ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
VERICA TRSTENJAK
της 17ης Νοεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-504/09 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας
κατά
Δημοκρατίας της Πολωνίας
«Αίτηση αναιρέσεως — Περιβάλλον — Ατμοσφαιρική ρύπανση — Οδηγία 2003/87/ΕΚ — Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου — Εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής για τη Δημοκρατία της Πολωνίας κατά την περίοδο 2008 έως 2012 — Αρμοδιότητες των κρατών μελών και της Επιτροπής — Άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 3, και άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87»
I – Εισαγωγή
1.
Οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως αφορούν το σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 338, σ. 18, στο εξής: οδηγία).
2.
Με τις αιτήσεις αναιρέσεώς τους, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζητούν να αναιρεθεί εν όλω η απόφαση του τότε Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T-183/07, Πολωνία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-3395, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση C(2007) 1295 τελικό της Επιτροπής της 26ης Μαρτίου 2007, σχετικά με το εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (στο εξής: ΕΣΚ), το οποίο είχε κοινοποιήσει η Δημοκρατία της Πολωνίας για την περίοδο 2008 έως 2012, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
II – Νομικό πλαίσιο
3.
Το άρθρο 9 της οδηγίας ορίζει:
«1. Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2[, της οδηγίας], κάθε κράτος μέλος καταρτίζει εθνικό σχέδιο με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Το σχέδιο βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ [της οδηγίας], λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Με την επιφύλαξη της Συνθήκης, η Επιτροπή διατυπώνει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003, κατευθύνσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ [της οδηγίας].
Για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέχρι τις 31 Μαρτίου 2004 το αργότερο. Για τις μετέπειτα περιόδους, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου.
2. Τα εθνικά σχέδια κατανομής δικαιωμάτων εξετάζονται στο πλαίσιο της επιτροπής του άρθρου 23, παράγραφος 1, [της οδηγίας].
3. Εντός τριμήνου από την κοινοποίηση εθνικού σχεδίου κατανομής από κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το σχέδιο αυτό ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10 [της οδηγίας]. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Κάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
4.
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας:
«Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στον φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο εθνικό του σχέδιο κατανομής που έχει καταρτισθεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού.»
5.
Το παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 απαριθμεί ένδεκα κριτήρια εφαρμοστέα στα ΕΣΚ. Τα κριτήρια 1 έως 3 και 12 του εν λόγω παραρτήματος ορίζουν αντιστοίχως τα ακόλουθα:
«1.
Η συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων για τη σχετική περίοδο πρέπει να αντιστοιχεί προς την υποχρέωση του κράτους μέλους να περιορίσει τις εκπομπές του βάσει της αποφάσεως 2002/358/ΕΚ και του πρωτοκόλλου του Κιότο, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, την αναλογία των συνολικών εκπομπών που τα δικαιώματα αυτά αντιπροσωπεύουν σε σύγκριση με τις εκπομπές από πηγές που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και, αφετέρου, των εθνικών πολιτικών ενέργειας, και θα πρέπει να συμφωνεί με το εθνικό πρόγραμμα για τις κλιματικές μεταβολές. Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνει την ενδεχομένως απαιτούμενη για την αυστηρή εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος παραρτήματος. Πριν από το 2008, η ποσότητα πρέπει να συμβαδίζει με την κατεύθυνση της επίτευξης ή της υπέρ-επίτευξης του στόχου κάθε κράτους μέλους σύμφωνα με την απόφαση 2002/358/ΕΚ και το Πρωτόκολλο του Κιότο.
2.
Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχεί προς τις εκτιμήσεις της πραγματικής και της προβλεπόμενης προόδου προς εκπλήρωση των συνεισφορών των κρατών μελών στις δεσμεύσεις της Κοινότητας βάσει της αποφάσεως 93/389/ΕΟΚ.
3.
Οι ποσότητες των προς κατανομή δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχούν προς το δυναμικό, συμπεριλαμβανομένου του τεχνολογικού δυναμικού, δραστηριοτήτων που καλύπτονται από αυτό το σύστημα μειώσεως των εκπομπών. Τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την κατανομή δικαιωμάτων στις μέσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά προϊόν σε κάθε τομέα δραστηριοτήτων και στην πρόοδο που είναι δυνατόν να επιτευχθεί σε κάθε δραστηριότητα.
[…]
12.
Το σχέδιο ορίζει το ανώτατο ποσό [των πιστοποιημένων μειώσεων εκπομπών] και [των μονάδων μειώσεως εκπομπών] που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από φορείς εκμεταλλεύσεως εντός του κοινοτικού συστήματος ως ποσοστό της κατανομής των δικαιωμάτων σε κάθε εγκατάσταση. Το ποσοστό συνάδει προς τις υποχρεώσεις συμπληρωματικότητας δυνάμει του πρωτοκόλλου του Κιότο και των αποφάσεων που ελήφθησαν δυνάμει της UNFCCC και του πρωτοκόλλου του Κιότο.»
6.
Οι υπόλοιπες διατάξεις που είναι κρίσιμες εν προκειμένω παρατίθενται στο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως που αφορά το νομικό πλαίσιο.
III – Ιστορικό της διαφοράς και προσβαλλόμενη απόφαση
7.
Τα πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και το διατακτικό της, παρατίθενται στις σκέψεις 9 έως 15 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
IV – Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
8.
Η Δημοκρατία της Πολωνίας άσκησε προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου. Η διαδικασία ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου εκτίθεται στις σκέψεις 16 έως 24 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
9.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.
10.
Κατ’ αρχάς, με τις σκέψεις 70 έως 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων ελέγχου τις οποίες προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Πρώτον, προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν περιορίστηκε σε έλεγχο συμβατότητας του ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας, αλλά υποκατέστησε τα δεδομένα που είχε χρησιμοποιήσει η Δημοκρατία της Πολωνίας με δικά της δεδομένα, τα οποία προέκυψαν από την εφαρμογή της δικής της μεθόδου αξιολογήσεως. Δεύτερον, της προσήψε ότι καθόρισε η ίδια, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το ανώτατο όριο της συνολικής ποσότητας των κατανεμητέων δικαιωμάτων.
11.
Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 135 έως 154 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει απορρίπτοντας τα δεδομένα τα οποία είχε χρησιμοποιήσει η Δημοκρατία της Πολωνίας χωρίς να εξηγήσει ως προς τι τα δεδομένα αυτά δεν ήταν σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
12.
Τέλος, με τις σκέψεις 155 έως 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι εν λόγω νομικές πλημμέλειες δεν επιφέρουν απλώς ακύρωση των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά της αποφάσεως στο σύνολό της, διότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μπορούν να αποσπασθούν από την υπόλοιπη απόφαση.
V – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13.
Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ζητώντας από το Δικαστήριο
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της·
—
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Πολωνίας στα δικαστικά έξοδα.
14.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή, η Δημοκρατία της Πολωνίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της βάσει του άρθρου 116, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου·
—
εφόσον δεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να εξετάσει και να κρίνει το σύνολο των αιτημάτων τα οποία είχε υποβάλει πρωτοδίκως, και ιδίως να εξετάσει και να κρίνει τον πρώτο λόγο της προσφυγής ακυρώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου·
—
εφόσον δεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και δεν κρίνει τα αιτήματα που προαναφέρθηκαν στην ανωτέρω περίπτωση, να κρίνει τα αιτήματα που υποβλήθηκαν πρωτοδίκως με τον τρίτο έως ένατο λόγο ακυρώσεως, αφού αποφασίσει, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, να επανεκδικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο ή από το Γενικό Δικαστήριο·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
15.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να δεχθεί την αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής και να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αλλά να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως.
16.
Με διάταξη της 28ης Ιουνίου 2010, επετράπη η παρέμβαση της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Ρουμανίας προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Πολωνίας και του Βασιλείου της Δανίας προς στήριξη των αιτημάτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
17.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2011 πραγματοποιήθηκε επ’ ακροατηρίου συζήτηση κατά την οποία οι εκπρόσωποι της Δανικής, της Πολωνικής και της Τσεχικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Επιτροπής διευκρίνισαν τις θέσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν.
