ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
VERICA TRSTENJAK
της 17ης Νοεμβρίου 2011 ( 1 )
Υπόθεση C-505/09 P
Ευρωπαϊκή Επιτροπή
κατά
Δημοκρατίας της Εσθονίας
«Αίτηση αναιρέσεως — Περιβάλλον — Ατμοσφαιρική ρύπανση — Οδηγία 2003/87/ΕΚ — Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου — Εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής για τη Δημοκρατία της Εσθονίας κατά την περίοδο 2008 έως 2012 — Αρμοδιότητες των κρατών μελών και της Επιτροπής — Άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 3, και άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας 2003/87»
I – Εισαγωγή
1.
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως αφορά το σύστημα που θεσπίστηκε με την οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 275, σ. 32), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2004/101/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 338, σ. 18), στο εξής: οδηγία.
2.
Με την αίτηση αναιρέσεώς της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί να αναιρεθεί η απόφαση του τότε Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T-263/07, Εσθονία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2009, σ. II-3463, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) με την οποία το Πρωτοδικείο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Μαΐου 2007 σχετικά με το εθνικό σχέδιο κατανομής δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (στο εξής: ΕΣΚ), το οποίο είχε κοινοποιήσει η Δημοκρατία της Εσθονίας για την περίοδο 2008 έως 2012, σύμφωνα με την οδηγία 2003/87 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
II – Νομικό πλαίσιο
3.
Το άρθρο 9 της οδηγίας 2003/87 (στο εξής: οδηγία) ορίζει:
«1. Για κάθε περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφοι 1 και 2, κάθε κράτος μέλος καταρτίζει εθνικό σχέδιο με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Το σχέδιο βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ [της οδηγίας], λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Με την επιφύλαξη της Συνθήκης, η Επιτροπή διατυπώνει, το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2003, κατευθύνσεις για την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙΙ [της οδηγίας].
Για την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέχρι τις 31 Μαρτίου 2004 το αργότερο. Για τις μετέπειτα περιόδους, το σχέδιο δημοσιεύεται και κοινοποιείται στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου.
2. Τα εθνικά σχέδια κατανομής δικαιωμάτων εξετάζονται στο πλαίσιο της επιτροπής του άρθρου 23, παράγραφος 1, [της οδηγίας].
3. Εντός τριμήνου από την κοινοποίηση εθνικού σχεδίου κατανομής από κράτος μέλος βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει το σχέδιο αυτό ή οποιαδήποτε πτυχή του, για λόγους μη συμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με το άρθρο 10. Το κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1 ή 2, μόνον εάν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις γίνουν αποδεκτές από την Επιτροπή. Kάθε απορριπτική απόφαση της Επιτροπής αιτιολογείται.»
4.
Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας:
«Κατά την πενταετή περίοδο που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2008, και για κάθε μετέπειτα πενταετή περίοδο, κάθε κράτος μέλος αποφασίζει τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για την εν λόγω περίοδο και αρχίζει τη διαδικασία κατανομής των δικαιωμάτων στον φορέα εκμετάλλευσης κάθε εγκατάστασης. Η απόφαση λαμβάνεται δώδεκα τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου και βασίζεται στο εθνικό του σχέδιο κατανομής που έχει καταρτισθεί βάσει του άρθρου 9 και σύμφωνα με το άρθρο 10, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του κοινού».
5.
Το παράρτημα III της οδηγίας 2003/87 απαριθμεί δώδεκα κριτήρια εφαρμοστέα στα ΕΣΚ. Τα κριτήρια 1 έως 3 και 12 του εν λόγω παραρτήματος ορίζουν αντιστοίχως τα ακόλουθα:
«1.
Η συνολική ποσότητα των προς κατανομή δικαιωμάτων για τη σχετική περίοδο πρέπει να αντιστοιχεί προς την υποχρέωση του κράτους μέλους να περιορίσει τις εκπομπές του βάσει της αποφάσεως 2002/358/ΕΚ και του πρωτοκόλλου του Κιότο, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, την αναλογία των συνολικών εκπομπών που τα δικαιώματα αυτά αντιπροσωπεύουν σε σύγκριση με τις εκπομπές από πηγές που δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και, αφετέρου, των εθνικών πολιτικών ενέργειας, και θα πρέπει να συμφωνεί με το εθνικό πρόγραμμα για τις κλιματικές μεταβολές. Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων δεν πρέπει να υπερβαίνει την ενδεχομένως απαιτούμενη για την αυστηρή εφαρμογή των κριτηρίων του παρόντος παραρτήματος. Πριν από το 2008, η ποσότητα πρέπει να συμβαδίζει με την κατεύθυνση της επίτευξης ή της υπέρ-επίτευξης του στόχου κάθε κράτους μέλους σύμφωνα με την απόφαση 2002/358/ΕΚ και το Πρωτόκολλο του Κιότο.
2.
Η συνολική ποσότητα των κατανεμητέων δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχεί προς τις εκτιμήσεις της πραγματικής και της προβλεπόμενης προόδου προς εκπλήρωση των συνεισφορών των κρατών μελών στις δεσμεύσεις της Κοινότητας βάσει της αποφάσεως 93/389/ΕΟΚ.
3.
Οι ποσότητες των προς κατανομή δικαιωμάτων πρέπει να αντιστοιχούν προς το δυναμικό, συμπεριλαμβανομένου του τεχνολογικού δυναμικού, δραστηριοτήτων που καλύπτονται από αυτό το σύστημα μειώσεως των εκπομπών. Τα κράτη μέλη μπορούν να βασίζουν την κατανομή δικαιωμάτων στις μέσες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου ανά προϊόν σε κάθε τομέα δραστηριοτήτων και στην πρόοδο που είναι δυνατόν να επιτευχθεί σε κάθε δραστηριότητα.
[…]
12.
Το σχέδιο ορίζει το ανώτατο ποσό [των πιστοποιημένων μειώσεων εκπομπών] και [των μονάδων μειώσεως εκπομπών] που μπορεί να χρησιμοποιηθεί από φορείς εκμεταλλεύσεως εντός του κοινοτικού συστήματος ως ποσοστό της κατανομής των δικαιωμάτων σε κάθε εγκατάσταση. Το ποσοστό συνάδει προς τις υποχρεώσεις συμπληρωματικότητας δυνάμει του πρωτοκόλλου του Κιότο και των αποφάσεων που ελήφθησαν δυνάμει της UNFCCC και του πρωτοκόλλου του Κιότο».
III – Ιστορικό της διαφοράς και προσβαλλόμενη απόφαση
6.
Τα πραγματικά περιστατικά που προηγήθηκαν της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και το διατακτικό της, παρατίθενται στις σκέψεις 6 έως 9 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
IV – Διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
7.
Η Δημοκρατία της Εσθονίας άσκησε προσφυγή κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου. Η διαδικασία ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου εκτίθεται στις σκέψεις 10 έως 21 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
8.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της.
9.
Κατ’ αρχάς, με τις σκέψεις 28 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα επιχειρήματα της Επιτροπής περί του εν μέρει απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως.
10.
Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 49 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τον λόγο ακυρώσεως της Δημοκρατίας της Εσθονίας που αφορούσε υπέρβαση εξουσίας λόγω παραβάσεως των άρθρων 9, παράγραφοι 1 και 3, και 11, παράγραφος 2, της οδηγίας. Πρώτον, διαπίστωσε ότι η Επιτροπή ενήργησε καθ’ υπέρβαση της εξουσίας ελέγχου την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, αφενός, καθορίζοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκεκριμένη ποσότητα δικαιωμάτων, κάθε υπέρβαση της οποίας θεωρείται μη συμβατή με τα κριτήρια που τάσσει η οδηγία και, αφετέρου, απορρίπτοντας το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας καθόσον προτείνεται με αυτό συνολική ποσότητα δικαιωμάτων μεγαλύτερη από την ανώτατη ποσότητα που όρισε η ίδια. Δεύτερον, έκρινε ότι η Επιτροπή παραβίασε το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας υποκαθιστώντας τη δική της ανάλυση στην ανάλυση την οποία περιλάμβανε το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο έκρινε επίσης ότι τα δεδομένα και οι μέθοδοι αξιολογήσεως τα οποία χρησιμοποίησε η Επιτροπή δεν ήταν αναγκαστικά τα πλέον αντιπροσωπευτικά. Εκτιμώντας ότι ο λόγος ακυρώσεως που αφορούσε παραβίαση των άρθρων 9, παράγραφοι 1 και 3, και 11, παράγραφος 2, της οδηγίας ήταν βάσιμος, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να ακυρωθούν.
