δεν υπάρχουν αμφιβολίες για το γεγονός ότι η εταιρεία Ευρωπαϊκή Δυναμική, ως μέλος της εν λόγω κοινοπραξίας, έχει έννομο συμφέρον να επιτύχει την ακύρωση πράξεως η οποία, όπως ισχυρίζεται, προκάλεσε ζημία, κατά παράβαση του νόμου, στην κοινοπραξία της οποίας ήταν μέλος.
38. Ελλείψει ρητού περιορισμού του δικαιώματος προσφυγής, φρονώ ότι το δικαίωμα αυτό πρέπει να αναγνωριστεί, εκτός από την κοινοπραξία καθεαυτή, και στις μεμονωμένες επιχειρήσεις μέλη της. Αν ο νομοθέτης είχε αποφασίσει να χορηγήσει το δικαίωμα προσφυγής, στην περίπτωση συμβάσεων συναπτόμενων από θεσμικά όργανα της Ενώσεως, αποκλειστικά και μόνο στην κοινοπραξία στο σύνολό της, θα έπρεπε να το είχε πράξει ρητώς. Εφόσον αυτό δεν έγινε, πρέπει να υπερισχύσει η αρχή που ευνοεί την άσκηση προσφυγών.
39. Εξάλλου, με την προαναφερθείσα διάταξη Consorzio Elisoccorso San Raffaele, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι εθνικός κανόνας που επιτρέπει την άσκηση ατομικών προσφυγών ακυρώσεως από τα μεμονωμένα μέλη κοινοπραξίας, μακράν του να είναι αντίθετος προς την οδηγία, απεναντίας συμβάλλει στην επίτευξη των σκοπών της (16).
40. Δεν πρέπει επίσης να παραβλεφθεί το γεγονός ότι, στην κρινόμενη υπόθεση, η κοινοπραξία, όπως προκύπτει, δεν διέθετε νομική προσωπικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, το δικαίωμα ασκήσεως ατομικής προσφυγής εκ μέρους των κοινοπρακτουσών εταιρειών πιθανόν ενισχύεται λόγω της «διαφανούς» φύσεως της κοινοπραξίας (17).
41. Φρονώ ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η επισήμανση της ΕΚΤ ότι η αναγνώριση δικαιώματος ασκήσεως ατομικής προσφυγής από τα μέλη κοινοπραξίας εμπεριέχει γενικά κίνδυνο εκδόσεως αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Πράγματι, ο κίνδυνος εκδόσεως περισσότερων της μιας δικαστικών αποφάσεων, ενδεχομένως και αντίθετων, αποτελεί εγγενές στοιχείο κάθε έννομης καταστάσεως. Εξάλλου, σύμφωνα με το πνεύμα της οδηγίας 89/665, κύριος σκοπός είναι να επιτευχθεί, στις περισσότερες δυνατές περιπτώσεις, η ακύρωση των παράτυπων διαδικασιών: ο σκοπός αυτός γενικώς επιτυγχάνεται καλύτερα με μια διασταλτική, και όχι συσταλτική, ερμηνεία του δικαιώματος προσφυγής.
42. Κατά τη γνώμη μου, επιρροή δεν ασκεί ούτε το γεγονός ότι κάποια μέλη της κοινοπραξίας θα μπορούσαν να μην έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής, έτσι ώστε η δυνατότητα ασκήσεως ατομικής προσφυγής από μια επιχείρηση να κινδυνεύει να θέσει σε κίνηση μια δίκη που δεν ανταποκρίνεται (ή δεν ανταποκρίνεται πλέον) στα συμφέροντα των υπολοίπων μελών της κοινοπραξίας. Ανάλογη ένσταση έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο (18), σε κάθε περίπτωση δε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με έννοια αντίθετη από αυτή που επισημαίνει η ΕΚΤ. Πράγματι, αν η διαφωνία ενός μεμονωμένου μέλους κοινοπραξίας σε σχέση με την άσκηση προσφυγής μπορούσε να εμποδίσει όλα τα υπόλοιπα μέλη, θα άνοιγε ο δρόμος για πιθανές καταχρήσεις, αφής στιγμής ο ανάδοχος συμβάσεως θα μπορούσε πάντα να εμποδίζει την άσκηση προσφυγών ενεργώντας έτσι ώστε τουλάχιστον ένα μέλος των αντιπάλων κοινοπραξιών να μην έχει πλέον συμφέρον για την άσκηση προσφυγής, για παράδειγμα κατόπιν της προσφοράς συμβάσεως υπεργολαβίας από τον ανάδοχο.
43. Εν κατακλείδι, ακόμα και αν η εντολή που δόθηκε στην Ευρωπαϊκή Δυναμική από την κοινοπραξία E2Bank πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ίσχυε μόνο για τη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα μπορεί να προσφύγει αυτοτελώς κατά αποφάσεως που αφορά την κοινοπραξία στην οποία συμμετείχε.
44. Για τον λόγο αυτό, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
VI – Επί της ουσίας της αιτήσεως αναιρέσεως
45. Για τη θεμελίωση της αναιρέσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει τέσσερις λόγους, οι οποίοι αφορούν, αντιστοίχως, παραβίαση του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, εσφαλμένη εφαρμογή της έννοιας του εννόμου συμφέροντος, εφαρμογή της γερμανικής νομοθεσίας σχετικά με την προσωρινή απασχόληση και παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Στη συνέχεια, θα εξετάσω τους λόγους αναιρέσεως με τη σειρά την οποία θεωρώ καταλληλότερη για την λογική ανάπτυξη των επιχειρημάτων μου: συγκεκριμένα, η εξέταση του τρίτου λόγου θα προηγηθεί της εξετάσεως του δεύτερου.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
46. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η Ευρωπαϊκή Δυναμική υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του, κρίνοντας παραδεκτή την ένσταση απαράδεκτου της ΕΚΤ, μολονότι δεν υποβλήθηκε με χωριστό δικόγραφο.
47. Η ΕΚΤ εκτιμά ότι ο λόγος είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου επιβάλλει να υποβάλλεται ένσταση απαραδέκτου με χωριστό δικόγραφο μόνον όταν ζητείται από το Πρωτοδικείο να κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία της υποθέσεως.
