ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 17ης Νοεμβρίου 2010 (1)
Υπόθεση C‑477/09
Charles Defossez
κατά
Christian Wiart, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εταιρίας Sotimon Sarl
κατά
Office national de l’emploi fonds de fermeture d’entreprises
κατά
CGEA de Lille
[αίτηση του Cour de cassation, chambre sociale (Γαλλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική πολιτική – Προστασία των μισθωτών εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη – Οδηγίες 80/987/ΕΟΚ και 2002/74/ΕΚ – Προσδιορισμός του οργανισμού εγγυήσεως που είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων – Δυνατότητα του εργαζομένου να επωφεληθεί από την ευνοϊκότερη εγγύηση που παρέχει ο οργανισμός στον οποίο είναι ασφαλισμένος και καταβάλλει εισφορές ο εργοδότης κατ’ εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας»
1. Η κρινόμενη αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (2), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (3).
2. Η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Charles Defossez και του Christian Wiart, υπό την ιδιότητα του εκκαθαριστή της εταιρίας στην οποία εργαζόταν ο C. Defossez πριν από την παράνομη απόλυσή του, και αφορά μισθολογικές απαιτήσεις του τελευταίου που δεν ικανοποιήθηκαν λόγω της αφερεγγυότητας του εργοδότη του. Στο πλαίσιο της εν λόγω διαφοράς τέθηκε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα του προσδιορισμού του οργανισμού εγγυήσεως που είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων του C. Defossez.
I – Νομικό πλαίσιο
Δίκαιο της Ένωσης
3. Η οδηγία 80/987 έχει επανειλημμένα τροποποιηθεί ουσιωδώς, πρώτα με την οδηγία 87/164 (4), στη συνέχεια με την οδηγία 2002/74 και, τέλος, με την Πράξη Προσχωρήσεως του 1994 (5). Έχει πλέον καταργηθεί και αντικατασταθεί από την οδηγία 2008/94 (6).
4. Με την οδηγία 2002/74 προστέθηκε στο κείμενο της οδηγίας 80/987, μεταξύ άλλων, το άρθρο 8α, το οποίο αφορά το προδικαστικό ερώτημα. Το άρθρο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται στο Τμήμα ΙΙΙα, με τίτλο «Διατάξεις σχετικά με τις διασυνοριακές περιπτώσεις», ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Όταν μια επιχείρηση με δραστηριότητες στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1, ο οργανισμός που είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων είναι εκείνος του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ασκούν ή ασκούσαν συνήθως την εργασία τους.
2. Η έκταση των δικαιωμάτων των μισθωτών προσδιορίζεται από το δίκαιο που διέπει τον αρμόδιο οργανισμό εγγύησης.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι, στις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 περιπτώσεις, οι αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, η έναρξη της οποίας έχει ζητηθεί σε άλλο κράτος μέλος, συνεκτιμώνται για τον προσδιορισμό της κατάστασης αφερεγγυότητας του εργοδότη κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας».
5. Το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 80/987 έχει ως εξής:
«Η παρούσα οδηγία δεν περιορίζει την ευχέρεια των Κρατών Μελών να εφαρμόζουν ή θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς».
6. Το δεύτερο εδάφιο του εν λόγω άρθρου, το οποίο επίσης προστέθηκε με την οδηγία 2002/74, ορίζει:
«Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποτελέσει λόγο για να δικαιολογηθεί μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που υφίσταται στα κράτη μέλη και σχετικά με το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει η οδηγία».
7. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2002/74 ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία πριν από τις 8 Οκτωβρίου 2005. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Εφαρμόζουν τις διατάξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σε κάθε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός εργοδότη που επήλθε μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των διατάξεων αυτών».
8. Η οδηγία 2002/74 άρχισε να ισχύει στις 8 Οκτωβρίου 2002.
Εθνικό δίκαιο
9. Κατά το άρθρο L. 143-11-1, νυν άρθρο L. 3253-6, του γαλλικού εργατικού κώδικα, κάθε επιχείρηση ιδιωτικού δικαίου πρέπει να ασφαλίζει τους μισθωτούς που απασχολεί, περιλαμβανομένων των αποσπασμένων στο εξωτερικό ή των εκπατριζομένων που εμπίπτουν στο άρθρο L. 5422-13, έναντι του κινδύνου μη καταβολής, σε περίπτωση διαδικασίας αναδιοργανώσεως, αναγκαστικής διαχειρίσεως ή δικαστικής εκκαθαρίσεως, των ποσών που τους οφείλονται σε εκτέλεση της συμβάσεως εργασίας τους.
10. Η οδηγία 2002/74/ΕΚ μεταφέρθηκε στο γαλλικό δίκαιο με τον τίτλο ΙΙ του νόμου 2008-89, της 30ής Ιανουαρίου 2008, περί της εφαρμογής κοινοτικών διατάξεων που αφορούν το καταστατικό της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρίας και με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, με τον οποίο προστέθηκαν στον εργατικό κώδικα τα άρθρα L. 143‑11‑10 έως L. 143‑11‑15. Κατά το άρθρο 6 του εν λόγω νόμου, οι διατάξεις αυτές είναι εφαρμοστέες «στις διαδικασίες τις οποίες προβλέπει το άρθρο 143-11-10 του εργατικού κώδικα και οι οποίες κινούνται από την 1η του επομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος νόμου μήνα».
II – Κύρια δίκη και προδικαστικό ερώτημα
11. Ο C. Defossez, αναιρεσείων της κύριας δίκης, απασχολήθηκε στο Βέλγιο, σε εργοτάξιο της εταιρίας VPK, ως εργοδηγός και ακολούθως ως επικεφαλής ομάδας μισθωτών, κατ’ αρχάς, από τον Μάρτιο 1997, στην υπηρεσία της γαλλικής εταιρίας EBM και, στη συνέχεια, από τον Σεπτέμβριο 2000, στην υπηρεσία της επίσης γαλλικής εταιρίας Sotimon.
12. Μετά την απόλυσή του, τον Δεκέμβριο 2003, ο C. Defossez άσκησε αγωγή, στις 15 Ιανουαρίου 2004, στο Conseil de prud’hommes της Δουνκέρκης.
13. Με απόφαση του Tribunal de commerce της Δουνκέρκης της 1ης Ιουνίου 2004, η εταιρία Sotimon τέθηκε υπό δικαστική εκκαθάριση. Προκειμένου να επιτύχει την πληρωμή των μισθολογικών απαιτήσεών του, ο C. Defossez ζήτησε την παρέμβαση του CGEA (Centre de gestion et d’étude de l’AGS Κέντρο διαχειρίσεως και μελέτης της AGS) (7) της Λίλλης, επικουρικώς δε, την παρέμβαση του Fond de fermeture d’entreprises (FFE) του βελγικού Εθνικού γραφείου εργασίας (ONEM).
14. Με απόφαση της 30ής Ιουνίου 2006, το Conseil de prud’hommes της Δουνκέρκης έκρινε ότι δεν υπήρχε «πραγματική και σοβαρή» αιτία για την απόλυση του C. Defossez και όρισε ότι το ποσό των ανεξόφλητων απαιτήσεών του θα έπρεπε να περιληφθεί στο παθητικό της δικαστικής εκκαθαρίσεως της εταιρίας Sotimon. Η απόφαση αυτή κηρύχθηκε αντιτάξιμη στο CGEA.
