ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PEDRO CRUZ VILLALÓN
της 17ης Μαρτίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑503/09
Lucy Stewart
κατά
Secretary of State for Work and Pensions
[αίτηση του Upper Tribunal (Administrative Appeals Chamber) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Κοινωνική ασφάλιση – Κανονισμός (EOK) 1408/71 – Παροχές ασθενείας – Παροχές λόγω αναπηρίας – Ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα – Έννοιες – Βραχυχρόνια παροχή λόγω αναπηρίας νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες – Προϋποθέσεις χορηγήσεως – Προϋποθέσεις κατοικίας και παρουσίας στο έδαφος του κράτους μέλους – Επιτρέπονται – Άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 – Άρθρα 19 και 28 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71»
Περιεχόμενα
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η ρύθμιση της Ενώσεως
Β – Η εθνική ρύθμιση
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
IV – Ως προς την ανάλυση της δομής και του ειδικού περιεχομένου των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο
Α – Η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες
Β – Η τριπλή προϋπόθεση κατοικίας και παρουσίας
V – Η κατοικία, μία a priori αμφίβολης νομιμότητας, από απόψεως ενωσιακού δικαίου προϋπόθεση για τη χορήγηση κοινωνικών παροχών
Α – Οι παροχές λόγω αναπηρίας
B – Οι παροχές ασθενείας
VI – Η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας ως «συστατικός» όρος ενός συνδετικού στοιχείου από την άποψη των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου
Α – Η εξέταση των κατ’ αρχήν δυνατοτήτων
Β – Η εξέταση των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται
VII – Πρόταση
1. Η υπόθεση αυτή προσφέρεται για να εξετάσει το Δικαστήριο το ζήτημα αν, με την πιο απλή διατύπωση, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 (2) επιτρέπει στον νομοθέτη κράτους μέλους να εξαρτά το ευεργέτημα μιας κοινωνικής παροχής από την προϋπόθεση ότι ο αιτών κατοικεί και είναι παρών στο έδαφος αυτού του κράτους μέλους κατά την ημερομηνία της αιτήσεως και έχει κατοικήσει προηγουμένως στο έδαφός του επί ορισμένο χρονικό διάστημα, γνωρίζοντας ότι η περίπτωση αυτής της παροχής είναι όλως ιδιάζουσα. Εν προκειμένω, η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη, καθορίζεται από την εθνική ρύθμιση ως παρέκκλιση από το σύστημα της παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία κατά το κοινό δίκαιο. Η προϋπόθεση κατοικίας, ενισχυμένη με μια προϋπόθεση παρουσίας, από την οποία εξαρτάται το ευεργέτημα αυτής της κοινωνικής παροχής, θα κατέληγε, απλούστατα, να υποκαταστήσει την προϋπόθεση καταβολής εισφορών στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κοινού δικαίου, από την οποία εξάλλου εξαρτάται η κατά το κοινό δίκαιο παροχή. Η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες εμφανίζεται, επομένως, ως παροχή ουσιαστικώς μη ανταποδοτικού χαρακτήρα, εξαρτώμενη από μια «συστατική» προϋπόθεση κατοικίας και παρουσίας, που παρεκκλίνει από τις κατά το κοινό δίκαιο προϋποθέσεις παροχής που εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά παροχής ανταποδοτικού χαρακτήρα.
2. Προτίθεμαι να εξετάσω με μια συλλογιστική σε δύο στάδια αυτή την κάπως παράδοξη κατάσταση. Κατ’ αρχάς, θα προσπαθήσω να πραγματευθώ «ως συνήθως» αυτή την προϋπόθεση κατοικίας που ενισχύεται με την προϋπόθεση παρουσίας, εξετάζοντας αν συμβιβάζεται με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Επιτρέπεται μια τέτοια προϋπόθεση από την άποψη της αρχής της άρσεως των ρητρών κατοικίας, όπως αυτή τίθεται με το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71, και της αρχής της «εξαγωγιμότητας» ορισμένων παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως αυτή συνάγεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου; Κατόπιν, θα προσπαθήσω να προτείνω στο Δικαστήριο μια ανάγνωση της νομολογίας «προσαρμοσμένη» στον ειδικό χαρακτήρα της προϋποθέσεως κατοικίας και στην ιδιομορφία της καταστάσεως, για την οποία πρόκειται στην κύρια δίκη.
I – Το νομικό πλαίσιο
Η ρύθμιση της Ενώσεως
3. Το άρθρο 4 του κανονισμού 1408/71 καθορίζει το καθ’ ύλη πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού ως ακολούθως:
«1. Ο παρών κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν τους ακόλουθους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως:
α) παροχές ασθενείας και μητρότητος·
β) παροχές αναπηρίας, περιλαμβανομένων εκείνων που προορίζονται για τη διατήρηση ή βελτίωση της ικανότητος βιοπορισμού·
[…]
2. Ο παρών κανονισμός ισχύει για τα γενικά και ειδικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως, με ή χωρίς συνεισφορά, καθώς και για συστήματα σχετικά με τις υποχρεώσεις του εργοδότη ή του πλοιοκτήτη εν σχέσει προς τις παροχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
2α. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται στις ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα, οι οποίες προβλέπονται δυνάμει νομοθεσίας η οποία, λόγω του προσωπικού πεδίου εφαρμογής της, των στόχων ή/και των προϋποθέσεων για τη θεμελίωση δικαιώματος, έχει χαρακτηριστικά τόσο της νομοθεσίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1, όσο και κοινωνικής προνοίας.
Ως “ειδικές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα παροχές σε χρήμα” νοούνται οι παροχές οι οποίες:
α) προορίζονται να παρέχουν:
i) συμπληρωματική, αναπληρωματική ή επικουρική κάλυψη έναντι των κινδύνων οι οποίοι αντιστοιχούν στους αναφερόμενους στην παράγραφο 1 κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως και να εξασφαλίζουν στους ενδιαφερομένους ένα ελάχιστο εισόδημα διαβιώσεως σε σχέση με το οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
ή
ii) μόνο ειδική προστασία στα άτομα με αναπηρίες, οι οποίες συνδέονται στενά με το κοινωνικό περιβάλλον του συγκεκριμένου προσώπου εντός του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, και
β) στις περιπτώσεις που η χρηματοδότηση προέρχεται αποκλειστικά από την υποχρεωτική φορολογία που προορίζεται να καλύψει τις γενικές δημόσιες δαπάνες, και οι όροι για τη χορήγηση και τον υπολογισμό των παροχών δεν εξαρτώνται από τυχόν εισφορές εκ μέρους του δικαιούχου· ωστόσο, οι παροχές που χορηγούνται για να καλύψουν συμπληρωματικά ανταποδοτικού τύπου παροχή, δεν θεωρούνται ως ανταποδοτικού τύπου παροχές για αυτό και μόνο το λόγο, και
γ) περιλαμβάνονται στο παράρτημα IIα.»
4. Το άρθρο 5 του κανονισμού 1408/71 διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη μνημονεύουν τις ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού τύπου, τις οποίες αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2α, αυτού του κανονισμού.
5. Το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71 θέτει την αρχή της άρσεως των ρητρών κατοικίας, μεταξύ άλλων, από τις παροχές λόγω αναπηρίας. Η παράγραφος 1 αυτού ορίζει τα εξής:
«Εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθενείας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης.»
6. Το κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1408/71 περιλαμβάνει τις ειδικές διατάξεις για τις παροχές ασθένειας και μητρότητας, μεταξύ των οποίων το άρθρο 19, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«1. Ο εργαζόμενος που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από την νομοθεσία του αρμοδίου κράτους για να έχει δικαίωμα παροχών, αφού ληφθούν υπ’ όψη, εφ’ όσον συντρέχει περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 18, λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του:
α) παροχές εις είδος που χορηγούνται για λογαριασμό του αρμόδιου φορέα από τον φορέα του τόπου κατοικίας, σύμφωνα με τη νομοθεσία που ισχύει για τον φορέα αυτόν, σαν να ήταν ασφαλισμένος σε αυτόν·
β) παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται από τον αρμόδιο φορέα σύμφωνα με τη νομοθεσία που εφαρμόζει αυτός. Πάντως, οι παροχές αυτές δύνανται, κατόπιν συμφωνίας του αρμόδιου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, να καταβάλλονται από τον τελευταίο, για λογαριασμό του πρώτου, σύμφωνα με τη νομοθεσία του αρμόδιου κράτους.
2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1, περίπτωση α΄, ισχύουν κατ’ αναλογία για τα μέλη της οικογενείας που κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος εφ’ όσον, σύμφωνα με την νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικούν, δεν δικαιούνται παροχών εις είδος.
Εφόσον τα μέλη της οικογένειας κατοικούν στο έδαφος κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του οποίου το δικαίωμα επί των παροχών εις είδος δεν εξαρτάται από προϋποθέσεις ασφαλίσεως ή απασχολήσεως, οι εις είδος παροχές θεωρούνται ότι παρέχονται προς τα μέλη αυτά για λογαριασμό του φορέα στον οποίο είναι ασφαλισμένος ο μισθωτός ή μη μισθωτός, εκτός αν ο σύζυγος ή το πρόσωπο που έχει τη μέριμνα των τέκνων ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.»