2. Εκτίμηση
48. Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί αν ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός. Πράγματι, σκοπός του δεν είναι η τροποποίηση του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως: στην πράξη, η απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου, όπως αποφάσισε το Πρωτοδικείο, ή ο χαρακτηρισμός της ως απαράδεκτης, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι έπρεπε να αποφασισθεί, οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
49. Με την απόφαση Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ., το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι ο διάδικος που προέβαλε απορριφθείσα από το Πρωτοδικείο ένσταση απαραδέκτου μπορεί να ασκήσει αναίρεση κατά του σχετικού μέρους της αποφάσεως, ακόμα και αν έχει δικαιωθεί επί της ουσίας (19). Στην κρινόμενη υπόθεση, εντούτοις, τη μεταρρύθμιση του μέρους της διατάξεως που αφορά την ένσταση απαραδέκτου δεν ζητεί ο διάδικος που είχε προβάλει την ένσταση (η ΕΚΤ), αλλά η αναιρεσείουσα, η οποία φρονεί ότι η ένσταση έπρεπε να κριθεί απαράδεκτη.
50. Από την άποψη της αναιρεσείουσας, φρονώ ότι η κήρυξη ενστάσεως απαραδέκτου ως απαράδεκτης ισοδυναμεί με απόρριψή της. Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι, στο πλαίσιο μιας ενιαίας δίκης, το ζήτημα του παραδεκτού και η εξέταση της ουσίας αποτελούν αντικείμενο δύο χωριστών αποφάσεων, γίνεται αντιληπτό ότι η κρινόμενη υπόθεση διαφέρει από την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα στο προηγούμενο σημείο απόφαση Γαλλία κατά Comafrica κ.λπ. Πράγματι, ενώ στην υπόθεση εκείνη, σκοπός της αιτήσεως αναιρέσεως ήταν η ανατροπή της αποφάσεως επί του παραδεκτού (η προσφυγή είχε κηρυχθεί απαράδεκτη, αντί να απορριφθεί επί της ουσίας), εν προκειμένω η απόφαση επί του παραδεκτού θα παραμείνει σε κάθε περίπτωση ως έχει (απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου ως απαράδεκτης, και όχι ως αβάσιμης). Επομένως, η ένσταση απαραδέκτου θα απορριφθεί, ακόμα και αν γίνει δεκτός ο λόγος αναιρέσεως.
51. Για τον λόγο αυτό, κλίνω προς την άποψη ότι η αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την προβολή του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Ειδικότερα, φρονώ ότι η κρινόμενη υπόθεση είναι από ορισμένες απόψεις όμοια με την περίπτωση στην οποία ο διάδικος που νίκησε επί της ουσίας βάλλει κατά της παραλείψεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να αποφανθεί επί ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε. Ως γνωστόν, στις περιπτώσεις αυτές, η νομολογία του Δικαστηρίου δεν δέχεται την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος (20), καθόσον, στην πραγματικότητα, δεν ελήφθη απόφαση σχετικά με το παραδεκτό, η οποία να μπορεί να ανατραπεί. Εν προκειμένω, είναι αλήθεια ότι ελήφθη απόφαση σχετικά με το απαράδεκτο, αλλά δεν ζητείται να ανατραπεί η απόφαση αυτή. Την απόφαση μπορεί να προσβάλει μόνον ο ηττηθείς διάδικος, δηλαδή η ΕΚΤ.
52. Για τους λόγους αυτούς, φρονώ ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να κριθεί απαράδεκτος.
53. Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του παραδεκτού του, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Πράγματι, επισημαίνεται ότι το άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του νυν Γενικού Δικαστηρίου, όπως και το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, δεν επιβάλλει να προβάλλεται κάθε ένσταση απαράδεκτου με χωριστό δικόγραφο. Αντιθέτως, όπως προκύπτει σαφώς από τον εν λόγω κανόνα, η υποβολή με χωριστό δικόγραφο είναι απαραίτητη μόνον όταν ο διάδικος που προβάλλει την ένσταση ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί σχετικά με το παραδεκτό «χωρίς να εισέλθει στην ουσία». Αυτή την τακτική ακολουθεί, εξάλλου, τόσο το νυν Γενικό Δικαστήριο όσο και το Δικαστήριο, που κρίνει συχνά ενστάσεις απαράδεκτου οι οποίες περιέχονται στα υπομνήματα αντικρούσεως και οι οποίες προορίζονται να εξεταστούν από κοινού με την ουσία της υποθέσεως.
54. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά την υποχρέωση κατοχής της άδειας διαθέσεως έκτακτου προσωπικού
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
55. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κρίνοντας έγκυρη την υποχρέωση που επέβαλε η ΕΚΤ στους συμβαλλομένους να διαθέτουν ή να αποκτήσουν την άδεια την οποία προβλέπει το γερμανικό δίκαιο για τη διάθεση έκτακτου προσωπικού. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, στην πραγματικότητα, η γερμανική νομοθεσία δεν επιβάλλει καμία τυπική προϋπόθεση αυτού του είδους σε μια κατάσταση όπως η κρινόμενη. Ισχυρίζεται ότι έχει συνάψει και άλλες συμβάσεις με την ΕΚΤ, αλλά ουδέποτε κατά το παρελθόν της είχε ζητηθεί να αποκτήσει την άδεια.
56. Η ΕΚΤ, από την πλευρά της, υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι μέρος των παροχών για την εκπλήρωση της συμβάσεως εμπίπτουν σαφώς στο πλαίσιο εφαρμογής του AÜG, πράγμα που συνεπάγεται υποχρέωση όποιου διαθέτει έκτακτο προσωπικό να έχει άδεια. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη ως προς το σημείο αυτό.
2. Εκτίμηση
α) Επί του παραδεκτού του λόγου αναιρέσεως
57. Μολονότι οι διάδικοι δεν αναφέρθηκαν σε αυτή την πτυχή, θα πρέπει καταρχάς να τεθεί το ερώτημα αν ο λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αντιστοιχεί ουσιαστικά στον όγδοο λόγο προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, είναι βάσιμος.