15. Με απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2008, το Cour d’appel του Douai τροποποίησε το ύψος των ανεξόφλητων απαιτήσεων του C. Defossez και κήρυξε την απόφαση αντιτάξιμη στο FFE, αποκλείοντας από τη δίκη το CGEA της Λίλλης.
16. Ο C. Defossez άσκησε αναίρεση κατά της εν λόγω αποφάσεως.
17. Το Cour de cassation, κρίνοντας απαραίτητο να ερμηνευθεί το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74, υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«[…] εάν το άρθρο 8α της οδηγίας [80/987], όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία [2002/74], που προβλέπει στο πρώτο του εδάφιο ότι όταν μια επιχείρηση με δραστηριότητες στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας, ο οργανισμός που είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών είναι εκείνος του κράτους μέλους, στο έδαφος του οποίου ασκούν ή ασκούσαν συνήθως την εργασία τους, και στο δεύτερό του εδάφιο ότι η έκταση των δικαιωμάτων των μισθωτών προσδιορίζεται από το δίκαιο που διέπει τον αρμόδιο οργανισμό εγγυήσεως, έχει την έννοια ότι ορίζει τον αρμόδιο οργανισμό εγγυήσεως κατ’ αποκλεισμόν οποιουδήποτε άλλου οργανισμού εγγυήσεως ή, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της οδηγίας που έγκειται στην εδραίωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία, και του πρώτου εδαφίου του άρθρου 9 της οδηγίας κατά το οποίο αυτή δεν περιορίζει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς, έχει την έννοια ότι ο μισθωτός διατηρεί το δικαίωμα να αξιώσει, αντί της εγγυήσεως του ανωτέρω οργανισμού, την ευνοϊκότερη εγγύηση του οργανισμού στον οποίο είναι ασφαλισμένος και καταβάλλει ασφαλιστικές εισφορές ο εργοδότης του βάσει της εθνικής νομοθεσίας».
III – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
18. Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο C. Defossez, το CGEA της Λίλλης, η Γαλλική, η Ισπανική, η Φινλανδική, η Δανική, η Σουηδική, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή.
19. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 7ης Οκτωβρίου 2010 παρέστησαν και ανέπτυξαν προφορικά τα επιχειρήματά τους το CGEA της Λίλλης, η Γαλλική, η Δανική, η Ιρλανδική και η Φινλανδική Κυβέρνηση και η Επιτροπή.
IV – Επί του προδικαστικού ερωτήματος
Επί της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987 στα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης
1. Επί της ratione temporis εφαρμογής
20. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της οδηγίας 2002/74, τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία «σε κάθε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός εργοδότη που επήλθε μετά την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος των διατάξεων αυτών» (8). Η προβλεπόμενη προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας έληξε στις 8 Οκτωβρίου 2005 (άρθρο 2, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2002/74).
21. Ο νόμος 2008-89, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο γαλλικό δίκαιο η οδηγία 2002/74, εκδόθηκε στις 30 Ιανουαρίου 2008. Κατά το άρθρο 6 του νόμου, οι διατάξεις του εφαρμόζονται στις διαδικασίες που κινούνται μετά την ημερομηνία δημοσιεύσεώς του.
22. Εν προκειμένω, η Sotimon τέθηκε σε δικαστική εκκαθάριση με απόφαση του Τribunal de commerce της Δουνκέρκης που εκδόθηκε την 1η Ιουνίου 2004, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος των διατάξεων περί μεταφοράς της οδηγίας 2002/74 στο γαλλικό δίκαιο και πριν από την πάροδο της προθεσμίας που όριζε η οδηγία στα κράτη μέλη για τη μεταφορά της (8 Οκτωβρίου 2005). Εντούτοις, η δικαστική εκκαθάριση είναι μεταγενέστερη της ενάρξεως ισχύος της οδηγίας 2002/74 (8 Οκτωβρίου 2002).
23. Τίθεται συνεπώς, κατ’ αρχάς, το ερώτημα αν το άρθρο 8α της οδηγίας 2002/74 είναι εφαρμοστέο στα πραγματικά περιστατικά τα οποία αφορά η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως.
24. Συναφώς, ο C. Defossez και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι, αν και η εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς της οδηγίας 2002/74 εκδόθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας που προέβλεπε η οδηγία, η γαλλική νομολογία ακολουθούσε ήδη από καιρό τις αρχές τις οποίες προβλέπει το εν λόγω άρθρο 8α (9), βάσει των αποφάσεων του Δικαστηρίου οι οποίες θα σχολιαστούν λεπτομερέστερα στη συνέχεια των παρουσών προτάσεών μου. Ο C. Defossez φρονεί ότι η περίπτωσή του πρέπει να κριθεί βάσει του άρθρου 8α της οδηγίας 2002/74, διότι το γαλλικό δίκαιο είχε συμμορφωθεί με τη διάταξη αυτή πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο.
25. Το ίδιο συμπέρασμα φαίνεται να ακολούθησε το Cour d’appel του Douai, καθώς και το Cour de cassation με την αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, όπως προκύπτει από το προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλεται στο Δικαστήριο.
26. Αντιθέτως, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, η Γαλλία δεν είχε μεταφέρει ακόμα την οδηγία 2002/74 και ότι η μεταφορά αυτή πραγματοποιήθηκε πολύ αργότερα, όπως επιβεβαιώνεται με την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 2007, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η Γαλλική Δημοκρατία υπέπεσε σε παράβαση λόγω εκπρόθεσμης μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας (10).
27. Η Επιτροπή αποκλείει επίσης τη δυνατότητα να γίνει επίκληση εν προκειμένω του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987 δυνάμει ενδεχόμενου άμεσου αποτελέσματος της εν λόγω διατάξεως. Συναφώς επικαλείται την απόφαση Velasco Navarro, με την οποία το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι «αν ένα κράτος μέλος δεν έχει μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την οδηγία 2002/74 εντός της ταχθείσας προθεσμίας, επίκληση του άμεσου αποτελέσματος της οδηγίας αυτής επιτρέπεται, από τις 8 Οκτωβρίου 2005 [ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας], μόνο για αφερεγγυότητα που επήλθε μετά την ημερομηνία αυτή» (11). Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην κρινόμενη υπόθεση, στην οποία η Sotimon κηρύχθηκε σε δικαστική εκκαθάριση την 1η Ιουνίου 2004.
28. Υπό τις συνθήκες αυτές, κατά την Επιτροπή, το προδικαστικό ερώτημα, όπως έχει τεθεί από το Cour de cassation, είναι αλυσιτελές και πρέπει να επαναδιατυπωθεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης υπό το πρίσμα του νομοθετικού καθεστώτος που προηγήθηκε της τροποποιήσεως της οδηγίας 80/987 με την οδηγία 2002/74. Η Επιτροπή φρονεί ότι το προδικαστικό ερώτημα πρέπει να επαναδιατυπωθεί ως εξής:
«Έχει η οδηγία 80/987, όπως ίσχυε πριν από τις τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 2002/74, την έννοια ότι επιτρέπει, στο πλαίσιο διαδικασιών αφερεγγυότητας που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη διασυνοριακών στοιχείων, διακριτική ευχέρεια κατά τον προσδιορισμό του οργανισμού που είναι αρμόδιος για την πληρωμή των ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων των μισθωτών;».