VI – Επί του εννόμου συμφέροντος της Επιτροπής
18.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2009, μετά δηλαδή την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την άσκηση από την Επιτροπή αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Με τη νέα αυτή απόφαση, απέρριψε το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας και επανέλαβε ότι το ΕΣΚ δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια τα οποία προβλέπει το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, χωρίς να αναφέρει ανώτατο όριο της συνολικής ποσότητας κατανεμητέων δικαιωμάτων. Η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν αντιτάχθηκε στη νέα απόφαση και κοινοποίησε νέο ΕΣΚ στις 8 Απριλίου 2010, με το οποίο πρότεινε συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων 208,5 εκατομμυρίων τόνων CO2. Με απόφαση της 19ης Απριλίου 2010, η Επιτροπή δεν εξέφρασε επιφυλάξεις για το εν λόγω ΕΣΚ.
19.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί το έννομο συμφέρον της Επιτροπής. Πράγματι, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την έλλειψη συμφέροντος εκ μέρους του διαδίκου για την άσκηση αναιρέσεως ή τη συνέχιση της εκδικάσεώς της, λόγω γεγονότος μεταγενέστερου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυναμένου να άρει τον βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής και να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ή άνευ αντικειμένου για τον λόγο αυτόν. Η ύπαρξη συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την άσκηση αναιρέσεως προϋποθέτει ότι η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε ( 2 ).
20.
Εν προκειμένω, η έκδοση της νέας αποφάσεως δεν είχε ως συνέπεια την άρση του έννομου συμφέροντος της Επιτροπής να συνεχιστεί η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως. Ασφαλώς, ενδεχόμενη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έχει αντικατασταθεί εν τω μεταξύ από τη νέα απόφαση. Εντούτοις, η Επιτροπή συνεχίζει να έχει συμφέρον για την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία να επικυρώνεται η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την οποία υποστηρίζει. Πράγματι, η Τσεχική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας και η Ρουμανία προσέφυγαν ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου κατά των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αντίστοιχα ΕΣΚ των χωρών αυτών ( 3 ). Οι δίκες αυτές έχουν ανασταλεί μέχρις ότου εκδοθούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στην κρινόμενη υπόθεση και στην υπόθεση C-505/09 P, Επιτροπή κατά Εσθονίας. Συνεπώς, η Επιτροπή διατηρεί έννομο συμφέρον ενόψει των δικών αυτών που εκκρεμούν ενώπιον του νυν Γενικού Δικαστηρίου.
VII – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
21.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του, έκρινε ultra petita και υπερέβη την ελεγκτική δικαιοδοσία του.
22.
Ο λόγος στρέφεται κατά των αιτιολογιών που περιέχονται στις σκέψεις 70 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο δεύτερος λόγος προσφυγής της Δημοκρατίας της Πολωνίας υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, από τα οποία το πρώτο αντλείται από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, ενώ το δεύτερο από εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 71 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε την αιτίαση της Επιτροπής ότι το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου προσφυγής συνιστά νέο λόγο που προβλήθηκε από τη Δημοκρατία της Πολωνίας για πρώτη φορά κατά το στάδιο της αντικρούσεως και συνεπώς είναι απαράδεκτο. Το Πρωτοδικείο απέρριψε την εν λόγω αιτίαση περί απαραδέκτου. Διαπίστωσε ότι η επιχειρηματολογία σχετικά με την παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας περιλαμβανόταν στην προσφυγή της Δημοκρατίας της Πολωνίας και ότι τα συμπληρωματικά επιχειρήματα που προέβαλε η Δημοκρατία της Πολωνίας με το υπόμνημα αντικρούσεώς της δεν αποτελούσαν παρά ανάπτυξη του εν λόγω σκέλους.
23.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δέχθηκε το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου προσφυγής της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Φρονεί ότι το σκέλος αυτό δεν προέκυπτε από την επιχειρηματολογία την οποία ανέπτυξε η Δημοκρατία της Πολωνίας με την προσφυγή της.
24.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής είναι απορριπτέος. Ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου προσφυγής της Δημοκρατίας της Πολωνίας ήταν παραδεκτό.
25.
Κατά τα άρθρα 21 και 53 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικόγραφο κάθε προσφυγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των προβαλλομένων ισχυρισμών. Συνεπώς, λόγος αντλούμενος από παράβαση κανόνα δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 230, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ (νυν άρθρου 263 ΣΛΕΕ) πρέπει να προσδιορίζει τον κανόνα αυτόν.
26.
Κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του νυν Γενικού Δικαστηρίου, απαγορεύεται κατά τη διάρκεια της δίκης η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που προέκυψαν κατά τη διαδικασία. Αυτός ο κανόνας απαγορεύσεως της προβολής νέων ισχυρισμών πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των σκοπών εξασφαλίσεως της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και, αφετέρου, του δικαιώματος αποτελεσματικής προσφυγής. Βάσει των αρχών αυτών, ένας ισχυρισμός πρέπει να κρίνεται παραδεκτός εφόσον τα κύρια πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία θεμελιώνεται προκύπτουν κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή από το δικόγραφο της προσφυγής, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στον καθού να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλα στοιχεία. Αρκεί συνεπώς ο ισχυρισμός να προκύπτει, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το περιεχόμενο του σχετικού δικογράφου ( 4 ).
27.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι η αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας προέκυπτε κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή από την προσφυγή της Δημοκρατίας της Πολωνίας. Όπως προκύπτει, ιδίως, από τις σκέψεις 73 και 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας είχε ισχυριστεί με την προσφυγή της ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να εξετάσει τα δεδομένα τα οποία είχε περιλάβει η Δημοκρατία της Πολωνίας στο ΕΣΚ και χρησιμοποιώντας απλώς τα δικά της δεδομένα, ενήργησε καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της.
28.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο έκρινε αυτεπαγγέλτως ότι το υπό εξέταση σκέλος αφορούσε το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Όπως επισημαίνει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 75 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Δημοκρατία της Πολωνίας είχε αναφερθεί στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου προσφυγής της, στο σημείο 54 του δικογράφου. Εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας αναφέρθηκε σε αυτή τη διάταξη, η οποία απετέλεσε τη νομική βάση για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
29.
Τέλος, η αιτίαση σύμφωνα με την οποία η συλλογιστική που ανέπτυξε η Δημοκρατία της Πολωνίας στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου προσφυγής έπασχε λόγω ελλείψεως σαφήνειας, διότι σε αυτήν αναφέρονταν άλλες διατάξεις, εκτός του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, δεν είναι βάσιμη. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η αναφορά στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας δεν υπήρχε περίπτωση να προκαλέσει αμφιβολίες όσον αφορά το αντικείμενο του δεύτερου σκέλους. Πράγματι, οι δύο αυτές διατάξεις συνδέονται άρρηκτα: στον βαθμό κατά τον οποίον η Επιτροπή ενεργεί καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της σχετικά με τον έλεγχο ΕΣΚ βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, σφετερίζεται τις αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά την κατάρτιση του ΕΣΚ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου.
30.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής είναι απορριπτέος.
VIII – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
31.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής αφορά πλάνη ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
32.
Ο λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά των αιτιολογιών του Πρωτοδικείου οι οποίες εκτίθενται στις σκέψεις 80 έως 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Σε αυτό το τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αρχικά εκθέτει, με τις σκέψεις 80 έως 92, ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με τους σκοπούς της οδηγίας, την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών και το εύρος του δικαστικού ελέγχου που ασκεί. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 99 έως 134 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κρίνει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 3, της οδηγίας, αφενός, υποκαθιστώντας με τη δική της μέθοδο αξιολογήσεως και τα δικά της δεδομένα τη μέθοδο αξιολογήσεως και τα δεδομένα που πρότεινε η Δημοκρατία της Πολωνίας στο ΕΣΚ και, αφετέρου, καθορίζοντας δεσμευτικά τη μέγιστη συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου.