11.
Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 99 έως 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε παραβιάσει την αρχή της χρηστής διοικήσεως στο πλαίσιο της εκ μέρους της αξιολογήσεως του κατά πόσον το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας ήταν συμβατό με το κριτήριο 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Θεώρησε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι περιεχόμενοι στο εν λόγω ΕΣΚ βαρύνονταν με σφάλμα. Κατά συνέπεια, έκρινε ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε να ακυρωθούν.
12.
Τέλος, με τη σκέψη 114 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο, θεωρώντας ότι τα άρθρα 1, παράγραφοι 1 και 2, 2, παράγραφοι 1 και 2, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν ήταν δυνατόν να αποσπασθούν από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί στο σύνολό της.
V – Διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
13.
Η Επιτροπή άσκησε αναίρεση κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ζητώντας από το Δικαστήριο:
—
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και
—
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Εσθονίας στα δικαστικά έξοδα.
14.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή, η Δημοκρατία της Εσθονίας ζητεί από το Δικαστήριο,
—
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα,
—
εφόσον κάνει δεκτή την αίτηση αναιρέσεως, να αναπέμψει την υπόθεση στο Γενικό Δικαστήριο προς έκδοση αποφάσεως επί των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Εσθονίας σχετικά με τα πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως της Επιτροπής, με την παράβαση του άρθρου 175, παράγραφος 2, στοιχείο γ’, ΕΚ και με την παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
15.
Με διάταξη της 1ης Ιουνίου 2010, επετράπη η παρέμβαση του Βασιλείου της Δανίας προς στήριξη των αιτημάτων της Επιτροπής και η παρέμβαση της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Δημοκρατίας της Λεττονίας προς στήριξη των αιτημάτων της Δημοκρατίας της Εσθονίας.
16.
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Σεπτεμβρίου 2011, η Δανική, η Εσθονική και η Λεττονική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, διευκρίνισαν τις θέσεις τους και απάντησαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν.
VI – Επί του εννόμου συμφέροντος της Επιτροπής
17.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2009, μετά δηλαδή την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως και την άσκηση από την Επιτροπή αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Με τη νέα αυτή απόφαση, απέρριψε το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας και επανέλαβε ότι δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας, χωρίς να αναφέρει ανώτατη συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων. Η Δημοκρατία της Εσθονίας δεν αντιτάχθηκε στη νέα απόφαση και κοινοποίησε νέο ΕΣΚ στις 4 Σεπτεμβρίου 2010.
18.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί το έννομο συμφέρον της Επιτροπής. Πράγματι, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως την έλλειψη συμφέροντος εκ μέρους του διαδίκου για την άσκηση αναιρέσεως ή τη συνέχιση της εκδικάσεώς της, λόγω γεγονότος μεταγενέστερου της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δυναμένου να άρει τον βλαπτικό για τον αναιρεσείοντα χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής και να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως απαράδεκτη ή άνευ αντικειμένου για τον λόγο αυτόν. Η ύπαρξη συμφέροντος του αναιρεσείοντος για την άσκηση αναιρέσεως προϋποθέτει ότι η αναίρεση μπορεί, με το αποτέλεσμά της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε ( 2 ).
19.
Εν προκειμένω, η έκδοση της νέας αποφάσεως δεν είχε ως συνέπεια την άρση του έννομου συμφέροντος της Επιτροπής να συνεχιστεί η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως. Ασφαλώς, ενδεχόμενη αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την αναβίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έχει αντικατασταθεί εν τω μεταξύ από τη νέα απόφαση. Εντούτοις, η Επιτροπή συνεχίζει να έχει συμφέρον για την έκδοση αποφάσεως του Δικαστηρίου με την οποία να επικυρώνεται η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την οποία υποστηρίζει. Πράγματι, η Τσεχική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η Δημοκρατία της Λιθουανίας και η Ρουμανία προσέφυγαν ενώπιον του τότε Πρωτοδικείου κατά των αποφάσεων της Επιτροπής με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αντίστοιχα ΕΣΚ των χωρών αυτών. ( 3 ) Οι δίκες αυτές έχουν ανασταλεί μέχρις ότου εκδοθούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στην κρινόμενη υπόθεση και στην υπόθεση C-504/09 P, Επιτροπή κατά Πολωνίας. Συνεπώς, η Επιτροπή διατηρεί έννομο συμφέρον ενόψει των δικών αυτών που εκκρεμούν ενώπιον του νυν Γενικού Δικαστηρίου.
VII – Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
20.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 44, παράγραφος 1, σημείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας.
21.
Ο λόγος στρέφεται κατά των σκέψεων 28 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε την ένσταση απαραδέκτου την οποία προέβαλε η Επιτροπής πρωτοδίκως. Η Επιτροπή είχε ζητήσει να απορριφθεί η προσφυγή της Δημοκρατίας της Εσθονίας ως απαράδεκτη, καθόσον η Δημοκρατία της Εσθονίας δεν ζητούσε απλώς την ακύρωση των άρθρων 1, παράγραφοι 1 και 2, 2, παράγραφοι 1 και 2, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά την ακύρωση του συνόλου της αποφάσεως. Κατά την άποψη της Επιτροπής, το εν μέρει απαράδεκτο της προσφυγής της Δημοκρατίας της Εσθονίας απορρέει από το ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας είχε προβάλει ισχυρισμούς που αφορούσαν αποκλειστικά την ακύρωση των άρθρων 1, παράγραφοι 1 και 2, 2, παράγραφοι 1 και 2, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ οι υπόλοιπες διατάξεις της εν λόγω αποφάσεως μπορούν να αποσπασθούν από τις προαναφερθείσες. Το Πρωτοδικείο απέρριψε το εν λόγω αίτημα κρίνοντας ότι, εφόσον οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η Δημοκρατία της Εσθονίας, είναι βάσιμοι, θα πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, καθότι οι διατάξεις που αποτελούν αντικείμενο των προβαλλομένων αιτιάσεων δεν δύνανται να αποσπασθούν από την υπόλοιπη αυτή πράξη.
22.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 21 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας, δεχόμενο ότι το αίτημα της Δημοκρατίας της Εσθονίας για ακύρωση του συνόλου της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν βάσιμο. Οι ισχυρισμοί τους οποίους προέβαλε η Δημοκρατία της Εσθονίας αφορούσαν, κατά την Επιτροπή, αποκλειστικά τα άρθρα 1, παράγραφοι 1 και 2, 2, παράγραφοι 1 και 2, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι υπόλοιπες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να αποσπασθούν από τις επίδικες.
23.
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής δέον να απορριφθεί, αντικαθιστώντας όμως μέρος των αιτιολογιών του Πρωτοδικείου. Αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, το αίτημα της Επιτροπής δέον να απορριφθεί χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν είναι δυνατόν να αποσπασθούν οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως.
24.
Ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή είχε προβάλει τον ισχυρισμό ότι το αίτημα της Δημοκρατίας της Εσθονίας προσέκρουε στο άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και στο άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. Σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα, η προσφυγή είναι απαράδεκτη αν ο προσφεύγων δεν εκθέτει με επαρκή σαφήνεια το αντικείμενο της διαφοράς, τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς των οποίων γίνεται επίκληση. Τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία επί των οποίων ερείδεται η προσφυγή πρέπει να προκύπτουν, τουλάχιστον συνοπτικώς, πλην όμως κατά τρόπο συνεπή και κατανοητό, από το ίδιο το κείμενο του σχετικού δικογράφου, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στον καθού να προετοιμάσει την άμυνά του και στο Γενικό Δικαστήριο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλα στοιχεία ( 4 ).
25.
Εν προκειμένω, η Δημοκρατία της Εσθονίας είχε εκθέσει το αντικείμενο της διαφοράς, τα αιτήματα και τους ισχυρισμούς τους οποίους επικαλέστηκε για τη θεμελίωση των αιτημάτων της με επαρκή σαφήνεια. Ήταν σαφές ότι ζητούσε την ακύρωση του συνόλου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι θεωρούσε ότι το αίτημα αυτό αιτιολογούνταν από τους ισχυρισμούς τους οποίους επικαλέστηκε για τη θεμελίωσή του. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν το άρθρο 21, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας.
26.