29. Υπενθυμίζω ότι, κατά πάγια νομολογία, τα σχετικά με την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης ερωτήματα που υποβάλλει το εθνικό δικαστήριο, εντός του πραγματικού και κανονιστικού πλαισίου που αυτό προσδιόρισε με δική του ευθύνη και την ακρίβεια του οποίου δεν οφείλει να ελέγξει το Δικαστήριο, απολαύουν τεκμηρίου λυσιτέλειας. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα εθνικού δικαστηρίου τότε μόνον, όταν προδήλως προκύπτει ότι η ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, την οποία ζητεί το εθνικό δικαστήριο, δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, όταν το πρόβλημα είναι υποθετικής φύσεως ή ακόμα όταν το Δικαστήριο δεν διαθέτει τα πραγματικά ή νομικά στοιχεία που είναι αναγκαία προκειμένου να δώσει χρήσιμη απάντηση στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν (12).
30. Η πρόταση της Επιτροπής να επαναδιατυπωθεί το προδικαστικό ερώτημα προϋποθέτει ότι κάμπτεται το τεκμήριο λυσιτέλειας του οποίου απολαύει το ερώτημα, έτσι όπως έχει διατυπωθεί από το αιτούν δικαστήριο, βάσει της προαναφερθείσας νομολογίας του Δικαστηρίου.
31. Εν προκειμένω, το Cour de cassation έκρινε σκόπιμο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα που αφορά το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987. Η χρησιμότητα του ερωτήματος θεμελιώνεται στην άποψη ότι, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, η νομολογία του Cour de cassation εφάρμοζε ήδη τις αρχές που είχαν θεσπιστεί με την εν λόγω διάταξη. Κρίνοντας ότι πρέπει να εφαρμόσει τη νομολογία αυτή και στην κρινόμενη υπόθεση, το Cour de cassation ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει την εν λόγω διάταξη.
32. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, φρονώ ότι το προδικαστικό ερώτημα δεν είναι προδήλως αλυσιτελές για την επίλυση της διαφοράς που έχει αχθεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, καθώς και ότι, στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ εθνικών δικαστηρίων και Δικαστηρίου, η οποία αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικών αποφάσεων, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επανεξετάσει την αξιολόγηση στην οποία προέβη το Cour de cassation επαναδιατυπώνοντας το ερώτημα που έθεσε. Εξάλλου, δεχόμενο να προβεί στην ερμηνεία την οποία ζητεί το αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο δεν θέτει κατ’ ουδένα τρόπο υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωσή του ότι η Γαλλική Δημοκρατία υπέπεσε σε παράβαση, εφόσον δεν αναγνωρίζεται ότι η νομολογία του Cour de cassation επέχει θέση μεταφοράς της οδηγίας 2002/74, αλλά, απλώς, κρίνεται ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να καμφθεί το τεκμήριο λυσιτέλειας του οποίου απολαύει το προδικαστικό ερώτημα.
33. Γενικότερα, δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί, όσον αφορά πραγματικά περιστατικά που έλαβαν χώρα πριν παρέλθει η προθεσμία μεταφοράς μιας οδηγίας και εφόσον δεν έχει θεσπιστεί εθνική ρύθμιση περί μεταφοράς, να μην μπορεί το Δικαστήριο να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα σχετικό με διάταξη της εν λόγω οδηγίας, το οποίο υποβάλλει δικαστήριο που πρόκειται να ερμηνεύσει το εθνικό του δίκαιο υπό το πρίσμα της εν λόγω διατάξεως, μολονότι δεν είναι υποχρεωμένο να κάνει κάτι τέτοιο σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης (13).
34. Συναφώς υπενθυμίζω, επίσης, ότι, με την απόφαση Adeneler (14) το Δικαστήριο έκρινε, βάσει, ιδίως, της νομολογίας Mangold (15), ότι από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος μιας οδηγίας τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν να απέχουν, στο μέτρο του δυνατού, από την ερμηνεία του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο που θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο, μετά τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς, την επίτευξη του σκοπού που έχει η οδηγία αυτή (16).
35. Υπό το πρίσμα, επίσης, όσων προκύπτουν από την εν λόγω νομολογία, δεν θεωρώ ότι το προδικαστικό ερώτημα που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο είναι προδήλως αλυσιτελές (17).
36. Βάσει του συνόλου των προεκτεθέντων, δεν θεωρώ απαραίτητη την επαναδιατύπωση που προτείνει η Επιτροπή (18).
2. Επί της πληρώσεως των ουσιαστικών προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 8α
37. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η περίπτωσή του εμπίπτει στο πεδίο καθ’ ύλην εφαρμογής του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987, διότι, κατά την άποψή του, η Sotimon είχε σταθερή οικονομική παρουσία στο Βέλγιο. Με τις γραπτές παρατηρήσεις της, η Ιρλανδική Κυβέρνηση εκφράζει αμφιβολίες αν το απλό γεγονός ότι η Sotimon διαχειριζόταν ένα εργοτάξιο στο Βέλγιο μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι διέθετε σταθερή οικονομική παρουσία στο κράτος αυτό.
38. Το Cour de cassation δεν έθεσε στο Δικαστήριο σχετικό ερώτημα. Κατά συνέπεια, παραπέμπω απλώς στην απόφαση Holmqvist (19), με την οποία προσδιορίστηκαν τα κριτήρια βάσει των οποίων μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 8α σχετικά με την άσκηση δραστηριότητας «στο έδαφος τουλάχιστον δύο κρατών μελών». Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν η προϋπόθεση αυτή πληρούται εν προκειμένω.
Επί της ερμηνείας του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987
1. Επί του ιστορικού θεσπίσεως του άρθρου
39. Όπως προαναφέρθηκε, το Δικαστήριο είχε εκδώσει ορισμένες αποφάσεις σχετικές με το ζήτημα του προσδιορισμού του αρμόδιου οργανισμού εγγυήσεως σε περιπτώσεις που χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη διασυνοριακών στοιχείων, πριν από την τροποποίηση της οδηγίας 80/987 με την οδηγία 2002/74.
40. Στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Mosbaek (20), το δανικό Ostre Landsret ερωτούσε ουσιαστικά το Δικαστήριο ποιος οργανισμός εγγυήσεως είναι αρμόδιος κατά το άρθρο 3 της οδηγίας να διασφαλίσει την πληρωμή των απαιτήσεων εργαζομένου σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη του, όταν ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο στο έδαφος του οποίου ο εργαζόμενος κατοικεί ή διαμένει και ασκούσε τη μισθωτή δραστηριότητά του.