33.
Στο πλαίσιο των προκαταρκτικών παρατηρήσεών της για τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πρώτον, ότι διαπίστωσε ότι ο έλεγχος ΕΣΚ από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, είναι σαφώς οριοθετημένος έλεγχος συμβατότητας (A). Στη συνέχεια, ο λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (B) και το δεύτερο από παρερμηνεία του αντικειμένου και του σκοπού της οδηγίας (Γ).
Α — Επί της φύσεως του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας
34.
Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο των επικρίσεων που αφορούν τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του Πρωτοδικείου σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.
35.
Το Πρωτοδικείο παρέπεμψε πρώτον, με τις σκέψεις 82 και 83 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στο άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (νυν άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ) και έκρινε ότι, στον τομέα του περιβάλλοντος, ο οποίος διέπεται από τα άρθρα 174 ΕΚ έως 176 ΕΚ (νυν άρθρα 191 ΣΛΕΕ έως 193 ΣΛΕΕ), υφίσταται κοινή αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει κοινοτικού κανόνα που να καθορίζει σαφώς και επακριβώς τον τύπο και τα μέσα που πρέπει να μετέλθει το κράτος μέλος, η ελευθερία δράσεως του κράτους μέλους ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων είναι, καταρχήν, απόλυτη και εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει κατά τρόπο νομικά επαρκή ότι τα μέσα που μετήλθε προς τούτο το κράτος μέλος αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 85 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικώς αρμόδια να καταρτίζουν το ΕΣΚ τους και να λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις όσον αφορά τη συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων, ενώ διαθέτουν περιθώριο ελιγμών κατά την άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων. Τέλος, όσον αφορά τις αρμοδιότητες της Επιτροπής, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι η εξουσία ελέγχου της Επιτροπής είναι σαφώς οριοθετημένη. Η Επιτροπή είναι απλώς αρμόδια να εξακριβώνει τη συμβατότητα του ΕΣΚ του κράτους μέλους με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας.
36.
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Ηνωμένο Βασίλειο, υποστηρίζει ότι η εξουσία ελέγχου που έχει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαφώς οριοθετημένος έλεγχος συμβατότητας. Πριν εξετάσω την αιτίαση αυτή (2), θα σκιαγραφήσω συνοπτικά τη διαδικασία ελέγχου του ΕΣΚ την οποία προβλέπουν τα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας (1).
1. Η διαδικασία ελέγχου των ΕΣΚ
37.
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου αποβλέπει στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.
38.
Στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να εκπονήσει ένα ΕΣΚ που να διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας, το εν λόγω ΕΣΚ πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν το ΕΣΚ στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου εμπορίας.
39.
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Επιτροπή εξετάζει αν τα κοινοποιηθέντα ΕΣΚ είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας και απορρίπτει όσα δεν είναι. Όπως προκύπτει από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, ένα κράτος μέλος μπορεί να βασίσει την τελική του απόφαση σχετικά με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για τη σχετική περίοδο σε ΕΣΚ το οποίο έχει εγκριθεί ή δεν έχει απορριφθεί από την Επιτροπή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίησή του. Αντιθέτως, δεν μπορεί να βασίσει την τελική του απόφαση σε ΕΣΚ το οποίο έχει απορριφθεί από την Επιτροπή. Συνεπώς, η Επιτροπή έχει την εξουσία να αποτρέψει την υιοθέτηση ΕΣΚ.
2. Επί των αιτιάσεων της Επιτροπής
40.
Ορθώς αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο ότι ο έλεγχος των ΕΣΚ από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας είναι έλεγχος συμβατότητας. Όπως επισημαίνει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται σε έλεγχο του κατά πόσον το ΕΣΚ του κράτους μέλους είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Συνεπώς η Επιτροπή, για να απορρίψει ένα ΕΣΚ, πρέπει να αποδείξει ότι το κράτος μέλος υπερέβη το περιθώριο ελιγμών που διαθέτει σύμφωνα με την οδηγία.
41.
Οι αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει η Επιτροπή κατά της αιτιολογήσεως του Πρωτοδικείου δεν είναι βάσιμες.
42.
Πρώτον, από τον προληπτικό χαρακτήρα τον οποίον αποδίδει στον έλεγχο το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο έλεγχος υπερβαίνει τα όρια του ελέγχου συμβατότητας. Ασφαλώς, η οδηγία αποδίδει σημαντικό ρόλο στην Επιτροπή η οποία έχει, μεταξύ άλλων, δικαίωμα ελέγχου και αποτρεπτικής δράσεως. Εντούτοις, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν της επιτρέπει να υποκαταστήσει κράτος μέλος όσον αφορά την κατάρτιση του ΕΣΚ ή τη λήψη της τελικής αποφάσεως σχετικά με τα κατανεμητέα δικαιώματα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει ΕΣΚ μόνον εφόσον αποδείξει ότι το κράτος μέλος υπερέβη το περιθώριο ελιγμών που διαθέτει δυνάμει της οδηγίας.
43.
Δεύτερον, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι ο χαρακτηρισμός του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας ως ελέγχου συμβατότητας συνάδει με το πνεύμα του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, κατά το οποίο η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά καταλείπει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ο κανόνας αυτός είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω.
44.
Κατ’ αρχάς, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ είναι εφαρμοστέο μόνο στους ελέγχους a posteriori, όπως ο έλεγχος που ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Ο εν λόγω κανόνας έχει γενική εφαρμογή. Συνεπώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω, κατά την εκτίμηση του κατά πόσον η Επιτροπή υποχρεούται να συμμορφώνεται με την επιλογή των κρατών μελών όσον αφορά τα στοιχεία και τις μεθόδους εκτιμήσεως που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ΕΣΚ τους.
45.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να απορριφθεί η συλλογιστική της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη περιθωρίου ελιγμών, διότι το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ δεν είναι εφαρμοστέο λόγω της «κανονιστικής» φύσεως του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Η Επιτροπή εκτιμά ότι μια διάταξη οδηγίας η οποία είναι εφαρμοστέα αποκλειστικώς μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών και της οποίας, συνεπώς, η εφαρμογή δεν εξαρτάται από προηγούμενη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, έχει «κανονιστικό» χαρακτήρα. Η συλλογιστική αυτή δεν είναι πειστική. Το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ εφαρμόζεται σε όλες τις διατάξεις οδηγίας, και συνεπώς και στις διατάξεις που είναι εφαρμοστέες αποκλειστικώς μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν προβάλλει κάποιον πειστικό λόγο για τον οποίο μια διάταξη όπως το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν θα έπρεπε να καταλείπει περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα, εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν έχουν εναρμονιστεί με την οδηγία. Εν πάση περιπτώσει, η προσέγγιση του Πρωτοδικείου δικαιολογείται λόγω του ότι η οδηγία εμπίπτει σε τομέα κοινής αρμοδιότητας, δηλαδή σε τομέα στον οποίο τα κράτη μέλη διατηρούν τις αρμοδιότητές τους σχετικά με πτυχές που δεν έχουν εναρμονιστεί.
46.
Τρίτον, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει λυσιτελώς ότι διαθέτει περιθώριο ελιγμών στο μέτρο που αναγκάζεται να προβεί σε περίπλοκες οικονομικές και οικολογικές αξιολογήσεις στο πλαίσιο του ελέγχου των ΕΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας και ότι αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως περιορίζει το περιθώριο ελιγμών των κρατών μελών. Πράγματι, το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής δεν μεταβάλλει τη φύση του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας ως έλεγχο συμβατότητας. Το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτει η Επιτροπή της επιτρέπει να προσδιορίσει ένα σημείο συγκρίσεως βασιζόμενο σε δεδομένα και μεθόδους της επιλογής της, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει προκειμένου να αποδείξει ότι το ΕΣΚ δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Εντούτοις, δεν της επιτρέπει να απορρίψει το ΕΣΚ κράτους μέλους για τον μόνο λόγο ότι δεν είναι συμβατό με το σημείο αναφοράς που επέλεξε.