7. Το άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71 έχει ως εξής:
«1. Ο δικαιούχος συντάξεως οφειλομένης κατά τη νομοθεσία ενός κράτους μέλους ή συντάξεων οφειλομένων κατά τη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών, ο οποίος δεν δικαιούται παροχών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου κατοικεί λαμβάνει παρά ταύτα τις παροχές αυτές για τον ίδιο και για τα μέλη της οικογένειάς του, κατά το μέτρο που –λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 18 και του παραρτήματος VΙ– θα εδικαιούτο των παροχών αυτών κατά τη νομοθεσία του κράτους μέλους ή τουλάχιστον ενός από τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια στο θέμα της συντάξεως, αν κατοικούσε στο έδαφος του εν λόγω κράτους. Οι παροχές αυτές χορηγούνται υπό τους εξής όρους:
α) οι παροχές εις είδος χορηγούνται για λογαριασμό του αναφερόμενου στην παράγραφο 2 φορέα από το φορέα του τόπου κατοικίας, σαν να εδικαιούτο συντάξεως ο ενδιαφερόμενος δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί και να εδικαιούτο παροχών εις είδος·
β) οι παροχές εις χρήμα χορηγούνται κατά περίπτωση από τον αρμόδιο φορέα που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2, κατά την υπ’ αυτού εφαρμοζόμενη νομοθεσία. Με συμφωνία πάντως, μεταξύ του αρμοδίου φορέα και του φορέα του τόπου κατοικίας, οι παροχές αυτές δύνανται να καταβάλλονται από τον τελευταίο αυτό φορέα για λογαριασμό του πρώτου κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας του αρμοδίου κράτους.»
Η εθνική ρύθμιση
8. Ο νόμος του 1992 περί των εισφορών και των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως (Social Security Contributions and Benefits Act 1992 (3)) προβλέπει παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία (incapacity benefit), η οποία εξασφαλίζει ένα καθ’ υποκατάσταση εισόδημα στα πρόσωπα που δεν έχουν συμπληρώσει την κατά νόμο ηλικία συνταξιοδοτήσεως και βρίσκονται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Αυτή η παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία, που ορίζεται ως κοινωνική παροχή ανταποδοτικού χαρακτήρα με το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο c, του SSCBA, καταβάλλεται, δυνάμει του άρθρου 163 του νόμου του 1992 περί των διοικητικών υπηρεσιών κοινωνικής ασφαλίσεως (Social Security Administration Act), από το Εθνικό Ταμείο Ασφαλίσεως (National Insurance Fund, άρθρο 1, παράγραφος 1, του SSCBA), ο προϋπολογισμός του οποίου χρηματοδοτείται με εισφορές από τους πραγματοποιούντες εισόδημα, τους εργοδότες και άλλους.
9. Η παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία συντίθεται από μια βραχυχρόνια παροχή, προβλεπόμενη από το άρθρο 30A, παράγραφος 4, του SSCBA, που μπορεί να καταβάλλεται για 364 ημέρες κατ’ ανώτατο όριο, και από μια μακροχρόνια παροχή, προβλεπόμενη από το άρθρο 30A, παράγραφος 5, του SSCBA.
10. Η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία καταβάλλεται σε μειωμένο ποσό για τις πρώτες 196 ημέρες, κατόπιν σε ανώτερο ποσό, το οποίο όμως παραμένει κατώτερο του ποσού της μακροχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία. Το ευεργέτημα της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία αποκλείεται, δυνάμει του παραρτήματος 12, παράγραφος 1, του SSCBA, όταν ο αιτών λαμβάνει κατά νόμο αποζημίωση σε περίπτωση απουσίας λόγω ασθενείας (statutory sick pay), η οποία μπορεί να καταβάλλεται για χρονικό διάστημα 28 εβδομάδων (196 ημερών) κατά μέγιστο όριο. Το ύψος της παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία μπορεί να μειωθεί κατά το ύψος των παροχών συνταξιοδοτήσεως τις οποίες δικαιούται ο αιτών.
11. Το δικαίωμα για βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία εξαρτάται κυρίως από ορισμένο αριθμό εισφορών του αιτούντος.
12. Οι αιτούντες που δεν πληρούν την προϋπόθεση των εισφορών, είναι όμως ανίκανοι προς εργασία, μπορούν να λάβουν συμπλήρωμα εισοδήματος που είναι παροχή συναρτώμενη προς το εισόδημα.
13. Εξάλλου, από τη διάταξη περί παραπομπής, καθώς και από τις κατατεθείσες παρατηρήσεις, προκύπτει ότι, δυνάμει του άρθρου 30A, παράγραφος 1, του SSCBA, τα ευρισκόμενα σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία άτομα, αλλά μη πληρούντα τις σχετικές με τις εισφορές προϋποθέσεις διότι, μεταξύ άλλων, υποφέροντα από κάποια αναπηρία πριν συμπληρώσουν την προβλεπόμενη από τον νόμο ηλικία (16 έτη) για να εργάζονται, ουδέποτε είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως τις εισφορές που τους παρέχουν το δικαίωμα για βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία, δικαιούνται παρά ταύτα αυτής της παροχής, χωρίς να χρειάζεται να οφείλουν να αποδείξουν ορισμένο αριθμό εισφορών, υπό τον όρο ότι πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 30A, παράγραφος 2A, του SSCBA, που άρχισε να ισχύει στις 6 Απριλίου 2001 (4).
14. Το άρθρο 30Α, παράγραφος 1, του SSCBA ορίζει τα εξής:
«Κατ’ εφαρμογή των ακόλουθων διατάξεων αυτού του άρθρου, το πρόσωπο που:
a) είτε πληροί μία από τις προϋποθέσεις που μνημονεύονται κατωτέρω στη παράγραφο 2 είτε, αν δεν πληροί καμία από αυτές τις προϋποθέσεις·
b) πληροί κάθε μία από τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται κατωτέρω στο εδάφιο 2A·
δικαιούται να λαμβάνει βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία για κάθε ημέρα κατά την οποία ήταν ανίκανο να εργασθεί που περιλαμβάνεται σε μια περίοδο ανικανότητας προς εργασία.»
15. Το άρθρο 30A, παράγραφος 2A, του SSCBA ορίζει τα εξής:
«(2Α) Οι προϋποθέσεις που μνημονεύονται ανωτέρω στο εδάφιο 1, στοιχείο b, είναι οι ακόλουθες:
a) [ο αιτών] έχει ηλικία 16 ετών τουλάχιστον κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία·
b) έχει ηλικία κάτω των 20 ετών ή σε ορισμένες περιπτώσεις κάτω των 25 σε ημερομηνία που εντάσσεται στην περίοδο της ανικανότητας προς εργασία·
c) είναι ανίκανος προς εργασία επί περίοδο 196 συνεχών ημερών που προηγούνται αμέσως της συγκεκριμένης ημερομηνίας ή προγενέστερης ημερομηνίας κατά την περίοδο ανικανότητας προς εργασία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος είχε συμπληρώσει το 16ο έτος της ηλικίας·
d) κατά την κρίσιμη ημερομηνία πληροί τις προϋποθέσεις διαμονής ή παρουσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο· και
e) κατά την ημερομηνία εκείνη δεν παρακολουθεί πλήρως σπουδές.»
16. Η κατ’ αυτόν τον τρόπο χορηγούμενη υπό τις εν λόγω προϋποθέσεις παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία, η οποία αντικαθιστά την παροχή λόγω βαρείας αναπηρίας, εμφανίζεται ως εκ τούτου ως «παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες».
17. Ο δικαιούχος της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία μπορεί, κατά το άρθρο 30A, παράγραφος 5, του SSCBA, να λάβει τη μακροχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία, αν η ασθένεια ή η αναπηρία εξακολουθεί να υφίσταται. Η τελευταία αυτή διάταξη έχει ως εξής:
«Όταν, κατ’ εφαρμογή [του άρθρου 30A, παράγραφος 4, του SSCBA], παύει να υφίσταται το δικαίωμα του δικαιούχου βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία, αυτός αποκτά δικαίωμα μακροχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία για κάθε μετέπειτα ημέρα που περιλαμβάνεται στην ίδια περίοδο ανικανότητας προς εργασία και κατά τη διάρκεια της οποίας δεν έχει φθάσει στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως.»
18. Η προϋπόθεση κατοικίας ή παρουσίας, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 30A, παράγραφος 2A, στοιχείο d, του SSCBA ορίζεται από το άρθρο 16, παράγραφος 1, του κανονισμού κοινωνικής ασφαλίσεως (παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία) του 1994 [Social Security (Incapacity Benefit) Regulations 1994 (5)], το οποίο έχει ως εξής:
«16. Προϋποθέσεις διαμονής ή παρουσίας
1) Οι απαιτούμενες προϋποθέσεις κατά το άρθρο 30A, παράγραφος 2Α, στοιχείο d, [του SSCBA] όσον αφορά τη διαμονή και την παρουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο για οποιοδήποτε πρόσωπο κατά την κρίσιμη ημερομηνία είναι ότι κατά την ημερομηνία αυτή:
a) διαμένει συνήθως στη Μεγάλη Βρετανία·
b) δεν είναι πρόσωπο υποκείμενο σε έλεγχο μεταναστεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 115, παράγραφος 9 του Immigration and Asylum Act 1999 [νόμου του 1999 περί μεταναστεύσεως και ασύλου] […]·
c) βρίσκεται στη Μεγάλη Βρετανία· και
d) βρισκόταν στη Μεγάλη Βρετανία για περίοδο ή περιόδους που συμποσούνται σε 26 εβδομάδες τουλάχιστον κατά τις 52 εβδομάδες που προηγούνται αμέσως της κρίσιμης ημερομηνίας.»
II – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης
19. Η Lucy Stewart, η προσφεύγουσα στην υπόθεση της κύριας δίκης, Βρετανίδα υπήκοος γεννηθείσα στις 20 Νοεμβρίου 1989, ζει στην Ισπανία με τους γονείς της από τον Αύγουστο του 2000. Προσβληθείσα από το σύνδρομο Down, ουδέποτε εργάσθηκε και είναι βέβαιο ότι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα μπορέσει ποτέ να ασκήσει επαγγελματική δραστηριότητα, τουλάχιστον κανονική.
20. Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης λαμβάνει, από της θεσπίσεώς του τον Απρίλιο του 1992, επίδομα διαβιώσεως αναπήρων (disability living allowance (6)). Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι πιθανώς να ελάμβανε, προηγουμένως, επίδομα συμπαραστάσεως. Τα επιδόματα αυτά της καταβλήθηκαν στην Ισπανία βάσει του άρθρου 95β του κανονισμού 1408/71. Το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων μπορεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει το αιτούν δικαστήριο, να χορηγείται επ’ αόριστον, δηλαδή καθόσον χρόνο δεν μεταβάλλονται οι καθοριστικές γι’ αυτό το δικαίωμα συνθήκες.
21. Η μητέρα της προσφεύγουσας της κύριας δίκης λαμβάνει σύνταξη γήρατος από τις 25 Ιουλίου 2005, απέλαυε δε, προηγουμένως, παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία.
22. Ο πατέρας της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, ο οποίος εργάσθηκε για τελευταία φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας κατά το φορολογικό έτος 2000/2001, λαμβάνει επαγγελματική σύνταξη και, από τον Οκτώβριο του 2009, σύνταξη γήρατος από αυτό το κράτος μέλος.
23. Στις 31 Οκτωβρίου 2005, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τη μητέρα της, υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση, με τη συμπλήρωση του 16ου έτους της ηλικίας της, της προβλεπόμενης από το άρθρο 30A, παράγραφος 2A, του SSCBA βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες.
24. Στις 24 Νοεμβρίου 2005, ο Secretary of State For Work and Pensions, καθού της κύριας δίκης, απέρριψε αύτή την αίτηση με την αιτιολογία ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης «δεν ήταν παρούσα στη Μεγάλη Βρετανία».
25. Είναι βέβαιο ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης δεν πληροί ούτε την προϋπόθεση κατοικίας ούτε την προϋπόθεση παρουσίας ούτε την προϋπόθεση προηγούμενης παρουσίας, οι οποίες προϋποθέσεις προβλέπονται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, στοιχεία a, c και d, αντιστοίχως, του SSIBR.
26. Κατόπιν προσφυγής της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενης πάντοτε από τη μητέρα της, ο Secretary of State For Work and Pensions επανεξέτασε και επικύρωσε την απόφασή του της 24ης Νοεμβρίου 2005. Υπογραμμίζοντας ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε ζήσει στην Ισπανία τα πέντε έτη πριν από την αίτησή της, ο Secretary of State For Work and Pensions εξέθεσε ότι αυτή δεν πληρούσε την προϋπόθεση παρουσίας στη Μεγάλη Βρετανία την πρώτη ημέρα, από την οποία θεωρούσε ότι εδικαιούτο της παροχής λόγω αναπηρίας. Πρόσθεσε ότι η νομοθεσία της Ενώσεως δεν μπορεί να της παρέχει την ευχέρεια να πληροί αυτή την προϋπόθεση.
III – Τα προδικαστικά ερωτήματα
27. Αυτές είναι οι περιστάσεις υπό τις οποίες το Upper Tribunal (Administrative Appeals Chamber), ενώπιον του οποίου ασκήθηκε έφεση κατά της δεύτερης αυτής αποφάσεως, αποφάσισε, στις 16 Νοεμβρίου 2009, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλούθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1 Αποτελεί η παροχή που έχει τα χαρακτηριστικά βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, παροχή ασθενείας ή παροχή λόγω αναπηρίας κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71;
2 Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι ότι το επίδομα αυτό αποτελεί παροχή ασθενείας:
α) Μπορεί ένα πρόσωπο, όπως η μητέρα της εκκαλούσας που έχει παύσει οριστικά κάθε μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα λόγω συνταξιοδοτήσεως να θεωρηθεί παρ’ όλα αυτά “μισθωτός” κατά την έννοια του άρθρου 19 λόγω της παλαιότερης μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας ή οι εφαρμοστέοι κανόνες είναι τα άρθρα 27 έως 34 (συνταξιούχοι);
β) Μπορεί ένα πρόσωπο, όπως ο πατέρας της εκκαλούσας που δεν έχει ασκήσει μισθωτή ή μη μισθωτή δραστηριότητα από το 2001 να θεωρηθεί παρ’ όλα αυτά “μισθωτός” κατά την έννοια του άρθρου 19 λόγω της προηγουμένης μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας;
γ) Πρέπει ένας αιτών να θεωρηθεί ως “δικαιούχος συντάξεως” κατά την έννοια του άρθρου 28 λόγω του ότι λαμβάνει παροχή που αποκτήθηκε βάσει του άρθρου 95β του κανονισμού 1408/71 παρά το ότι: 1. ουδέποτε υπήρξε μισθωτός κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α΄, του κανονισμού 1408/71· 2. δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως· και 3. εμπίπτει στο προσωπικό πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 μόνον ως μέλος οικογένειας;
δ) Στην περίπτωση που ο δικαιούχος συντάξεως εμπίπτει στο άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71, μπορεί το μέλος της οικογένειάς του που κατοικούσε πάντα στο ίδιο κράτος με αυτόν να ζητήσει, βάσει του άρθρου 28, παράγραφος, 1 σε συνδυασμό με το άρθρο 29, παροχή ασθενείας εις χρήμα από τον αρμόδιο φορέα κατά την έννοια του άρθρου 28, παράγραφος 2, στην περίπτωση που η παροχή αυτή καταβάλλεται (αν οφείλεται) στο μέλος της οικογένειας (και όχι στον δικαιούχο συντάξεως);
ε) Αν [αναλόγως των απαντήσεων στα υπο-ερωτήματα α έως δ ανωτέρω] έχει εφαρμογή κάποια προϋπόθεση της εθνικής νομοθεσίας κοινωνικής ασφαλίσεως που περιορίζει την απόκτηση δικαιώματος για παροχή ασθενείας σ’ αυτούς που έχουν συμπληρώσει την απαιτούμενη περίοδο παρουσίας κατά το παρελθόν εντός του αρμοδίου κράτους μέλους, σε καθορισμένη προγενέστερη περίοδο, συμβιβάζεται η εφαρμογή αυτή με τις διατάξεις του άρθρου 19 και/ή 28 του κανονισμού 1408/71;
3 Αν η απάντηση στο ερώτημα 1 είναι ότι η εν λόγω παροχή πρέπει να θεωρηθεί ως παροχή λόγω αναπηρίας, έχει η φράση του άρθρου 10 του κανονισμού 1408/71 παροχές “που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών” την έννοια ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία βάσει του κανονισμού 1408/71 να θέτουν προϋποθέσεις αρχικής αποκτήσεως του δικαιώματος παροχών λόγω αναπηρίας στηριζόμενες στην κατοικία στο κράτος μέλος ή στην απόδειξη των απαιτουμένων περιόδων παρουσίας κατά το παρελθόν στο κράτος μέλος έτσι ώστε ο αιτών δεν μπορεί αρχικά να ζητήσει τη χορήγηση της παροχής αυτής ευρισκόμενος σε άλλο κράτος μέλος;» (7)
IV – Ως προς την ανάλυση της δομής και του ειδικού περιεχομένου των ερωτημάτων που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο
28. Η ιδιομορφία της υποθέσεως αυτής έγκειται στο γεγονός ότι, κατά την απάντησή μας, θα πρέπει κατ’ ανάγκη να εξετάσουμε τόσο τη δομή όσο και τη λυσιτέλεια των υποβληθέντων ερωτημάτων, τα οποία θα υποβληθούν σε «κούρα αδυνατίσματος». Ειδικότερα, θα επιχειρήσω να δείξω ως προς τι είναι ουσιαστικώς άνευ συνεπειών η διάκριση μεταξύ παροχής ασθενείας και παροχής λόγω αναπηρίας, αντικείμενο του πρώτου ερωτήματος που αποτελεί τη βάση της δομής των λοιπών ερωτημάτων, επίσης δε θα προσπαθήσω να τονίσω πόσο δύσκολο είναι να εξετασθούν αυτοτελώς η προϋπόθεση κατοικίας και η προϋπόθεση παρουσίας και, τέλος, να αποδείξω ότι το βασικό ζήτημα που ανακύπτει σ’ αυτή την υπόθεση είναι αυτό της «συνήθους διαμονής», μόνο δε σ’ αυτό το πλαίσιο θα είναι πράγματι δυνατό να εξετασθεί, όταν έλθει η στιγμή, η κατάσταση της προσφεύγουσας, η ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας ενός δικαιούχου συντάξεως κατά την έννοια του κανονισμού 1408/71. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η «αναδιάρθρωση» των ερωτημάτων που υποβάλλει το αιτούν δικαστήριο δεν μπορεί να γίνει εξαρχής με την έκθεση της προτεινόμενης απαντήσεως, αλλά πρέπει κατ’ ανάγκη να προκύψει από τη συλλογιστική που θα ακολουθηθεί. Προς τούτο, πρέπει να εκτεθεί προηγουμένως η ιδιομορφία αυτού που αποκαλείται εδώ «βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες».
Η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες
29. Η ιδιομορφία της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, η οποία θεσπίσθηκε το 2001 (8), έγκειται στο γεγονός ότι συνιστά παροχή ουσιαστικώς μη ανταποδοτικού χαρακτήρα (9), που εντάσσεται στον πυρήνα μιας γενικότερης ρυθμίσεως, της παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία κατά το κοινό δίκαιο, που εμφανίζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας παροχής ανταποδοτικού χαρακτήρα.
30. Πράγματι, η παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία κατά το κοινό δίκαιο χορηγείται υπό την προϋπόθεση, κατ’ αρχήν, καταβολής εισφορών στο γενικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, ενώ η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες χορηγείται, κατά παρέκκλιση από αυτή την προϋπόθεση, ανεξάρτητα από την καταβολή οποιασδήποτε εισφοράς, αλλά με την επιφύλαξη, ως προς τον αιτούντα, να πληρούται μια τριπλή προϋπόθεση (10) κατοικίας και παρουσίας στο έδαφος του κράτους μέλους.