41. Το Δικαστήριο απάντησε ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να θεωρηθεί ως αρμόδιος ο οργανισμός εγγυήσεως του κράτους στο έδαφος του οποίου, κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας, «είτε αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών είτε διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έχει κλείσει οριστικά» (21). Το Δικαστήριο επισήμανε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, το κράτος συμπίπτει με το κράτος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης (22). Κατά το Δικαστήριο, η λύση αυτή επιβάλλεται από την οικονομία της οδηγίας 80/987. Αφενός, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, για να έχει εφαρμογή το καθεστώς εγγυήσεων που προβλέπει η οδηγία, πρέπει να έχει υποβληθεί αίτηση κινήσεως διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών παρέχουσα τη δυνατότητα να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις των μισθωτών (23). Αφετέρου, επισήμανε ότι, εφόσον κατά το άρθρο 5, στοιχείο β’, της οδηγίας, το σύστημα εγγυήσεως το οποίο αυτή σκοπεί να θέσει σε εφαρμογή χρηματοδοτείται από τους εργοδότες, συνάδει με την οικονομία της το να είναι αρμόδιος για την ικανοποίηση των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών ο οργανισμός εγγυήσεως που εισέπραξε ή τουλάχιστον έπρεπε να εισπράξει τις εισφορές του αφερέγγυου εργοδότη (24). Τέλος, κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η οδηγία δεν προέβλεψε σύστημα αντισταθμίσεως ή αποδόσεως των καταβληθέντων μεταξύ των οργανισμών εγγυήσεως των διαφόρων κρατών μελών συνηγορεί υπέρ του ότι ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, «την παρέμβαση του οργανισμού εγγυήσεως ενός μόνον κράτους μέλους, και τούτο για να αποτραπούν ανώφελες εμπλοκές των εθνικών συστημάτων και, ειδικότερα, η δημιουργία καταστάσεων όπου ο εργαζόμενος θα μπορούσε να αξιώσει την υπαγωγή του στις ευεργετικές διατάξεις της οδηγίας εντός περισσοτέρων του ενός κρατών μελών» (25).
42. Η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Everson και Barrass (26) αφορούσε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά. Ενώ η αγγλική επιχείρηση η οποία απασχολούσε την Mosbaek διέθετε στη Δανία μόνο ένα γραφείο αντιπροσωπείας, η εταιρία ιρλανδικού δικαίου που απασχολούσε τους Everson και Barrass λειτουργούσε στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσω διαφόρων εμπορικών εδρών, το προσωπικό των οποίων ήταν ασφαλισμένο στον οργανισμό εγγυήσεως του εν λόγω κράτους μέλους. Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι, σύμφωνα με την απόφαση Mosbaek, αρμόδιος έπρεπε να κηρυχθεί ο ιρλανδικός οργανισμός εγγυήσεως, διότι η Ιρλανδία ήταν το κράτος στο οποίο αποφασίστηκε η κίνηση διαδικασίας συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών. Αντιθέτως, οι προσφεύγοντες της κύριας δίκης θεωρούσαν ότι αρμόδιος για την εξόφληση των απαιτήσεών τους ήταν ο οργανισμός εγγυήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, διότι στη χώρα αυτή ασκούσαν την εργασία τους.
43. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση της κύριας δίκης διέφερε από την υπόθεση επί της οποίας είχε εκδοθεί η απόφαση Mosbaek και αποφάνθηκε ότι ενώ, οσάκις ο εργοδότης είναι εγκατεστημένος εντός ενός μόνον κράτους μέλους, αρμόδιος πρέπει να θεωρείται ο οργανισμός του κράτους μέλους του τόπου εγκαταστάσεως, οσάκις, αντιθέτως, ο εργοδότης διαθέτει πλείονες εγκαταστάσεις σε διάφορα κράτη μέλη, πρέπει, προκειμένου να καθορισθεί ο αρμόδιος οργανισμός εγγυήσεως, να γίνεται αναφορά, ως συμπληρωματικό κριτήριο και λαμβανομένου υπόψη του κοινωνικού σκοπού της οδηγίας, στον τόπο ασκήσεως της δραστηριότητας των εργαζομένων. Το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, πράγματι, ο τόπος αυτός αποτελεί, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, «το κοινωνικό και γλωσσικό περιβάλλον το οποίο τους είναι οικείο» (27).
44. Βασιζόμενος, ιδίως, στην τελευταία αυτή απόφαση του Δικαστηρίου, ο κοινοτικός νομοθέτης προσέθεσε το άρθρο 8α στο κείμενο της οδηγίας 80/987, καλύπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το κενό που υπήρχε στην αρχική μορφή της. Με την αρχική της πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας 80/987, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι το κενό αυτό είχε γίνει αντιληπτό ως πηγή νομικής ανασφάλειας και είχε οδηγήσει σε αντιδικίες ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Επισήμανε ότι ο αριθμός αυτών των υποθέσεων με κοινοτικές διαστάσεις δεν θα παύσει να αυξάνεται με τη συνεχή ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς και του διακρατικού χαρακτήρα των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων. Κατά την Επιτροπή, το νέο άρθρο θα έπρεπε να εξασφαλίσει την αναγκαία ασφάλεια δικαίου, να κατοχυρώσει τα δικαιώματα των μισθωτών κατά την έννοια που τους προσέδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Everson και Barrass και να συντελέσει στην αποτροπή καταστάσεων δυνάμενων να οδηγήσουν σε αρνητικές συγκρούσεις νόμων (28). Όσον αφορά το προτεινόμενο συνδετικό κριτήριο, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο οργανισμός εγγυήσεως στη χώρα όπου ο εργαζόμενος ασκεί συνήθως την εργασία του, εκτός του ότι είναι κανονικά εκείνος που εισπράττει, ή θα έπρεπε να εισπράττει, τις εισφορές που προβλέπονται για τη χρηματοδότηση του καθεστώτος μισθολογικής εγγυήσεως, είναι και εκείνος που βρίσκεται πλησιέστερα στον εργαζόμενο, «ο οποίος θα μπορέσει έτσι να διεκδικήσει τα δικαιώματά του στη χώρα όπου συνήθως εργάζεται χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσει προβλήματα γλώσσας ή απόστασης» και χωρίς να χρειάζεται να προβεί σε ενέργειες σε οργανισμό εδρεύοντα σε άλλο κράτος μέλος, με το οποίο δεν έχει καμία σχέση και όπου δεν γνωρίζει τις ισχύουσες διαδικασίες. Τέλος, κατά την Επιτροπή, αυτή η λύση θα επιτρέψει και την τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, κατά το ότι όλοι οι εργαζόμενοι σε μια χώρα θα απολαμβάνουν την ίδια κοινωνική προστασία (29).
45. Η υφιστάμενη συνέχεια μεταξύ της οδηγίας 2002/74 και της προγενέστερης της θεσπίσεώς της νομολογίας επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από το Δικαστήριο με την απόφαση Holmqvist (30).
2. Επί του συνδετικού κριτηρίου που προβλέπει το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987
46. Όπως προαναφέρθηκε, το συνδετικό κριτήριο το οποίο προβλέπει το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 για τον προσδιορισμό του οργανισμού εγγυήσεως που είναι αρμόδιος σε διασυνοριακές περιπτώσεις βασίζεται στην έννοια της «συνήθους ασκήσεως της εργασίας».
47. Ο αναιρεσείων της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε, κατ’ αρχάς, να ερμηνεύσει αυτή την έννοια. Υποστηρίζει, πράγματι, ότι από την ερμηνεία αυτή θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί ότι, εν προκειμένω, αρμόδια είναι η AGS και όχι το FFS. Στην περίπτωση αυτή, το Δικαστήριο δεν θα χρειαζόταν να προχωρήσει περισσότερο στην ανάλυσή του.