47.
Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά των προκαταρκτικών παρατηρήσεων τις οποίες εκθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 82 έως 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι απορριπτέες.
Β — Επί του πρώτου σκέλους το οποίο αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
48.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας υποκαθιστώντας την ανάλυση που είχε πραγματοποιήσει η Δημοκρατία της Πολωνίας με τη δική της. Το σκέλος αυτό υποδιαιρείται σε δύο αιτιάσεις αντλούμενες, αφενός, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (1) και, αφετέρου, από πλάνη περί το δίκαιο του Πρωτοδικείου ως προς τα δεδομένα τα οποία υποκατέστησε η Επιτροπή (2).
1. Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
49.
Κατά τη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή υπεραμύνθηκε της ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την οποία ακολουθεί και σύμφωνα με την οποία δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα δεδομένα τα οποία είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Πολωνίας, ισχυριζόμενη ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως την υποχρέωνε να χρησιμοποιήσει δεδομένα προερχόμενα από τις ίδιες πηγές και από ταυτόσημες μεθόδους αξιολογήσεως για τα ΕΣΚ όλων των κρατών μελών.
50.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε τη συλλογιστική αυτή με τις σκέψεις 100 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες έκρινε ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν συνεπάγεται τροποποίηση της κατά την οδηγία κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικώς αρμόδια να καταρτίζουν το ΕΣΚ τους και να λαμβάνουν την τελική απόφαση επί της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων. Εφόσον η Επιτροπή δεν διαθέτει εξουσία ομοιόμορφης εφαρμογής του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων ούτε δύναται να παρεμβαίνει καθοριστικά στην κατάρτιση των ΕΣΚ, δεν μπορεί να επικαλεστεί την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως προκειμένου να επιβάλει ομοιόμορφη μέθοδο αξιολογήσεως στα κράτη μέλη. Συνεπώς, η Επιτροπή έπρεπε να εξετάσει τη συμβατότητα των δεδομένων που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας και δεν μπορούσε να υποκαταστήσει απλώς τα περιεχόμενα στο ΕΣΚ δεδομένα με τα δικά της.
51.
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο της Δανίας, προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την εξουσία ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας και ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Υποστηρίζει ότι υποχρεούται να χρησιμοποιεί επικαιροποιημένα δεδομένα προερχόμενα από την ίδια πηγή, καθώς και προβλέψεις αφορώσες την ίδια περίοδο για όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των ΕΣΚ.
52.
Η αιτίαση που αφορά εσφαλμένη ερμηνεία της εκτάσεως του ελέγχου τον οποίο ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας (α) θα πρέπει να εξεταστεί πριν από την αιτίαση που αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (β). Τέλος, θα εξεταστούν οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβάλλονται κατά των αιτιολογιών του Πρωτοδικείου (γ).
α) Επί της εκτάσεως της εξουσίας ελέγχου της Επιτροπής
53.
Πρώτον, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε την έκταση της εξουσίας ελέγχου την οποία διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Θεωρεί ότι έχει τη δυνατότητα να καθορίζει η ίδια τις παραμέτρους βάσει των οποίων αξιολογείται η συμβατότητα των δεδομένων που περιλαμβάνονται στο ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Κατά συνέπεια, φρονεί ότι δεν υποχρεούται να επαληθεύει την αξιοπιστία των οικονομικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΚ.
54.
Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι αβάσιμη. Ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εξακριβώσει αν τα οικονομικά δεδομένα τα οποία η Δημοκρατία της Πολωνίας περιέλαβε στο ΕΣΚ της ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
55.
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει απλώς εξουσία ελέγχου συμβατότητας της Επιτροπής, η οποία της επιτρέπει να απορρίπτει ΕΣΚ κράτους μέλους που δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας ( 5 ).
56.
Όσον αφορά την έκταση του ελέγχου, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το παράρτημα III της οδηγίας απαριθμεί τα κριτήρια τα οποία πρέπει να πληροί το ΕΣΚ κράτους μέλους, χωρίς εντούτοις να καθορίζει τον τύπο και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της συμβατότητας του ΕΣΚ με τα κριτήρια αυτά. Συνεπώς, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να χρησιμοποιήσουν δεδομένα και μεθόδους αξιολογήσεως της επιλογής τους, υπό την προϋπόθεση να μην οδηγούν σε αποτελέσματα που δεν είναι συμβατά με τα εν λόγω κριτήρια. Στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται αυτό το περιθώριο ελιγμών των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να απορρίψει το ΕΣΚ κράτους μέλους για τον μόνο λόγο ότι τα δεδομένα που περιέχει δεν είναι συμβατά με τα δεδομένα της επιλογής της, αλλά σε αυτήν εναπόκειται να αποδείξει ότι τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ΕΣΚ δεν είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
57.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προκειμένου να θεμελιώσει τη θέση της δεν είναι πειστικά.
58.
Πρώτον, θα πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας, διότι είχε επισημάνει στα κράτη μέλη τη σημασία των επαληθευμένων δεδομένων για τις πραγματικές εκπομπές. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν δικαιολογημένη σε ένα σύστημα που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να υποκαταστήσει τα κράτη μέλη ή να καθορίσει η ίδια τις παραμέτρους βάσει των οποίων αξιολογούνται τα κριτήρια συμβατότητας. Η οδηγία όμως δεν παρέχει τέτοια εξουσία στην Επιτροπή. Αν η Επιτροπή είχε αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα των δεδομένων που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ, εναπέκειτο στην ίδια να αποδείξει ότι τα δεδομένα αυτά δεν είναι συμβατά με τα κριτήρια του άρθρου ΙΙΙ της οδηγίας.
59.
Δεύτερον, δεν μπορεί να συναχθεί από τη χρονική σύμπτωση του ελέγχου των ΕΣΚ των διαφόρων κρατών μελών από την Επιτροπή ότι η οδηγία της επιτρέπει να υποκαθιστά τα δεδομένα της επιλογής της στα δεδομένα τα οποία έχουν περιληφθεί στο ΕΣΚ κράτους μέλους.
60.
Τρίτον, η προσέγγιση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα δεδομένα που είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Πολωνίας, δεν δικαιολογείται ούτε με τελολογική ερμηνεία λαμβάνουσα υπόψη τον σκοπό του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
61.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν βρίσκει έρεισμα στην τριακοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία προβλέπει απλώς ότι το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από την μεμονωμένη δράση των κρατών μελών, αλλά μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.
62.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα με το οποίο υποστηρίζεται ότι, αν η Επιτροπή ενεργούσε με διαφορετικό τρόπο, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι σκοποί της οδηγίας. Σε έναν τομέα κοινής αρμοδιότητας, όπως ο τομέας της προστασίας του περιβάλλοντος, εναπόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να προσδιορίσει τα μέσα τα οποία κρίνει απαραίτητα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, σεβόμενος τις αρχές τις επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Αν η επιλογή του νομοθέτη προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο από την οικεία πράξη, τα δικαστήρια της Ένωσης δεν έχουν τη δυνατότητα να υποκαταστήσουν με τη δική τους εκτίμηση την εκτίμηση του νομοθέτη μέσω τελολογικής ερμηνείας.
63.
Η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να παράσχει στην Επιτροπή απλή εξουσία ελέγχου συμβατότητας και όχι εξουσία υποκαταστάσεως ή εναρμονίσεως προκύπτει τόσο από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, όσο και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες θεσπίσεώς της ( 6 ). Συνεπώς, η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή υπερβαίνει τα όρια τελολογικής ερμηνείας. Στον νομοθέτη της Ένωσης εναπόκειται να τροποποιήσει την εν λόγω διάταξη, αν εκτιμά ότι δεν επιτρέπει την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών ( 7 ).
64.
Συνεπώς, η αιτίαση που αφορά παρερμηνεία της εκτάσεως της εξουσίας ελέγχου την οποία διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας είναι απορριπτέα.
β) Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
65.