31. Πράγματι, η παροχή μπορεί να χορηγείται, ως προσωποπαγής παροχή, υπό τη μορφή καθ’ υποκατάσταση εισοδήματος, σε κάθε πρόσωπο το οποίο, όταν έχει φθάσει στην κατά νόμο ηλικία για την άσκηση εργασίας, βρίσκεται σε ανικανότητα προς εργασία συνεπεία ασθενείας ή αναπηρίας και δεν μπορεί να τύχει της κατά το κοινό δίκαιο παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία, λόγω του ότι δεν έχει προηγουμένως καταβάλει εισφορές. Αυτή είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεται η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, νεαρό άτομο με ειδικές ανάγκες που ουδέποτε εργάσθηκε και το οποίο ζήτησε να τύχει της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες την ημέρα κατά την οποία έκλεισε τα 16 της χρόνια.
Η τριπλή προϋπόθεση κατοικίας και παρουσίας
32. Πιο συγκεκριμένα, το ευεργέτημα της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες εξαρτάται από την τριπλή προϋπόθεση, ως προς τον αιτούντα, της υπάρξεως συνήθους διαμονής στο έδαφος του κράτους μέλους (προϋπόθεση συνήθους διαμονής), παρουσίας στο εν λόγω έδαφος κατά την ημερομηνία της αιτήσεως (προϋπόθεση υφιστάμενης παρουσίας) και προηγούμενης παρουσίας επί τουλάχιστον 26 εβδομάδες κατά τη διάρκεια των 52 εβδομάδων που προηγούνται της ημερομηνίας της αιτήσεως (προϋπόθεση προγενέστερης παρουσίας). Πρόκειται επομένως για μια προϋπόθεση συνήθους διαμονής «ενισχυμένη» κάπως με μια διπλή προϋπόθεση παρουσίας.
33. Συναφώς, και όπως το υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι η αίτηση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης απορρίφθηκε λόγω του ότι δεν πληρούσε αυτή την προϋπόθεση παρουσίας στο έδαφος του κράτους μέλους κατά την ημερομηνία της αιτήσεως, θα μπορούσε το ίδιο να έχει απορριφθεί λόγω του ότι δεν πληρούσε την προϋπόθεση κατοικίας ή την προϋπόθεση προηγούμενης παρουσίας. Εξάλλου, από το δεύτερο ερώτημα, στοιχείο ε), το οποίο αφορά μόνο την προϋπόθεση προηγούμενης παρουσίας, και από το τρίτο ερώτημα, που αφορά τόσο την προϋπόθεση κατοικίας όσο και την προϋπόθεση προηγούμενης παρουσίας, φαίνεται να προκύπτει ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι «αυτοτελείς», λειτουργούν αυτοτελώς και, κατά συνέπεια, πρέπει να νοούνται αυτοτελώς.
34. Πρέπει όμως να τονισθεί το γεγονός ότι οι δύο προϋποθέσεις παρουσίας έχουν νόημα, στο πλαίσιο του όλου συστήματος, μόνο σε σχέση με την προϋπόθεση κατοικίας. Πράγματι, φαίνεται ότι δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ο εθνικός νομοθέτης εξέτασε ενδεχομένως τη δυνατότητα χορηγήσεως της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες βάσει αποκλειστικώς της προηγούμενης παρουσίας και/ή της υφιστάμενης παρουσίας του αιτούντος, δηλαδή σε μια περίπτωση κατά την οποία ο αιτών, χωρίς να έχει συνήθη διαμονή στο έδαφος του κράτους μέλους, πληροί τις δύο άλλες προϋποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι, καθόσον μπορούν να διατυπωθούν διάφορα επιχειρήματα ως προς το συμβατό μιας προϋποθέσεως προηγούμενης παρουσίας με το ενωσιακό δίκαιο, εξαιρουμένου συνεχώς του ότι η προϋπόθεση της συνήθους διαμονής δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, συμβατή, είναι σαφές ότι η προϋπόθεση της προηγούμενης παρουσίας δεν έχει, στο πλαίσιο της διαρθρώσεως της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, καμία πιθανότητα αυτοτελούς υπάρξεως.
35. Τελικώς, η διάκριση στην οποία προβαίνει το αιτούν δικαστήριο μεταξύ παροχών ασθενείας και παροχών λόγω αναπηρίας δεν έχει καμία συνέπεια, προκειμένου για το συμβατό των αντιστοίχως υπό εξέταση προϋποθέσεων, ήτοι της προϋποθέσεως συνήθους διαμονής, στη μία περίπτωση, και των προϋποθέσεων συνήθους διαμονής και προηγούμενης παρουσίας, στην άλλη, τουλάχιστον εφόσον η προϋπόθεση συνήθους διαμονής αποδειχθεί παράνομη σε αμφότερες τις περιπτώσεις, πράγμα που θα υποστηρίξω σε μια πρώτη προσέγγιση.
V – Η κατοικία, μία a priori αμφίβολης νομιμότητας, από απόψεως ενωσιακού δικαίου προϋπόθεση για τη χορήγηση κοινωνικών παροχών
36. Οι προϋποθέσεις κατοικίας είναι, κατ’ αρχήν, «αμφίβολης νομιμότητας» στο ενωσιακό δίκαιο. Θεωρούνται, γενικώς, ως ασυμβίβαστες προς τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που έχουν εφαρμογή στις παροχές ασθενείας, όπως και στις παροχές λόγω αναπηρίας, εφόσον, εν πάση περιπτώσει, εμφανίζονται ως «πρόσθετες», δηλαδή επαυξάνουν τις προϋποθέσεις παροχής δικαιωμάτων, τις οποίες τα κράτη μέλη δικαιούνται να επιβάλλουν. Θα προσπαθήσω σ’ αυτό το πρώτο στάδιο, όπως προείπα, να εκθέσω το εφαρμοστέο δίκαιο σαν να επρόκειτο για μια συνήθη ρήτρα κατοικίας.
Οι παροχές λόγω αναπηρίας
37. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, που θέτει την αρχή της άρσεως των ρητρών κατοικίας (11) και διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την «εξαγωγιμότητα» των παροχών λόγω αναπηρίας έχει ως αντικείμενο την ενθάρρυνση, σύμφωνα με το άρθρο 42 ΕΚ, της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, προστατεύοντας τους ενδιαφερομένους από τις δυσμενείς συνέπειες που θα μπορούσε να έχει η μεταφορά της κατοικίας τους από το ένα κράτος μέλος στο άλλο (12).
38. Η διάταξη αυτή συνεπάγεται όχι μόνον ότι οι ενδιαφερόμενοι διατηρούν το δικαίωμα να απολαύουν συντάξεων και επιδομάτων κεκτημένων δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών, ακόμη και αν έχουν ορίσει ως τόπο κατοικία τους άλλο κράτος μέλος, αλλά επίσης, πράγμα που είναι ιδιαιτέρως σημαντικό εν προκειμένω, ότι δεν μπορεί να τους αντιτάσσεται άρνηση αναγνωρίσεως ενός τέτοιου δικαιώματος για τον λόγο και μόνον ότι δεν κατοικούν στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο φορέας που οφείλει τις παροχές (13). Όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας M. Darmon με τις προτάσεις του στην προπαρατεθείσα απόφαση Stanton Newton (14), αν γινόταν δεκτή μια τέτοια διάκριση, θα ήταν πολύ εύκολο να καταστρατηγείται η απαγόρευση που θέτει το άρθρο 10 του κανονισμού 1408/71: «Θα αρκούσε να συμπεριλάβει ο εθνικός νομοθέτης τις προϋποθέσεις κατοικίας στις προϋποθέσεις χορηγήσεως της παροχής για να τις θέσει σαφώς εκτός του πεδίου εφαρμογής της απαγορεύσεως».
B – Οι παροχές ασθενείας
39. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 1408/71, εξάλλου, ορίζει ότι ο εργαζόμενος, μισθωτός ή μη μισθωτός, που κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από το αρμόδιο κράτος μέλος και καλύπτει τους όρους που απαιτούνται από τη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους για να έχει δικαίωμα αυτών των παροχών λαμβάνει στο κράτος της κατοικίας του
παροχές εις χρήμα που καταβάλλονται εντός του αρμοδίου κράτους μέλους.
40. Η διάταξη αυτή εμποδίζει επίσης την εφαρμογή οποιασδήποτε διατάξεως κράτους μέλους που εξαρτά την καταβολή των παροχών ασθενείας από την προϋπόθεση κατοικίας (15).
41. Ομοίως, το μέλος της οικογενείας εργαζομένου δικαιούται, δυνάμει του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71, να ζητήσει από το κράτος μέλος απασχολήσεως του εν λόγω εργαζομένου την καταβολή παροχών ασθενείας εντός άλλου κράτους μέλους, όπου έχει την κατοικία του, εφόσον πληροί όλες τις προϋποθέσεις χορηγήσεώς τους και καθόσον δεν δικαιούται ανάλογης παροχής σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους στο έδαφος του οποίου κατοικεί (16).
42. Το Δικαστήριο διευκρίνισε με την απόφασή του Hosse, προπαρατεθείσα, ότι σκοπός του άρθρου 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 είναι, μεταξύ άλλων, η χορήγηση παροχών ασθενείας να μην εξαρτάται από την κατοικία των μελών της οικογενείας του εργαζομένου στο αρμόδιο κράτος μέλος, και τούτο προκειμένου να μην αποθαρρύνονται οι κοινοτικοί εργαζόμενοι από την άσκηση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Κατά το Δικαστήριο, «θα αντέκειτο προς το άρθρο 19, παράγραφος 2, του κανονισμού 1408/71 να στερηθεί η θυγατέρα εργαζομένου του ευεργετήματος παροχής την οποία αυτή θα δικαιούνταν εάν κατοικούσε στο αρμόδιο κράτος» (17).
43. Τέλος, το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης στους συνταξιούχους δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου 28 του κανονισμού 1408/71, εξαγωγής των παροχών ασθενείας (18).