Αντιθέτως προς ό,τι έκρινε το Πρωτοδικείο, δεν ήταν απαραίτητο να αναλυθεί, στο πλαίσιο του ελέγχου του παραδεκτού της προσφυγής, η δυνατότητα διαχωρισμού των επίδικων διατάξεων της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, μολονότι η δυνατότητα διαχωρισμού των διατάξεων πράξεως δέον να αναλύεται στο πλαίσιο της εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής, όταν ο προσφεύγων ζητεί τη μερική ακύρωση της πράξεως ( 5 ), δεν πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο του παραδεκτού, αλλά αποκλειστικά στο πλαίσιο του βασίμου της προσφυγής, όταν ο προσφεύγων ζητεί την ακύρωση του συνόλου της προσβαλλομένης αποφάσεως. Το ζήτημα αν δικαιολογείται η ακύρωση του συνόλου της πράξεως βάσει των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση και της αδυναμίας διαχωρισμού των διατάξεων της εν λόγω πράξεως είναι ζήτημα που λογικά μπορεί να εξεταστεί μόνο μετά την εξέταση του βασίμου ενός τουλάχιστον ισχυρισμού και συνεπώς υπάγεται στο βάσιμο της προσφυγής. Φρονώ ότι μια τέτοια προσέγγιση επιβάλλεται πολλώ μάλλον για λόγους οικονομίας της διαδικασίας. Αφενός, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί το ζήτημα της δυνατότητας διαχωρισμού των διατάξεων πράξεως, όταν όλοι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εναντίον της είναι απορριπτέοι. Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, και αν ακόμα το Πρωτοδικείο είχε δεχθεί το αίτημα της Επιτροπής και είχε κρίνει ότι η προσφυγή ήταν «απαράδεκτη» ως προς ορισμένες διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, θα έπρεπε και πάλι να εξετάσει το σύνολο των ισχυρισμών που προέβαλλε η Δημοκρατία της Εσθονίας.
27.
Κατά συνέπεια, θα πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής και να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες τις οποίες εκθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 28 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
VIII – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως
28.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής αντλείται από νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 11, παράγραφος 2, της οδηγίας.
29.
Ο λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά των αιτιολογιών τις οποίες εκθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 49 έως 94 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τις σκέψεις 49 έως 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αρχικά εκθέτει ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 56 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο άσκησε τις αρμοδιότητές της η Επιτροπή στην υπό κρίση περίπτωση. Μετά από μια συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως με τις σκέψεις 57 και 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει, με τις σκέψεις 60 έως 94, ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας ελέγχου που της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Πρώτον, προσάπτει στην Επιτροπή ότι καθόρισε συγκεκριμένη ποσότητα δικαιωμάτων, κάθε υπέρβαση της οποίας θα θεωρείτο μη συμβατή προς τα κριτήρια που τάσσει η οδηγία και ότι απέρριψε το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας διότι η προτεινόμενη με αυτό συνολική ποσότητα δικαιωμάτων υπερέβαινε το όριο αυτό. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν περιορίστηκε σε έλεγχο νομιμότητας του ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας, αλλά υποκατέστησε, ουσιαστικά, στην ανάλυση του εν λόγω κράτους μέλους τη δική της. Στη συνέχεια, το Πρωτοδικείο επικρίνει την επιλογή των αριθμητικών στοιχείων σχετικά με τις εκπομπές που πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία των προβλέψεων για τη σχετική περίοδο και των μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν για τις προβλέψεις σχετικά με την εξέλιξη των εκπομπών μεταξύ της περιόδου αναφοράς και της σχετικής περιόδου. Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε τα υπόλοιπα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή προκειμένου να δικαιολογήσει την απόρριψη του ΕΣΚ.
30.
Με τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις της για τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο, πρώτον, ότι εξομοίωσε τον έλεγχο ΕΣΚ που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας με έλεγχο μεταφοράς οδηγιών (A). Στη συνέχεια, ο λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής υποδιαιρείται σε δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αντλείται από παραβίαση της γενικής αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (B) και το δεύτερο από παρερμηνεία του αντικειμένου και του σκοπού της οδηγίας (Γ).
Α — Επί της φύσεως του ελέγχου που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας
31.
Κατ’ αρχήν, θα πρέπει να εξεταστεί το βάσιμο των επικρίσεων της Επιτροπής σχετικά με τη φύση του ελέγχου που ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
32.
Οι επικρίσεις αυτές αφορούν τις αιτιολογίες τις οποίες εκθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 49 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με τη σκέψη 50, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε, κατ’ αρχάς, ότι οι διοικητικές πράξεις πρέπει να εκδίδονται τηρουμένης της κατανομής αρμοδιοτήτων στις διάφορες διοικητικές αρχές. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε στο άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (νυν άρθρο 288, τρίτο εδάφιο, ΣΛΕΕ) και έκρινε ότι, στον τομέα του περιβάλλοντος, ο οποίος διέπεται από τα άρθρα 174 ΕΚ έως 176 ΕΚ (νυν άρθρα 191 ΣΛΕΕ έως 193 ΣΛΕΕ), υφίσταται κοινή αρμοδιότητα της Ένωσης και των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτό, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ελλείψει κοινοτικού κανόνα που να καθορίζει σαφώς και επακριβώς τον τύπο και τα μέσα που πρέπει να μετέλθει το κράτος μέλος, η ελευθερία δράσεως του κράτους μέλους ως προς την επιλογή του τύπου και των μέσων είναι, καταρχήν, απόλυτη και εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει κατά τρόπο νομικά επαρκή ότι τα μέσα που μετήλθε προς τούτο το κράτος μέλος αντιβαίνουν στο δίκαιο της Ένωσης. Όσον αφορά τις αρμοδιότητες των κρατών μελών, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικώς αρμόδια, αφενός, να καταρτίζουν το ΕΣΚ τους και, αφετέρου, να λαμβάνουν τις τελικές αποφάσεις όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τη συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων αυτών, κάθε κράτος μέλος διαθέτει ένα ορισμένο περιθώριο ελιγμών. Με τις σκέψεις 54 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Επιτροπή είναι αρμόδια, αφενός, να επαληθεύει τη συμβατότητα των ΕΣΚ με τα κριτήρια της οδηγίας και, αφετέρου, να απορρίπτει τα ΕΣΚ για λόγους ασυμβατότητας. Όπως προκύπτει από τη σκέψη 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο έλεγχος που ασκεί η Επιτροπή είναι έλεγχος νομιμότητας.
33.
Στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι χαρακτήρισε τον έλεγχο που έχει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, έλεγχο νομιμότητας. Πριν εξετάσω την αιτίαση αυτή (2), θα σκιαγραφήσω συνοπτικά τη διαδικασία ελέγχου των ΕΣΚ την οποία προβλέπουν τα άρθρα 9 και 11 της οδηγίας (1).
1. Η διαδικασία ελέγχου των ΕΣΚ
34.
Κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου αποβλέπει στη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά τρόπο αποδοτικό από πλευράς κόστους και οικονομικώς αποτελεσματικό.
35.
Στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να εκπονήσει ΕΣΚ που να διευκρινίζει, μεταξύ άλλων, τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που σκοπεύει να κατανείμει για την περίοδο αυτή και τον τρόπο κατανομής. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, της οδηγίας, το εν λόγω ΕΣΚ πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των τυχόν παρατηρήσεων του κοινού. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν το ΕΣΚ στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες πριν από την έναρξη της σχετικής περιόδου εμπορίας.
36.
Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Επιτροπή εξετάζει αν τα κοινοποιηθέντα ΕΣΚ είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας και απορρίπτει όσα δεν είναι. Όπως προκύπτει από το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, ένα κράτος μέλος μπορεί να βασίσει την τελική του απόφαση σχετικά με τη συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που θα κατανείμει για τη σχετική περίοδο σε ΕΣΚ το οποίο έχει εγκριθεί ή δεν έχει απορριφθεί από την Επιτροπή εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίησή του. Αντιθέτως, δεν μπορεί να βασίσει την τελική του απόφαση σε ΕΣΚ το οποίο έχει απορριφθεί από την Επιτροπή. Συνεπώς, η Επιτροπή έχει την εξουσία να αποτρέψει την υιοθέτηση ΕΣΚ.
2. Επί των αιτιάσεων της Επιτροπής
37.