48. Εντούτοις, το ερώτημα που τέθηκε στο Cour de cassation δεν αφορά αυτή την έννοια και συνεπώς το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να αποφανθεί επ’ αυτού. Συνεπώς, θα εκθέσω συνοπτικά την ερμηνευτική άποψη που υποστήριξε ο αναιρεσείων της κύριας δίκης, καθώς και ορισμένα σύντομα σχόλια επ’ αυτής.
49. Επικαλούμενος τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz-Jarabo Colomer στην υπόθεση Holmqvist (31), ο C. Defossez υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, για να προσδιοριστεί ο τόπος όπου ο εργαζόμενος ασκεί συνήθως την εργασία του κατά την έννοια του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί ο τόπος με τον οποίο συνδέεται στενότερα. Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη ότι ο C. Defossez εργαζόταν σε γαλλική εταιρία που εξέδιδε εκκαθαριστικά μισθοδοσίας στη Γαλλία και κατέβαλλε σε γαλλικό οργανισμό τις εισφορές που προορίζονταν για τη χρηματοδότηση της εγγυήσεως των μισθών σε περίπτωση αφερεγγυότητας. Εφόσον η εν λόγω εταιρεία τέθηκε σε δικαστική εκκαθάριση κατ’ εφαρμογή του γαλλικού δικαίου, ο τόπος με τον οποίο συνδέεται στενότερα από κοινωνική, νομική και προσωπική άποψη είναι η Γαλλία.
50. Η άποψη που υποστηρίζει ο C. Defossez έχει ασφαλώς το πλεονέκτημα ότι ευνοεί μια ευέλικτη προσέγγιση, ευθυγραμμισμένη προς τους κοινωνικούς σκοπούς της οδηγίας. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει, επίσης, τον περιορισμό των στρεβλώσεων οι οποίες οφείλονται στο ότι ο οργανισμός που είναι αρμόδιος για τη μισθολογική εγγύηση δεν συμπίπτει με τον οργανισμό που λαμβάνει τις εισφορές με τις οποίες χρηματοδοτείται η εγγύηση (32).
51. Εντούτοις, η λύση αυτή δεν φαίνεται να συνάδει με το γράμμα της ρυθμίσεως. Αντιθέτως προς άλλα κανονιστικά συστήματα τα οποία προορίζονται να εφαρμοστούν σε σχέσεις εξηρτημένης εργασίας που προκαλούν σύγκρουση νόμων ή δικαιοδοσιών (33), στην οδηγία 80/987 ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε, με το άρθρο 8α, ένα ενιαίο συνδετικό κριτήριο, βασιζόμενο ακριβώς στον τόπο όπου ασκείται συνήθως η εργασία.
52. Ασφαλώς, είναι πιθανό, λόγω του τρόπου δημιουργίας της εν λόγω διατάξεως, η επιλογή του εν λόγω κριτηρίου να οφείλεται στο τεκμήριο, το οποίο καθιέρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Everson και Barrass, ότι ο τόπος ασκήσεως της δραστηριότητας των εργαζομένων αποτελεί, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το κοινωνικό και γλωσσικό περιβάλλον το οποίο τους είναι οικείο. Την επιλογή όμως αυτή δεν σέβεται η ερμηνεία της διατάξεως την οποία υποστηρίζει ο C. Defossez και η οποία επιβάλλει να αναζητείται συστηματικά ο τόπος με τον οποίο ο εργαζόμενος συνδέεται στενότερα από κοινωνική, νομική και προσωπική άποψη. Το να γίνει δεκτή μια τέτοια ερμηνεία θα σήμαινε ουσιαστικά αντικατάσταση του κριτηρίου που προβλέπει το άρθρο 8α με διαφορετικό συνδετικό κριτήριο.
53. Κατά την ίδια έννοια, δεν μπορεί παρά να επισημανθεί ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έδωσε, τουλάχιστον όχι ρητώς, αυτοτέλεια στο κριτήριο του τόπου όπου καταβάλλονται οι ασφαλιστικές εισφορές για την εγγύηση των εργατικών απαιτήσεων, μολονότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Mosbaek, αναγνώρισε ότι ο παράγοντας αυτός έχει σημαντικό, αν όχι καθοριστικό, βάρος –χωρίς, εντούτοις, να το υιοθετεί ευθέως ως συνδετικό κριτήριο (34)‑ ενώ, στην υπόθεση Everson και Barrass, η λύση την οποία ακολούθησε το Δικαστήριο κατέληγε, εν τοις πράγμασι, στον προσδιορισμό ως αρμόδιου του οργανισμού εγγυήσεως στον οποίο είχαν καταβληθεί οι εισφορές για τους προσφεύγοντες της κύριας δίκης (35).
54. Στην προαναφερθείσα πρόταση τροποποιήσεως της οδηγίας 80/987, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, ο οργανισμός εγγυήσεως της χώρας όπου ο εργαζόμενος ασκεί συνήθως την εργασία του συμπίπτει με τον οργανισμό ο οποίος εισπράττει, ή θα έπρεπε να εισπράττει, τις εισφορές που προβλέπονται για τη χρηματοδότηση του καθεστώτος εγγυήσεως (36). Το κείμενο του άρθρου 8α που είχε προτείνει αρχικά η Επιτροπή χρησιμοποιούσε τον όρο της «εγκαταστάσεως» (37) του εργοδότη, υπό την έννοια της επαρκώς μόνιμης εμπορικής παρουσίας σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος που έχει ως αποτέλεσμα, ιδίως, ότι οι μισθωτοί αμείβονται στη χώρα αυτή, υπάρχουν δεσμοί με τη διοίκηση του εν λόγω κράτους και καταβάλλονται εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων (38).
55. Εντούτοις, όπως προαναφέρθηκε, στο τελικώς διαμορφωθέν γράμμα του άρθρου 8α δεν περιλαμβάνεται πλέον ο όρος «εγκατάσταση». Εξάλλου, δεδομένου ότι με την απόφαση Holmqvist το Δικαστήριο ερμήνευσε το πεδίο καθ’ ύλην εφαρμογής του εν λόγω άρθρου κατά τρόπο ιδιαίτερα διασταλτικό, έτσι ώστε να περιλαμβάνει και περιπτώσεις όπως αυτή την οποία αφορούσε η προαναφερθείσα απόφαση Mosbaek (39), η εφαρμογή του θα οδηγήσει, εν τοις πράγμασι, σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων, στην αναγνώριση ως αρμόδιου οργανισμού εγγυήσεως διαφορετικού από εκείνο στον οποίο καταβάλλονται οι εισφορές.
56. Τα προαναφερθέντα δεν σημαίνουν ότι, σε ιδιαίτερα πολύπλοκες ή ακόμα και εξαιρετικές περιστάσεις, στις οποίες η εφαρμογή του κριτηρίου του άρθρου 8α θα κατέληγε να αποστερήσει τον εργαζόμενο από κάθε προστασία, δεν μπορούν να ασκήσουν επιρροή και συνδετικοί παράγοντες διαφορετικοί από τον παράγοντα του τόπου όπου ο εργαζόμενος ασκεί συνήθως την εργασία του (όπως, για παράδειγμα, ο τόπος στον οποίο καταβάλλονται οι εισφορές με τις οποίες χρηματοδοτείται η εγγύηση των εργατικών απαιτήσεων ή στον οποίο είναι εγκατεστημένος ο εργοδότης ή ακόμα και ο τόπος στον οποίο κατοικεί ο εργαζόμενος).