58. Δεν αναφέρομαι στο απαράδεκτο το οποίο, σύμφωνα με τους υπερασπιστικούς ισχυρισμούς που προέβαλε πρωτοδίκως η ΕΚΤ, χαρακτηρίζει ολόκληρη την προσφυγή λόγω του ότι η προσφεύγουσα δεν διέθετε την άδεια. Όπως προαναφέρθηκε, ορθώς η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο.
59. Το απαράδεκτο που πρέπει να μας απασχολήσει εδώ αφορά ειδικά τον λόγο αναιρέσεως που στρέφεται κατά της υποχρεώσεως κατοχής της άδειας και απορρέει από το ότι, όπως προκύπτει σαφώς και δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, η αναιρεσείουσα δεν αποκλείστηκε από τον διαγωνισμό λόγω του ότι δεν διέθετε την άδεια. Όπως προαναφέρθηκε κατά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, η κοινοπραξία στην οποία συμμετείχε η Ευρωπαϊκή Δυναμική δεν αποκλείστηκε από τη διαδικασία λόγω μη πληρώσεως κάποιας προϋποθέσεως, εφόσον η κατοχή της άδειας θα ήταν απαραίτητη μόνο κατά τον χρόνο της ενδεχόμενης υπογραφής της συμβάσεως με την ΕΚΤ. Αντιθέτως, αυτό που συνέβη είναι ότι, μετά το πρώτο στάδιο επιλογής των υποψηφίων, στο οποίο έγινε δεκτή η αναιρεσείουσα, η προσφορά της δεν περιλήφθηκε στις τρεις καλύτερες προσφορές που συμμετείχαν στο τελικό στάδιο επιλογής.
60. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο ευλόγως έκρινε η αναιρεσείουσα δεν είχε έννομο συμφέρον να στραφεί κατά των ρητρών της προκηρύξεως του διαγωνισμού που επέβαλλαν την κατοχή της άδειας, εφόσον οι ρήτρες αυτές δεν της προκάλεσαν κάποια πρακτική ζημία. Συναφώς υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως μπορούν να λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος και αυτεπαγγέλτως (21).
61. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι, υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υποθέσεως, η επιλογή του Πρωτοδικείου να κρίνει επί της ουσίας τον λόγο προσφυγής ήταν ορθή. Πράγματι, επισημαίνεται ότι η ενδεχόμενη κήρυξη ως απαραδέκτου του όγδοου λόγου της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου θα είχε ως αποτέλεσμα να κηρυχθούν απαράδεκτοι οι επτά πρώτοι λόγοι, εφόσον η νυν αναιρεσείουσα είχε δηλώσει με την προσφυγή της ότι δεν θα μπορούσε να λάβει την άδεια διαθέσεως έκτακτου προσωπικού. Με άλλα λόγια, θα δημιουργούνταν το παράδοξο κάποιοι λόγοι (οι επτά πρώτοι) να κηρυχθούν απαράδεκτοι λόγω ελλείψεως μιας προϋποθέσεως η υποχρέωση τηρήσεως της οποίας, ούσα αντικείμενο του όγδοου λόγου προσφυγής, δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, διότι δεν είχε προκαλέσει in concreto ζημία στην αναιρεσείουσα.
62. Μολονότι, συνεπώς, η κοινοπραξία στην οποία συμμετείχε η Ευρωπαϊκή Δυναμική δεν αποκλείστηκε λόγω της μη τηρήσεως της υποχρεώσεως λήψεως της άδειας, ορθώς το Πρωτοδικείο εξέτασε επί της ουσίας τον όγδοο λόγο προσφυγής. Εξάλλου, αρκετά συχνά τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως, αντί να ασχοληθούν με το παραδεκτό, απορρίπτουν κατευθείαν ένα λόγο επί της ουσίας (22).
β) Επί της ουσίας
63. Μολονότι η πτυχή αυτή δεν σχολιάστηκε από τους διαδίκους ρητώς και σε βάθος, προκειμένου να εξεταστεί επί της ουσίας ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, επιβάλλεται να εκτεθούν ορισμένες σκέψεις σχετικά με το είδος του ελέγχου που μπορεί να ασκήσει το Δικαστήριο, γενικά, επί της εφαρμογής κανόνων εθνικού δικαίου από τα όργανα της Ενώσεως. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, η ουσία του παρόντος λόγου αναιρέσεως έγκειται σε διαφορά σχετικά με την ερμηνεία της γερμανικής νομοθεσίας περί διαθέσεως έκτακτου προσωπικού.
i) Γενικές παρατηρήσεις επί του θέματος: το εθνικό δίκαιο ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ενώσεως
64. Ο τομέας των συμβάσεων που συνάπτουν τα όργανα της Ενώσεως περιλαμβάνεται, χωρίς αμφιβολία, στους τομείς στους οποίους είναι ευκολότερο να παρατηρηθεί συνύπαρξη του δικαίου της Ενώσεως με τα εθνικά δίκαια. Πράγματι, στις προκηρύξεις διαγωνισμών που δημοσιεύουν τα θεσμικά όργανα περιλαμβάνονται συχνά ρήτρες σχετικές με την τήρηση της εθνικής νομοθεσίας του κράτους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθούν οι δραστηριότητες οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο του διαγωνισμού (23). Στον βαθμό κατά τον οποίο οι διατάξεις των Συνθηκών ή των πρωτοκόλλων που προσαρτώνται σε αυτές δεν προβλέπουν εξαιρέσεις ή ειδικούς κανόνες, δεν αντιλαμβάνομαι πώς τα όργανα της Ενώσεως θα μπορούσαν να εξαιρεθούν από την εφαρμογή των κανόνων που ισχύουν στον τόπο στον οποίο ασκούν τη δραστηριότητά τους. Επισημαίνεται επίσης ότι ο εκτελεστικός κανονισμός (ο οποίος, υπενθυμίζω, δεν είναι εφαρμοστέος στην κρινόμενη υπόθεση), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 478/2007 (24), προβλέπει, με το άρθρο 130, παράγραφος 4, στοιχείο γ΄, ότι, «όταν αναθέτουσα αρχή είναι ένα θεσμικό όργανο, εφαρμοστέο στη σύμβαση δίκαιο είναι το κοινοτικό δίκαιο, συμπληρούμενο, εφόσον συντρέχει περίπτωση, με το εθνικό δίκαιο που προσδιορίζεται στη σύμβαση» (25).