Δεύτερον, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
66.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
67.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και έτσι τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της πράξεως της Ένωσης που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση ( 8 ).
68.
Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι η αιτίαση της Επιτροπής θεμελιώνεται σε παρανόηση της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η εν λόγω διάταξη δεν της επιτρέπει να καθορίζει τις οικονομικές παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της συμβατότητας ΕΣΚ προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Όπως προαναφέρθηκε, η οδηγία καταλείπει περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη, τα οποία είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν τα δεδομένα και τις μεθόδους εκτιμήσεως της επιλογής τους, εφόσον οι επιλογές τους δεν οδηγούν σε αποτελέσματα που δεν είναι συμβατά με τα εν λόγω κριτήρια. Οι ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των επιλογών των κρατών μελών αποτελούν εκδήλωση του περιθωρίου ελιγμών τους, το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται στο πλαίσιο του ελέγχου συμβατότητας που ασκεί. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποδεχόμενη τις διάφορες επιλογές των κρατών μελών, εφόσον τα κράτη μέλη δεν υπερβαίνουν το περιθώριο ελιγμών που διαθέτουν.
69.
Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως είναι απορριπτέα.
γ) Επί των λοιπών αιτιάσεων
70.
Τρίτον, πρέπει να απορριφθούν οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβάλλει η Επιτροπή.
71.
Κατ’ αρχάς, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε τη νομολογία του δεχόμενο, με τις σκέψεις 117 και 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η δυνατότητα τροποποιήσεως των ΕΣΚ είναι απεριόριστη. Κατά την Επιτροπή, ΕΣΚ που της κοινοποιείται μπορεί να τροποποιηθεί μόνον ενόψει της εγκρίσεώς του σε συνάρτηση με την απορριπτική απόφαση της Επιτροπής. Διαφορετικά, τίθεται σε κίνδυνο η λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής και παρέχεται στα κράτη μέλη το κίνητρο να καθυστερούν την κοινοποίηση των ΕΣΚ ή να κοινοποιούν μη πλήρες ΕΣΚ, ούτως ώστε να μπορούν, ενδεχομένως, να επωφελούνται από ευνοϊκότερα δεδομένα. Συνεπώς, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί η βασιμότητά της. Πράγματι, και αν η ακόμα η αιτίαση της Επιτροπής ήταν βάσιμη, δεν θα ήταν ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ελέγξει τη συμβατότητα των δεδομένων που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, και συνεπώς δεν μπορούσε απλώς να υποκαταστήσει με τα δικά της δεδομένα τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο εν λόγω ΕΣΚ.
72.
Αβάσιμη είναι επίσης η αιτίαση της Επιτροπής η οποία αντλείται από αντίφαση μεταξύ των αιτιολογιών του Πρωτοδικείου που εκτίθενται με τις σκέψεις 113 έως 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και της προηγούμενης θέσεώς του, σύμφωνα με την οποία αποκλειστικά αρμόδια για την κατάρτιση των ΕΣΚ είναι τα κράτη μέλη. Με αυτό το τμήμα της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε απλώς ότι η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη τα επικαιροποιημένα δεδομένα που υποβάλλει το κράτος μέλος. Συνεπώς, δεν έθεσε εν αμφιβόλω τη θέση του ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για την κατάρτιση των ΕΣΚ.
δ) Πρόταση
73.
Κατά συνέπεια, η αιτίαση που στρέφεται κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας υποκαθιστώντας την ανάλυση που είχε πραγματοποιήσει η Δημοκρατία της Πολωνίας με τη δική της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
2. Επί της αιτιάσεως που αντλείται από ανακριβή ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών
74.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα τα πραγματικά περιστατικά με τις σκέψεις 100 έως 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν μπορεί απλώς να υποκαθιστά τα περιεχόμενα στο ΕΣΚ δεδομένα με τα δεδομένα που προκύπτουν από τη δική της μέθοδο αξιολογήσεως. Ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβλεψε το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για δικά της δεδομένα και μεθόδους εκτιμήσεως. Τα δεδομένα που αφορούσαν τις πραγματικές εκπομπές CO2 είχαν ληφθεί απευθείας από φορείς εκμεταλλεύσεως οι οποίοι εμπίπτουν στην οδηγία, είχαν επαληθευτεί σύμφωνα με την απόφαση 280/2004/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για μηχανισμό παρακολούθησης των εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Κοινότητα και εφαρμογής του πρωτοκόλλου του Κιότο (ΕΕ L 49, σ. 1), και είχαν δημοσιευθεί στο ανεξάρτητο σύστημα καταγραφής συναλλαγών της Κοινότητας (CITL), ενώ είχαν επίσης αποσταλεί από τη Δημοκρατία της Πολωνίας συμπληρωματικά προς το ΕΣΚ. Οι προβλέψεις για την εξέλιξη του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) κατά τα έτη 2005 έως 2010 βασίζονταν σε εθνικές στατιστικές που είχαν εκπονηθεί σε συνεργασία με εθνικούς εμπειρογνώμονες.
75.
Η αιτίαση είναι παραδεκτή. Μολονότι η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστά νομικό ζήτημα υποκείμενο στο έλεγχο του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει την παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών ή των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ( 9 ). Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη τις διευκρινίσεις της και τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την προέλευση των δεδομένων και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε.
76.
Ωστόσο, η εν λόγω αιτίαση δεν είναι βάσιμη, καθόσον θεμελιώνεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των σκέψεων 100 έως 103 και 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επικρίνοντας την Επιτροπή διότι υποκατέστησε τα δεδομένα που χρησιμοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας στο ΕΣΚ με τα δεδομένα που προέκυψαν από τη δική της μέθοδο αξιολογήσεως, το Πρωτοδικείο δεν επέκρινε την επιλογή των δεδομένων από την Επιτροπή. Πράγματι, με τη σκέψη 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ρητώς ότι παρέλκει να εξεταστεί η βασιμότητα της επιλογής της Επιτροπής. Συνεπώς, η επίκριση του Πρωτοδικείου δεν αφορούσε την επιλογή ή την πηγή των δεδομένων, αλλά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν έλεγξε τη συμβατότητα των δεδομένων που περιλαμβάνονταν στο πολωνικό ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
Γ — Επί του δεύτερου σκέλους που αντλείται από παρερμηνεία των σκοπών της οδηγίας
77.
Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αντλείται από παρερμηνεία των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία κατά την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής και της εκτάσεως των εξουσιών ελέγχου που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
78.
Το σκέλος αυτό αφορά τις αιτιολογίες του Πρωτοδικείου οι οποίες εκτίθενται με τις σκέψεις 121 έως 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας ελέγχου την οποία διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, καθορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ανώτατο όριο για τη συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου.
79.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο γενικός και ο ειδικός σκοπός της οδηγίας μπορούν να επιτευχθούν μόνον αν έχει την εξουσία να καθορίζει αυτό το ανώτατο όριο και ότι η προσέγγισή της δικαιολογείται από την οικονομία της διαδικασίας. Προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν διέκρινε ορθώς μεταξύ του καθορισμού ανωτάτου ορίου από την Επιτροπή και του καθορισμού της ποσότητας δικαιωμάτων που μπορεί να κατανείμει το κράτος μέλος.
80.
Το εν λόγω σκέλος του λόγου αναιρέσεως δεν είναι βάσιμο.
81.
Ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η οδηγία δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει δεσμευτικό ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων με απορριπτική απόφαση. Όπως προεκτέθηκε, αρμόδια για την κατάρτιση των ΕΣΚ και για τη λήψη της τελικής αποφάσεως είναι τα κράτη μέλη. Οι εξουσίες της Επιτροπής περιορίζονται σε έλεγχο συμβατότητας των ΕΣΚ, ο οποίος της επιτρέπει να εμποδίζει την έγκριση ΕΣΚ που δεν είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή στην πραγματικότητα υποκατέστησε τη Δημοκρατία της Πολωνίας ορίζοντας ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων και κατ’ αυτόν τον τρόπο σφετερίστηκε τις αρμοδιότητες του εν λόγω κράτους μέλους.