Ορθώς αποφάνθηκε το Πρωτοδικείο ότι ο έλεγχος των ΕΣΚ από την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας είναι έλεγχος νομιμότητας. Όπως επεσήμανε το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 53 και 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από την εν λόγω διάταξη προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι ο ρόλος της Επιτροπής περιορίζεται σε έλεγχο συμβατότητας του ΕΣΚ του κράτους μέλους με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Συνεπώς η Επιτροπή, για να απορρίψει ένα ΕΣΚ, πρέπει να αποδείξει ότι το κράτος μέλος υπερέβη το περιθώριο ελιγμών που διαθέτει σύμφωνα με την οδηγία.
38.
Οι αιτιάσεις τις οποίες προβάλλει η Επιτροπή κατά της αιτιολογήσεως του Πρωτοδικείου δεν είναι βάσιμες.
39.
Πρώτον, από τον προληπτικό χαρακτήρα τον οποίον αποδίδει στον έλεγχο το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο έλεγχος υπερβαίνει τα όρια του ελέγχου νομιμότητας. Ασφαλώς, η οδηγία αποδίδει σημαντικό ρόλο στην Επιτροπή η οποία έχει, μεταξύ άλλων, δικαίωμα ελέγχου και αποτρεπτικής δράσεως. Εντούτοις, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν της επιτρέπει να υποκαταστήσει κράτος μέλος όσον αφορά την κατάρτιση του ΕΣΚ ή τη λήψη της τελικής αποφάσεως σχετικά με τα κατανεμητέα δικαιώματα. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει ΕΣΚ μόνον εφόσον αποδείξει ότι το κράτος μέλος υπερέβη το περιθώριο ελιγμών που διαθέτει δυνάμει της οδηγίας.
40.
Δεύτερον, ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι ο χαρακτηρισμός του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας ως ελέγχου συμβατότητας συνάδει με το πνεύμα του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, κατά το οποίο η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά καταλείπει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ο κανόνας αυτός είναι εφαρμοστέος εν προκειμένω.
41.
Κατ’ αρχάς, είναι απορριπτέο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ είναι εφαρμοστέο μόνο στους ελέγχους a posteriori, όπως ο έλεγχος που ασκείται στο πλαίσιο διαδικασίας λόγω παραβάσεως. Ο εν λόγω κανόνας έχει γενική εφαρμογή. Συνεπώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω, κατά την εξέταση του κατά πόσον η Επιτροπή υποχρεούται να συμμορφώνεται με την επιλογή των κρατών μελών όσον αφορά τα στοιχεία και τις μεθόδους εκτιμήσεως που χρησιμοποιούνται για την κατάρτιση των ΕΣΚ τους.
42.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να απορριφθεί η συλλογιστική της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλεστούν την ύπαρξη περιθωρίου ελιγμών, διότι το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ δεν είναι εφαρμοστέο λόγω της «κανονιστικής» φύσεως του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Η Επιτροπή εκτιμά ότι μια διάταξη οδηγίας η οποία είναι εφαρμοστέα αποκλειστικώς μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών και της οποίας, συνεπώς, η εφαρμογή δεν εξαρτάται από προηγούμενη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο έχει «κανονιστικό» χαρακτήρα. Η συλλογιστική αυτή δεν είναι πειστική. Το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ εφαρμόζεται σε όλες τις διατάξεις οδηγίας, και συνεπώς και στις διατάξεις που είναι εφαρμοστέες αποκλειστικώς μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών. Εξάλλου, η Επιτροπή δεν προβάλλει κάποιον πειστικό λόγο που να δικαιολογεί γιατί μια διάταξη όπως το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας δεν θα έπρεπε να καταλείπει περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα, εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν έχουν εναρμονιστεί με την οδηγία. Εν πάση περιπτώσει, η προσέγγιση του Πρωτοδικείου δικαιολογείται λόγω του ότι η οδηγία εμπίπτει σε τομέα κοινής αρμοδιότητας, δηλαδή σε τομέα στον οποίο τα κράτη μέλη διατηρούν τις αρμοδιότητές τους σχετικά με πτυχές που δεν έχουν εναρμονιστεί.
43.
Τρίτον, η Επιτροπή δεν μπορεί βασίμως να υποστηρίξει ότι διαθέτει περιθώριο ελιγμών στο μέτρο που αναγκάζεται να προβεί σε περίπλοκες οικονομικές και οικολογικές αξιολογήσεις στο πλαίσιο του ελέγχου των ΕΣΚ σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας και ότι αυτό το περιθώριο εκτιμήσεως περιορίζει το περιθώριο ελιγμών των κρατών μελών. Πράγματι, το εν λόγω περιθώριο εκτιμήσεως της Επιτροπής δεν μεταβάλλει τη φύση του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας ως έλεγχο συμβατότητας. Το περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο διαθέτει η Επιτροπή της επιτρέπει να προσδιορίσει ένα σημείο συγκρίσεως βασιζόμενο σε δεδομένα και μεθόδους της επιλογής της, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει προκειμένου να αποδείξει ότι το ΕΣΚ δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Εντούτοις, δεν της επιτρέπει να απορρίψει το ΕΣΚ κράτους μέλους για τον μόνο λόγο ότι δεν είναι συμβατό με το σημείο αναφοράς που επέλεξε.
44.
Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις που στρέφονται κατά των προκαταρκτικών παρατηρήσεων τις οποίες εκθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 49 έως 56 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως είναι απορριπτέες.
Β — Επί του πρώτου σκέλους το οποίο αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
45.
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας υποκαθιστώντας την ανάλυση που είχε πραγματοποιήσει η Δημοκρατία της Εσθονίας με τη δική της. Το σκέλος αυτό υποδιαιρείται σε δύο αιτιάσεις αντλούμενες, αφενός, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (1) και, αφετέρου, από πλάνη περί το δίκαιο του Πρωτοδικείου ως προς τα δεδομένα τα οποία υποκατέστησε η Επιτροπή (2).
1. Επί της αιτιάσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
46.
Κατά τη δίκη ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή υπεραμύνθηκε της ερμηνείας του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την οποία ακολουθεί και σύμφωνα με την οποία δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα δεδομένα τα οποία είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Εσθονίας, υποστηρίζοντας ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως την υποχρέωνε να χρησιμοποιήσει δεδομένα προερχόμενα από τις ίδιες πηγές και από ταυτόσημες μεθόδους αξιολογήσεως για τα ΕΣΚ όλων των κρατών μελών.
47.
Το Πρωτοδικείο απέρριψε τη συλλογιστική αυτή με τις σκέψεις 87 έως 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες έκρινε ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν συνεπάγεται τροποποίηση της κατά την οδηγία κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικώς αρμόδια να καταρτίζουν το ΕΣΚ τους και να λαμβάνουν την τελική απόφαση επί της συνολικής ποσότητας των προς κατανομή δικαιωμάτων. Η εξουσία ελέγχου της Επιτροπής περιορίζεται σε έλεγχο συμβατότητας των δεδομένων που περιλαμβάνονται στο ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν μπορούσε να υποκαταστήσει απλώς τα περιεχόμενα στο ΕΣΚ δεδομένα με τα δικά της. Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί να διασφαλίσει την ίση μεταχείριση των κρατών μελών εξετάζοντας με τον ίδιο βαθμό επιμέλειας το ΕΣΚ που υποβάλλεται από κάθε κράτος μέλος.
48.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την εξουσία ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας και ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Υποστηρίζει ότι υποχρεούται να χρησιμοποιεί επικαιροποιημένα δεδομένα προερχόμενα από την ίδια πηγή και προβλέψεις αφορώσες την ίδια περίοδο για όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των ΕΣΚ.
49.
Η αιτίαση που αφορά εσφαλμένη ερμηνεία της εκτάσεως του ελέγχου τον οποίο ασκεί η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας (α) θα πρέπει να εξεταστεί πριν από την αιτίαση που αφορά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως (β). Τέλος, θα εξεταστούν οι υπόλοιπες αιτιάσεις που προβάλλονται κατά των αιτιολογιών του Πρωτοδικείου (γ).
α) Επί της εκτάσεως της εξουσίας ελέγχου της Επιτροπής
50.
Πρώτον, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε την έκταση της εξουσίας ελέγχου την οποία διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Θεωρεί ότι έχει τη δυνατότητα να καθορίζει η ίδια τις παραμέτρους βάσει των οποίων αξιολογείται η συμβατότητα των δεδομένων που περιλαμβάνονται στο ΕΣΚ με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Κατά συνέπεια, φρονεί ότι δεν υποχρεούται να επαληθεύει την αξιοπιστία των οικονομικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται στο ΕΣΚ.