65. Η σύμβαση την οποία επρόκειτο να συνάψει ο ανάδοχος με την ΕΚΤ στην κρινόμενη υπόθεση περιλάμβανε δύο εντελώς χωριστούς τύπους δραστηριότητας. Ο ένας ήταν η κλασική παροχή υπηρεσιών συμβουλών και αναπτύξεως, ενώ ο άλλος αφορούσε τη διάθεση προσωπικού στην ΕΚΤ, σύμφωνα με τις εκάστοτε ειδικές απαιτήσεις αυτής, για την άσκηση μισθωτής δραστηριότητας στην έδρα της. Η ανάγκη λήψεως της άδειας που προβλέπει ο AÜG αφορά, φυσικά, τον δεύτερο αυτόν τύπο δραστηριότητας.
66. Η εξέταση του λόγου αναιρέσεως επιβάλλει συνεπώς στα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως, ως ένα βαθμό, να ερμηνεύσουν ένα εθνικό δίκαιο, εν προκειμένω το γερμανικό. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τέτοια κατάσταση είναι μάλλον λεπτή. Πράγματι, μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο έχει διακηρύξει σαφώς ότι έργο του είναι η ερμηνεία του κοινοτικού, και όχι του εθνικού, δικαίου (26). Εξάλλου, το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ορίζει ρητώς ότι ως λόγος αναιρέσεως των αποφάσεων του Πρωτοδικείου και νυν Γενικού Δικαστηρίου ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να προβληθεί, εκτός από την αναρμοδιότητα και τις πλημμέλειες κατά τη διαδικασία, «παραβίαση του κοινοτικού δικαίου από το Πρωτοδικείο». Όμως, το γεγονός ότι μια διαδικασία συνάψεως συμβάσεως με θεσμικό όργανο μπορεί να παραπέμπει στο εθνικό δίκαιο, αναπόφευκτα «φέρει σε επαφή» τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως με το δίκαιο αυτό. Επίσης, εν προκειμένω δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία το δικαιοδοτικό όργανο της Ενώσεως δεν πρέπει να εφαρμόσει το εθνικό δίκαιο, αλλά απλώς να επαληθεύσει την ερμηνεία του εθνικού δικαίου που ακολούθησε θεσμικό όργανο της Ενώσεως, σε στάδιο (το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας για την ανάθεση συμβάσεως) κατά το οποίο τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν. Ποια στάση πρέπει να τηρηθεί στην περίπτωση αυτή (27);
67. Μια πιθανή λύση του προβλήματος υπαγορεύεται από τη νομολογία του Πρωτοδικείου, την οποία απηχεί ως ένα βαθμό και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με την οποία ο έλεγχος εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ενώσεως δεν επεκτείνεται στην ερμηνεία και την εφαρμογή του εθνικού δικαίου καθεαυτό, αλλά περιορίζεται στην εξακρίβωση του αν το οικείο θεσμικό όργανο υπέπεσε σε σοβαρά και πρόδηλα σφάλματα κατά την ερμηνεία των εθνικών διατάξεων η τήρηση των οποίων είναι απαραίτητη για την εκτέλεση της συμβάσεως (28). Εντούτοις, φρονώ ότι η νομολογία αυτή δεν είναι εντελώς πειστική, διότι κινδυνεύει να αποκλείσει, τουλάχιστον εν μέρει, τον δικαστικό έλεγχο ορισμένων τμημάτων της διοικητικής πρακτικής των κοινοτικών θεσμικών οργάνων.
68. Εξάλλου, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, γενικά, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως καλούνται συχνά να ερμηνεύσουν το εθνικό δίκαιο ενός κράτους μέλους.
69. Αυτό συμβαίνει, πρώτον, όπως είναι προφανές, σε περίπτωση προσφυγών λόγω παραβάσεως οι οποίες προϋποθέτουν κρίση σχετικά με την πιθανή αντίθεση εθνικού κανόνα προς το δίκαιο της Ενώσεως. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι προφανές ότι αυτός ο εθνικός κανόνας πρέπει να εκτιμηθεί, και συνεπώς να ερμηνευθεί.
70. Δεύτερον, το άρθρο 272 ΣΛΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο προϊσχύσαν άρθρο 238 ΕΚ, ορίζει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να λαμβάνει αποφάσεις «δυνάμει ρήτρας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, η οποία συνάπτεται από την Ένωση ή για λογαριασμό της». Στις περιπτώσεις αυτές είναι απολύτως φυσιολογικό το δικαστήριο της Ενώσεως να ερμηνεύει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ενδεχομένως λαμβάνοντας υπόψη και τη σχετική εθνική νομολογία (29).
71. Στην κρινόμενη υπόθεση, αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου είναι πράξη την οποία εξέδωσε θεσμικό όργανο της Ενώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, φρονώ, με κάθε επιφύλαξη, ότι τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως δεν μπορούν να απεκδυθούν της υποχρεώσεως να εξετάσουν το σύνολο των διοικητικών πράξεων που υπόκεινται στον έλεγχο τους, συμπεριλαμβανομένου του μέρους εκείνου των πράξεων αυτών με το οποίο αξιολογείται το εθνικό δίκαιο.
72. Ειδικότερα, εκτιμώ ως εξαιρετικά περιοριστικό να θεωρηθεί ότι η ερμηνεία του εθνικού δικαίου από τα θεσμικά όργανα μπορεί να ελεγχθεί από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως μόνον προκειμένου να διαπιστωθεί ενδεχόμενη παραμόρφωση ή πρόδηλο σφάλμα. Κατά την άποψή μου, αν το εθνικό δίκαιο έχει «ενσωματωθεί» από θεσμικό όργανο σε νομική πράξη που εκδίδει, το εθνικό αυτό δίκαιο καθίσταται μέρος του νομικού πλαισίου το οποίο πρέπει να λάβει υπόψη το δικαιοδοτικό όργανο της Ενώσεως για τις εκτιμήσεις του.