44. Λαμβανομένης υπόψη της λογικής που διέπει τη μνημονευόμενη ανωτέρω νομολογία, μπορεί, τέλος, να γίνει δεκτό ότι αυτό το δικαίωμα εξαγωγής των παροχών ασθενείας πρέπει επίσης να αναγνωρίζεται στα μέλη της οικογενείας συνταξιούχου.
45. Συναφώς, μολονότι είναι αληθές ότι, όπως τονίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, το Δικαστήριο είχε, αρχικώς, τη δυνατότητα να κρίνει ότι ο κατιών διακινουμένου εργαζομένου που συντηρείται από αυτόν δεν μπορεί, ως μέλος της οικογενείας εργαζομένου, να αξιώσει επίδομα αναπήρου προβλεπόμενο από την εθνική νομοθεσία ως ίδιο δικαίωμα (19), μεταγενεστέρως, πάντως, καθόρισε επιμελώς την έκταση αυτής της νομολογίας (20).
46. Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάκριση μεταξύ ιδίων δικαιωμάτων του εργαζομένου και παραγώγων δικαιωμάτων των μελών της οικογενείας του δεν έχει σημασία παρά μόνον όταν ένα μέλος της οικογενείας επικαλείται διατάξεις του κανονισμού 1408/71 που έχουν εφαρμογή αποκλειστικώς στους εργαζομένους, αποκλειομένων των μελών της οικογενείας τους (21).
47. Κατά συνέπεια, αν η αρχή της άρσεως των ρητρών κατοικίας του άρθρου 10 του κανονισμού 1408/71 ή η αρχή της «εξαγωγιμότητας» των παροχών ασθενείας, όπως εκφράζονται στη νομολογία που αφορά τα άρθρα 19 και 28 του εν λόγω κανονισμού, εφαρμόζονταν απαρέγκλιτα και, κατά κάποιο τρόπο, μηχανικά στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, θα έπρεπε να καταβληθεί στην προσφεύγουσα της εν λόγω υποθέσεως η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες.
48. Τελικώς, το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί, σύμφωνα με όλη αυτή τη νομολογία, ότι το άρθρο 10 ή τα άρθρα 19 και 28 του κανονισμού 1408/71 έχουν την έννοια ότι εμποδίζουν την εφαρμογή σε πρόσωπο ευρισκόμενο στην κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης μιας ενισχυμένης, όπως είναι η επίμαχη στην κύρια δίκη, προϋποθέσεως κατοικίας ή ακόμη ότι ο κανονισμός 1408/71 έχει την έννοια ότι εμποδίζει την εφαρμογή ρυθμίσεως κράτους μέλους, η οποία εξαρτά τη χορήγηση μιας κοινωνικής παροχής, όπως είναι η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, από τον όρο ότι ο δικαιούχος πληροί τις προϋποθέσεις κατοικίας και προηγούμενης παρουσίας στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους.
49. Υπ’ αυτό ακριβώς το πρίσμα, και πριν προχωρήσω στις αναλύσεις που ακολουθούν, έχει σημασία να τονισθεί το γεγονός ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας δεν έχει έναν «πρόσθετο» ρόλο, αλλά, αντιθέτως, επιτελεί τελικώς λειτουργία τελείως άλλης φύσεως. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, αν αυτή θα ήταν η απάντηση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου, η συνέπεια δεν θα ήταν ελάσσονος σημασίας. Δεν πρέπει να αγνοηθεί, προκειμένου να γίνει πλήρως αντιληπτή αυτή η επιλογή, ότι, αν δεν υπήρχε αυτή η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας, κάθε υπήκοος κράτους μέλους ευρισκόμενος στην κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, δηλαδή ηλικίας μεταξύ 16 και 20 ετών (25 ετών κατά μέγιστο όριο), αλλά ανίκανος προς εργασία κατά τις 196 ημέρες που προηγούνται της ημερομηνίας συμπληρώσεως των 16 του ετών, ο οποίος δεν παρακολουθεί πλήρεις σπουδές, θα μπορούσε να ζητήσει, και να λάβει, τη βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, χωρίς ίσως ουδέποτε να ήταν ασφαλισμένος στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως αυτού του κράτους μέλους.
50. Αυτό σημαίνει ότι τίθεται το ερώτημα αν το ενωσιακό δίκαιο πρέπεί να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αναγκάζει ένα κράτος μέλος να προβαίνει αναπόφευκτα στην επιλογή μεταξύ της καταργήσεως μιας έτσι σχεδιασμένης κοινωνικής παροχής, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της οποίας θα υπερέβαιναν τα όρια της λογικής, και της μεταλλαγής της εν λόγω κοινωνικής παροχής, προκειμένου να μπορεί αυτή να χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ως ειδική παροχή μη ανταποδοτικού χαρακτήρα. Δεν νομίζω ότι το ενωσιακό δίκαιο επιβάλλει μια τέτοια επιλογή.
VI – Η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας ως «συστατικός» όρος ενός συνδετικού στοιχείου από την άποψη των απαιτήσεων του ενωσιακού δικαίου
51. Από το σύνολο της μνημονευθείσας ανωτέρω νομολογίας προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις κατοικίας, σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες θεωρήθηκαν ασυμβίβαστες προς τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου, εφαρμόζονταν ουσιαστικώς ως «πρόσθετες» ή συμπληρωματικές προϋποθέσεις σε σχέση με τις προϋποθέσεις κτήσεως του δικαιώματος κοινωνικών παροχών, κατά κανόνα τις προϋποθέσεις καταβολής εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, και επομένως η λειτουργία τους συνίστατο κυρίως στον αποκλεισμό των δικαιούχων που είχαν κάνει χρήση του δικαιώματός τους ελεύθερης κυκλοφορίας. Δικαιολογημένα, υπό τέτοιες περιστάσεις, η νομολογία υπήρξε ιδιαίτερα απαιτητική, οσάκις εφάρμοσε την αρχή της άρσεως των ρητρών κατοικίας ή την αρχή της «εξαγωγιμότητας» των κοινωνικών παροχών.
52. Η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας, με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπο το Δικαστήριο σ’ αυτή την υπόθεση, παρουσιάζεται πάντως μέσα σε ένα τελείως διαφορετικό πλαίσιο. Υπ’ αυτό ακριβώς το πρίσμα πρέπει να εκτιμηθεί η επιχειρηματολογία του Ηνωμένου Βασιλείου, το οποίο προβάλλει ότι η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας είναι μια προϋπόθεση για την κτήση του δικαιώματος βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, η οποία υποκαθιστά, προς το συμφέρον των δικαιούχων της, την κατά το κοινό δίκαιο προϋπόθεση καταβολής εισφορών.
53. Συναφώς, ας λεχθεί κατ’ αρχάς ότι το Δικαστήριο έχει κατ’ επανάληψη κρίνει ότι τα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει την εξουσία τους να διαρρυθμίζουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως υπό την προϋπόθεση ότι ασκούν αυτή την εξουσία τηρώντας το ενωσιακό δίκαιο (22). Η εξουσία αυτή συνεπάγεται ότι στα κράτη μέλη εναπόκειται να καθορίζουν τόσο την περίμετρο του συστήματός τους κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται το ευεργέτημα των χορηγουμένων κοινωνικών παροχών στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, υπό την επιφύλαξη ότι οι προϋποθέσεις αυτές συνάδουν προς το ενωσιακό δίκαιο και, προ πάντων, δεν συνεπάγονται δυσμενείς διακρίσεις. Εναπόκειται αποκλειστικώς στα κράτη μέλη να καθορίσουν την έκταση της εθνικής αλληλεγγύης και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει αυτή εκδηλώνεται. Σ’ αυτά εναπόκειται ιδίως να διακρίνουν μεταξύ των διαφόρων χορηγούμενων παροχών αυτές που έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα από αυτές που φέρουν τα χαρακτηριστικά ειδικής παροχής μη ανταποδοτικού χαρακτήρα, τηρουμένου πάντοτε του ενωσιακού δικαίου (23).
54. Ο κανονισμός 1408/71 έχει πράγματι ως στόχο, σύμφωνα με το άρθρο 42 ΕΚ, μόνο τον συντονισμό των νομοθεσιών των κρατών μελών στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως και όχι την εναρμόνισή τους. Επομένως, σύμφωνα με την επαναλαμβανόμενη νομολογία, είναι αποκλειστικώς έργο των εθνικών νομοθεσιών να καθορίζουν τις προϋποθέσεις του δικαιώματος ή της υποχρεώσεως υπαγωγής σε ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ή σε κάποιο κλάδο αυτού του συστήματος, καθόσον οι προϋποθέσεις αυτές δεν δημιουργούν δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των ημεδαπών υπηκόων και των υπηκόων των άλλων κρατών μελών (24).
55. Υπό το φως αυτής ακριβώς της νομολογίας πρέπει να εξετασθεί η εν προκειμένω ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας, από την οποία εξαρτάται το ευεργέτημα της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, καθόσον αυτή αντικαθιστά την κατά το κοινό δίκαιο προϋπόθεση καταβολής εισφορών και, κατά συνέπεια, επιτελεί τη λειτουργία ενός συνδετικού στοιχείου, που κανονικά προσιδιάζει στη δεύτερη. Υπ’ αυτό το πρίσμα, θα προσπαθήσω, κατ’ αρχάς, να εξετάσω αν είναι δυνατόν, κατ’ αρχήν, να γίνει δεκτή μια τέτοια προϋπόθεση κατοικίας, προκειμένου, κατόπιν, να επιχειρήσω να συναγάγω τους όρους στους οποίους θα πρέπει να υπόκειται.