57. Εντούτοις, η κατάσταση του C. Defossez δεν φαίνεται να εμπίπτει σε αυτές τις περιπτώσεις. Πράγματι, αφενός, ο C. Defossez παρέσχε, καθ’ όλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο απασχολήθηκε στην εταιρία Sotimon, τις υπηρεσίες του σε ένα μόνο κράτος μέλος στο οποίο φαίνεται ότι κατοικούσε συνεχώς, ενώ αφετέρου, μολονότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, λόγω του ανωτάτου ορίου το οποίο προβλέπει η βελγική νομοθεσία, η αρμοδιότητα του FFS συνεπάγεται μείωση των απαιτήσεων που θα μπορούσε να προβάλει αν αναγνωριζόταν η αρμοδιότητα του AGS, δεν προκύπτει ότι στερείται της προστασίας που προβλέπει η οδηγία.
3. Η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα
58. Φρονώ ότι το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο μπορεί να αναλυθεί ουσιαστικά σε τρεις ερωτήσεις:
α) προβλέπει το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 δυνατότητα του εργαζομένου να επιλέξει την εγγύηση που παρέχει οργανισμός διαφορετικός από τον οργανισμό ο οποίος προσδιορίζεται βάσει του συνδετικού κριτηρίου του εν λόγω άρθρου εάν είναι ευνοϊκότερη γι’ αυτόν;
β) απαγορεύει η εν λόγω διάταξη τη δυνατότητα του εργαζομένου να επωφεληθεί από την ευνοϊκότερη εγγύηση που παρέχει οργανισμός διαφορετικός από τον οργανισμό ο οποίος προσδιορίζεται βάσει του συνδετικού κριτηρίου της εν λόγω διατάξεως;
γ) επιτρέπουν οι διατάξεις της οδηγίας 80/987, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74, να προβλεφθεί, από ρύθμιση κράτους μέλους, ότι ο εργαζόμενος μπορεί να επωφεληθεί της προστασίας που παρέχει ο οργανισμός στον οποίο κατέβαλλε εισφορές ο εργοδότης δυνάμει του εθνικού δικαίου, εφόσον η εγγύηση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον εργαζόμενο σε σχέση με την εγγύηση που παρέχει ο οργανισμός ο οποίος προσδιορίζεται βάσει του συνδετικού κριτηρίου του άρθρου 8α της εν λόγω οδηγίας;
59. Για τους λόγους που θα εκθέσω στη συνέχεια, φρονώ ότι η απάντηση στις ερωτήσεις α) και β) πρέπει να είναι αρνητική, ενώ η απάντηση στην ερώτηση γ) πρέπει να είναι καταφατική.
60. Το γράμμα, αλλά και το ιστορικό θεσπίσεως, καθώς και η ratio του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987 δεν επιτρέπουν να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η εν λόγω διάταξη παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα να επιλέξει, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ως αρμόδιο οργανισμό εγγυήσεως οργανισμό διαφορετικό από εκείνον που προσδιορίζεται βάσει του εν λόγω άρθρου.
61. Όπως προκύπτει από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/74, με την εν λόγω διάταξη επιδιώκεται, κυρίως, ο σκοπός της ασφάλειας δικαίου. Σκοπός της είναι, επίσης, να αποφευχθεί η πρόκληση καθυστερήσεων στην πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των εργαζομένων λόγω του διασυνοριακού χαρακτήρα της δραστηριότητας που ασκεί η αφερέγγυα επιχείρηση.
62. Σε συνάφεια με τους προαναφερθέντες σκοπούς, το γράμμα του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987 προβλέπει το συνδετικό κριτήριο μέσω του οποίου προσδιορίζεται ο αρμόδιος οργανισμός εγγυήσεως. Όπως προαναφέρθηκε, ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε ένα ενιαίο συνδετικό κριτήριο το οποίο, στις περισσότερες περιπτώσεις, θα πρέπει να επιτρέπει τον απλό και σύντομο προσδιορισμό του αρμόδιου οργανισμού. Η διάταξη δεν προβλέπει κάποιο επικουρικό ή εναλλακτικό συνδετικό κριτήριο. Επίσης, δεν προβλέπει ρητώς δυνατότητα επιλογής από τον εργαζόμενο, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία, λόγω της εφαρμογής του κριτηρίου, ο εργαζόμενος καταλήγει να επωφελείται χαμηλότερου επιπέδου εγγυήσεως σε σχέση με το επίπεδο του οποίου θα είχε τύχει αν αναγνωριζόταν αρμοδιότητα οργανισμού άλλου κράτους μέλους με την εφαρμογή διαφορετικού συνδετικού κριτηρίου. Αυτή η δυνατότητα επιλογής φαίνεται, εξάλλου, να προσκρούει στους σκοπούς της σαφήνειας και της ασφάλειας δικαίου που οδήγησαν τον κοινοτικό νομοθέτη να τροποποιήσει την οδηγία 80/987 και να εισαγάγει στο κείμενό της το άρθρο 8α.
63. Το ενδεχόμενο η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου να οδηγήσει εν τοις πράγμασι σε χαμηλότερο επίπεδο προστασίας του εργαζομένου δεν πρέπει να θεωρηθεί αφεαυτού αντίθετο προς τον κοινωνικό σκοπό της οδηγίας 80/987, η οποία, όπως έχει διακηρύξει το Δικαστήριο με πολλές ευκαιρίες, έχει ως αντικείμενο να εξασφαλίσει μια στοιχειώδη προστασία για τους μισθωτούς που υφίστανται τις συνέπειες της αφερεγγυότητας του εργοδότη τους (40) και επιτρέπει τη διατήρηση, πέρα από αυτή τη στοιχειώδη προστασία, ποικιλομορφίας όσον αφορά το επίπεδο προστασίας που παρέχει κάθε κράτος μέλος.
64. Την ερμηνεία αυτή υποστηρίζουν όλες οι Κυβερνήσεις που έλαβαν μέρος στη διαδικασία, καθώς και η Επιτροπή.
65. Μολονότι δεν παρέχει στον εργαζόμενο τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ των διαφόρων οργανισμών εγγυήσεως με τους οποίους η κατάστασή του παρουσιάζει συνδετικούς παράγοντες, η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει, εντούτοις, στον εργαζόμενο να επωφεληθεί, εφόσον αυτό είναι ευνοϊκότερο για τον ίδιο και προβλέπεται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, από την εγγύηση που παρέχει οργανισμός διαφορετικός από εκείνον που προσδιορίζεται βάσει της εφαρμογής της διατάξεως. Το να υποστηριχθεί ότι η αρμοδιότητα την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη αποκλείει την παρέμβαση, συμπληρωματική ή ακόμα και αποκλειστική, ενός άλλου εθνικού οργανισμού εγγυήσεως, εφόσον η παρέμβαση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση του επιπέδου προστασίας του εργαζομένου το οποίο θα προέκυπτε από την εφαρμογή της οδηγίας, φρονώ ότι προσκρούει τόσο στον κοινωνικό σκοπό της όσο και στη διάρθρωση μεταξύ εθνικών και κοινοτικών κανόνων την οποία θεσπίζει.