51.
Η αιτίαση αυτή της Επιτροπής είναι αβάσιμη. Ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να εξακριβώσει αν τα οικονομικά δεδομένα τα οποία η Δημοκρατία της Εσθονίας περιέλαβε στο ΕΣΚ της ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
52.
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας προβλέπει απλώς εξουσία ελέγχου συμβατότητας της Επιτροπής, η οποία της επιτρέπει να απορρίπτει ΕΣΚ κράτους μέλους που δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ ή με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας ( 6 ).
53.
Όσον αφορά την έκταση του ελέγχου, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε, με τις σκέψεις 68, 69, 75, 79 και 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το παράρτημα III της οδηγίας απαριθμεί τα κριτήρια τα οποία πρέπει να πληροί το ΕΣΚ κράτους μέλους, χωρίς εντούτοις να καθορίζει τον τύπο και τα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της συμβατότητας του ΕΣΚ με τα κριτήρια αυτά. Συνεπώς, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να χρησιμοποιήσουν δεδομένα και μεθόδους αξιολογήσεως της επιλογής τους, υπό την προϋπόθεση να μην οδηγούν σε αποτελέσματα που δεν είναι συμβατά με τα εν λόγω κριτήρια. Στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται αυτό το περιθώριο ελιγμών των κρατών μελών. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να απορρίψει το ΕΣΚ κράτους μέλους για τον μόνο λόγο ότι τα δεδομένα που περιέχει δεν είναι συμβατά με τα δεδομένα της επιλογής της, αλλά σε αυτήν εναπόκειται να αποδείξει ότι τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο ΕΣΚ δεν είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
54.
Τα επιχειρήματα που προβάλλει η Επιτροπή προκειμένου να θεμελιώσει τη θέση της δεν είναι πειστικά.
55.
Πρώτον, θα πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας, διότι είχε επισημάνει στα κράτη μέλη τη σημασία των επαληθευμένων δεδομένων για τις πραγματικές εκπομπές. Μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν δικαιολογημένη σε ένα σύστημα που θα επέτρεπε στην Επιτροπή να υποκαταστήσει τα κράτη μέλη ή να καθορίσει η ίδια τις παραμέτρους βάσει των οποίων αξιολογούνται τα κριτήρια συμβατότητας. Η οδηγία όμως δεν παρέχει τέτοια εξουσία στην Επιτροπή. Αν η Επιτροπή είχε αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα των δεδομένων που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ, εναπέκειτο στην ίδια να αποδείξει ότι τα δεδομένα αυτά δεν είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
56.
Δεύτερον, δεν μπορεί να συναχθεί από τη χρονική σύμπτωση του ελέγχου των ΕΣΚ των διαφόρων κρατών μελών από την Επιτροπή ότι η οδηγία της επιτρέπει να υποκαθιστά τα δεδομένα της επιλογής της στα δεδομένα τα οποία έχουν περιληφθεί στο ΕΣΚ κράτους μέλους.
57.
Τρίτον, η προσέγγιση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει τα δεδομένα που είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Εσθονίας δεν δικαιολογείται ούτε με τελολογική ερμηνεία λαμβάνουσα υπόψη τον σκοπό του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
58.
Μια τέτοια προσέγγιση δεν βρίσκει έρεισμα στην τριακοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, η οποία προβλέπει απλώς ότι το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τη μεμονωμένη δράση των κρατών μελών, αλλά μπορεί συνεπώς να επιτευχθεί καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.
59.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα με το οποίο υποστηρίζεται ότι, αν η Επιτροπή ενεργούσε με διαφορετικό τρόπο, δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι σκοποί της οδηγίας. Σε έναν τομέα κοινής αρμοδιότητας, όπως ο τομέας της προστασίας του περιβάλλοντος, εναπόκειται στον νομοθέτη της Ένωσης να προσδιορίσει τα μέσα τα οποία κρίνει απαραίτητα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, σεβόμενος τις αρχές τις επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Αν η επιλογή του νομοθέτη προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο από την οικεία πράξη, τα δικαστήρια της Ένωσης δεν έχουν τη δυνατότητα να υποκαταστήσουν με τη δική τους εκτίμηση την εκτίμηση του νομοθέτη μέσω τελολογικής ερμηνείας.
60.
Η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να παράσχει στην Επιτροπή απλή εξουσία ελέγχου συμβατότητας και όχι εξουσία υποκαταστάσεως ή εναρμονίσεως δεν προκύπτει μόνον από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, αλλά και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες θεσπίσεώς της ( 7 ). Συνεπώς, η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή υπερβαίνει τα όρια τελολογικής ερμηνείας. Στον νομοθέτη της Ένωσης εναπόκειται να τροποποιήσει την εν λόγω διάταξη, αν εκτιμά ότι δεν επιτρέπει την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών ( 8 ).
61.
Συνεπώς, η αιτίαση που αφορά παρερμηνεία της εκτάσεως της εξουσίας ελέγχου την οποία διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας είναι απορριπτέα.
β) Επί της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως
62.
Δεύτερον, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
63.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη.
64.
Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως επιβάλλει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς. Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν διάφορες καταστάσεις και έτσι τον παρόμοιο χαρακτήρα τους πρέπει, ειδικότερα, να προσδιορίζονται και να εκτιμώνται υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της πράξεως της Ένωσης που θεσπίζει την εν λόγω διάκριση ( 9 ).
65.
Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι η αιτίαση της Επιτροπής θεμελιώνεται σε παρανόηση της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η εν λόγω διάταξη δεν της επιτρέπει να καθορίζει τις οικονομικές παραμέτρους που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση της συμβατότητας ΕΣΚ προς τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Όπως προαναφέρθηκε, η οδηγία καταλείπει περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη, τα οποία είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν τα δεδομένα και τις μεθόδους εκτιμήσεως της επιλογής τους, εφόσον οι επιλογές τους δεν οδηγούν σε αποτελέσματα που δεν είναι συμβατά με τα εν λόγω κριτήρια. Οι ενδεχόμενες διαφορές μεταξύ των επιλογών των κρατών μελών αποτελούν εκδήλωση του περιθωρίου ελιγμών τους, το οποίο η Επιτροπή υποχρεούται να σέβεται στο πλαίσιο του ελέγχου συμβατότητας που ασκεί. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως αποδεχόμενη τις διάφορες επιλογές των κρατών μελών, εφόσον τα κράτη μέλη δεν υπερβαίνουν το περιθώριο ελιγμών που διαθέτουν.
66.
Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από την παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως είναι απορριπτέα.
γ) Επί των ορίων της τροποποιήσεως ΕΣΚ
67.
Τρίτον, δέον να εξεταστεί η επίκριση της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα δεχόμενο ότι υπάρχει απεριόριστη δυνατότητα τροποποιήσεως των ΕΣΚ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εφόσον η οδηγία σιωπά σχετικά με τη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν τροποποιήσεις των ΕΣΚ πέραν εκείνων που αποσκοπούν στην προσαρμογή του προς την απορριπτική απόφαση της Επιτροπής, δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι υφίσταται δυνατότητα τροποποιήσεως των ΕΣΚ, διότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τη λειτουργία του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων και θα παρείχε στα κράτη μέλη το κίνητρο να καθυστερούν την κοινοποίηση των ΕΣΚ ή να κοινοποιούν μη πλήρες ΕΣΚ, ούτως ώστε να μπορούν, ενδεχομένως, να επωφελούνται από ευνοϊκότερα δεδομένα.
68.
Η αιτίαση αυτή είναι απορριπτέα. Δεν είναι ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να ελέγξει τη συμβατότητα των δεδομένων που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, και συνεπώς δεν μπορούσε απλώς να υποκαταστήσει με τα δικά της δεδομένα τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ. Πράγματι, το ζήτημα του βαθμού στον οποίο ένα κράτος μέλος δύναται να τροποποιεί ΕΣΚ μετά την κοινοποίησή του στην Επιτροπή δεν έχει άμεση σχέση με την έκταση της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει η Επιτροπή κατά την εξέταση του αρχικού ΕΣΚ του εν λόγω κράτους μέλους.
δ) Πρόταση
69.
Κατά συνέπεια, η αιτίαση που στρέφεται κατά της διαπιστώσεως του Πρωτοδικείου ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας υποκαθιστώντας την ανάλυση που είχε πραγματοποιήσει η Δημοκρατία της Εσθονίας με τη δική της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
2. Επί της αιτιάσεως που αφορά αντικατάσταση των δεδομένων από την Επιτροπή
70.
Η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι επέκρινε την εκ μέρους της χρησιμοποίηση δεδομένων για τις εκπομπές CO2 και προβλέψεων για το ακαθάριστο εθνικό προϊόν (ΑΕΠ) της δικής της επιλογής. Ισχυρίζεται ότι, όπως έκρινε και το Πρωτοδικείο, ήταν υποχρεωμένη να βασιστεί στα πλέον πρόσφατα δεδομένα. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να βασιστεί στα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας.
71.
Η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη, καθότι στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει σαφώς ότι το Πρωτοδικείο δεν αντιτάχθηκε στην κατάρτιση από την Επιτροπή του δικού της οικονομικού και οικολογικού μοντέλου με βάση δεδομένα της επιλογής της. Έκρινε, όμως, ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να απορρίψει το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας για τον μόνο λόγο ότι τα αριθμητικά στοιχεία που είχαν περιληφθεί σε αυτό και βασίζονταν στα δεδομένα και το μοντέλο αξιολογήσεως που είχε επιλέξει η Δημοκρατία της Εσθονίας υπερέβαιναν τα αριθμητικά στοιχεία που προέκυπταν από τα δεδομένα και το μοντέλο αξιολογήσεως που είχε επιλέξει η Επιτροπή. Η Επιτροπή ήταν εκείνη που έπρεπε να αιτιολογήσει γιατί τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας δεν ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας.
Γ — Επί του δεύτερου σκέλους που αντλείται από παρερμηνεία των σκοπών της οδηγίας
72.
Το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως αντλείται από παρερμηνεία των σκοπών που επιδιώκει η οδηγία στο πλαίσιο της ερμηνείας του πεδίου εφαρμογής και της εκτάσεως των εξουσιών ελέγχου που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας.
73.
Το σκέλος αυτό αφορά τις αιτιολογίες τις οποίες εκθέτει το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 59 έως 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας ελέγχου που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, καθορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση συγκεκριμένη ποσότητα δικαιωμάτων, τυχόν υπέρβαση της οποίας θα θεωρείτο ασύμβατη με τα κριτήρια της οδηγίας και απορρίπτοντας το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας καθόσον η συνολική ποσότητα δικαιωμάτων που προτεινόταν με αυτό υπερέβαινε το εν λόγω όριο.
74.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο γενικός και ο ειδικός σκοπός της οδηγίας μπορούν να επιτευχθούν μόνον αν έχει την εξουσία να καθορίζει αυτό το ανώτατο όριο και ότι η προσέγγισή της δικαιολογείται από την οικονομία της διαδικασίας. Προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι δεν διέκρινε ορθώς μεταξύ του καθορισμού ανωτάτου ορίου από την Επιτροπή και του καθορισμού της ποσότητας δικαιωμάτων που μπορεί να κατανείμει το κράτος μέλος.
75.
Το εν λόγω σκέλος δεν είναι βάσιμο.
76.
Ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο ότι η οδηγία δεν απονέμει στην Επιτροπή την εξουσία να καθορίζει δεσμευτικό ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων με απορριπτική απόφαση. Όπως προεκτέθηκε, αρμόδια για την κατάρτιση των ΕΣΚ και για τη λήψη της τελικής αποφάσεως είναι τα κράτη μέλη. Οι εξουσίες της Επιτροπής περιορίζονται σε έλεγχο συμβατότητας των ΕΣΚ, ο οποίος της επιτρέπει να εμποδίζει την έγκριση ΕΣΚ που δεν είναι συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας. Κατά συνέπεια, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή στην πραγματικότητα υποκατέστησε τη Δημοκρατία της Εσθονίας ορίζοντας ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων και κατ’ αυτόν τον τρόπο σφετερίστηκε τις αρμοδιότητες του εν λόγω κράτους μέλους.
77.
Οι επικρίσεις τις οποίες προβάλλει η Επιτροπή κατά της αιτιολογήσεως του Πρωτοδικείου δεν είναι πειστικές.
78.
Πρώτον, θα πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία της Επιτροπής ότι δεν σφετερίστηκε τις αρμοδιότητες τις οποίες απονέμει στη Δημοκρατία της Εσθονίας το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας καθορίζοντας ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων, διότι η Δημοκρατία της Εσθονίας διατήρησε τη δυνατότητα να καθορίσει συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων ίση ή κατώτερη προς αυτό το ανώτατο όριο. Πράγματι, αν η Επιτροπή διέθετε μια τέτοια εξουσία, θα μπορούσε να επιβάλει τα δεδομένα και τις μεθόδους αξιολογήσεως της επιλογής της στα κράτη μέλη όσον αφορά το ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων. Η οδηγία όμως δεν προβλέπει ανάλογη εξουσία της Επιτροπής, αλλά καταλείπει περιθώριο ελιγμών στα κράτη μέλη όσον αφορά την επιλογή των δεδομένων και των μεθόδων αξιολογήσεως.
79.
Δεύτερον, είναι απορριπτέα η προσέγγιση της Επιτροπής κατά την οποία το Πρωτοδικείο δεν έλαβε επαρκώς υπόψη την ανάγκη ομαλής λειτουργίας του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών. Όπως προεκτέθηκε, η βούληση του νομοθέτη της Ένωσης να απονείμει στην Επιτροπή απλή εξουσία ελέγχου συμβατότητας προκύπτει σαφώς από την οδηγία. Η λήψη υπόψη της ομαλής λειτουργίας του συστήματος εμπορίας δεν επιτρέπει την αναγνώριση στην Επιτροπή περαιτέρω εξουσιών extra legem.
80.
Τρίτον, η αντίρρηση της Επιτροπής ότι είναι δυνατόν να αποδειχθεί ex post ότι η άνευ όρων αναγνώριση των δεδομένων για τις εκπομπές CO2 και της προτεινόμενης συνολικής ποσότητας κατανεμητέων δικαιωμάτων που περιέχονταν στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας δεν θα είχε οδηγήσει απλώς σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τα κριτήρια 1 έως 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, αλλά θα είχε επίσης επιφέρει τεχνητή αύξηση των δικαιωμάτων εκπομπής CO2 στην αγορά, φαίνεται να βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η Επιτροπή μπορεί να απορρίψει ΕΣΚ που δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, και συνεπώς δεν έκρινε ότι η Επιτροπή έπρεπε να αναγνωρίσει άνευ όρων τα δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο εσθονικό ΕΣΚ.
81.
Τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να υποδεικνύει το ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων δικαιολογείται για λόγους οικονομίας της διαδικασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται διαδοχικές αποφάσεις με τις οποίες απορρίπτεται ΕΣΚ λόγω ασυμβατότητας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας και δίνεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εγκρίνουν την τελική απόφαση την οποία προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Συναφώς, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι παρερμήνευσε τη νομική έννοια της ανώτατης ποσότητας που αναφέρεται στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η ένδειξη αυτή είχε απλώς ως συνέπεια να περιοριστεί η εξουσία λήψεως αποφάσεων που έχει. Η αναφορά της ποσότητας αυτής απλώς υποχρεώνει την Επιτροπή να μην απορρίψει τροποποιημένο ΕΣΚ, αν η ποσότητα δικαιωμάτων που προτείνεται με αυτό είναι κατώτερη ή ίση με την ανώτατη ποσότητα δικαιωμάτων που αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
82.
Και αυτή η αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
83.
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόρριψη ΕΣΚ από την Επιτροπή επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος να τροποποιήσει το ΕΣΚ. Η Επιτροπή δεν μπορεί να υποκαταστήσει το κράτος μέλος προς τον σκοπό αυτό και συνεπώς δεν μπορεί να τροποποιήσει το ΕΣΚ κράτους μέλους.
84.
Εντούτοις, η υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, τρίτη περίοδος, της οδηγίας, υποχρεώνει την Επιτροπή να εκθέτει τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι το απορριφθέν ΕΣΚ δεν είναι συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ και με τις διατάξεις του άρθρου 10 της οδηγίας.
85.
Καμία διάταξη της οδηγίας δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να διατυπώνει προτάσεις ή συστάσεις για την αιτιολόγηση απορριπτικής αποφάσεως. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορεί να υποδεικνύει το ποσοστό κατανεμητέων δικαιωμάτων το οποίο κρίνει συμβατό με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση να μην το επιβάλλει υποχρεωτικά στο οικείο κράτος μέλος. Πράγματι, λόγω του σχετικά περιορισμένου χρονικού διαστήματος που διαθέτει ένα κράτος μέλος για να τροποποιήσει το απορριφθέν ΕΣΚ, μια τέτοια υπόδειξη μπορεί να δικαιολογείται από την αρχή της αγαστής συνεργασίας.
86.
Εξάλλου, η Επιτροπή δεν υπερβαίνει τις αρμοδιότητες που της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, επισημαίνοντας στο διατακτικό απορριπτικής αποφάσεως ότι δεν θα απορρίψει τροποποιημένο ΕΣΚ που είναι σύμφωνο με τις προτάσεις και τις συστάσεις που περιέχονται στην απορριπτική απόφαση. Η μέθοδος αυτή μπορεί να δικαιολογείται από την αρχή της αγαστής συνεργασίας και από τις απαιτήσεις της οικονομίας της διαδικασίας.
87.
Αντιθέτως, η Επιτροπή υπερβαίνει τις αρμοδιότητες που έλκει από το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, όταν υποδεικνύει με την απορριπτική απόφαση υποχρεωτικό ανώτατο όριο εκπομπών. Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή υπερβαίνει τα όρια του ελέγχου συμβατότητας που ασκεί και σφετερίζεται τις αρμοδιότητες των κρατών μελών.
88.
Εν προκειμένω, ορθώς το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της εξουσίας που της απονέμει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Πράγματι, η Δημοκρατία της Εσθονίας, προς την οποία απευθύνεται η προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να θεωρήσει ότι η ένδειξη της ανώτατης ποσότητας δικαιωμάτων στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως είχε δεσμευτικό χαρακτήρα. Με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν είναι αποδεκτή καμία άλλη τροποποίηση του ΕΣΚ, εκτός των αναφερομένων στο άρθρο 2 της ίδιας αποφάσεως. Η τροποποίηση όσον αφορά το ανώτατο όριο κατανεμητέων δικαιωμάτων, την οποία προέβλεπε το εν λόγω άρθρο, θεμελιωνόταν στα δεδομένα και στις μεθόδους αξιολογήσεως που είχε επιλέξει η Επιτροπή. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν είχε φροντίσει να εξετάσει αν τα δεδομένα που είχε περιλάβει στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Εσθονίας ήταν συμβατά με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας δεν μπορούσε να προσδοκά ότι η Επιτροπή θα εξέταζε δεδομένα που είχαν περιληφθεί στο τροποποιημένο ΕΣΚ, αλλά δεν ήταν σύμφωνα με το ανώτατο όριο το οποίο όριζε το άρθρο 2 της απορριπτικής αποφάσεως.
89.
Επομένως, το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο.
Δ — Πρόταση
90.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
IX – Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
91.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής και της εκτάσεως της αρχής της χρηστής διοικήσεως.
92.
Ο λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά των σκέψεων 99 έως 112 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της χρηστής διοικήσεως. Η επίκριση αυτή του Πρωτοδικείου αφορά τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας δεν ήταν συμβατό με το κριτήριο 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, λόγω του μη συνυπολογισμού αποθέματος στη συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων την οποία προέβλεπε. Με τις σκέψεις 103 έως 108 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε, πρώτον, τα αριθμητικά στοιχεία που περιέλαβε η Δημοκρατία της Εσθονίας στο ΕΣΚ της και έκρινε ότι φαίνονταν συνεκτικά και κατανοητά. Στη συνέχεια, με τις σκέψεις 109 έως 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε αν, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω αριθμητικών στοιχείων, η Επιτροπή είχε εξετάσει, επιμελώς και αμερόληπτα, όλα τα κρίσιμα στοιχεία της υποθέσεως. Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, πρώτον, ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν συνάδουν με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η Επιτροπή ότι τα δικαιώματα που περιέχονται στα εν λόγω αποθέματα δεν συμπεριλήφθηκαν στη συνολική ποσότητα κατανεμητέων δικαιωμάτων. Δεύτερον, το Πρωτοδικείο προσήψε στην Επιτροπή ότι δεν διευκρίνισε βάσει ποίων στοιχείων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας δεν ήταν συμβατό με το κριτήριο 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας και έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι περιεχόμενοι στο εσθονικό ΕΣΚ υπολογισμοί βαρύνονται με σφάλμα.
93.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα σχετικά με την ερμηνεία της αρχής της χρηστής διοικήσεως
94.
Πρώτον, η αιτίαση της Επιτροπής ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να βασιστεί στα δικά της δεδομένα, θεμελιώνεται σε εσφαλμένη ανάγνωση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το Πρωτοδικείο δεν προσάπτει στην Επιτροπή ότι βασίστηκε στα δικά της δεδομένα, αλλά ότι δεν εξέτασε προσηκόντως τα δεδομένα που περιέλαβε στο ΕΣΚ η Δημοκρατία της Εσθονίας.
95.
Δεύτερον, είναι απορριπτέα η αιτίαση της Επιτροπής ότι συννόμως έκρινε ότι η συνολική ποσότητα την οποία πρότεινε η Δημοκρατία της Εσθονίας με το ΕΣΚ της δεν ήταν συμβατή με το κριτήριο 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, λόγω της ασάφειας του ΕΣΚ όσον αφορά τον συνυπολογισμό ορισμένων τμημάτων των αποθεμάτων.
96.
Η προσέγγιση αυτή δεν συνάδει ούτε με τις αρχές της χρηστής διοικήσεως και της αγαστής συνεργασίας ούτε με τον ρόλο τον οποίο αποδίδει στην Επιτροπή η οδηγία. Πράγματι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις της οδηγίας, στο πλαίσιο του ελέγχου συμβατότητας τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας, η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει επιμελώς και αμερόληπτα, όλα τα κρίσιμα στοιχεία του ΕΣΚ. Σε περίπτωση υπάρξεως διφορούμενου στοιχείου στο ΕΣΚ, η Επιτροπή δεν μπορεί απλώς να το απορρίψει, αλλά, αντιθέτως, υποχρεούται να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να καθορίσει αν το στοιχείο αυτό είναι αντίθετο ή συμβατό με τα κριτήρια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στο ΕΣΚ.
97.
Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, μια τέτοια υποχρέωση δεν είναι αντίθετη προς την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής. Ασφαλώς, η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να καταρτίζει ΕΣΚ. Εντούτοις, το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας την υποχρεώνει να προβαίνει σε έλεγχο συμβατότητας. Λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξετάσει όλα τα στοιχεία ΕΣΚ με σύνεση και επιμέλεια, η Επιτροπή δεν υπερβαίνει τα όρια του εν λόγω ελέγχου, και συνεπώς δεν σφετερίζεται τις αρμοδιότητες των κρατών μελών.
98.
Τρίτον, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς το γεγονός ότι, όπως έκρινε και το Πρωτοδικείο, το ΕΣΚ περιείχε διφορούμενα στοιχεία. Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το Πρωτοδικείο επεσήμανε ότι η ασάφεια αυτή μπορούσε να αρθεί με εξέταση των υπόλοιπων στοιχείων του φακέλου. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν υπήρχε ανάλογη ασάφεια, η Επιτροπή θα έπρεπε, κατ’ αρχάς, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να την άρει και δεν μπορούσε απλώς να απορρίψει το ΕΣΚ ως μη συμβατό.
99.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
X – Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως
100.
Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, η Επιτροπή προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι οι διατάξεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποσπαστούν από την υπόλοιπη πράξη και ότι συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί στο σύνολό της.
101.
Ο λόγος αναιρέσεως αφορά τις σκέψεις 114 και 31 έως 34 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η μερική ακύρωση των άρθρων 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ίδιας της ουσίας των εναπομενουσών διατάξεών της.
102.
Η Επιτροπή φρονεί ότι οι εν λόγω διατάξεις μπορούσαν να αποσπασθούν από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση. Υποστηρίζει ότι μερική ακύρωση που θα αφορούσε μόνο τις διατάξεις αυτές δεν θα μετέβαλλε την προσβαλλόμενη απόφαση σε απόφαση την οποία δεν θα είχε την πρόθεση να εκδώσει.
103.
Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
104.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η μερική ακύρωση πράξεως οργάνου είναι δυνατή εφόσον οι διατάξεις των οποίων ζητείται η ακύρωση δύνανται να αποσπασθούν από τις λοιπές διατάξεις και η μερική αυτή ακύρωση της πράξεως δεν μεταβάλλει την ουσία της. Η ουσία της πράξεως μεταβάλλεται εφόσον το όργανο από το οποίο προέρχεται, αντικειμενικά, δεν θα είχε εκδώσει την πράξη με τις τροποποιηθείσες διατάξεις ( 10 ).
105.
Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ουσίας της.
106.
Πρώτον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι δεν υφίσταται δυνατότητα διαχωρισμού των διαφόρων παραγράφων των άρθρων 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ασφαλώς, οι διάφορες παράγραφοι των εν λόγω άρθρων αναφέρονται σε διαφορετικές πτυχές του ΕΣΚ και σε διαφορετικά κριτήρια του παραρτήματος ΙΙI της οδηγίας. Εντούτοις, από την οικονομία των άρθρων 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά την πρώτη παράγραφό τους θα είχε ως συνέπεια τη μεταβολή της ουσίας των εν λόγω άρθρων. Το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει εξαντλητική απαρίθμηση των αντιρρήσεων της Επιτροπής όσον αφορά τη συμβατότητα του ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας με τα κριτήρια του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά την πρώτη παράγραφο του εν λόγω άρθρου θα είχε ως συνέπεια την περιστολή αυτής της εξαντλητικής απαριθμήσεως. Το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως περιέχει τη δέσμευση της Επιτροπής να μην προβάλλει αντιρρήσεις στο ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας, με την επιφύλαξη ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας θα τροποποιήσει το ΕΣΚ σύμφωνα με τις υποδείξεις που απαριθμούνται στις παραγράφους 1 έως 4 του ίδιου άρθρου. Μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά την παράγραφο 1 θα είχε ως συνέπεια τη μείωση του αριθμού των τροποποιήσεων με την επιφύλαξη των οποίων είχε αρχικώς αναληφθεί αυτή η δέσμευση της Επιτροπής.
107.
Όπως προκύπτει τόσο από την προσβαλλόμενη απόφαση όσο και από τις απόψεις που υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί την ποσότητα δικαιωμάτων την οποία είχε προτείνει η Δημοκρατία της Εσθονίας στο ΕΣΚ, διότι την θεωρούσε υπερβολική. Αυτό επιβεβαιώνεται ex post από το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση με την οποία απέρριψε το ΕΣΚ της Δημοκρατίας της Εσθονίας, μεταξύ άλλων λόγω της ασυμβατότητας του ανώτατου ορίου δικαιωμάτων με τα κριτήρια 1 έως 3 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι μερική ακύρωση αφορώσα αποκλειστικά τα άρθρα 1, παράγραφος 1, και 2, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως θα μετέβαλλε την ουσία της.
108.
Δεύτερον, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ορθώς ότι το άρθρο 3, παράγραφος 3, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να αποσπασθεί από τα άρθρα 1 και 2. Η διάταξη αυτή συνδέεται στενά με τα άρθρα 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η διάταξη αναφέρεται στις τροποποιήσεις τις οποίες η Επιτροπή θεωρεί απαραίτητες για να αρθούν οι ασυμβατότητες που διαπιστώθηκαν με το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά οι οποίες αποκλίνουν από τις προτάσεις της Επιτροπής που απαριθμούνται στο άρθρο 2.
109.
Τρίτον, όσον αφορά τη δυνατότητα διαχωρισμού του άρθρου 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο αφορά τις τροποποιήσεις σχετικά με τα δικαιώματα που χορηγούνται σε ορισμένες εγκαταστάσεις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η μεμονωμένη διατήρηση αυτού του τμήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως θα είχε επίσης μεταβάλει την ουσία της. Όπως προεκτέθηκε ( 11 ), ένα κράτος μέλος μπορεί να θεμελιώσει την τελική του απόφαση σχετικά με ΕΣΚ που δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο του ελέγχου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 3, της οδηγίας. Αν είχε διατηρηθεί μόνον το άρθρο 3, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως, αυτό θα ισοδυναμούσε με απουσία αντιρρήσεων της Επιτροπής σχετικά με τα κριτήρια 1 έως 3, 5, 6, 10 και 12 του παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας. Συνεπώς, η Δημοκρατία της Εσθονίας θα μπορούσε να θεμελιώσει την τελική της απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, της οδηγίας, στο αρχικό ΕΣΚ της. Όπως όμως προκύπτει τόσο από την προσβαλλόμενη απόφαση όσο και από τις απόψεις που υποστήριξε ενώπιον του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή δεν ήταν διατεθειμένη να εκδώσει μια τέτοια απόφαση.
110.
Συνεπώς, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι τα άρθρα 1, παράγραφος 1, 2, παράγραφος 1, και 3, παράγραφος 1, της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν να αποσπασθούν από τις υπόλοιπες διατάξεις της ( 12 ).
111.
Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως της Επιτροπής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
XI – Πρόταση
112.
Με βάση τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά της αποφάσεως του τότε Πρωτοδικείου της 23ης Σεπτεμβρίου 2009, T-263/07, Εσθονία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. II-3463)·
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα της Δημοκρατίας της Εσθονίας και στα δικά της δικαστικά έξοδα·
3)
να καταδικάσει το Βασίλειο της Δανίας, την Τσεχική Δημοκρατία και τη Δημοκρατία της Λεττονίας στα δικαστικά τους έξοδα.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η σλοβενική.
( 2 ) Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 P, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I-3319, σκέψη 13), και της 3ης Σεπτεμβρίου 2009, C-535/06 P, Moser Baer India κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2009, σ. I-7051, σκέψη 24).
( 3 ) T-194/07, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2007, C 199, σ. 38), T-221/07, Ουγγαρία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2007, C 199, σ. 41), T-368/07, Λιθουανία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2007, C 283, σ. 35), T-483/07, Ρουμανία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2008, C 51, σ. 56), και T-484/07, Ρουμανία κατά Επιτροπής (ΕΕ 2008, C 51, σ. 57).
( 4 ) Αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1998, T-113/96, Dubois et Fils κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-125, σκέψη 29), και της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, T-45/06, Reliance Industries κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2008, σ. II-2399, σκέψη 70).
( 5 ) Αποφάσεις της 24ης Μαΐου 2005, C-244/03, Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (Συλλογή 2005, σ. I-4021), και της 30ής Μαρτίου 2006, C-36/04, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2006, σ. I-2981).
( 6 ) Βλ. σημεία 37 έως 44 των παρουσών προτάσεων.
( 7 ) Βλ. σελίδα 12 της προτάσεως COM(2001) 581 της Επιτροπής της 23ης Οκτωβρίου 2001, από την οποία προκύπτει ότι ο καθορισμός των συνολικών ποσοτήτων των εκχωρουμένων δικαιωμάτων πρέπει να επαφίεται ως επί το πλείστον στην εκτίμηση των κρατών μελών, τα οποία εντούτοις πρέπει να τηρούν τα κριτήρια που αναπτύσσονται στο παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας και ότι τα κριτήρια αυτά μπορούν να τροποποιηθούν μελλοντικά από τον νομοθέτη της Ένωσης σύμφωνα με την εμπειρία που θα αποκτηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας.
( 8 ) Συναφώς θα πρέπει να υπομνησθεί ότι ο νομοθέτης της Ένωσης τροποποίησε αυτήν ακριβώς την πτυχή της οδηγίας. Το άρθρο 9 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2009/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, για τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (ΕΕ L 140, σ. 63), ορίζει ότι η κοινοτική ποσότητα των εκχωρητέων κάθε χρόνο δικαιωμάτων, αρχής γενομένης από το 2013 μειώνεται κατά γραμμικό συντελεστή 1,74 % σε σύγκριση με τη μέση ετήσια συνολική ποσότητα των δικαιωμάτων που εκχωρούν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα εθνικά σχέδια κατανομής τους για την περίοδο 2008 έως 2012 από τα μέσα της περιόδου.
( 9 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2008, C-127/07, Arcelor Atlantique και Lorraine κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-9895, σκέψεις 23 και 26).
( 10 ) Αποφάσεις της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-29/99, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. I-11221, σκέψη 45), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-239/01, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. I-10333, σκέψη 33), και Γαλλία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 5, σκέψη 13).
( 11 ) Σημείο 36 των παρουσών προτάσεων.
( 12 ) Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν τα άρθρα 1, παράγραφος 2, και 2, παράγραφος 2, της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούν να αποσπασθούν από τις υπόλοιπες διατάξεις της.
Full & Egal Universal Law Academy