Η εξέταση των κατ’ αρχήν δυνατοτήτων
56. Πρέπει, κατ’ αρχάς, να επισημανθεί ότι ο κανονισμός 1408/71 αποκλείει απολύτως μόνο τη δυνατότητα να αποτελεί η κατοικία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κριτήριο συνδέσεως με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ενός κράτους μέλους στον ίδιο βαθμό με μια περίοδο απασχολήσεως. Μαρτυρία περί αυτού αποτελεί ειδικότερα το άρθρο 18 του κανονισμού 1408/71, το οποίο αναφέρεται στη δυνατότητα μιας εθνικής νομοθεσίας να «εξαρτά την κτήση, την διατήρηση ή την ανάκτηση του δικαιώματος παροχών από την συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, απασχολήσεως ή κατοικίας» (25).
57. Το άρθρο 10α του κανονισμού 1408/71 προβλέπει, εξάλλου, ρητώς την ευχέρεια του κράτους μέλους να εξαρτά τη χορήγηση ειδικών παροχών μη ανταποδοτικού χαρακτήρα από την προϋπόθεση κατοικίας.
58. Υπό μια άλλη θεώρηση, μολονότι οι προϋποθέσεις κατοικίας θεωρούνται γενικώς ως περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά την έννοια, μεταξύ άλλων, του άρθρου 18 ΕΚ, γίνεται γενικώς δεκτό ότι μπορούν να δικαιολογούνται (26), από απόψεως ενωσιακού δικαίου, υπό τον όρο ότι στηρίζονται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις γενικού συμφέροντος, ανεξάρτητες από την ιθαγένεια των οικείων προσώπων, και είναι ανάλογες προς τον σκοπό που επιδιώκει θεμιτώς η εθνική ρύθμιση (27).
59. Το Δικαστήριο δέχεται επομένως ότι η χρήση, από τον εθνικό νομοθέτη, της κατοικίας ως κριτήριο οριοθετήσεως του κύκλου των δικαιούχων μιας κοινωνικής παροχής και, επομένως, της εκτάσεως της υποχρεώσεως αλληλεγγύης, της οποίας μαρτυρία αποτελεί αυτή η παροχή, μπορεί, ως έκφραση του βαθμού συνδέσεως των περιλαμβανομένων κατ’ αυτόν τον τρόπο προσώπων με την κοινωνία από την οποία προέρχεται αυτή η προσπάθεια αλληλεγγύης, να συνιστά αντικειμενικό λόγο γενικού συμφέροντος (28) ικανού να δικαιολογεί περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων.
60. Υπό το φως ακριβώς αυτών των σκέψεων αποκτά την πλήρη σημασία του ο καθεαυτόν ουσιαστικώς μη ανταποδοτικός χαρακτήρας της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες.
61. Από πολλές απόψεις, πράγματι, οι ίδιες οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, ως παρέκκλιση από τις κατά το κοινό δίκαιο προϋποθέσεις χορηγήσεως της παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία που στηρίζονται στην αρχή της προηγουμένως καταβολής εισφορών, αποτελούν την εκδήλωση μιας προσπάθειας αλληλεγγύης που αντιστοιχεί αναμφισβήτητα σε αντικειμενικό λόγο γενικού συμφέροντος, εν προκειμένω στην ανάγκη προστασίας των νεαρών εργαζομένων που βρίσκονται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία και δεν καλύπτονται από το σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας του κοινού δικαίου.
62. Όπως τόνισε το Ηνωμένο Βασίλειο, ο λόγος για τον οποίο η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας αποτελεί πράγματι όρο κτήσεως του δικαιώματος της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες είναι απλώς και μόνο για να αντιμετωπισθεί η ανυπαρξία προηγουμένων εισφορών των δικαιούχων της.
63. Αυτό που έχει σημασία είναι όχι τόσο το γεγονός ότι η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες είναι ουσιαστικώς μη ανταποδοτικού χαρακτήρα όσο η λειτουργία που καλείται να επιτελέσει η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας εν ανυπαρξία εισφορών, δηλαδή σε μια κατάσταση, όπου δεν υφίσταται κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο μεταξύ της παροχής και του δικαιούχου της, ούτε δε καν μεταξύ του θεωρούμενου ως αρμοδίου κράτους μέλους και του αιτούντος την παροχή.
64. Με άλλα λόγια, η προϋπόθεση κατοικίας λειτουργεί ως υποκατάστατο των εισφορών στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως (29), παρεμβαίνει ως απαραίτητο συνδετικό στοιχείο και κατ’ αυτή την έννοια πρέπει να αναλύεται, δηλαδή ως συνδετικό στοιχείο μεταξύ της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες και των δικαιούχων της. Επομένως, επιτελεί μια λειτουργία που είναι όχι «προστιθέμενη» στις προϋποθέσεις θεμελιώσεως του δικαιώματος παροχής, αλλά «συστατική» του συνδετικού στοιχείου μεταξύ του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, στο οποίο εντάσσεται η παροχή, και των δικαιούχων της που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις καταβολής εισφορών.
65. Από αυτή την άποψη, η εν λόγω ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας σχεδιάσθηκε με στόχο να συμπεριλάβει, στον κύκλο των δικαιούχων της εν γένει παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία, τα νεαρά άτομα με ειδικές ανάγκες που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις καταβολής εισφορών και όχι να αποκλείσει από το ευεργέτημα της παροχής τα νεαρά άτομα με ειδικές ανάγκες που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος.
66. Το γεγονός όμως ότι η ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας δεν επιδιώκει κανένα σκοπό που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις δεν σημαίνει ότι πρέπει αυτομάτως να θεωρηθεί ως συμβατή προς το ενωσιακό δίκαιο. Πρέπει επιπλέον να υπάρχει βεβαιότητα ότι δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα που συνιστά δυσμενή διάκριση και επαγρύπνηση ότι η εφαρμογή της είναι απολύτως σύμφωνη με τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71, καθώς και με τις διατάξεις της Συνθήκης και τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. Έτσι, τίθεται το αναπόφευκτο ζήτημα των όρων υπό τους οποίους αυτή επιτρέπεται.
Η εξέταση των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται
67. Μια ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας, όπως αυτή που θέτει η επίμαχη στην κύρια δίκη ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορεί, ενδεχομένως, να δικαιολογείται παρά μόνον υπό τον διττό όρο ότι επέχει θέση συνδετικού στοιχείου και ότι δεν μπορεί να εφαρμόζεται παρά μόνον ελλείψει οποιουδήποτε άλλου συνδετικού στοιχείου.
68. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η προϋπόθεση της κατοικίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκώς δηλωτική ένδειξη συνδέσμου των αιτούντων με το κράτος μέλος που χορηγεί την παροχή, στην περίπτωση που ενδέχεται να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα για άτομα εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος και των οποίων το επίπεδο ενσωματώσεως στην κοινωνία του κράτους μέλους που χορηγεί την παροχή είναι, από πάσης απόψεως, συγκρίσιμο (30).
69. Υπ’ αυτό ακριβώς το πρίσμα πρέπει να εξετασθεί το δεύτερο ερώτημα, στοιχείο ε), του αιτούντος δικαστηρίου. Πράγματι, το εν λόγω δικαστήριο διερωτάται αν η προϋπόθεση της προηγούμενης παρουσίας, την οποία εξετάζει χωριστά, απομονώνοντας τις άλλες προϋποθέσεις, ειδικότερα δε την προϋπόθεση της συνήθους διαμονής, συνάδει προς τις διατάξεις των άρθρων 19 και/ή 28 του κανονισμού 1408/71. Αν όμως υποτεθεί ότι η προϋπόθεση της προηγούμενης κατοικίας μπορεί ενδεχομένως να τυγχάνει εφαρμογής ανεξάρτητα από την προϋπόθεση της συνήθους διαμονής (31), θα εναπέκειτο στο αιτούν δικαστήριο να εξετάσει αν και κατά πόσο μπορεί αυτή να λειτουργεί ως συνδετικό στοιχείο και να θεωρείται επαρκής για την ύπαρξη του απαιτούμενου βαθμού ενσωματώσεως.
70. Η προϋπόθεση της κατοικίας, αν ενδεχομένως γίνει δεκτή ως συνδετικό στοιχείο, δεν θα μπορούσε εξάλλου, εκτός αν αγνοηθεί η μνημονευθείσα ανωτέρω νομολογία που αφορά τις αρχές της άρσεως των ρητρών κατοικίας και «εξαγωγιμότητας», να αντιταχθεί σε ένα πρόσωπο που είναι ήδη δικαιούχος παροχής ασθενείας ή αναπηρίας.
71. Επομένως, μια «συστατικού χαρακτήρα» προϋπόθεση κατοικίας επιτρέπεται ως όρος γενέσεως του δικαιώματος παροχής μόνον εφόσον η λειτουργία της δεν έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό των δικαιούχων. Άπαξ εξαντληθεί η λειτουργία της ως συνδετικού στοιχείου, δεν πρέπει πλέον να ασκεί επιρροή.
72. Τέλος, οι περιστάσεις αυτής της υποθέσεως μας οδηγούν στην εξέταση του ζητήματος αν ένας έμμεσος σύνδεσμος με την υπαγωγή στην ασφάλιση μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές συνδετικό στοιχείο που μπορεί να αποκλείει, στην εν προκειμένω περίπτωση, τη δυνατότητα να αντιτάσσεται η προϋπόθεση κατοικίας.
73. Θα ήταν δυνατό να γίνει δεκτό ότι η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας δεν μπορεί να αντιταχθεί στην προσφεύγουσα της κύριας δίκης, καθόσον οι συγγενικοί της δεσμοί με πρόσωπο που υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1408/71 συνιστούν έμμεσο συνδετικό στοιχείο με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου;
74. Υπ’ αυτή την έποψη, όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, το ζήτημα της καταστάσεως της προσφεύγουσας, από την άποψη του κανονισμού 1408/71, και αυτής των γονέων της, από την άποψη του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, τίθεται με ιδιαίτερη οξύτητα, δεδομένου ότι η κατάστασή τους πρέπει να εξετασθεί λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες.