66. Κατά την άποψή μου, το να υποστηριχθεί ότι η αρμοδιότητα την οποία θεσπίζει η εν λόγω διάταξη μπορεί να αποκλείσει τη, συμπληρωματική ή ακόμα και αποκλειστική, παρέμβαση διαφορετικού οργανισμού εγγυήσεως η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα υψηλότερο επίπεδο προστασίας του εργαζομένου από ό,τι θα προέκυπτε με την εφαρμογή της οδηγίας, προσκρούει τόσο στον κοινωνικό σκοπό της οδηγίας όσο και στη διάρθρωση μεταξύ εθνικών και κοινοτικών κανόνων την οποία καθιερώνει.
67. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, κατά το άρθρο 9, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 90/897, η οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν και να θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς. Το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου, το οποίο προστέθηκε με την οδηγία 2002/74, προβλέπει ότι η εφαρμογή της οδηγίας «δεν μπορεί επ’ ουδενί να αποτελέσει λόγο για να δικαιολογηθεί μια οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που υφίσταται στα κράτη μέλη και σχετικά με το γενικό επίπεδο προστασίας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει η οδηγία».
68. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Φινλανδική Κυβέρνηση, φρονώ ότι η διάταξη αυτή δεν περιέχει στοιχεία που να περιορίζουν το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9 της οδηγίας 90/897 υπό την έννοια ότι η εν λόγω διάταξη επιτρέπει στα κράτη μέλη μόνο να διατηρούν ή να θεσπίζουν ευνοϊκότερες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλά δεν επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες αρμοδιότητας που προβλέπει η οδηγία, και ιδίως το άρθρο 8α. Η μόνη προϋπόθεση την οποία επιβάλλει το εν λόγω άρθρο, σύμφωνα με τον κοινωνικό σκοπό της οδηγίας και με το γεγονός ότι σκοπεί στην εξασφάλιση μιας ελάχιστης κοινοτικής προστασίας στους εργαζομένους, είναι το να είναι οι εθνικές διατάξεις ευνοϊκότερες για τον εργαζόμενο.
69. Φρονώ, συνεπώς, ότι ούτε το άρθρο 8α, ούτε καμία άλλη διάταξη της οδηγίας 80/987, απαγορεύουν να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους ότι ο μισθωτός μπορεί να επωφεληθεί από τη μισθολογική εγγύηση την οποία παρέχει ο εθνικός οργανισμός στον οποίο έχει καταβάλει ασφαλιστικές εισφορές ο εργοδότης του σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους, εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς την εγγύηση που παρέχει ο οργανισμός ο οποίος είναι αρμόδιος κατ’ εφαρμογή της οδηγίας.
70. Αν, εντούτοις, η παρέμβαση του οργανισμού που είναι αρμόδιος δυνάμει του εθνικού δικαίου προβλέπεται αντί της παρεμβάσεως του οργανισμού που είναι αρμόδιος δυνάμει του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987, η ρύθμιση αυτή μπορεί να θεωρηθεί συμβατή προς τις διατάξεις της οδηγίας μόνον υπό την προϋπόθεση ότι η παρέμβαση συνεπάγεται υψηλότερο επίπεδο προστασίας του εργαζομένου ή ότι παρέχεται στον εργαζόμενο η δυνατότητα να επιλέξει την αρμοδιότητα του ενός ή του άλλου οργανισμού εγγυήσεως.
V – Πρόταση
71. Βάσει του συνόλου των προεκτεθεισών σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο ερώτημα που υπέβαλε το Cour de cassation:
«Το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν παρέχει στον μισθωτό τη δυνατότητα να επιλέξει την εγγύηση που παρέχει οργανισμός διαφορετικός από τον οργανισμό ο οποίος προσδιορίζεται βάσει του εν λόγω άρθρου, ακόμα και αν πρόκειται για τον οργανισμό στον οποίο έχουν καταβληθεί οι εισφορές για την ασφάλιση κατά του κινδύνου αφερεγγυότητας του εργοδότη και οι παροχές του εν λόγω οργανισμού προσφέρουν ευνοϊκότερο επίπεδο καλύψεως του εργαζομένου.
Ούτε το άρθρο 8α, ούτε καμία άλλη διάταξη της οδηγίας 80/987, απαγορεύουν να προβλέπει η νομοθεσία κράτους μέλους ότι ο μισθωτός μπορεί, για την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεών του σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, να στραφεί εναλλακτικά ή συμπληρωματικά προς την εγγύηση που παρέχει ο οργανισμός ο οποίος είναι αρμόδιος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 8α της οδηγίας 80/987, στον οργανισμό εγγυήσεως στον οποίο έχει καταβάλει εισφορές ο εργοδότης του σύμφωνα με το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση η παρέμβαση του οργανισμού αυτού, εφόσον προβλέπεται αντί της παρεμβάσεως του οργανισμού που είναι αρμόδιος δυνάμει της οδηγίας, συνεπάγεται υψηλότερο επίπεδο προστασίας του εργαζομένου και είναι απλώς προαιρετική».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – EE L 283, σ. 23.
3 – ΕΕ L 270, σ. 10.
4 – Οδηγία 87/164/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 2ας Μαρτίου 1987 (ΕΕ L 66, σ. 11).
5 – Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Νορβηγίας, της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των συνθηκών επί των οποίων βασίζεται η Ένωση (ΕΕ C 241, σ. 115).
6 – Βλ. άρθρο 16 της οδηγίας 2008/94/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ L 283, σ. 36). Με την οδηγία αυτή κωδικοποιήθηκε η οδηγία 80/987.
7 – Το αρκτικόλεξο AGS σημαίνει : «Association pour la gestion du régime de garantie des créances des Salariés» (Ένωση για τη διαχείριση του συστήματος εγγυήσεως των απαιτήσεων των μισθωτών).
8 – Η υπογράμμιση δική μου.
9 – Ο C. Defossez επικαλείται ορισμένες αποφάσεις του Cour de cassation του 2002 και του 2003, δηλαδή προγενέστερες της κηρύξεως της Sotimon σε δικαστική εκκαθάριση. Η Γαλλική Κυβέρνηση, από την πλευρά της, επικαλείται και μεταγενέστερες αποφάσεις του 2006 και του 2008.
10 – Απόφαση C‑9/07, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2007, σ. I‑121).
11 – Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2008, C‑246/06 (Συλλογή 2008, σ. I‑105, σκέψη 27).
12 – Βλ., με ανάλογη επιχειρηματολογία, αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 2007, C‑222/05 έως C‑225/05, van der Weerd κ.λπ. (Συλλογή 2007, σ. I‑4233, σκέψη 22 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), και της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C‑210/06, Cartesio (Συλλογή 2008, σ. I‑9641, σκέψη 67).