73. Αυτό δεν επηρεάζει την αρχή σύμφωνα με την οποία ο φυσικός ερμηνευτής του εθνικού δικαίου είναι, προφανώς, το εθνικό δικαστήριο. Αυτή η μορφή «ενσωματώσεως» του εθνικού δικαίου στο δίκαιο της Ενώσεως, την οποία περιέγραψα στο προηγούμενο σημείο, προϋποθέτει ότι το εθνικό δίκαιο έχει περιληφθεί σε πράξη θεσμικού ή άλλου οργάνου της Ενώσεως, και συνεπώς ισχύει μόνο για τη συγκεκριμένη περίπτωση, χωρίς καμιά πιθανή γενίκευση. Πολύ περισσότερο, όπως επισήμανα ανωτέρω, το αντικείμενο του δικαιοδοτικού ελέγχου εκ μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων της Ενώσεως δεν είναι το εθνικό δίκαιο καθεαυτό, αλλά απλώς νομική πράξη οργάνου της Ενώσεως συμπεριέχουσα εκτίμηση ή ερμηνεία του εθνικού δικαίου.
74. Εξάλλου, κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ενώσεως πρέπει πάντα να συνεκτιμούν τον τρόπο με τον οποίο το δίκαιο αυτό ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους (30).
75. Αν δεν επιτραπεί ο έλεγχος της ερμηνείας του εθνικού δικαίου από τα θεσμικά όργανα της Ενώσεως, υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ο κίνδυνος να πληγεί και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ενώσεως και διακηρύσσεται πλέον με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (31).
76. Ορθώς, συνεπώς το Πρωτοδικείο εξέτασε λεπτομερώς τη γερμανική νομοθεσία που εφάρμοσε η ΕΚΤ, συνεκτιμώντας και τη σχετική εθνική νομολογία.
ii) Επί της ερμηνείας του γερμανικού δικαίου από το Πρωτοδικείο
77. Εν προκειμένω, φρονώ ότι η ερμηνεία του γερμανικού νομοθετικού πλαισίου από το Πρωτοδικείο είναι πειστική και ότι τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της αναιρεσείουσας δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
78. Η γερμανική νομοθεσία σχετικά με τη διάθεση προσωπικού, όπως έχει ερμηνευθεί από την εθνική νομολογία, επιβάλλει την ύπαρξη άδειας, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, τόσο για τα πρόσωπα τα οποία δεν έχουν ως κύρια δραστηριότητα τη διάθεση προσωπικού (32) όσο και για τα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα εκτός Γερμανίας και διαθέτουν προσωπικό στη Γερμανία, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται καμία σχετική εξαίρεση. Επιβάλλεται να επισημανθεί ότι αυτό συνάδει με τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι, λόγω της ευαίσθητης φύσεως του τομέα της διαθέσεως προσωπικού, τα κράτη μέλη μπορούν να θέσουν ως προϋπόθεση για την άσκηση της δραστηριότητας αυτής στο έδαφός τους την κατοχή ειδικής εθνικής άδειας (33).
79. Επίσης, αν η αναιρεσείουσα είχε αποδείξει ότι πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη διάθεση προσωπικού σύμφωνα με τη νομοθεσία άλλου κράτους μέλους, και ειδικότερα του κράτους μέλους της έδρας της (θα μπορούσε να πρόκειται για ρητή άδεια ή για άδεια που αναγνωρίζεται σιωπηρώς σε όλες τις επιχειρήσεις του εν λόγω κράτους), και είχε υποστηρίξει ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι ισοδύναμες με τις προϋποθέσεις που επιβάλλει η γερμανική νομοθεσία, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου που παρατέθηκε στο προηγούμενο σημείο, η ΕΚΤ θα έπρεπε ενδεχομένως να εξετάσει αν η προσφορά της αναιρεσείουσας μπορούσε ή όχι να γίνει αποδεκτή ακόμα και χωρίς την άδεια την οποία προβλέπει το γερμανικό δίκαιο. Η αναιρεσείουσα όμως παρέσχε μόνο γενικές ενδείξεις και, στην πραγματικότητα, δήλωσε ότι δεν διέθετε ούτε την άδεια την οποία προβλέπει το ελληνικό δίκαιο.
80. Αφετέρου, και αν ακόμα γίνει δεκτή η ύπαρξη ερμηνευτικών αμφιβολιών όσον αφορά τη γερμανική νομοθεσία, η επιλογή της ΕΚΤ να ζητήσει την κατοχή της άδειας δεν μπορεί να επικριθεί. Πράγματι, ακόμα και αν υπήρχε απλώς πιθανότητα η διοίκηση του οικείου κράτους μέλους να θεωρήσει ότι η σχετική δραστηριότητα υπόκειται στην υποχρέωση άδειας, η συμπεριφορά του οργάνου της Ενώσεως η οποία επιβάλλει στους συμμετέχοντες στον διαγωνισμό να διαθέτουν την άδεια είναι, κατά τη γνώμη μου, σώφρων και απολύτως συμβατή με την αρχή της χρηστής διοικήσεως.
81. Επισημαίνω, τέλος, ότι, όπως ορθώς υπογράμμισε το Πρωτοδικείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα έχει συνάψει συμβάσεις στη Γερμανία χωρίς να χρειαστεί να αποκτήσει την άδεια δεν ασκεί καμία απολύτως επιρροή. Αφενός, όπως προαναφέρθηκε, η άδεια είναι απαραίτητη μόνο για τη διάθεση προσωπικού και όχι για την απλή παροχή υπηρεσιών η οποία αποτελεί αναμφίβολα τη συνηθέστερη από τις δραστηριότητες μιας επιχειρήσεως όπως η αναιρεσείουσα. Δεύτερον, το γεγονός ότι ορισμένες προηγούμενες συμβάσεις συνήφθησαν ενδεχομένως χωρίς να τηρηθεί ο νόμος, ασφαλώς δεν επιτρέπει στην ΕΚΤ να μην τον τηρήσει.
82. Για τους λόγους αυτούς φρονώ, ολοκληρώνοντας το τμήμα αυτό της συλλογιστικής μου, ότι ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αφορά την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας μετά την απόρριψη του όγδοου λόγου από το Πρωτοδικείο
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
83. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε εξετάσει τους επτά πρώτους λόγους προσφυγής ακόμα και μετά την απόρριψη του όγδοου λόγου και δεν έπρεπε να κρίνει ότι δεν υπήρχε πλέον έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας. Διατείνεται ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, η έννοια του έννομου συμφέροντος πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς, καθώς και ότι η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται από την οδηγία περί των προσφυγών.
84. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει επίσης (34) ότι, ακόμα και αν έπρεπε να απορριφθεί ο όγδοος λόγος προσφυγής και συνεπώς να κριθεί ότι η προϋπόθεση κατοχής της άδειας ήταν σύννομη, η άδεια θα μπορούσε να ληφθεί, αν όχι από την αναιρεσείουσα, από θυγατρική της εγκατεστημένη στη Γερμανία.
85. Η ΕΚΤ, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η συλλογιστική του Πρωτοδικείου είναι ορθή. Από την ανάλυση τόσο της νομοθεσίας όσο και της νομολογίας προκύπτει ότι, σε περίπτωση όπως η κρινόμενη, η αναιρεσείουσα δεν διέθετε πλέον έννομο συμφέρον, αφής στιγμής απορρίφθηκε ο όγδοος λόγος προσφυγής, εφόσον η ίδια αναγνώρισε ότι δεν είχε και δεν μπορούσε να λάβει την απαιτούμενη άδεια.
2. Εκτίμηση
86. Επισημαίνω εξαρχής ότι, κατά τη γνώμη μου, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι, σε περίπτωση απορρίψεως του όγδοου λόγου προσφυγής, δεν ήταν πλέον απαραίτητο να σχολιαστούν οι επτά πρώτοι λόγοι. Πράγματι, όπως επισημαίνεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, υπάρχει πάγια νομολογία για το ζήτημα. Συνεπώς, εφόσον απορρίφθηκε ο όγδοος λόγος προσφυγής και επικυρώθηκε υποχρέωση κατοχής της άδειας, η αναιρεσείουσα δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να επιτύχει την ικανοποίηση των αξιώσεών της μέσω της δικαστικής οδού (35).
87. Θα μπορούσε, εντούτοις, να τεθεί το ερώτημα μήπως, σε μια περίπτωση όπως η κρινόμενη, θα ήταν ορθότερο να γίνει λόγος όχι για απαράδεκτο των επτά πρώτων λόγων προσφυγής λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, αλλά για αλυσιτελή χαρακτήρα των λόγων αυτών. Πράγματι, γενικά, σύμφωνα με τη νομολογία, αλυσιτελής θεωρείται ο λόγος οποίος, ακόμα και αν γίνει δεκτός, δεν μπορεί να οδηγήσει στην έκβαση την οποία επιδιώκει ο προσφεύγων. Η αλυσιτέλεια λόγου προσφυγής είναι ανεξάρτητη από το παραδεκτό του (36).
88. Φρονώ, εντούτοις, ότι είναι προτιμότερο να χαρακτηριστούν οι επτά πρώτοι λόγοι προσφυγής απαράδεκτοι και όχι αλυσιτελείς. Πράγματι, γενικά, ο αλυσιτελής χαρακτήρας ενός λόγου προσφυγής αποτελεί συνέπεια της ανικανότητάς του να επιφέρει τροποποίηση της προσβαλλόμενης πράξεως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί λόγος με τον οποίο επικρίνεται μια πτυχή πράξεως, για παράδειγμα ένα τμήμα του αιτιολογικού της, στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη μπορεί συννόμως να θεμελιωθεί αποκλειστικά και μόνο σε άλλες πτυχές, για παράδειγμα σε άλλα τμήματα του αιτιολογικού της. Στην προκειμένη περίπτωση, εντούτοις, αν γίνονταν δεκτοί οι επτά πρώτοι λόγοι προσφυγής, θα μπορούσαν ακόμα και να επιφέρουν ακύρωση της πράξεως και αντικατάστασή της με πράξη διαφορετικού περιεχομένου: σε κάθε περίπτωση, όμως, η έλλειψη της άδειας θα είχε ως συνέπεια ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να ανατεθεί η σύμβαση στην αναιρεσείουσα. Επομένως, το άσκοπο της εξετάσεως των επτά πρώτων λόγων δεν απορρέει από τον χαρακτήρα των λόγων αυτών, αλλά από τη συγκεκριμένη ατομική κατάσταση της αναιρεσείουσας.
89. Εξάλλου, και αν ακόμα οι επτά πρώτοι λόγοι έπρεπε να κριθούν αλυσιτελείς και όχι απαράδεκτοι, ο δεύτερος λόγος προσφυγής θα έπρεπε και πάλι να απορριφθεί. Πράγματι, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, «αν το σκεπτικό μιας αποφάσεως του Πρωτοδικείου ενέχει παραβίαση του κοινοτικού δικαίου, το δε διατακτικό της αποφάσεως είναι βάσιμο για άλλους νομικούς λόγους, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί» (37). Επομένως, ακόμα και εάν οι επτά πρώτοι λόγοι προσφυγής κρίνονταν αλυσιτελείς, το Δικαστήριο θα μπορούσε απλώς να προβεί σε αντικατάσταση αιτιολογιών.
90. Η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την οποία διατηρούσε έννομο συμφέρον για την εξέταση των επτά πρώτων λόγων προσφυγής, εφόσον θα μπορούσε να λάβει την προβλεπόμενη άδεια, ενδεχομένως συνιστώντας θυγατρική σε γερμανικό έδαφος, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
91. Πράγματι, επισημαίνεται συναφώς ότι, με την προσφυγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου, η αναιρεσείουσα είχε περιγράψει με σαφείς όρους μια κατάσταση απόλυτης αδυναμίας λήψεως της άδειας. Σε κανένα σημείο της προσφυγής της δεν είχε αναφέρει ότι θα μπορούσε να λάβει το εν λόγω έγγραφο η ίδια ή το έτερο μέλος της κοινοπραξίας. Αντιθέτως, η προσφυγή ανέφερε ότι η άδεια δεν μπορούσε να ληφθεί. Δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στο Πρωτοδικείο ότι έκρινε ένα λόγο προσφυγής έτσι όπως τον παρουσίασε ο προσφεύγων, ο οποίος φέρει το βάρος να παρουσιάζει τα επιχειρήματά του κατά τρόπο επιμελή και ορθό.
92. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως.
Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αφορά παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
93. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως επιγράφεται «Μη εφαρμογή των διατάξεων που αφορούν την υποχρέωση αιτιολογήσεως εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής (άρθρο 253 ΕΚ, άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50, άρθρο 100, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού, άρθρο 149, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής)». Με τον λόγο αυτό η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν εφάρμοσε ορθώς στην κρινόμενη υπόθεση τους κανόνες που αφορούν την υποχρέωση αιτιολογήσεως των πράξεων της Ενώσεως, αναφερόμενη ιδίως στο γεγονός ότι η ΕΚΤ δεν της παρέσχε επαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απόφαση να μη θεωρήσει καλύτερη την προσφορά της.
94. Ο λόγος αυτός, τον οποίο η αναιρεσείουσα εκθέτει συνοπτικά, πρέπει κατά τη γνώμη μου να θεωρηθεί απαράδεκτος.
95. Πρώτον, δεν είναι σαφές κατά ποίου μέρους της αναιρεσιβαλλομένης διατάξεως βάλλει η αναιρεσείουσα. Όπως προαναφέρθηκε, το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνο τον λόγο που αφορά την υποχρέωση λήψεως από τις γερμανικές αρχές της άδειας διαθέσεως προσωπικού, κρίνοντας απαράδεκτους τους υπόλοιπους λόγους προσφυγής. Το ζήτημα της επάρκειας ή μη των πληροφοριών που παρέσχε η ΕΚΤ στην αναιρεσείουσα, δεν απασχόλησε –ορθώς– το Πρωτοδικείο.
96. Δεύτερον, ο λόγος αναιρέσεως εκτίθεται κατά τρόπο τόσο σύντομο και συγκεχυμένο –αναφέροντας μάλιστα μια σειρά κανόνων οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι εφαρμοστέοι στην κρινόμενη υπόθεση–, ώστε δεν πληροί, κατά τη γνώμη μου, τις ελάχιστες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν στο Πρωτοδικείο να τον κατανοήσει και να τον κρίνει. Ειδικότερα, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η απλή αφηρημένη έκθεση λόγου προσφυγής, η οποία δεν επιρρωννύεται από κάποια πιο συγκεκριμένη ένδειξη, δεν αρκεί για την πλήρωση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως της προσφυγής (38).
97. Από την άλλη πλευρά, αν, για λόγους επιμέλειας, ερμηνευθεί ο λόγος αναιρέσεως υπό την έννοια ότι βάλλει κατά της επιλογής του Πρωτοδικείου να μη σχολιάσει ορισμένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε πρωτοδίκως η αναιρεσείουσα (αναφέρομαι, ειδικότερα, στον πέμπτο λόγο προσφυγής, ο οποίος είναι, έστω και εν μέρει, παρόμοιος) αρκεί να επαναληφθούν όσα προανέφερα σχετικά με τη μεταχείριση που επεφύλαξε το Πρωτοδικείο στους επτά πρώτους λόγους της προσφυγής (39), και συγκεκριμένα ότι η επιλογή του Πρωτοδικείου να μην τους εξετάσει επί της ουσίας ήταν ορθή.
98. Εν κατακλείδι, ούτε ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός.
VII – Πρόταση
99. Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, προτείνω, κατά συνέπεια, στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – Δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή.
3 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248, σ. 1).
4 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 2342/2002 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του Δημοσιονομικού Κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 357, σ. 1).
5 – ΕΕ S 137, προκήρυξη αριθ. 2005/S 137-135354.
6 – Ο τίτλος της προκηρύξεως στο αγγλικό πρωτότυπο ήταν «provision of IT consultancy and IT development services».
7 – ΕΕ S 154, προκήρυξη αριθ. 2005/S 154-153356.
8 – Οδηγία 89/665/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 395, σ. 33).
9 – Απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2005, C‑129/04, Espace Trianon και Sofibail (Συλλογή 2005, σ. I‑7805, σκέψη 26).
10 – Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 2007, C‑492/06, Consorzio Elisoccorso San Raffaele (Συλλογή 2007, σ. I‑8189, σκέψη 31).
11 – Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2003, C‑327/00, Santex (Συλλογή 2003, σ. I‑1877, σκέψη 47).
12 – Απόφαση της 6ης Μαΐου 2010, C‑145/08 και C‑149/08, Κλαμπ Οτέλ Λουτράκι κ.λπ. (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 80).
13 – Σχετικά με τη φύση της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, βλ. απόφαση της 13ης Μαρτίου 2007, C‑432/05, Unibet (Συλλογή 2007, σ. I‑2271, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Για ένα παράδειγμα της εφαρμογής των αρχών που τάσσει η οδηγία 89/665 σε ένα πλαίσιο στο οποίο δεν ήταν κατ’ αρχήν εφαρμοστέα, βλ. απόφαση Κλαμπ Οτέλ Λουτράκι κ.λπ., προαναφερθείσα στην υποσημείωση 12 (σκέψεις 69 έως 74).
14 – Σχετικά με την εφαρμογή της νέας αυτής θέσεως από το Δικαστήριο, βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2010, C‑92/09 και C‑93/09, Volker και Markus Schecke (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψεις 45 επ.).
15 – Επισημαίνεται ότι η ιταλική απόδοση της οδηγίας, μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 2007/66/ΕΚ, της 11ης Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ L 335, σ. 31), δεν περιλαμβάνει πλέον, στο άρθρο 1, παράγραφος 3, τη λέξη «τουλάχιστον». Κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται όμως για συντακτικό σφάλμα, όπως επιβεβαιώνεται από τη σύγκριση με τις υπόλοιπες γλωσσικές αποδόσεις, στις οποίες η λέξη διατηρήθηκε. Σχετικά με την ερμηνεία των νομοθετικών κειμένων της Ενώσεως σε περίπτωση αποκλίσεως σε μία από τις γλωσσικές αποδόσεις, βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις της 27ης Μαρτίου 1990, C‑372/88, Cricket St. Thomas (Συλλογή 1990, σ. I‑1345, σκέψη 18), και της 19ης Απριλίου 2007, C‑455/05, Velvet & Steel Immobilien (Συλλογή 2007, σ. I‑3225, σκέψη 19).
16 – Διάταξη Consorzio Elisoccorso San Raffaele, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10 (σκέψη 30).