75. Μπορεί η προσφεύγουσα της κύριας δίκης να διεκδικήσει την «εξαγωγιμότητα» μιας παροχής, για την οποία έχει ίδιο δικαίωμα, επικαλούμενη την ιδιότητά της ως μέλος της οικογενείας συνταξιούχου, που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 28 του κανονισμού 1408/71, και επικαλούμενη το συνδετικό στοιχείο που υφίσταται μεταξύ αυτού του προσώπου και του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που χορηγεί παροχές;
76. Πρέπει να υπομνησθεί ότι ένα κράτος μέλος μπορεί κατ’ αρχήν, όπως είδαμε, να οργανώνει ένα σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που εξαρτά το ευεργέτημα μιας κοινωνικής παροχής, είτε πρόκειται για παροχή ασθενείας είτε για παροχή λόγω αναπηρίας, από τον όρο ότι ο αιτών πληροί την προϋπόθεση κατοικίας, καθόσον ο όρος αυτός έχει ως μόνο σκοπό την ύπαρξη ενός συνδετικού στοιχείου μεταξύ αυτού του αιτούντος και αυτού του συστήματος και μπορεί να αντιτάσσεται μόνον ελλείψει οποιουδήποτε άλλου συγκρίσιμου συνδετικού στοιχείου.
77. Ομοίως και κατά μείζονα λόγο, δικαιούται να αποφασίζει για το πόσο έντονο και ποιας φύσεως πρέπει να είναι το συνδετικό στοιχείο. Δεδομένου ότι τα κράτη μέλη παραμένουν αρμόδια, όπως υπογραμμίσθηκε ανωτέρω, να θέτουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως και να προβλέπουν υπό ποιούς όρους γεννάται δικαίωμα παροχής, καθόσον αυτοί συνάδουν προς το ενωσιακό δίκαιο, μπορεί να συναχθεί ότι εναπόκειται κανονικά στον εθνικό νομοθέτη, σε ευρύτερη κλίμακα και αν το απαιτεί η περίσταση, να προσδιορίζει τα συνδετικά στοιχεία που ενδεχομένως μπορούν να υποκαθίστανται στα παραδοσιακά συνδετικά στοιχεία της απασχολήσεως ή της καταβολής εισφορών (32).
78. Κατά συνέπεια, ελλείψει οποιουδήποτε σχετικού κανόνα στην εθνική ρύθμιση, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν ο συγγενικός δεσμός στην υπόθεση της κύριας δίκης θα μπορούσε να είναι συστατικός ενός τέτοιου συνδετικού στοιχείου και, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί επαρκής για να εκτοπίσει την ενισχυμένη προϋπόθεση κατοικίας και να την υποκαταστήσει. Πράγματι, υπό τις συνθήκες της περιπτώσεως της κύριας δίκης, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει την κρίση του σ’ αυτή του αιτούντος δικαστηρίου, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι καταβάλλεται ατομικώς στα πρόσωπα που βρίσκονται σε κατάσταση ανικανότητας προς εργασία, μπορεί ή πρέπει να καταβάλλεται σε πρόσωπο που βρίσκεται στην κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, απλώς και μόνο διότι είναι μέλος της οικογένειας προσώπων ασφαλισμένων στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του οικείου κράτους μέλους και εξαρτώμενο από αυτά.
VII – Πρόταση
79. Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Upper Tribunal (Administrative Appeals Chamber) ως ακολούθως:
«1) Το ενωσιακό δίκαιο έχει την έννοια ότι επιτρέπει εθνική ρύθμιση η οποία εξαρτά από την προϋπόθεση κατοικίας το ευεργέτημα μιας κοινωνικής παροχής, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, είτε η παροχή αυτή χαρακτηρίζεται ως παροχή λόγω αναπηρίας είτε ως παροχή ασθενείας δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, καθόσον η προϋπόθεση αυτή, εφαρμοζόμενη κατά παρέκκλιση από τον όρο της προηγούμενης καταβολής εισφορών και υποκαθιστώντας αυτόν τον όρο, πρώτον, επιτελεί απλώς τη λειτουργία συνδετικού στοιχείου μεταξύ του αιτούντος και του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο εντάσσεται η εν λόγω παροχή και, δεύτερον, δεν μπορεί να αντιτάσσεται σε πρόσωπα που αποδεικνύουν ενδεχομένως την ύπαρξη συνδετικού στοιχείου αντίστοιχης αξίας.
2) Υπό τις συνθήκες της περιπτώσεως της κύριας δίκης, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο, ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής μνείας στην εθνική ρύθμιση, να εξακριβώσει αν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι η κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης, ειδικότερα δε η ιδιότητά της ως μέλους της οικογενείας δικαιούχου συντάξεως κατά το άρθρο 28 του κανονισμού 1408/71, όπως έχει τροποποιηθεί από τον κανονισμό 647/2005, επιτρέπει να συναχθεί η ύπαρξη επαρκούς συνδετικού στοιχείου ικανού να αποκλείσει τη δυνατότητα να της αντιταχθεί η εν λόγω προϋπόθεση κατοικίας.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 647/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005 (ΕΕ L 117, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 1408/71).
3 – Όπως τροποποιήθηκε από τον Social Security (Incapacity For Work) Act 1994, άρθρο 1, παράγραφος 1, και τον WelFare Reform and Pensions Act 1999, άρθρο 64 (στο εξής: SSCBA).
4 – Welfare Reform and Pensions Act 1999, article 64.
5 – Στο εξής: SSIBR.
6 – Στο εξής: DLA.
7 – Στην απόφασή του περί παραπομπής, το αιτούν δικαστήριο εξέθεσε επίσης ότι η Επιτροπή κίνησε κατά του Ηνωμένου Βασιλείου τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους σε σχέση με την προϋπόθεση της παρουσίας κατά το παρελθόν, από την οποία εξαρτάται η χορήγηση των παροχών λόγω αναπηρίας, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως παροχές ασθενείας. Επισήμανε πάντως ρητώς ότι δεν θεωρούσε ότι έπρεπε να μεταβάλει τα προδικαστικά του ερωτήματα για να λάβει υπόψη αυτό το γεγονός. Από ένα ανακοινωθέν Τύπου («Κοινωνική ασφάλιση: Η ΕΕ λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της καταβολής παροχών στους Βρετανούς που κατοικούν στο εξωτερικό», Ανακοινωθέν Τύπου IP/10/7999, 24 Ιουνίου 2010) προκύπτει πράγματι ότι η Επιτροπή επέβαλε επισήμως στο Ηνωμένο Βασίλειο την υποχρέωση να καταβάλλει στους υπηκόους του που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος ορισμένες παροχές κοινωνικής ασφαλίσεως. Θεωρεί αντίθετη προς το ενωσιακό δίκαιο, ήτοι τόσο προς τους κανονισμούς 1408/71 και 883/2004 όσο και προς τους κανόνες που αφορούν την ευρωπαϊκή ιθαγένεια, την προϋπόθεση προηγούμενης παρουσίας από την οποία εξαρτάται το επίδομα διαβιώσεως αναπήρων (disability living allowance), το επίδομα συμπαραστάσεως (attendance allowance) και το επίδομα φροντίδας αναπήρου (carer’s allowance), τα οποία θεωρούνται ως «παροχές ασθενείας εις χρήμα», προοριζόμενα για την προστασία των προσώπων που έχουν ανάγκη ιδιαίτερων φροντίδων, καθώς και αυτών που τα προσέχουν. Οι τρεις αυτές παροχές είχαν χαρακτηρισθεί ως ειδικές παροχές μη ανταποδοτικού χαρακτήρα και ως τέτοιες περιελήφθησαν στο παράρτημα ΙΙα του κανονισμού 1408/71, πριν αναχαρακτηρισθούν από το Δικαστήριο με την απόφασή του της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑299/05, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑8695).
8 – Η βραχυχρόνια παροχή λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες, η οποία προβλέπεται από τον Welfare Reform and Pensions Act 1999, article 64, που τροποποιεί το άρθρο 30A του SSCBA, άρχισε να ισχύει στις 6 Απριλίου 2001.
9 – Χαρακτηρίζεται όμως ως ανταποδοτικού χαρακτήρα από τη ρύθμιση του Ηνωμένου Βασιλείου και, κατά συνέπεια, από το αιτούν δικαστήριο, ομοίως δε πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν αποτελεί ειδική παροχή μη ανταποδοτικού χαρακτήρα εμπίπτουσα στις διατάξεις του άρθρου 10α του κανονισμού 1408/71, λόγω του ότι δεν περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙα του εν λόγω κανονισμού και λόγω του ότι δεν μπορεί να περιληφθεί σ’ αυτό χωρίς τροποποίηση του κανονισμού από τον νομοθέτη της Ενώσεως, όπως προκύπτει από τα άρθρα 5 και 97 του κανονισμού 1408/71. Φαίνεται, πάντως, ότι αυτή η ανυπαρξία καταβολής εισφορών δεν ασκεί καμία επιρροή ούτε ως προς τη χρηματοδότηση της βραχυχρόνιας παροχής λόγω ανικανότητας προς εργασία νεαρών ατόμων με ειδικές ανάγκες ούτε ως προς τον τρόπο καταβολής της από το Eθνικό Ταμείο Aσφαλίσεως.
10 – Με την επιφύλαξη αυτού που θα καταστεί σαφές στη συνέχεια.
11 – Χωρίς να υπάρχουν πάντως ιδιαίτεροι τρόποι εφαρμογής κατά την έννοια του παραρτήματος VI του κανονισμού 1408/71· βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 2ας Μαΐου 1990, C‑293/88, Winter-Lutzins (Συλλογή 1990, σ. I‑1623), και της 25ης Φεβρουαρίου 1986, 284/84, Spruyt (Συλλογή 1986, σ. 685). Εν προκειμένω, το παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού δεν περιέχει κανένα ιδιαίτερο τρόπο εφαρμογής όσον αφορά την επίδικη στην κύρια δίκη κοινωνική παροχή ή και την κατάσταση της προσφεύγουσας της κύριας δίκης.