82.
Οι επικρίσεις τις οποίες προβάλλει η Επιτροπή κατά της αιτιολογήσεως του Πρωτοδικείου δεν είναι πειστικές.
83.
Πρώτον, θα πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι δεν σφετερίστηκε τις αρμοδιότητες τις οποίες απονέμει στη Δημοκρατία της Πολωνίας το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας καθορίζοντας ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων, διότι η Δημοκρατία της Πολωνίας διατήρησε τη δυνατότητα να καθορίσει συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων ίση ή κατώτερη προς αυτό το ανώτατο όριο. Πράγματι, αν η Επιτροπή διέθετε μια τέτοια εξουσία, θα μπορούσε να επιβάλει τα δεδομένα και τις μεθόδους αξιολογήσεως της επιλογής της στα κράτη μέλη όσον αφορά το ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων. Η οδηγία όμως δεν προβλέπει ανάλογη εξουσία της Επιτροπής, αλλά καταλείπει περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη όσον αφορά την επιλογή των δεδομένων και των μεθόδων αξιολογήσεως.
84.
Δεύτερον, είναι απορριπτέα η προσέγγιση της Επιτροπής κατά την οποία το Πρωτοδικείο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ανάγκη ομαλής λειτουργίας του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Όπως προεκτέθηκε, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να απονείμει στην Επιτροπή απλή εξουσία ελέγχου συμβατότητας προκύπτει σαφώς από την οδηγία. Η λήψη υπόψη της ομαλής λειτουργίας του συστήματος εμπορίας δεν επιτρέπει την αναγνώριση στην Επιτροπή περαιτέρω εξουσιών extra legem.
85.
Τρίτον, η αντίρρηση της Επιτροπής ότι είναι δυνατόν να αποδειχθεί ex post ότι η άνευ όρων αναγνώριση των δεδομένων για τις εκπομπές CO2 και της προτεινόμενης συνολικής ποσότητας κατανεμητέων δικαιωμάτων που περιέχονταν στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας δεν θα είχε οδηγήσει απλώς σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τα κριτήρια 1 έως 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, αλλά θα είχε επίσης επιφέρει τεχνητή αύξηση των δικαιωμάτων εκπομπής CO2 στην αγορά, φαίνεται να βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει ΕΣΚ που δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, και συνεπώς δεν έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να αναγνωρίσει άνευ όρων τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο πολωνικό ΕΣΚ.
86.
Τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να υποδεικνύει το ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων δικαιολογείται για λόγους οικονομίας της διαδικασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται διαδοχικές αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτεται ΕΣΚ λόγω ασυμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας και δίνεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εγκρίνουν την τελική απόφαση την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Συναφώς, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε τη νομική έννοια της ανώτατης ποσότητας που αναφέρεται στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ένδειξη αυτή είχε απλώς ως συνέπεια να περιοριστεί η εξουσία λήψεως αποφάσεων που έχει. Η αναφορά της ποσότητας αυτής απλώς υποχρεώνει την Επιτροπή να μην απορρίψει τροποποιημένο ΕΣΚ, αν η ποσότητα δικαιωμάτων που προτείνεται με αυτό είναι κατώτερη ή ίση με την ανώτατη ποσότητα δικαιωμάτων που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
87.
Και αυτή η αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
88.
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόρριψη ΕΣΚ από την Επιτροπή επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος να τροποποιήσει το ΕΣΚ. Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κράτος μέλος προς τον σκοπό αυτό και συνεπώς δεν μπορεί να τροποποιήσει το ΕΣΚ κράτους μέλους.
89.
Εντούτοις, η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας, υποχρεώνει την Επιτροπή να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι το απορριφθέν ΕΣΚ δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας ( 10 ).
90.
Καμία διάταξη της οδηγίας δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να διατυπώνει προτάσεις ή συστάσεις για την αιτιολόγηση απορριπτικής αποφάσεως. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί να υποδεικνύει το ποσοστό κατανεμητέων δικαιωμάτων το οποίο κρίνει συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση να μην το επιβάλλει υποχρεωτικά στο οικείο κράτος μέλος. Πράγματι, λόγω του σχετικά περιορισμένου χρονικού διαστήματος που διαθέτει ένα κράτος μέλος για να τροποποιήσει το απορριφθέν ΕΣΚ, μια τέτοια υπόδειξη μπορεί να δικαιολογείται από την αρχή της αγαστής συνεργασίας.
91.
Εξάλλου, η Επιτροπή δεν υπερβαίνει τις αρμοδιότητες που της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, επισημαίνοντας στο διατακτικό απορριπτικής αποφάσεως ότι δεν θα απορρίψει τροποποιημένο ΕΣΚ που είναι σύμφωνο με τις προτάσεις και τις συστάσεις που περιέχονται στην απορριπτική απόφαση. Η μέθοδος αυτή μπορεί να δικαιολογείται από την αρχή της αγαστής συνεργασίας και από τις απαιτήσεις της οικονομίας της διαδικασίας.
92.
Αντιθέτως, η Επιτροπή υπερβαίνει τις αρμοδιότητες που έλκει από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, όταν υποδεικνύει με την απορριπτική απόφαση υποχρεωτικό ανώτατο όριο εκπομπών. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή υπερβαίνει τα όρια του ελέγχου συμβατότητας που ασκεί και σφετερίζεται τις αρμοδιότητες των κρατών μελών.
93.
Εν προκειμένω, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας που της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Πράγματι, η Δημοκρατία της Πολωνίας, προς την οποία απευθύνεται η προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να θεωρήσει ότι η ένδειξη της ανώτατης ποσότητας δικαιωμάτων στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως είχε δεσμευτικό χαρακτήρα. Με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν είναι αποδεκτή καμία άλλη τροποποίηση του ΕΣΚ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως. Η τροποποίηση όσον αφορά το ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων, την οποία προέβλεπε το εν λόγω άρθρο, θεμελιωνόταν στα δεδομένα και στις μεθόδους αξιολογήσεως που είχε επιλέξει η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε φροντίσει να εξετάσει αν τα δεδομένα που είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Πολωνίας ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν μπορούσε να προσδοκά ότι η Επιτροπή θα εξέταζε δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο τροποποιημένο ΕΣΚ, αλλά δεν ήταν σύμφωνα με το ανώτατο όριο το οποίο όριζε το άρθρο 2 της απορριπτικής αποφάσεως.
94.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο.
Δ — Πρόταση
95.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
IX – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
96.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ (ήδη άρθρο 296 ΣΛΕΕ) και το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
97.
Ο λόγος αυτός στρέφεται κατά των αιτιολογιών του Πρωτοδικείου που εκτίθενται με τις σκέψεις 138 έως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και με τις οποίες διαπίστωσε ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Με τις σκέψεις 136 έως 143 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε, κατ’ αρχάς, την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Αφού υπενθύμισε τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 253 ΕΚ, έκρινε ότι απόκειται στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, να αιτιολογήσει για ποιο λόγο τα δεδομένα και η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση του ΕΣΚ ΙΙ δεν ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 144 έως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή παρέβη την εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως.
98.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ και το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας. Διατείνεται ότι υποχρεούται να αιτιολογεί απορριπτική απόφαση κατά τρόπον ώστε ο αποδέκτης της να μπορεί να την κατανοήσει και το Πρωτοδικείο να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητά της. Φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη, εφόσον δόθηκαν στη Δημοκρατία της Πολωνίας συμπληρωματικά πραγματικά και νομικά στοιχεία.
Α — Επί της αλυσιτέλειας του λόγου αναιρέσεως
99.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως προβάλλεται αλυσιτελώς. Η απόφαση περί ακυρώσεως των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1 και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θεμελιώνεται κυρίως στις αιτιολογίες του Πρωτοδικείου που εκτίθενται με τις σκέψεις 70 έως 133 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά την ερμηνεία της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Το τμήμα αυτό της αιτιολογήσεως, το οποίο δεν περιέχει πλάνη περί το δίκαιο ( 11 ), δικαιολογεί την ακύρωση των προαναφερθεισών διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συνεπώς, ενδεχόμενη πλάνη περί το δίκαιο στην επικουρική αιτιολογία που εκθέτει το Πρωτοδικείο σχετικά με την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την απόφασή του.