17 – Αυτή τη συλλογιστική ακολούθησε το Γενικό Δικαστήριο το οποίο, σε μια ανάλογη περίπτωση που αφορούσε και πάλι την ήδη αναιρεσείουσα, δέχθηκε το δικαίωμα ασκήσεως ατομικής προσφυγής: απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 2010, T‑50/05, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 40).
18 – Διάταξη Consorzio Elisoccorso San Raffaele, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10 (σκέψη 30). Στην υπόθεση εκείνη, την ένσταση είχε προβάλει η Κυπριακή Κυβέρνηση.
19 – Απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1999, C‑73/97 P (Συλλογή 1999, σ. I‑185). Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα αυτό, βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo της 25ης Ιουνίου 1998 στην υπόθεση αυτή (σημεία 11 έως 16).
20 – Αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 2002, C‑23/00 P, Συμβούλιο κατά Boehringer (Συλλογή 2002, σ. I‑1873, σκέψη 52), και της 22ας Νοεμβρίου 2007, C‑6/06 P, Cofradía de pescadores «San Pedro» de Bermeo κ.λπ. κατά Συμβουλίου (δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 21).
21 – Η δυνατότητα να λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού ακουστούν οι διάδικοι, το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως προβλέπεται και από το άρθρο 92, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, καθώς και από το άρθρο 113 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και νυν Γενικού Δικαστηρίου. Κατά τη νομολογία, η διάταξη αυτή επιτρέπει να διαπιστωθεί αυτεπαγγέλτως, στο στάδιο της αναιρέσεως κατά αποφάσεως του Πρωτοδικείου, η έλλειψη εννόμου συμφέροντος, ακόμα και επιγενόμενη. Βλ. αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C‑19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑3319, σκέψη 13) και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C‑535/06 P, Moser Baer India κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. I‑7051, σκέψη 24).
22 – Βλ., ανωτέρω, υποσημείωση 20. Βλ. και απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, C‑414/08 P, Sviluppo Italia Basilicata κατά Επιτροπής (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψεις 51 και 52).
23 – Το Πρωτοδικείο έχει αναπτύξει για το θέμα αυτό νομολογία σύμφωνα με την οποία, «δυνάμει των αρχών της χρηστής διοικήσεως και της αγαστής συνεργασίας μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών, τα εν λόγω όργανα υποχρεούνται να βεβαιώνονται ότι οι όροι τους οποίους προβλέπουν οι προσκλήσεις προς υποβολή προσφορών δεν παρακινούν όσους προτίθενται ενδεχομένως να υποβάλουν προσφορά να παραβούν την εφαρμοστέα στη δραστηριότητα που ασκούν εθνική νομοθεσία» (απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 2000, T‑139/99, AICS κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2000, σ. II‑2849, σκέψη 41). Εξ όσων γνωρίζω, το Δικαστήριο δεν είχε μέχρι τώρα την ευκαιρία να αποφανθεί για το θέμα.
24 – Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) της Επιτροπής, της 23ης Απριλίου 2007, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002 της Επιτροπής, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (EK, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 111, σ. 13).
25 – Η υπογράμμιση δική μου. Ειρήσθω εν παρόδω ότι στην κρινόμενη υπόθεση προβλεπόταν ότι, μετά την ανάθεσή της, η σύμβαση θα διεπόταν ολοκληρωτικά από το γερμανικό δίκαιο και ότι αρμόδια θα ήταν τα γερμανικά δικαστήρια.
26 – Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1960, 36/59 έως 38/59 και 40/59, Präsident κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής ΕΚΑΧ (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 529). Για προφανείς λόγους, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ιδιαίτερα την απαίτηση αυτή στο πλαίσιο των υποθέσεων που αφορούν προδικαστικά ερωτήματα. Βλ., αντί πολλών, απόφαση της 10ης Ιανουαρίου 2006, C‑222/04, Cassa di Risparmio di Firenze κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I‑289, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 – Επισημαίνω, επίσης, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί μια άλλη υπόθεση που θα μπορούσε να συμβάλει στο να διευκρινιστεί το πλαίσιο της καταστάσεως αυτής: και αντικείμενο της διαφοράς αυτής είναι η ερμηνεία της ιταλικής νομοθεσίας περί σημάτων. Πρόκειται για την υπόθεση C‑263/09 P, Edwin κατά ΓΕΕΑ (βλ. ανακοίνωση Τύπου που δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 220, 12.9.2009, σ. 25).
28 – Απόφαση του Πρωτοδικείου AICS κατά Κοινοβουλίου, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 23 (σκέψεις 40 έως 42).
29 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1985, 318/81, Επιτροπή κατά CO.DE.MI. (Συλλογή 1985, σ. 3693, σκέψη 24).
30 – Βλ., ιδίως, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 29 απόφαση.
31 – Βλ. και ανωτέρω, σημείο 35.
32 – Βλ. Bundesarbeitsgericht, απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1978, 5 AZR 261/77.
33 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80, Webb (Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψεις 18 έως 21). Η αναιρεσείουσα αρνήθηκε, εξάλλου, ρητώς, με τις παρατηρήσεις της, ότι αμφισβητεί τη συμβατότητα της γερμανικής νομοθεσίας περί διαθέσεως προσωπικού με το δίκαιο της Ενώσεως.
34 – Η αναιρεσείουσα αναπτύσσει το επιχείρημα αυτό στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, αλλά από λογική άποψη φαίνεται να συνδέεται μάλλον με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
35 – Για περίπτωση ανάλογη με την παρούσα, στην οποία η έλλειψη εννόμου συμφέροντος απορρέει από την απόρριψη ορισμένων λόγων, βλ. απόφαση της 20ής Μαΐου 1987, 432/85, Σουνά κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 2229, σκέψη 20).
36 – Βλ. αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, C‑46/98 P, EFMA κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. I‑7079, σκέψη 38), και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C‑76/01 P, Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2003, σ. I‑10091, σκέψη 52).
37 – Απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C‑30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. I‑3755, σκέψη 28). Βλ. και απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C‑320/92 P, Finsider κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I‑5697, σκέψη 37).
38 – Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C‑51/92 P, Hercules Chemicals κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑4235, σκέψη 113).
39 – Βλ. ανωτέρω, σημείο 86.
Full & Egal Universal Law Academy