12 – Βλ., υπό το κράτος του κανονισμού 3 του Συμβουλίου, της 25ης Σεπτεμβρίου 1958, περί κοινωνικής ασφαλίσεως των διακινουμένων εργαζομένων (ΕΕ 1958, 30, σ. 561), τις αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 1973, 51/73, Smieja (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 747, σκέψεις 14 και 15)· ως προς τις παροχές γήρατος, την απόφαση της 5ης Μαΐου 1983, 139/82, Piscitello (Συλλογή 1983, σ. 1427, σκέψη 15), την απόφαση Winter-Lutzins (προπαρατεθείσα, σκέψη 15), και την απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C‑282/91, de Wit (Συλλογή 1993, σ. I‑1221, σκέψη 18).
13 – Βλ., υπό το κράτος του κανονισμού 3, την απόφαση της 10ης Ιουνίου 1982, 92/81, Camera (Συλλογή 1982, σ. 2213, σκέψη 14)· ως προς τις παροχές λόγω αναπηρίας, τις αποφάσεις της 23ης Οκτωβρίου 1986, 300/84, van Roosmalen (Συλλογή 1986, σ. 3097, σκέψη 39), της 20ής Ιουνίου 1991, C‑356/89, Stanton Newton (Συλλογή 1991, σ. I‑3017, σκέψεις 23-24)· ως προς μια ειδική παροχή, εξομοιούμενη προς παροχή γήρατος και προς παροχή λόγω αναπηρίας, τις αποφάσεις της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 379/85 έως 381/85 και 93/86, Giletti κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 955, σκέψεις 14 έως 16), της 12ης Ιουλίου 1990, C‑236/88, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1990, σ. I‑3163, σκέψη 11), και της 6ης Ιουλίου 2000, C‑73/99, Movrin (Συλλογή 2000, σ. I‑5625, σκέψη 33).
14 – Προτάσεις της 5ης Μαρτίου 1991 (σημείο 23).
15 – Αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1998, C‑160/96, Molenaar (Συλλογή 1998, σ. I‑843, σκέψεις 38 και 39), και της 8ης Μαρτίου 2001, C-215/99, Jauch (Συλλογή 2001, σ. I-1901).
16 – Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2006, C‑286/03, Hosse (Συλλογή 2006, σ. I‑1771, σκέψεις 47 έως 56).
17 – Όπ.π. (σκέψη 55).
18 – Απόφαση Molenaar, προπαρατεθείσα (σκέψη 38 και 39). Βλ., επίσης, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση C-388/09, da Silva Martins, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου (σημεία 69 επ.).
19 – Αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1976, 40/76, Kermaschek (Συλλογή τόμος 1976, σ. 599, σκέψεις 6 έως 9), της 20ής Ιουνίου 1985, 94/84, Deak (Συλλογή 1985, σ. 1873, σκέψεις 12 έως 14), της 16ης Ιουλίου 1992, C‑78/91, Hughes (Συλλογή 1992, σ. I‑4839, σκέψη 25), και της 27ης Μαΐου 1993, C‑310/91, Schmid (Συλλογή 1993, σ. I‑3011, σκέψεις 12 έως 14). Ως προς τον υπήκοο τρίτου κράτους, σύζυγο εργαζομένου που είναι υπήκοος κράτους μέλους, βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 1992, C‑243/91, Taghavi (Συλλογή 1992, σ. I‑4401).
20 – Αποφάσεις της 30ής Απριλίου 1996, C‑308/93, Cabanis-Issarte (Συλλογή 1996, σ. I‑2097), και της 10ης Οκτωβρίου 1996, C‑245/94 και C‑312/94, Hoever και Zachow (Συλλογή 1996, σ. I‑4895).
21 – Η αρχή αυτή δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση των οικογενειακών παροχών. Βλ., εκτός από τις δύο προπαρατεθείσες αποφάσεις, την απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, C‑85/99, Offermanns (Συλλογή 2001, σ. I‑2261, σκέψη 34). Δεν έχει εφαρμογή ούτε στην περίπτωση των παροχών ασθενείας· βλ. την προπαρατεθείσα απόφαση Hosse (σκέψη 53).
22 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1998, C‑158/96, Kohll (Συλλογή 1998, σ. I‑1931, σκέψεις 17 έως 19), της 28ης Απριλίου 1998, C‑120/95, Decker (Συλλογή 1998, σ. I‑1831, σκέψεις 21 έως 23), της 26ης Ιανουαρίου 1999, C‑18/95, Terhoeve (Συλλογή 1999, σ. I‑345, σκέψεις 34 και 35), της 23ης Νοεμβρίου 2000, C‑135/99, Elsen (Συλλογή 2000, σ. I‑10409, σκέψη 33), της 7ης Ιουλίου 2005, C‑227/03, van Pommeren-Bourgondiën (Συλλογή 2005, σ. I‑6101, σκέψη 39), και της 1ης Απριλίου 2008, C‑212/06, Gouvernement de la Communauté française και Gouvernement wallon (Συλλογή 2008, σ. I‑1683, σκέψη 43).
23 – Το Δικαστήριο είχε συναφώς την ευκαιρία τόσο να επιβεβαιώσει (βλ. την απόφαση της 4ης Νοεμβρίου 1997, C‑20/96, Snares, Συλλογή 1997, σ. I‑6057) όσο και να απορρίψει, στο πλαίσιο μιας προδικαστικής διαδικασίας (απόφαση της 31ής Μαΐου 2001, C-43/99, Leclere και Deaconescu, Συλλογή 2001, σ. I-4265) όπως και στο πλαίσιο μιας διαδικασίας λόγω παραβάσεως (απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 2007, C‑299/05, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I‑8695), τον χαρακτηρισμό μιας παροχής ως ειδικής παροχής μη ανταποδοτικού χαρακτήρα.
24 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1979, 266/78, Brunori (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 311), της 24ης Απριλίου 1980, 110/79, Coonan (Συλλογή τόμος 1980/II, σ. 77, σκέψη 12), της 24ης Σεπτεμβρίου 1987, 43/86, de Rijke (Συλλογή 1987, σ. 3611, σκέψη 12), της 18ης Μαΐου 1989, 368/87, Hartmann Troiani (Συλλογή 1989, σ. 1333, σκέψη 21), της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C‑245/88, Daalmeijer (Συλλογή 1991, σ. I‑555, σκέψη 15), της 20ής Οκτωβρίου 1993, C‑297/92, Baglieri (Συλλογή 1993, σ. I‑5211, σκέψη 13), και της 9ης Μαρτίου 2006, C‑493/04, Piatkowski (Συλλογή 2006, σ. I‑2369, σκέψη 32).
25 – Η μνεία των περιόδων «απασχολήσεως ή κατοικίας» προέρχεται από την τροποποίηση αυτής της διατάξεως με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2864/72 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1972, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (EE ειδ. έκδ. 05/001, σ. 227). Η τροποποίηση αυτή ήταν δικαιολογημένη λόγω των προσανατολισμών που καθορίζονται στο μέρος VII του παραρτήματος II της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως και των προσαρμογών των Συνθηκών, προσαρτημένης στις Πράξεις περί προσχωρήσεως του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας, του Βασιλείου της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες (JO L 73, σ. 143).
26– Πέραν «των περιορισμών και [των] προϋποθέσε[ων] που προβλέπονται στην [...] Συνθήκη και στις διατάξεις που θεσπίζονται για την εφαρμογή της», για να επαναλάβω τη διατύπωση του άρθρου 18, παράγραφος 1, ΕΚ.
27 – Αποφάσεις της 18ης Ιουλίου 2006, C‑406/04, De Cuyper (Συλλογή 2006, σ. I‑6947, σκέψη 40), και της 4ης Δεκεμβρίου 2008, C‑221/07, Zablocka-Weyhermüller (Συλλογή 2008, σ. I‑9029, σκέψη 37).
28 – Απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, C‑192/05, Tas-Hagen και Tas (Συλλογή 2008, σ. I‑10451, σκέψη 34).
29 – Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρεται συναφώς με όλως χαρακτηριστικό τρόπο στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1991, C‑245/88, Daalmeijer (Συλλογή 1991, σ. I‑555).
30 – Απόφαση Tas-Hagen και Tas, προπαρατεθείσα (σκέψη 38). Στην υπόθεση αυτή το ευεργέτημα της επίδικης παροχής εξαρτιόταν από την προϋπόθεση ότι ο αιτών κατοικούσε στο έδαφος του κράτους μέλους κατά την ημερομηνία της αιτήσεως, προϋπόθεση που δεν καθιστούσε δυνατό να διαπιστωθεί η ενσωμάτωση του αιτούντος στην κοινωνία του εν λόγω κράτους μέλους και, επομένως, να χρησιμεύσει πραγματικά ως συνδετικό στοιχείο. Βλ., σχετικώς, την ανάλυση της γενικής εισαγγελέα J. Kokott (σημεία 66 έως 68).
31 – Δύσκολα φαίνεται, όπως υπογραμμίσθηκε ανωτέρω, ότι μπορεί να προκύψει μια τέτοια περίπτωση, αλλά εναπόκειται πάντως στο αιτούν δικαστήριο, ενδεχομένως, να αποφανθεί επ’ αυτού.
32 – Συναφώς, πρέπει να υπογραμμισθεί, πιο αναλυτικά, ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να διαμορφώνουν τα συστήματά τους κοινωνικής ασφαλίσεως και να καθορίζουν τον γενικό προσανατολισμό των κοινωνικών στόχων που προτίθενται να επιδιώξουν, αποφασίζοντας, μεταξύ άλλων, τηρουμένου του ενωσιακού δικαίου, για τον καταμερισμό των προσπαθειών τους αλληλεγγύης μεταξύ κοινωνικών παροχών, ειδικών παροχών μη ανταποδοτικού χαρακτήρα και κοινωνικής αρωγής.
Full & Egal Universal Law Academy