Β — Επί του βασίμου του τρίτου λόγου αναιρέσεως
100.
Όσον αφορά το βάσιμο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, θα πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δυνάμει του άρθρου 253 ΕΚ και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
101.
Με τη σκέψη 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει, χωρίς να διευκρινίσει αν η διαπίστωση αυτή αφορούσε την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας ή την υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 253 ΕΚ. Με τις σκέψεις 136 έως 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο επεσήμανε ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 253 ΕΚ επαναλαμβάνεται στο άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Λαμβανομένης υπόψη της σχέσεως μεταξύ των δύο αυτών υποχρεώσεων αιτιολογήσεως, την οποία διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διαπίστωσή του να μην αφορά μόνο την υποχρέωση αιτιολογήσεως δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, αλλά και την υποχρέωση αιτιολογήσεως δυνάμει του άρθρου 253 ΕΚ.
102.
Αντιθέτως προς την προσέγγιση που ακολούθησε το Πρωτοδικείο, φρονώ ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο αυτών υποχρεώσεων αιτιολογήσεως. Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή δεν παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως η οποία απορρέει από το άρθρο 253 ΕΚ, αλλά την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας.
1. Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως η οποία απορρέει από το άρθρο 253 ΕΚ
103.
Η υποχρέωση αιτιολογήσεως που επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ επιβάλλει στα θεσμικά όργανα να θεμελιώνουν τις νομικές τους πράξεις σε σαφή και μη διφορούμενη αιτιολογία, ούτως ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη μέτρου προκειμένου να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους και τα δικαστήρια της Ένωσης να ασκούν τον δικαστικό τους έλεγχο ( 12 ). Αρκεί η αιτιολογία να προκύπτει από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η πράξη, καθώς και από το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό ζήτημα ( 13 ). Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο η αιτιολογία αποφάσεως να διασαφηνίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία ( 14 ).
104.
Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν παραβίασε την εν λόγω υποχρέωση αιτιολογήσεως. Πράγματι, από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας της επέτρεπε να προσδιορίσει το ανώτατο όριο δικαιωμάτων με βάση δεδομένα και μεθόδους αξιολογήσεως της επιλογής της. Αυτή η αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως επέτρεψε στη Δημοκρατία της Πολωνίας να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και στο Πρωτοδικείο να εκτιμήσει τη νομιμότητά της.
105.
Αντιθέτως, το γεγονός ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε τις εξουσίες τις οποίες της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας και ότι η αιτιολόγησή της αντικατοπτρίζει την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία δεν συνιστά παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που υπέχει από το άρθρο 253 ΕΚ ( 15 ).
106.
Συνεπώς, οι αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εμπεριέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 253 ΕΚ.
2. Επί της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας
107.
Αντιθέτως, δεν θεωρώ ότι η διαπίστωση παραβιάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως εμπεριέχει πλάνη περί το δίκαιο όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
108.
Πράγματι, η εν λόγω διάταξη, όπως προκύπτει από το γράμμα, το συστηματικό πλαίσιο και τον σκοπό της, δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως το άρθρο 253 ΕΚ. Όπως προαναφέρθηκε, η απόρριψη ΕΣΚ από την Επιτροπή παρεμποδίζει τη λήψη της τελικής αποφάσεως από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το οποίο υποχρεούται να τροποποιήσει το ΕΣΚ του και να το κοινοποιήσει στην Επιτροπή εντός σχετικά σύντομης περιόδου ( 16 ). Η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας πρέπει συνεπώς να ερμηνευθεί λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω χρονικών περιορισμών και της αρχής της αγαστής συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας υποχρεώνει την Επιτροπή να παράσχει κάθε χρήσιμη ένδειξη στο κράτος μέλος, ούτως ώστε να μπορέσει να εκπονήσει και να κοινοποιήσει τροποποιημένο ΕΣΚ και να λάβει την τελική του απόφαση εντός της προθεσμίας την οποία προβλέπει η οδηγία.
109.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστήριξε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας εφαρμόζεται σε όλες τις απορριπτικές αποφάσεις της Επιτροπής και όχι μόνο στη δεύτερη απορριπτική απόφαση. Μια τέτοια ερμηνεία προκύπτει από το γράμμα και τον σκοπό της διατάξεως.
110.
Όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 144 έως 153 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της εν λόγω διατάξεως, εναπόκειτο στην Επιτροπή να εκθέσει, πρώτον, ως προς τι τα δεδομένα και οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν πληρούσαν τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Αντ’ αυτού, η Επιτροπή απλώς εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την αξιοπιστία των δεδομένων που περιέλαβε στα ΕΣΚ η Δημοκρατία της Πολωνίας και περιορίστηκε να υποκαταστήσει με τα δεδομένα της επιλογής της τα δεδομένα της Δημοκρατίας της Πολωνίας ισχυριζόμενη ότι τα δεδομένα της επιλογής της ήταν περισσότερο αξιόπιστα. Μια τέτοια αιτιολόγηση δεν επέτρεπε στη Δημοκρατία της Πολωνίας να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους τα δεδομένα και οι μέθοδοι που είχε επιλέξει δεν ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
111.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ούτε το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας απέστειλε επικαιροποιημένα στοιχεία για τις εκπομπές CO2 του 2005, ούτε το γεγονός ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας διέθετε συμπληρωματικά πραγματικά και νομικά στοιχεία μετά την ανακοίνωση της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 2006 ( 17 ) και τις συζητήσεις της επιτροπής για την κλιματική αλλαγή δεν την απάλλαξαν από την υποχρέωσή της να αποδείξει ως προς τι τα δεδομένα που είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν ήταν συμβατά με τα κριτήρια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας. Όπως προαναφέρθηκε ( 18 ), οι παράμετροι που εφαρμόζονται προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα ΕΣΚ είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας δεν εναρμονίστηκαν και η οδηγία δεν παρέχει στην Επιτροπή ή στην επιτροπή για την κλιματική μεταβολή εξουσία ομοιόμορφης εφαρμογής.
112.
Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο διαπιστώνοντας ότι η Επιτροπή παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας.
Γ — Συμπέρασμα
113.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής είναι βάσιμος καθόσον αφορά τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ. Εντούτοις, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, πρώτον, διότι αφορά πλεονάζουσα αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, δεύτερον, διότι δεν είναι βάσιμος καθόσον αφορά τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας.
114.
Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί.
X – Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
115.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη και ότι συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.
116.
Ο λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 155 έως 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ακύρωση μόνον των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ίδιας της ουσίας των εναπομενουσών διατάξεών της.
117.
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι εν λόγω διατάξεις μπορούσαν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση. Υποστηρίζει ότι η μερική ακύρωση αφορώσα μόνο τις εν λόγω διατάξεις δεν θα μετέβαλλε την προσβαλλόμενη απόφαση σε απόφαση την οποία δεν θα είχε την πρόθεση να εκδώσει.
118.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
119.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η μερική ακύρωση πράξεως οργάνου είναι δυνατή εφόσον οι διατάξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από τις λοιπές διατάξεις και η μερική ακύρωση της πράξεως δεν μεταβάλλει την ουσία της ( 19 ). Η ουσία της πράξεως μεταβάλλεται εφόσον το όργανο από το οποίο προέρχεται, αντικειμενικά, δεν θα είχε εκδώσει την πράξη με τις τροποποιηθείσες διατάξεις.
120.
Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι η μεμονωμένη ακύρωση των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ουσίας της.
121.