13 – Στο παρόν στάδιο εξελίξεως της κοινοτικής νομολογίας, σε περίπτωση εκπρόθεσμης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο μιας οδηγίας, η γενική υποχρέωση που υπέχουν τα εθνικά δικαστήρια να ερμηνεύουν το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία υφίσταται μόνον από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας αυτής στο εσωτερικό δίκαιο (βλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2006, C‑212/04, Adeneler κ.λπ., Συλλογή 2006, σ. I‑6057). Διάφοροι γενικοί εισαγγελείς, μεταξύ των οποίων οι γενικοί εισαγγελείς Jacobs (προτάσεις της 20ής Μαΐου 1992, για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Ιουλίου 1992, C‑295/90, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1992, σ. I-4193, παράγραφος 43), Darmon (προτάσεις της 17ης Νοεμβρίου 1993, για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1994, C-236/92, Regione Lombardia, Συλλογή 1994, σ. I-483, παράγραφος 27), Tizzano (προτάσεις της 30ής Ιουνίου 2005, για την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2005, C‑144/04, Mangold, Συλλογή 2005, σ. I‑9981, και της 27ης Απριλίου 2006 στην προαναφερθείσα υπόθεση Cordero Alonso) και Kokott (προτάσεις της 27ης Οκτωβρίου 2005 στην προαναφερθείσα υπόθεση Adeneler κ.λπ.), έχουν υποστηρίξει επιχειρήματα υπέρ της επεκτάσεως της εν λόγω υποχρεώσεως και πριν από τη λήξη της προθεσμίας μεταφοράς της οδηγίας. Μολονότι μια παλαιότερη απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί προηγούμενο για μια τέτοια ερμηνεία (απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1987, 80/86, Kolpinghuis Nijmegen, Συλλογή 1987, σ. 3969, σκέψη 15), το Δικαστήριο έχει αποκλείσει την επέκταση αυτή με την απόφαση Adeneler. Λόγω των χαρακτηριστικών της κρινόμενης υποθέσεως, δεν θεωρώ απαραίτητο να λάβω θέση για τη σχετική προβληματική, μολονότι αναγνωρίζω τη μεγάλη σημασία της για το δίκαιο της Ένωσης.
14 – Προαναφερθείσα στην προηγούμενη υποσημείωση.
15 – Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2005, C‑144/04 (Συλλογή 2005, σ. I‑9981).
16 – Σκέψεις 121 έως 123.
17 – Βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 23ης Απριλίου 2009, C‑261/07 και C‑299/07, VTB-VAB (Συλλογή 2009, σ. I‑2949, σκέψεις 38 έως 40).
18 – Όπως θα εκτεθεί λεπτομερέστερα στη συνέχεια, το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 αποτελεί καρπό της κωδικοποιήσεως από τον κοινοτικό νομοθέτη των αρχών τις οποίες διαμόρφωσε η κοινοτική νομολογία. Μολονότι, όπως υπογράμμισε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, από ορισμένες απόψεις δεν υπάρχει πλήρης αντιστοιχία μεταξύ του κειμένου της εν λόγω διατάξεως και της προγενέστερης της θεσπίσεώς της νομολογίας, αυτό δεν αφορά το ζήτημα που τέθηκε με το προδικαστικό ερώτημα. Κατά συνέπεια, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν θα είναι ουσιαστικά διαφορετική, ακόμα και αν κριθεί απαραίτητο να επαναδιατυπωθεί το ερώτημα όπως εισηγείται η Επιτροπή.
19 – Απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2008, C‑310/07, Holmqvist (Συλλογή 2008, σ. I‑7871).
20 – Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C‑117/96 (Συλλογή 1997, σ. I‑5017).
21 – Σκέψη 20 και διατακτικό.
22 – Σκέψη 23.
23 – Σκέψεις 21 και 22.
24 – Σκέψη 24.
25 – Σκέψη 26.
26 – Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1999, C‑198/98 (Συλλογή 1999, σ. I‑8903).
27 – Σκέψη 22.
28 – Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιανουαρίου 2000, COM(2000) 832 τελικό της 15ης Ιανουαρίου 2000 (ΕΕ C 154 E, σ. 109). Βλ., επίσης, συναφώς την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/74.
29 – COM(2000) 832 τελικό, προαναφερθέν στην προηγούμενη υποσημείωση.
30 – Προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19.
31 – Όπ.π.
32 – Υπενθυμίζω συναφώς ότι η οδηγία 80/987 δεν προβλέπει μηχανισμό επιστροφής μεταξύ οργανισμών. Το άρθρο 5, στοιχείο γ, της οδηγίας προβλέπει, εντούτοις, ότι η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών εγγυήσεως είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.
33 – Βλ., για παράδειγμα, άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (ΕΕ 2001, L 12, σ. 1), άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (ΕΕ L 177, σ. 6), και το άρθρο 6 της οδηγίας 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ L 18, σ. 1).
34 – Βλ., ιδίως, σκέψη 24.
35 – Στη σημασία του εν λόγω συνδετικού παράγοντα εμμένει ιδίως η Ιρλανδική Κυβέρνηση η οποία, με τις παρατηρήσεις που υπέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου, προτείνει να ερμηνευθεί το άρθρο 8α της οδηγίας 80/987 υπό την έννοια ότι ο τόπος στον οποίο ο εργαζόμενος ασκεί την εργασία του είναι ο τόπος στον οποίο ο εργοδότης του καταβάλλει ή θα έπρεπε να καταβάλλει τις εισφορές που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της εγγυήσεως του μισθού.
36 – Βλ. COM(2000) 832 τελικό, προαναφερθέν στην υποσημείωση 28.
37 – Όπ.π. Το κείμενο του άρθρου 8α, παράγραφος 1, που είχε προτείνει αρχικά η Επιτροπή είχε ως εξής: «Όταν μια επιχείρηση με εγκαταστάσεις στην επικράτεια τουλάχιστον δύο κρατών μελών βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1 και η κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας έχει ζητηθεί από κράτος μέλος άλλο από εκείνο στου οποίου την επικράτεια ο εργαζόμενος συνήθως εργάζεται, οργανισμός εγγύησης αρμόδιος είναι εκείνος του δεύτερου κράτους μέλους».
38 – Βλ., ιδίως, σ. 9. Η πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε και την προσθήκη, στο άρθρο 2 της οδηγίας 80/987, παραγράφου 3, με την οποία δινόταν ο ακόλουθος ορισμός της έννοιας της «εγκαταστάσεως»: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “εγκατάσταση” νοείται ο τόπος όπου ο εργοδότης ασκεί οιαδήποτε μη προσωρινή οικονομική δραστηριότητα στην οποία χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο παράγοντα αλλά και περιουσιακά στοιχεία». Κατά την πρώτη ανάγνωση, το Κοινοβούλιο πρότεινε τροπολογία, σκοπός της οποίας ήταν να περιληφθεί στον ορισμό αυτό και η καταβολή των εισφορών. Η προταθείσα τροπολογία είχε ως εξής: «Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “εγκατάσταση” νοείται ο τόπος όπου ο εργοδότης ασκεί οιαδήποτε μη προσωρινή οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα στην οποία χρησιμοποιεί τον ανθρώπινο παράγοντα αλλά και περιουσιακά στοιχεία υλικά ή άυλα και/ή όπου υπάρχει παρουσία επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε αυτή περιλαμβάνονται η αμοιβή εργαζομένων στην εν λόγω χώρα, οι σχέσεις με τις διοικητικές αρχές της εν λόγω χώρας και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης», βλ. ΕΕ C 153 E, σ. 239.
39 – Βλ. προαναφερθείσα στην υποσημείωση 19 απόφαση Holmqvist, ιδίως σκέψη 27.
40 – Βλ., μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 26 απόφαση Everson και Barrass, σκέψη 20. Βλ., επίσης, δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 2002/74.
Full & Egal Universal Law Academy