Πρώτον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι οι διάφορες παράγραφοι των άρθρων 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποσπασθούν. Ασφαλώς, οι διάφορες παράγραφοι των εν λόγω άρθρων αναφέρονται σε διαφορετικές πτυχές του ΕΣΚ και σε διαφορετικά κριτήρια του παραρτήματος ΙΙI της οδηγίας. Εντούτοις, από την οικονομία των άρθρων 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά την πρώτη παράγραφο των εν λόγω άρθρων θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ουσίας τους. Το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει εξαντλητική απαρίθμηση των αντιρρήσεων της Επιτροπής όσον αφορά τη συμβατότητα του ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά την πρώτη παράγραφο των εν λόγω άρθρων του εν λόγω άρθρου θα είχε ως συνέπεια την περιστολή αυτής της εξαντλητικής απαριθμήσεως. Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει τη δέσμευση της Επιτροπής να μην προβάλλει αντιρρήσεις στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας, εφόσον τροποποιηθεί σύμφωνα με τις υποδείξεις που απαριθμούνται στις παραγράφους 1 έως 4 του ίδιου άρθρου. Μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά την πρώτη παράγραφο θα είχε ως συνέπεια τη μείωση του αριθμού των τροποποιήσεων με την επιφύλαξη των οποίων είχε αρχικώς αναληφθεί αυτή η δέσμευση της Επιτροπής.
122.
Όπως προκύπτει τόσο από την προσβαλλόμενη απόφαση όσο και από τις απόψεις που υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί την ποσότητα δικαιωμάτων εκπομπής την οποία είχε προτείνει η Δημοκρατία της Πολωνίας στο ΕΣΚ και την οποία η Επιτροπή θεωρούσε υπερβολική. Αυτό επιβεβαιώνεται ex post από το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση με την οποία απέρριψε το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Πολωνίας, μεταξύ άλλων λόγω της ασυμβατότητας του ανώτατου ορίου δικαιωμάτων με τα κριτήρια 1 έως 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θα μετέβαλλε την ουσία της.
123.
Δεύτερον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να αποσπασθεί από τα άρθρα 1 και 2. Η διάταξη αυτή συνδέεται στενά με τα άρθρα 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η διάταξη αναφέρεται στις τροποποιήσεις τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί απαραίτητες για να αρθούν οι ασυμβατότητες που διαπιστώθηκαν με το άρθρο 1 της εν λόγω αποφάσεως, αλλά οι οποίες αποκλίνουν από τις προτάσεις της Επιτροπής που απαριθμούνται στο άρθρο 2.
124.
Τρίτον, όσον αφορά τη δυνατότητα διαχωρισμού του άρθρου 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αφορά τις τροποποιήσεις σχετικά με τα δικαιώματα που χορηγούνται σε ορισμένες εγκαταστάσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η μεμονωμένη διατήρηση αυτού του τμήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως θα είχε επίσης μεταβάλει την ουσία της. Όπως προεκτέθηκε ( 20 ), ένα κράτος μέλος μπορεί να θεμελιώσει την τελική του απόφαση σχετικά με ΕΣΚ που δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Αν είχε διατηρηθεί αποκλειστικά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτό θα ισοδυναμούσε με απουσία αντιρρήσεων της Επιτροπής σχετικά με τα κριτήρια 1 έως 3, 5, 6, 10 και 12 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Συνεπώς, η Δημοκρατία της Πολωνίας θα μπορούσε να θεμελιώσει την τελική της απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, στο αρχικό ΕΣΚ της. Όπως όμως προκύπτει τόσο από την προσβαλλόμενη απόφαση όσο και από τις απόψεις που υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν ήταν διατεθειμένη να εκδώσει μια τέτοια απόφαση.
125.
Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποσπασθούν από τις υπόλοιπες διατάξεις της.
126.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
XI – Επί του αιτήματος να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι προσφυγής
127.
Η Δημοκρατία της Πολωνίας υπέβαλε το αίτημα να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι προσφυγής, εφόσον το Δικαστήριο δεν απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της. Εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το εν λόγω αίτημα.
XII – Πρόταση
128.
Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας κατά της αποφάσεως του τότε Πρωτοδικείου της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T-183/07, Πολωνία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-3395)·
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της Δημοκρατίας της Πολωνίας και στα δικά της δικαστικά έξοδα·
3)
να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Ρουμανία και το Βασίλειο της Δανίας στα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η σλοβενική.
( 2 ) Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3319, σκέψη 13), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-535/06 P, Moser Baer India κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. I-7051, σκέψη 24).
( 3 ) Υποθέσεις T-194/07, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2007, C 199, σ. 38), T-221/07, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2007, C 199, σ. 41), T-368/07, Λιθουανία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2007, C 283, σ. 35), T-483/07, Ρουμανία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2008, C 51, σ. 56), και T-484/07, Ρουμανία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2008, C 51, σ. 57).
( 4 ) Αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, C-412/05 Ρ, Alcon κατά ΓΕΕΑ (Συλλογή 2007, σ. I-3569, σκέψεις 38 έως 40), και της 17ης Ιουλίου 2008, C-71/07 Ρ, Campoli κατά Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. I 5887, σκέψη 63).
( 5 ) Βλ. σημεία 40 έως 47 των παρουσών προτάσεων.
( 6 ) Βλ. σ. 12 της προτάσεως COM(2001) 581 της Επιτροπής, της 23ης Οκτωβρίου 2001, από την οποία προκύπτει ότι ο καθορισμός των συνολικών ποσοτήτων των εκχωρουμένων δικαιωμάτων πρέπει να επαφίεται ως επί το πλείστον στην εκτίμηση των κρατών μελών, τα οποία εντούτοις πρέπει να τηρούν τα κριτήρια που καθορίζονται με το παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας και ότι τα κριτήρια αυτά μπορούν να τροποποιηθούν μελλοντικά από τον νομοθέτη της Ένωσης σύμφωνα με την εμπειρία που θα αποκτηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας.
( 7 ) Συναφώς θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης τροποποίησε αυτήν ακριβώς την πτυχή της οδηγίας. Το άρθρο 9 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΕ L 140, σ. 63), ορίζει ότι η κοινοτική ποσότητα των εκχωρητέων κάθε χρόνο δικαιωμάτων, αρχής γενομένης από το 2013 μειώνεται κατά γραμμικό συντελεστή 1,74 % σε σύγκριση με τη μέση ετήσια συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων που εκχωρούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα εθνικά σχέδια κατανομής τους για την περίοδο 2008 έως 2012 από τα μέσα της περιόδου.
( 8 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψεις 23 και 26).
( 9 ) Αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 1994, C-53/92 Ρ, Hilti κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. I-667, σκέψη 42), και της 30ής Μαρτίου 2000, C-265/97 Ρ, VBA κατά Florimex κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I-2061, σκέψη 139).
( 10 ) Βλ. συναφώς σημεία 107 έως 112 των παρουσών προτάσεων.
( 11 ) Βλ. σημεία 31 έως 95 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-6857, σκέψη 96).
( 13 ) Όπ.π., σκέψη 97.
( 14 ) Απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C-89/08, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I-11245, σκέψη 77).
( 15 ) Απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-172/01 Ρ, C-175/01 P, C-176/01 P και C-180/01 P, International Power κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-11421, σκέψεις 134 έως 139).
( 16 ) Βλ. σκέψεις 37 έως 39 των παρουσών προτάσεων.
( 17 ) Ανακοίνωση COM/2006/0725 τελικό στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την αξιολόγηση των εθνικών σχεδίων κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου κατά τη δεύτερη περίοδο του συστήματος εμπορίας εκπομπών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία συνοδεύει την απόφαση που έλαβε η Επιτροπή στις 29 Νοεμβρίου 2006 για τα εθνικά σχέδια κατανομής της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, του Λουξεμβούργου, της Μάλτας, της Σλοβακίας, της Σουηδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου σύμφωνα με την οδηγία 2003/87.
( 18 ) Βλ. σημεία 55 και 58 των παρουσών προτάσεων.
( 19 ) Αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-11221, σκέψη 45), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-10333, σκέψη 33), και της 24ης Μαΐου 2005, C-244/03, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2005, σ. I-4021, σκέψη 13).
( 20 ) Σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy