ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PAOLO MENGOZZI
της 28ης Ιουνίου 2011 (1)
Υπόθεση C‑548/09 P
Bank Melli Iran
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
«Αίτηση αναιρέσεως – Περιοριστικά μέτρα κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν με σκοπό να εμποδιστεί η διάδοση των πυρηνικών όπλων – Κατάλογος προσώπων και οντοτήτων κατά των οποίων εφαρμόζεται η δέσμευση κεφαλαίων που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία – Καθεστώς οικονομικών και χρηματοοικονομικών κυρώσεων που θεσπίζεται για την καταπολέμηση πολιτικής ακολουθούμενης από τρίτο κράτος – Εγγραφή του ονόματος της προσφεύγουσας – Παράβαση ουσιώδους τύπου – Απουσία ατομικής κοινοποιήσεως – Συνέπειες – Έλλειψη νομικής βάσεως – Προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας – Προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και παραβίαση των αρχών της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της αναλογικότητας»
Περιεχόμενα
I – Το ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
II – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
III – Νομική ανάλυση
Α – Επί του πρώτου κύριου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση των εννόμων συνεπειών που απορρέουν από παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Εκτίμηση
α) Επί του ζητήματος αν υφίσταται υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
β) Επί των συνεπειών που έχει η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως
Β – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των νομικών βάσεων του κανονισμού 423/2007
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Εκτίμηση
Γ – Επί του τρίτου κύριου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Εκτίμηση
Δ – Επί του πρώτου επικουρικού λόγου αναιρέσεως που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Εκτίμηση
Ε – Επί του δευτέρου επικουρικού λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμησή του σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
3. Εκτίμηση
α) Εισαγωγική παρατήρηση
β) Ανάλυση του λόγου αναιρέσεως
ΣΤ – Επί του τρίτου επικουρικού λόγου που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως του Συμβουλίου καθόσον περιέλαβε την αναιρεσείουσα στον κατάλογο των οντοτήτων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
V – Πρόταση
1. Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, την οποία άσκησε η Bank Melli Iran (στο εξής: Bank Melli ή αναιρεσείουσα), ζητείται να αναιρεθεί η απόφαση Bank Melli Iran κατά Συμβουλίου (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο] απέρριψε την προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η προσφεύγουσα κατά του σημείου 4 του πίνακα Β του παραρτήματος της αποφάσεως 2008/475/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Ιουνίου 2008, περί εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 σχετικά με ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (3) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιέλαβε την αναιρεσείουσα στον κατάλογο των οντοτήτων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν.
2. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως είναι η πρώτη που ασκείται κατά μέτρων δεσμεύσεως κεφαλαίων λαμβανόμενων στο πλαίσιο καθεστώτος κυρώσεων κατά τρίτου κράτους. Επιπλέον, θέτει ορισμένα σημαντικά ερωτήματα, ειδικότερα όσον αφορά την ένταση των δικαιωμάτων άμυνας τα οποία μπορούν να προβάλλονται στο πλαίσιο αυτό από τα πρόσωπα και τις οντότητες που θίγονται από τα θεσπιζόμενα μέτρα.
I – Το ιστορικό της διαφοράς και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
3. Από τις σκέψεις 1 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Bank Melli είναι ιρανική εμπορική εταιρία που ελέγχεται από το Ιρανικό Δημόσιο και ότι η υπόθεση που εισήχθη ενώπιον του Πρωτοδικείου ανέκυψε από το καθεστώς περιοριστικών μέτρων το οποίο θεσπίστηκε για να ασκηθεί πίεση στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν ώστε να παύσει τόσο τις πυρηνικές δραστηριότητες που ενέχουν κίνδυνο διάδοσης όσο και την ανάπτυξη συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων (στο εξής: διάδοση των πυρηνικών όπλων). Το εν λόγω καθεστώς ανάγεται στο ψήφισμα 1737 (2006) (4), της 23ης Δεκεμβρίου 2006, του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (στο εξής: Συμβούλιο Ασφαλείας), το παράρτημα του οποίου απαριθμεί τα πρόσωπα και τις οντότητες που, κατά το Συμβούλιο Ασφαλείας, εμπλέκονταν στη διάδοση των πυρηνικών όπλων και των οποίων τα κεφάλαια και οι οικονομικοί πόροι (στο εξής: κεφάλαια) έπρεπε να δεσμευτούν. Το Συμβούλιο Ασφαλείας ενημέρωνε τον κατάλογο ανά τακτά χρονικά διαστήματα με διάφορες αποφάσεις. Παρά ταύτα, το όργανο αυτό των Ηνωμένων Εθνών δεν επέβαλε τη δέσμευση των κεφαλαίων της ίδιας της αναιρεσείουσας.
4. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ψήφισμα 1737 (2006) εφαρμόστηκε με την κοινή θέση 2007/140/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου, της 27ης Φεβρουαρίου 2007, σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν (5). Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α΄, της εν λόγω κοινής θέσεως προβλέπει ότι δεσμεύονται τα κεφάλαια που ευρίσκονται στην ιδιοκτησία ή κατοχή ή υπό τον έλεγχο, άμεσο ή έμμεσο, των προσώπων και οντοτήτων που ορίζει η εν λόγω απόφαση. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως επεκτείνει το μέτρο αυτό και στα πρόσωπα και στις οντότητες που το Συμβούλιο αναγνωρίζει ότι συμμετέχουν, συνδέονται άμεσα με ή παρέχουν στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Η εν λόγω κοινή θέση προβλέπει επιπλέον, στο άρθρο 7, παράγραφος 2, ότι ο κατάλογος των προσώπων ή οντοτήτων που θίγονται από τα μέτρα του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, καταρτίζεται και τροποποιείται ομόφωνα από το Συμβούλιο.
5. Όσον αφορά τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την έκδοση της κοινής θέσεως 2007/140 ακολούθησε η δυνάμει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού (ΕΚ) 423/2007 του Συμβουλίου, στις 19 Απριλίου 2007 (6). Με περιεχόμενο σε μεγάλο βαθμό συγκρίσιμο με εκείνο της κοινής θέσεως, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τη δέσμευση των κεφαλαίων που βρίσκονται στην ιδιοκτησία των προσώπων και οντοτήτων που ορίζονται στο ψήφισμα 1737 (2006), καθώς και όλων τα κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων που βρίσκονται στην κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο αυτών των προσώπων και οντοτήτων. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 επεκτείνει τη δυνατότητα δεσμεύσεως κεφαλαίων και στα κεφάλαια των προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που ορίζει το Συμβούλιο και που, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως 2007/140, έχουν αναγνωρισθεί ότι συμμετέχουν, συνδέονται άμεσα με ή παρέχουν στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Τα πρόσωπα, οι οντότητες και οι οργανισμοί που ορίζει το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 απαριθμούνται στο παράρτημα V του κανονισμού αυτού.
6. Το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 ορίζει, επιπλέον, ότι «[τ]ο Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, καταρτίζει, επανεξετάζει και τροποποιεί [το παράρτημα V] και τούτο σε πλήρη συμφωνία με τις αποφάσεις [που εκδίδει το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως 2007/140]». Κατά την ίδια αυτή διάταξη, ο κατάλογος αυτός επανεξετάζεται από το Συμβούλιο ανά τακτά χρονικά διαστήματα και τουλάχιστον ανά δωδεκάμηνο.
7. Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 ορίζει ότι «[τ]ο Συμβούλιο προσδιορίζει τους ατομικούς και ειδικούς λόγους για τις αποφάσεις που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 και τους γνωστοποιεί στα οικεία πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς».
8. Λίγο καιρό μετά την έκδοση του κανονισμού 423/2007, το Συμβούλιο Ασφαλείας εξέδωσε το ψήφισμα 1803 (2008) (7), της 3ης Μαρτίου 2008, με το οποίο καλεί «όλα τα κράτη να επαγρυπνούν όσον αφορά τις δραστηριότητες των χρηματοοικονομικών οργανισμών που βρίσκονται στην επικράτειά τους με όλες τις τράπεζες που είναι εγκατεστημένες στο Ιράν, ειδικότερα την Bank Melli και την Τράπεζα Saderat, καθώς και τα υποκαταστήματα και τις θυγατρικές τους στο εξωτερικό, ώστε οι δραστηριότητες αυτές να μη συμβάλουν σε δραστηριότητες που συνεπάγονται κίνδυνο διάδοσης των πυρηνικών όπλων» (8).
9. Με την έκδοση, στις 23 Ιουνίου 2008, της κοινής θέσεως 2008/479/ΚΕΠΠΑ (9), το Συμβούλιο τροποποίησε την κοινή θέση 2007/140. Δυνάμει του παραρτήματος της νέας κοινής θέσεως, η αναιρεσείουσα συμπεριλήφθηκε μεταξύ των οντοτήτων στις οποίες εφαρμόζεται το μέτρο της δεσμεύσεως των κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, της κοινής θέσεως 2007/140. Η εγγραφή της στον κατάλογο αυτό διατηρήθηκε με την κοινή θέση 2008/652/ΚΕΠΠΑ (10) η οποία, με τη σειρά της, τροποποίησε την κοινή θέση 2007/140.
10. Στις 23 Ιουνίου 2008, ήτοι την ημερομηνία εκδόσεως της κοινής θέσεως 2008/479, το Συμβούλιο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Βάσει του σημείου 4 του πίνακα B του παραρτήματος της εν λόγω αποφάσεως, η αναιρεσείουσα συμπεριελήφθη στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007. Η εγγραφή αυτή είχε ως συνέπεια τη δέσμευση των κεφαλαίων της αναιρεσείουσας.
11. Έτσι, το σημείο 4 του πίνακα B του παρατήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως αναγράφει την επωνυμία της αναιρεσείουσας, την ταχυδρομική της διεύθυνση στην Τεχεράνη και την ημερομηνία εγγραφής της στον κατάλογο (ήτοι την 26η Ιουνίου 2008). Ως λόγους που ώθησαν το Συμβούλιο να συμπεριλάβει την αναιρεσείουσα στον οικείο κατάλογο, το σημείο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως επισημαίνει το γεγονός ότι η Bank Melli «[π]αρέχει ή προσπαθεί να παράσχει χρηματοοικονομική βοήθεια σε εταιρίες οι οποίες ενέχονται στην παραγωγή προϊόντων ή προμηθεύουν προϊόντα για [το πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα] του Ιράν (AIO, SHIG, SBIG, AEOI, Novin Energy Company, Mesbah Energy Company, Kalaye Electric Company και DIO). Η Bank Melli ενεργεί ως ενδιάμεσος που διευκολύνει τις ευαίσθητες δραστηριότητες του Ιράν. Έχει διευκολύνει πολυάριθμες αγορές ευαίσθητων υλικών για τα πυρηνικά και πυραυλικά προγράμματα του Ιράν. Έχει παράσχει διάφορες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες σε οντότητες που συνδέονται με την πυρηνική και την πυραυλική βιομηχανία του Ιράν, μεταξύ άλλων άνοιγμα πιστωτικών επιστολών και διατήρηση λογαριασμών. Πολλές από τις προαναφερόμενες εταιρίες κατονομάζονται στα ψηφίσματα 1737 και 1747 του [Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών]».
12. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 18 Σεπτεμβρίου 2008, η Bank Melli άσκησε προσφυγή ακυρώσεως ζητώντας από το Πρωτοδικείο, κυρίως, να ακυρώσει το σημείο 4 του πίνακα B του παραρτήματος της προσβαλλομένης αποφάσεως 2008/475 στο μέτρο που αφορά τόσο αυτήν όσο και τις θυγατρικές και τα υποκαταστήματά της· επικουρικώς, ζήτησε να κηρυχθούν ανεφάρμοστα στην υπό κρίση διαφορά τα άρθρα 7, παράγραφος 2, και 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007· και, εν πάση περιπτώσει, ζήτησε να καταδικασθεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα. Εντούτοις, όπως προκύπτει από τη σκέψη 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, παραιτήθηκε από το δεύτερο αίτημά της, διευκρινίζοντας ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που προέβαλε κατά του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 πρέπει να θεωρηθεί ως αιτίαση σκοπούσα στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ελλιπούς νομικής βάσεως. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα παραιτήθηκε από το πρώτο αίτημά της καθόσον το αίτημα αυτό σκοπούσε στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που αφορούσε τις θυγατρικές της (11).
13. Προς στήριξη των τροποποιηθέντων αιτημάτων της, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως ορισμένες αιτιάσεις τις οποίες το Πρωτοδικείο κατέταξε σε πέντε λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, η αναιρεσείουσα προέβαλε λόγο αντλούμενο από παράβαση ουσιώδους τύπου, από παραβίαση της Συνθήκης ΕΚ, των κανόνων δικαίου των σχετικών με την εφαρμογή της καθώς και του άρθρου 7, παράγραφος 2, της κοινής θέσεως 2007/140, από κατάχρηση εξουσίας και, τέλος, από έλλειψη νομικής βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως· ο δεύτερος λόγος αντλούνταν από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως· ο τρίτος από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και από προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας· ο τέταρτος από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας καθώς και από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007· τέλος, ο πέμπτος λόγος αντλούνταν από αναρμοδιότητα της Κοινότητας.
14. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε το σύνολο των λόγων ακυρώσεως και καταδίκασε την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
II – Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων
15. Στις 23 Δεκεμβρίου 2009, η Bank Melli άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
16. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
– να δεχτεί τα αιτήματα που η αναιρεσείουσα υπέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της κατ’ αναίρεση δίκης.
17. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
18. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Γαλλική Δημοκρατία, παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας·
– να προβεί σε αντικατάσταση σκεπτικού, όσον αφορά τις σκέψεις 86 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Συμβούλιο όφειλε να κοινοποιήσει ατομικώς στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και οντότητες τα μέτρα δεσμεύσεως των κεφαλαίων που ελήφθησαν δυνάμει του κανονισμού 423/2007·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
19. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο, παρεμβαίνον πρωτοδίκως προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
20. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα πρωτοδίκως προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου, ζητεί από το Δικαστήριο:
– να διαπιστώσει ότι κανένας από τους λόγους που προέβαλε η αναιρεσείουσα δεν είναι ικανός να επιφέρει την αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και, κατά συνέπεια, να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
– να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
21. Με την εξαίρεση του Ηνωμένου Βασιλείου, οι εκπρόσωποι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 29ης Μαρτίου 2011.
III – Νομική ανάλυση
22. Η αναιρεσείουσα προβάλλει τρεις κύριους και τρεις επικουρικούς λόγους αναιρέσεως.
23. Από τους κυρίως προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, ο πρώτος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κρίνοντας ότι η υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως που περιέχεται στο άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 δεν συνιστά ουσιώδη τύπο η παράβαση του οποίου επιφέρει την ακύρωση της πράξεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των νομικών βάσεων του κανονισμού 423/2007. Ο τρίτος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των εννοιών «δικαιώματα άμυνας» και «αποτελεσματική δικαστική προστασία».
24. Από τους επικουρικώς προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως, ο πρώτος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την ερμηνεία της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 και η οποία το οδήγησε σε αντιφατική αιτιολογία. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας. Τέλος, ο τρίτος λόγος αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Συμβούλιο, αρχικώς, περιλαμβάνοντας και, εν συνεχεία, διατηρώντας την αναιρεσείουσα στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007.
Α – Επί του πρώτου κύριου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση των εννόμων συνεπειών που απορρέουν από παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
25. Με τη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παράγει αποτελέσματα erga omnes, εφόσον απευθύνεται σε ένα σύνολο παραληπτών που καθορίζεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, οι οποίοι υποχρεούνται να δεσμεύσουν τα κεφάλαια των οντοτήτων που περιλαμβάνονται στην απόφαση αυτή. Εντούτοις, η απόφαση αυτή δεν έχει αποκλειστικώς γενικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι κατονομάζει τα πρόσωπα και οντότητες που αφορά. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω πρόσωπα και οντότητες θίγονται άμεσα και ατομικά από την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η δέσμευση των κεφαλαίων έχει σημαντικές συνέπειες για τις ενδιαφερόμενες οντότητες, καθόσον το μέτρο αυτό είναι ικανό να περιορίσει την άσκηση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι επιβάλλεται να διασφαλιστεί η τήρηση τόσο των ουσιαστικών όσο και των δικονομικών δικαιωμάτων των οντοτήτων που θίγονται από την προσβαλλόμενη απόφαση και, προς επίτευξη του σκοπού αυτού, έκρινε ότι το Συμβούλιο οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να γνωστοποιήσει στις εν λόγω ενδιαφερόμενες οντότητες, τα μέτρα δεσμεύσεως των κεφαλαίων τους. Επομένως, εν προκειμένω, το Συμβούλιο είχε την υποχρέωση να κοινοποιήσει ατομικώς στην αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την επόμενη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η ατομική κοινοποίηση κατέστη αδύνατη λαμβανομένου υπόψη ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναγραφόταν η ταχυδρομική διεύθυνση της αναιρεσείουσας. Το αξίωμα κατά το οποίο «άγνοια νόμου δεν δικαιολογείται» δεν μπορούσε να εφαρμοστεί, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είχε, εν προκειμένω, τη φύση ατομικής πράξεως. Επίσης, κρίθηκε αλυσιτελές το επιχείρημα του Συμβουλίου σύμφωνα με το οποίο ο λόγος που επιβάλλει την ατομική κοινοποίηση των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο της καταστολής της τρομοκρατίας έγκειται στον ενδεχομένως δυσφημιστικό χαρακτήρα της δημοσιεύσεως της αιτιολογίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης –χαρακτήρα τον οποίο δεν έχει η δημοσίευση της αιτιολογίας αποφάσεως εκδιδόμενης δυνάμει του κανονισμού 423/2007. Αντιθέτως, δεδομένου ότι τα δύο αυτά είδη περιοριστικών μέτρων επηρέαζαν ατομικά και σημαντικά τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων οντοτήτων, έπρεπε αμφότερα να γνωστοποιηθούν στους θιγόμενους μέσω ατομικής κοινοποιήσεως. Το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως που απορρέει από το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 (12).
26. Παρά ταύτα, με τις σκέψεις 89 και 90 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι, στις 24 Ιουνίου 2008, η γαλλική Επιτροπή Τραπεζών ενημέρωσε το γαλλικό υποκατάστημα της Bank Melli για την ύπαρξη της προσβαλλομένης αποφάσεως καθώς και για τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εξ αυτού του γεγονότος το Πρωτοδικείο συνήγαγε ότι η αναιρεσείουσα πληροφορήθηκε εγκαίρως και επισήμως από επίσημη πηγή την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως ενώ επίσης κατέστη σε αυτήν δυνατό να αναζητήσει την αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, πράγμα το οποίο προδήλως έπραξε, καθόσον επισύναψε την απόφαση αυτή στο δικόγραφο της προσφυγής της. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο εκτίμησε ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται ότι η παράλειψη του Συμβουλίου να κοινοποιήσει ατομικώς στην αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει την ακύρωσή της.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
27. Η αναιρεσείουσα φρονεί ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν έκρινε ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου παράβαση της υποχρεώσεως ατομικής κοινοποιήσεως επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η υποχρέωση κοινοποιήσεως αποτελεί αρχή συνταγματικής τάξεως που καθιερώνει το πρωτογενές δίκαιο. Η κοινοποίηση ήταν κατά μείζονα λόγο σημαντική εν προκειμένω καθόσον πριν την έκδοση της αποφάσεως αυτής δεν παρασχέθηκε δικαίωμα ακροάσεως στην αναιρεσείουσα. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα υπογραμμίζει ότι υπάρχουν ουσιώδεις τύποι η παράβαση των οποίων συνεπάγεται το ανυπόστατο ή την ακύρωση της πράξεως, όπως κρίθηκε με την απόφαση Hoechst κατά Επιτροπής (13). Λόγος απόλυτης ακυρότητας, η παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί κατόπιν παρεμβάσεως άλλης οντότητας ή θεσμικού οργάνου. Επιπροσθέτως, ο κανονισμός 423/2007 δεν προβλέπει καμία δυνατότητα μεταβιβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Πρωτοδικείο έπρεπε να οδηγηθεί στην ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω μη κοινοποιήσεως.
28. Το Συμβούλιο δεν έλαβε θέση επί του ζητήματος αν όντως υφίσταται εν προκειμένω υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως. Ωστόσο, το θεσμικό αυτό όργανο υπενθυμίζει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η απόφαση περί της οποίας πρόκειται είναι γενικής εφαρμογής που απευθύνεται σε διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οικονομικούς φορείς, αναγνωρίζοντας ταυτοχρόνως ότι δεν έχει αποκλειστικώς γενικό χαρακτήρα. Επομένως, το Πρωτοδικείο ουδέποτε διαπίστωσε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση απευθύνεται σε αποδέκτη κατά την έννοια του άρθρου 254 ΕΚ. Η νομολογία Hoechst κατά Επιτροπής δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στο μέτρο που, στην υπόθεση αυτή, η επίδικη απόφαση που τέθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου όριζε τους αποδέκτες της και η οποία, εκτός αυτού, δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο δημοσιεύσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι, δεδομένου ότι η εκ μέρους της γαλλικής Επιτροπής Τραπεζών κοινοποίηση κατέστησε δυνατό στην αναιρεσείουσα να ενημερωθεί άμεσα για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η παράλειψη του Συμβουλίου να προβεί το ίδιο σε ατομική κοινοποίηση δεν μπορούσε να επιφέρει την ακύρωση της αποφάσεως αυτής.
29. Η Γαλλική Δημοκρατία ζήτησε από το Δικαστήριο, κυρίως, να προβεί σε αντικατάσταση σκεπτικού, όσον αφορά τις σκέψεις 86 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, μολονότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν θέτει υπό αμφισβήτηση το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου, εντούτοις αντικρούει τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι το Συμβούλιο όφειλε να κοινοποιήσει ατομικώς την προσβαλλόμενη απόφαση στην αναιρεσείουσα. Η συλλογιστική της Γαλλικής Δημοκρατίας στηρίζεται, κατ’ ουσίαν, σε δύο κύρια στοιχεία. Αφενός, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 επιβάλλει απλώς στο Συμβούλιο την υποχρέωση να γνωστοποιεί στις ενδιαφερόμενες οντότητες τις εκδιδόμενες αποφάσεις, χωρίς να καθιερώνει υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως. Αφετέρου, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι ένα καθεστώς κυρώσεων οι οποίες επιβάλλονται στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας και συνίστανται στη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων προσώπων και οντοτήτων που ενεργούν αυτόνομα έχει διαφορετικό χαρακτήρα από το επίμαχο εν προκειμένω καθεστώς κυρώσεων, το οποίο θεσπίστηκε κατά τρίτου κράτους και συνεπάγεται τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων προσώπων και οντοτήτων αποκλειστικά και μόνο λόγω της συμμετοχής τους σε κρατικό πρόγραμμα. Το γενικό καθεστώς που έθεσε σε εφαρμογή ο κανονισμός 423/2007 προσομοιάζει σε οικονομικό αποκλεισμό επιβαλλόμενο κατά τρίτου κράτους· ουδέποτε όμως έχει κριθεί αναγκαία η ατομική κοινοποίηση οικονομικού αποκλεισμού σε τρίτο κράτος. Επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα αντικαταστάσεως του σκεπτικού, η Γαλλική Δημοκρατία θεωρεί ότι η παράλειψη του Συμβουλίου να προβεί σε ατομική κοινοποίηση δεν στέρησε από την αναιρεσείουσα το δικαίωμά της να ενημερωθεί εγκαίρως για την προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της, δεδομένου ότι η γαλλική Επιτροπή Τραπεζών την είχε πληροφορήσει συναφώς. Τέλος, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι αποφάσεις περί δεσμεύσεως κεφαλαίων αποτελούν αποφάσεις κανονιστικού χαρακτήρα οι οποίες, ως εκ τούτου, τίθενται σε ισχύ εκ μόνου του γεγονότος της δημοσιεύσεώς τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 254 ΕΚ. Συνεπώς, η μη κοινοποίηση τέτοιας αποφάσεως δεν συνιστά ουσιώδη πλημμέλεια. Επομένως, ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
30. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναπτύσσει επιχειρηματολογία κατά μεγάλο βαθμό παρόμοια με αυτήν που προέβαλε η Γαλλική Δημοκρατία, καθόσον υποστηρίζει επίσης ότι ούτε το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 ούτε το πρωτογενές δίκαιο καθιερώνουν υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί τροποποιητική πράξη του κανονισμού 423/2007. Κατά το άρθρο 254, παράγραφος 1, ΕΚ, ο εν λόγω κανονισμός ή οι πράξεις που τον τροποποιούν αρκεί απλώς να δημοσιευτούν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ατομική κοινοποίηση των κανονισμών που θίγουν ιδιώτες. Οσάκις ιδιώτης θίγεται άμεσα και ατομικώς από κανονισμό, δικαιούται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η δυνατότητα όμως αυτή ασκήσεως προσφυγής δεν συνοδεύεται από νομική υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως των κανονισμών που ενδέχεται να θίγουν ιδιώτες. Η μοναδική απαίτηση είναι να ενημερώνονται τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα για τους ατομικούς και ειδικούς λόγους που ώθησαν στην έκδοση της αποφάσεως προκειμένου να μπορέσουν να επικαλεστούν τα δικαιώματά τους, πράγμα που μπόρεσε να πράξει η αναιρεσείουσα, καθόσον άσκησε προσφυγή ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, η Επιτροπή προτείνει να επιβεβαιωθεί η πρωτόδικη απόρριψη ως αβάσιμου του λόγου που αντλείται από την απουσία κοινοποιήσεως και ζητεί από το Δικαστήριο να προβεί στην αντικατάσταση του σκεπτικού, διαπιστώνοντας ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο στο μέτρο που καθιέρωσε υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως στην υπό κρίση υπόθεση.
31. Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί επίσης ότι ούτε το άρθρο 254 ΕΚ ούτε το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 περιλαμβάνουν ακριβείς ενδείξεις όσον αφορά τον συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να έχει κοινοποιηθεί και υποστηρίζει ότι η άμεση κοινοποίηση από το Συμβούλιο δεν συνιστά τον μοναδικό τρόπο κατά τον οποίο νοείται νομότυπη κοινοποίηση. Η κοινοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τη γαλλική Επιτροπή Τραπεζών είχε τα ίδια αποτελέσματα με εκείνα που θα είχε αν είχε στην πράξη προέλθει από το Συμβούλιο. Η άσκηση της προσφυγής ακυρώσεως πιστοποιεί ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε την ύπαρξη της αποφάσεως αυτής. Άλλωστε, δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η κοινοποίηση συνιστά το μοναδικό μέσο με το οποίο η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να λάβει γνώση της αποφάσεως που εκδόθηκε εναντίον της στο μέτρο που, αφενός, οι ανησυχίες της διεθνούς κοινότητας όσον αφορά την ανάπτυξη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος ήταν ευρύτατα γνωστές και, αφετέρου, η δέσμευση των κεφαλαίων παρήγαγε πάραυτα τα αποτελέσματά της, οπότε η αναιρεσείουσα επηρεάστηκε αμέσως. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι η εκτίμηση του Πρωτοδικείου πρέπει να επιβεβαιωθεί κατ’ αναίρεση, δεδομένου ότι η ακύρωση της αποφάσεως θα αποτελούσε υπέρμετρα δυσανάλογο μέτρο τη στιγμή που η αναιρεσείουσα ουδεμία ζημία υπέστη λόγω της παραλείψεως του Συμβουλίου να προβεί σε απευθείας κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής.
3. Εκτίμηση
α) Επί του ζητήματος αν υφίσταται υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
32. Πριν δώσει απάντηση στον λόγο που προβάλλει η αναιρεσείουσα, το Δικαστήριο καλείται να λάβει θέση επί της εκτιμήσεως την οποία πραγματοποίησε το Πρωτοδικείο όσον αφορά το αν το Συμβούλιο όφειλε να κοινοποιήσει ατομικώς στην αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση και, ως εκ τούτου, επί του αιτήματος αντικαταστάσεως του σκεπτικού που υπέβαλαν η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή.
33. Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 (14) επιβάλλει στο Συμβούλιο την υποχρέωση να προσδιορίζει τους ατομικούς και ειδικούς λόγους για τις αποφάσεις που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 2 –ήτοι τις αποφάσεις με τις οποίες καταρτίζει, επανεξετάζει και τροποποιεί τον κατάλογο των προσώπων και οντοτήτων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2– και να τους γνωστοποιεί στα οικεία πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς. Δύο συμπεράσματα μπορούν να αντληθούν από την απλή ανάγνωση του εν λόγω άρθρου 15, παράγραφος 3. Αφενός, η εν λόγω διάταξη επισημαίνει ότι οι πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 αποτελούν αποφάσεις. Αφετέρου, δεν είναι δυνατό να συναχθεί, αποκλειστικά με βάση το εν λόγω άρθρο 15, παράγραφος 3, ότι υφίσταται σαφής και κατηγορηματική υποχρέωση κοινοποιήσεως των εν λόγω αποφάσεων στις οντότητες τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν.
34. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι αναγκαίο να γίνει αναδρομή στις λυσιτελείς διατάξεις του πρωτογενούς δικαίου και να υπομνησθούν οι αρχές που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές. Κατά το άρθρο 254, παράγραφος 1, ΕΚ, «οι κανονισμοί, οι οδηγίες και οι αποφάσεις που εκδίδονται με τη διαδικασία του άρθρου 251 [ΕΚ] […] δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι «οι κανονισμοί του Συμβουλίου και της Επιτροπής […] δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Η δε παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι «οι αποφάσεις κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους». Όπως ορίζει η Συνθήκη, τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων δημοσιότητας –δημοσίευση ή κοινοποίηση– είναι η φύση της πράξεως και η ενδεχόμενη ύπαρξη αποδεκτών.
35. Ποια είναι η φύση της προσβαλλομένης αποφάσεως;
36. Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 και αφορά την τροποποίηση παραρτήματος του κανονισμού αυτού. Δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση δεν εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 251 ΕΚ, οι κανόνες δημοσιότητας που την διέπουν δεν μπορούν να καθορίζονται βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 254 ΕΚ. Επομένως, για να καθοριστεί αν το Συμβούλιο είχε υποχρέωση να κοινοποιήσει την εν λόγω απόφαση στην αναιρεσείουσα, πρέπει να διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 254, παράγραφος 3, και ειδικότερα να εξετασθεί το ζήτημα κατά πόσον η αναιρεσείουσα συνιστά αποδέκτη της αποφάσεως.
37. Το Πρωτοδικείο, κατά την τεκμηρίωση, μεταξύ άλλων, της θέσεώς του ότι το Συμβούλιο όφειλε να προβεί σε ατομική κοινοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που η απόφαση αυτή έθιγε την αναιρεσείουσα άμεσα και ατομικά (15), εφάρμοσε το κριτήριο που προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ και το οποίο απαιτείται για το παραδεκτό της ασκήσεως προσφυγής εκ μέρους ιδιώτη, ήτοι η προσβαλλόμενη πράξη να τον αφορά άμεσα και ατομικά.
38. Τούτη η προφανής σύγχυση μεταξύ προϋποθέσεως του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως και καθορισμού του αποδέκτη μιας αποφάσεως προκειμένου να προσδιοριστεί αν η απόφαση αυτή αποτελεί όντως ατομική πράξη ανατρέχει σε μια αμφισημία που προκάλεσε η απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (στο εξής: απόφαση Kadi) (16). Απαντώντας σε αιτίαση αντλούμενη από παράβαση του άρθρου 249 ΕΚ συνεπεία της οποίας κλήθηκε να αποφανθεί επί του χαρακτηρισμού της επίμαχης πράξεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι «το γεγονός ότι τα πρόσωπα και οι οντότητες που αποτελούν αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός ορίζονται ονομαστικώς στο παράρτημα I του κανονισμού αυτού, ώστε να εμφανίζεται ότι ο κανονισμός τα αφορά άμεσα και ατομικά κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, δεν σημαίνει ότι η πράξη αυτή δεν είναι γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ και ότι δεν πρέπει να χαρακτηριστεί ως κανονισμός. Πράγματι, μολονότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιβάλλει περιοριστικά μέτρα εις βάρος προσώπων και οντοτήτων τα ονόματα των οποίων περιλαμβάνονται στον εξαντλητικό κατάλογο που συνιστά το παράρτημα I αυτού του κανονισμού […], επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αποδέκτες αυτού του κανονισμού ορίζονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός […] επιβάλλει απαγόρευση, διατυπωμένη κατά τρόπο ιδιαιτέρως γενικό, να τίθενται στη διάθεση των εν λόγω προσώπων ή οντοτήτων κεφάλαια ή οικονομικοί πόροι […]. [Η] απαγόρευση αυτή απευθύνεται σε όλους εκείνους που ενδέχεται να έχουν στην κατοχή τους τέτοια κεφάλαια ή οικονομικούς πόρους» (17). Παρά ταύτα, στη συνέχεια της αποφάσεως, το Δικαστήριο, κληθέν να αποφανθεί επί αιτιάσεως αντλούμενης από φερόμενη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, υπενθύμισε την πάγια νομολογία του σχετικά με την ανακοίνωση της αιτιολογίας αποφάσεως στον αποδέκτη της (18) και κατέληξε ότι «[η] υποχρέωση γνωστοποιήσεως των λόγων αυτών είναι, πράγματι, αναγκαία προκειμένου να παρασχεθεί στους αποδέκτες των περιοριστικών μέτρων η δυνατότητα να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες […]» (19). Κατά την έννοια της νομολογίας αυτής, ο κανονισμός που επιβάλλει περιοριστικά μέτρα σε πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς που κατονομάζονται στο παράρτημα απευθύνεται σε αποδέκτες προσδιοριζόμενους κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Ωστόσο, πάντοτε υπό το πρίσμα της ίδιας νομολογίας, οι λόγοι που οδηγούν στη λήψη ενός περιοριστικού μέτρου πρέπει να ανακοινώνονται στον αποδέκτη τους, οπότε με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο προσδιορίζει μάλλον το πρόσωπο το οποίο αφορά το επίμαχο μέτρο.
39. Εντούτοις, η προφανής αυτή ανακολουθία μεταξύ των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου όσον αφορά την ιδιότητα των αποδεκτών μπορεί να αρθεί αν γίνει δεκτό ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο αμιγώς διττός χαρακτήρας των πράξεων που αφορούν τη λήψη περιοριστικών μέτρων όπως τα επίμαχα στην υπό κρίση υπόθεση. Επί του σημείου αυτού, συμμερίζομαι την άποψη του Πρωτοδικείου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση «δεν έχει αποκλειστικώς γενικό χαρακτήρα» (20).
40. Πρώτον, είναι αναγκαίο να διακριθούν οι αποδέκτες της υποχρεώσεως δεσμεύσεως κεφαλαίων. Οι αποδέκτες αυτοί προσδιορίζονται πράγματι κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο από τα μέτρα γενικής ισχύος που περιλαμβάνονται στο ίδιο το σώμα του κανονισμού. Συναφώς, το πρώτο τμήμα της συλλογιστικής που παρέθεσε το Δικαστήριο με την απόφαση Kadi μπορεί με ευκολία να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στον κανονισμό 423/2007. Ο εν λόγω κανονισμός αποτελεί αναμφισβήτητα πράξη γενικής ισχύος απευθυνόμενη κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο σε οποιονδήποτε υπόκειται στην κοινοτική νομοθεσία και ενδέχεται να έχει στην κατοχή του τέτοια κεφάλαια που ανήκουν σε πρόσωπο, οντότητα ή οργανισμό που περιλαμβάνεται σε παράρτημα του κανονισμού.
41. Εντούτοις, ταυτοχρόνως, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι, οσάκις οι κανονισμοί αυτοί συνοδεύονται από παραρτήματα που περιλαμβάνουν λεπτομερή κατάλογο φυσικών και νομικών προσώπων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν, οι κατάλογοι αυτοί πρέπει να λογίζονται εξίσου ατομικές πράξεις με τις οποίες αποφασίζεται η εγγραφή καθενός εκ των ενδιαφερομένων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών στους εν λόγω καταλόγους. Επομένως, τα πρόσωπα , οι οντότητες και οι οργανισμοί που, μέσω της προσβαλλομένης αποφάσεως, προστέθηκαν στον κατάλογο που περιέχεται στο παράρτημα V του κανονισμού 423/2007 αποτελούν δίχως άλλο τους αποδέκτες της αποφάσεως του Συμβουλίου περί εγγραφής τους στον εν λόγω κατάλογο, του οποίου εξάλλου η ημερομηνία θέσεως σε ισχύ ορίζεται χωριστά για κάθε πρόσωπο, οντότητα και οργανισμό, σε ειδική προς τούτο στήλη του παραρτήματος.
42. Συνεπώς, η προτεινόμενη λύση, καθ’ όλα προσαρμοσμένη στην ευαισθησία των τομέων στους οποίους ενδέχεται να λαμβάνονται περιοριστικά μέτρα, συνάδει συγχρόνως και με τα διδάγματα της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου κατά την οποία «τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της αποφάσεως προκύπτουν από τον περιορισμένο αριθμό των αποδεκτών στους οποίους απευθύνεται, ενώ ο κανονισμός, που θέτει κυρίως κανόνες δικαίου, εφαρμόζεται όχι σε περιορισμένο αριθμό αποδεκτών προσδιορισμένων ή δυνάμενων να εξατομικευθούν, αλλά σε κατηγορίες προσώπων νοούμενες αφηρημένα και στο σύνολό τους» (21). Οι αποφάσεις περί εγγραφής περιορίζονται αναντίρρητα στα πρόσωπα, στις οντότητες και στους οργανισμούς που εξατομικεύονται στο παράρτημα, ενώ οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται με τον κανονισμό απευθύνονται σε αποδέκτες που έχουν καθοριστεί κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Ο ατομικός χαρακτήρας των πράξεων που θεωρώ ότι αποτελούν αποφάσεις περί εγγραφής επιβεβαιώνεται, κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι το Συμβούλιο υποχρεούται, κατά το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007, να παραθέτει τους ατομικούς και ειδικούς λόγους που δικαιολογούν την εγγραφή.
43. Επιπλέον, η αναγνώριση του διττού αυτού χαρακτήρα σε κανόνες του κοινοτικού δικαίου που θεσπίζουν περιοριστικά μέτρα, είτε στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας είτε στο πλαίσιο δράσης που αναλαμβάνεται κατά τρίτου κράτους, κρίνεται αναγκαία προκειμένου να παρασχεθούν ελάχιστες εγγυήσεις στα πρόσωπα, στις οντότητες και στους οργανισμούς που περιλαμβάνονται στους εν λόγω καταλόγους, διότι, συγκεκριμένα, από τον νομικό χαρακτηρισμό που θα δώσει το Δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση μπορεί να απορρέουν διάφορες συνέπειες όσον αφορά τα δικαιώματα άμυνας (22).
44. Υπό τις συνθήκες αυτές, μολονότι δεν θεωρώ λυσιτελή την εκ μέρους του Πρωτοδικείου εφαρμογή του κριτηρίου σύμφωνα με το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να αφορά άμεσα και ατομικά την αναιρεσείουσα προκειμένου να καθοριστεί αν η πράξη αυτή όφειλε να κοινοποιηθεί, εντούτοις, προτείνω στο Δικαστήριο να επικυρώσει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Πρωτοδικείο διαπιστώνοντας την ύπαρξη υποχρεώσεως του Συμβουλίου να προβεί σε ατομική κοινοποίηση.
45. Στην περίπτωση που το Δικαστήριο επικυρώσει την ύπαρξη υποχρεώσεως ατομικής κοινοποιήσεως, θα ήθελα να προσθέσω δύο παρατηρήσεις.
46. Καταρχάς, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα περιοριστικά μέτρα θεσπίζονται σε τομείς που χαρακτηρίζονται, ως επί το πλείστον, από υψηλό βαθμό ευαισθησίας και μπορεί να αφορούν πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς η ακριβής τοποθεσία των οποίων όχι μόνο δεν είναι πάντοτε γνωστή αλλά ούτε καν καθορισμένη, η υποχρέωση αυτή κοινοποιήσεως πρέπει να βαρύνει το Συμβούλιο μόνον όταν η εκπλήρωσή της είναι εφικτή. Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η ταχυδρομική διεύθυνση της αναιρεσείουσας αναγραφόταν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
47. Εν συνεχεία, απαντώντας στο επιχείρημα που προέβαλε η Γαλλική Δημοκρατία ότι δεν μπορεί να επιχειρείται αντιπαραβολή των περιοριστικών μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας και εκείνων που θεσπίζονται στο πλαίσιο καθεστώτος κυρώσεων κατά τρίτου κράτους, φρονώ ότι αντικείμενο εκτιμήσεως πρέπει να αποτελέσει μόνον η υποχρέωση ατομικής κοινοποιήσεως, η δε εκτίμηση αυτή θα είναι διαφορετική αναλόγως του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το θεσπιζόμενο περιοριστικό μέτρο. Οσάκις λαμβάνονται περιοριστικά μέτρα στο πλαίσιο καθεστώτος κυρώσεων θεσπιζόμενου κατά τρίτου κράτους, τα μέτρα αυτά μπορούν να αφορούν ταυτοχρόνως τόσο την κυβέρνηση του εν λόγω κράτους όσο και τα πρόσωπα και τις οντότητες που στήριξαν την κρατική δράση. Με την καθιέρωση υποχρεώσεως του Συμβουλίου να προβαίνει σε ατομική κοινοποίηση, ο πρωταρχικός σκοπός που πρέπει να επιδιώκεται συνίσταται στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων των ιδιωτών ή οντοτήτων που θίγονται από τα περιοριστικά μέτρα. Δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση αφορά τη διασφάλιση των ατομικών αυτών δικαιωμάτων, έστω και αν υφίσταται η υπόνοια ότι οι φορείς τους στηρίζουν ορισμένη δημόσια πολιτική, το γεγονός ότι η Ένωση έχει θεσπίσει περιοριστικά μέτρα εναντίον των εν λόγω φορέων πρέπει να τους γνωστοποιηθεί. Αντιστρόφως, η προστασία των ατομικών αυτών δικαιωμάτων δεν ισχύει ως προς τα πρόσωπα που μετέχουν στην κυβέρνηση του τρίτου κράτους, τα οποία θίγονται ατομικώς από τα περιοριστικά μέτρα, ούτε ως προς τα πρόσωπα που μετέχουν στη λήψη αποφάσεων ή ασκούν εξουσία στο εν λόγω κράτος, στο μέτρο που τα πρόσωπα αυτά έχουν στη διάθεσή τους επίσημα δίκτυα πληροφόρησης του κράτους τους που τους παρέχουν τη δυνατότητα να ενημερώνονται για διεθνείς δράσεις που αναλαμβάνονται εναντίον του κράτους αυτού. Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τη διαπίστωση του Πρωτοδικείου περί τα πραγματικά περιστατικά η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες της Bank Melli είναι εμπορικής φύσεως (23), πρέπει να θεωρηθεί ότι, μολονότι η εν λόγω τράπεζα ανήκει εξ ολοκλήρου στο Ιράν, εντούτοις δεν συμμετέχει άμεσα στη δημόσια δράση που αναπτύσσει το Ιρανικό Δημόσιο ούτε διαθέτει εξουσία λήψης αποφάσεων σε σχέση με τη δράση αυτή, αρκούμενη απλώς στη στήριξή της. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι το Συμβούλιο όφειλε να της έχει κοινοποιήσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
48. Προτείνω, συνεπώς, να μη γίνει δεκτό το αίτημα αντικαταστάσεως ορισμένων σκέψεων της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το οποίο υπέβαλαν η Γαλλική Δημοκρατία και η Επιτροπή.
β) Επί των συνεπειών που έχει η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως
49. Είναι αυτονόητο ότι το Δικαστήριο μπορεί να κληθεί να αποφανθεί επί των εννόμων συνεπειών που απορρέουν από ορισμένη παρατυπία κατά τη διαδικασία κοινοποιήσεως μόνον εφόσον έχει προηγουμένως επιβεβαιώσει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει στην πραγματικότητα χαρακτηριστικά πράξεως που το Συμβούλιο υποχρεούται να κοινοποιήσει. Για τον λόγο αυτόν, θα αρχίσω την ανάλυσή μου δεχόμενος καταρχήν ότι η Bank Melli αποτελεί όντως αποδέκτη πράξεως ατομικού χαρακτήρα η οποία, παρά ταύτα, δεν της κοινοποιήθηκε ατομικώς από το θεσμικό όργανο που την εξέδωσε.
50. Ουδόλως αμφισβητείται ότι η δημοσιότητα των κοινοτικών πράξεων –και με τον όρο δημοσιότητα νοείται τόσο η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και η ατομική κοινοποίηση– αποτελεί θεμελιώδη αρχή από μακρού καθιερωθείσα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία η εν λόγω αρχή «απαιτεί μια πράξη της δημόσιας αρχής να μην μπορεί να αντιτάσσεται στα υποκείμενα δικαίου πριν υπάρξει γι’ αυτά η δυνατότητα να λάβουν γνώση της εν λόγω πράξεως» (24). Επομένως, ο λόγος υπάρξεως της δημοσιεύσεως ή της κοινοποιήσεως, αναλόγως της περιπτώσεως, είναι να παρασχεθεί η δυνατότητα στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να λάβει γνώση της επίμαχης πράξεως, να εκτιμήσει το βάσιμο της αιτιολογίας της και να αμφισβητήσει ενδεχομένως τη νομιμότητά της ενώπιον του δικαστή της Ένωσης.
51. Επομένως, η κοινοποίηση –καθόσον στην υπό κρίση υπόθεση πρόκειται για κοινοποίηση– αποτελεί ένα στάδιο το οποίο καταρχήν ακολουθεί αμέσως τη θέσπιση της οικείας πράξεως: η πράξη εκδόθηκε σύμφωνα με καθορισμένη διαδικασία, τα περιεχόμενό της είναι ορισμένο αλλά απομένει να περιέλθει σε γνώση του αποδέκτη της.
52. Σύμφωνα με μια πρώτη τάση της νομολογίας, και ειδικότερα την απόφαση Geigy κατά Επιτροπής (25), το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι παρατυπίες οι σχετικές με τη διαδικασία κοινοποιήσεως μιας αποφάσεως είναι εξωτερικές σε σχέση με την πράξη αυτή και, επομένως, δεν μπορούν να την καταστήσουν άκυρη· […] υπό ορισμένες συνθήκες, οι παρατυπίες αυτές μπορεί να εμποδίσουν την έναρξη της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής» (26). Εντούτοις, στην ίδια αυτή υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αναμφισβήτητο ότι «η προσφεύγουσα είχε πλήρη γνώση του κειμένου της αποφάσεως και ότι είχε κάνει εμπρόθεσμη χρήση του δικαιώματος προσφυγής ότι· […] ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, το ζήτημα των πιθανών παρατυπιών της κοινοποιήσεως καθίστατο άνευ ενδιαφέροντος» (27). Το Δικαστήριο κατέληξε ότι ο λόγος έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος (28). Το Δικαστήριο ακολούθησε την ίδια συλλογιστική με την απόφαση ICΙ κατά Επιτροπής, που εκδόθηκε την ίδια ημέρα (29). Από τη νομολογία αυτή αντλούνται δύο διδάγματα. Αφενός, η ενδεχόμενη κύρωση λόγω πλημμέλειας κοινοποιήσεως πρέπει να επηρεάζει όχι το κύρος της πράξεως αλλά τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά της πράξεως αυτής εντός τασσόμενης προθεσμίας, πράγμα από το οποίο συμπεραίνω ότι το Δικαστήριο δεν θεωρούσε ότι η κοινοποίηση συνιστά ουσιώδη τύπο κατά την έννοια της Συνθήκης. Αφετέρου, το Δικαστήριο, δεχόμενο να υπερβεί την αυστηρά τυπολατρική ερμηνεία της έννοιας «υποχρέωση κοινοποιήσεως», εξέτασε σε ποια έκταση η απουσία κοινοποιήσεως προκάλεσε ζημία στον αποδέκτη της πράξεως και, ειδικότερα, αν μπόρεσε ή όχι ο εν λόγω αποδέκτης να ασκήσει εμπροθέσμως προσφυγή (30).
53. Στο πλαίσιο δεύτερης τάσης, το Δικαστήριο φάνηκε να δίνει νέα κατεύθυνση στη νομολογία του με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Hoechst κατά Επιτροπής (31). Απαντώντας σε αιτίαση στηριζόμενη στο επιχείρημα ότι η μη κοινοποιηθείσα πράξη δεν παράγει αποτελέσματα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μη κοινοποίηση «θα μπορούσε να έχει ως συνέπεια μόνο την αναγνώριση του ανυπόστατου της […] πράξεως ή την ακύρωσή της […]. Και τούτο διότι, επί κοινοποιήσεως πράξεως, όπως και επί παντός ουσιώδους τύπου, είτε η πλημμέλεια είναι τόσο σοβαρή και πρόδηλη, ώστε να επισύρει το ανυπόστατο της βαλλόμενης πράξεως, είτε συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου, δυνάμενη να επισύρει την ακύρωσή της» (32). Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο εκτίμησε ότι η κοινοποίηση συνιστά ουσιώδη τύπο και ότι, για τον λόγο αυτό, η κύρωση που επισύρει η μη τήρησή της είναι η ακυρότητα της πράξεως. Εν συνεχεία, με την έκδοση της αποφάσεως Ισπανία κατά Συμβουλίου (33), το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην απόφαση Hoechst, διαπίστωσε ότι η ανάγκη διασφαλίσεως της διαφάνειας «εξηγεί και το γεγονός ότι μόνον η έλλειψη κοινοποιήσεως είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δικαιολογεί την ακύρωση μιας πράξεως των κοινοτικών θεσμικών οργάνων» (34). Ως εκ τούτου, περιόρισε την εφαρμογή της λύσεως Hoechst κατά Επιτροπής σε ορισμένες περιπτώσεις, χωρίς ωστόσο να τις προσδιορίσει.
54. Παρά ταύτα, το γεγονός και μόνον ότι η δεύτερη νομολογιακή τάση είναι μεταγενέστερη των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη το Δικαστήριο με τις αποφάσεις Geigy κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής (35) δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, ώστε να μπορέσει να δικαιολογηθεί η επιλογή της εν λόγω μεταγενέστερης προσέγγισης στην υπό κρίση υπόθεση. Αντιθέτως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αναθεωρήσει την άποψή του και να επανέλθει στην παλαιότερη νομολογία του.
55. Συγκεκριμένα, δεν είμαι πεπεισμένος ότι η κοινοποίηση συνιστά ουσιώδη τύπο της πράξεως. Κατά την έννοια της πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου επί του ζητήματος αυτού, ο ουσιώδης τύπος, σύμφωνα με τη Συνθήκη, είναι ο τύπος που επιβάλλει η Συνθήκη για την έκδοση των δυνάμενων να προσβληθούν πράξεων· ο τύπος που προβλέπεται προκειμένου «να εξασφαλιστεί η εγγύηση ότι τα [επίμαχα] μέτρα λαμβάνονται με περίσκεψη και σύνεση» μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδης (36). Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, για τον τρόπο διεξαγωγής της ψηφοφορίας των θεσμικών οργάνων (37), για την υποχρέωση διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας (38), για την επικύρωση των πράξεων (39) ή ακόμα για την υποχρέωση αιτιολογήσεως (40). Επομένως, κατά γενικό τρόπο, συνιστούν ουσιώδη τύπο προϋποθέσεις η μη τήρηση των οποίων δύναται να έχει επιρροή στο ίδιο το περιεχόμενο της πράξεως, ενώ ταυτοχρόνως είναι αναγκαίες και για την εξωτερική νομιμότητα της πράξεως αυτής. Κατά τη γνώμη μου όμως, η μη κοινοποίηση δεν ασκεί επιρροή στο περιεχόμενο της πράξεως, αλλά έχει ως αποτέλεσμα απλώς ο αποδέκτης να εμποδίζεται να πληροφορηθεί ότι έχει εκδοθεί από κοινοτικό θεσμικό όργανο απόφαση που τον αφορά.
56. Θα ήθελα να είμαι απολύτως σαφής και, για τον σκοπό αυτό, επιθυμώ να διευκρινίσω ότι δεν επιχειρώ εν προκειμένω να θέσω υπό αμφισβήτηση τη σημασία που έχουν για τους αποδέκτες των πράξεων ατομικού χαρακτήρα που εκδίδει η Ένωση οι κανόνες οι σχετικοί με την κοινοποίηση των εν λόγω πράξεων. Παρά ταύτα, είναι εξίσου σημαντικό να τους αποδίδεται ο κατάλληλος νομικός χαρακτηρισμός. Επιπλέον, μολονότι η κοινοποίηση δεν συνιστά ουσιώδη τύπο, εντούτοις τούτο δεν σημαίνει ότι η παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως δεν επισύρει κυρώσεις. Απλώς, δεν πρόκειται για ελάττωμα που επηρεάζει την ίδια τη νομιμότητα της πράξεως αλλά μόνον τη δυνατότητα αντιτάξεώς της.
57. Συναφώς, επισημαίνω ότι το άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ ορίζει ότι οι αποφάσεις κοινοποιούνται στους παραλήπτες τους και αρχίζουν να ισχύουν από την ημερομηνία της εν λόγω κοινοποιήσεως. Εντούτοις, δεδομένου ότι θεωρείται αποδειχθείς ο αμιγώς διττός χαρακτήρας των περιοριστικών μέτρων (41), το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφαση Kadi, ότι «τέτοια μέτρα πρέπει, ως εκ της φύσεώς τους, να επιβάλλονται αιφνιδιαστικώς και […] να εφαρμόζονται αμέσως» (42). Επομένως, αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το Συμβούλιο όφειλε να κοινοποιήσει την προσβαλλόμενη απόφαση στην αναιρεσείουσα, η κύρωση λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως δεν μπορεί να ασκεί επιρροή στη θέση σε ισχύ της επίμαχης αποφάσεως. Αντιθέτως, θα ήταν αντίθετο προς τις βασικότερες αρχές της κοινοτικής έννομης τάξεως να θεωρηθεί εκπρόθεσμη η προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται μετά την παρέλευση της προθεσμίας από πρόσωπο κατά του οποίου έχει εκδοθεί απόφαση περί δεσμεύσεως κεφαλαίων η οποία, παρά τη μη κοινοποίησή της, μπόρεσε να παραγάγει τα αποτελέσματά της.
58. Επομένως, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, η συλλογιστική που επέλεξε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του Geigy κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής (43) είναι κατά τη γνώμη μου η καταλληλότερη εν προκειμένω διότι παρέχει τη δυνατότητα να διατηρηθεί η δυσεπίτευκτη ισορροπία μεταξύ της απαιτήσεως για αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων και του δικαιώματος των προσώπων που θίγονται από τα μέτρα αυτά να ενημερωθούν εγκαίρως για τη θέσπισή τους. Επιπλέον, ακολουθώντας τις οδηγίες αυτές που παρέχει το Δικαστήριο, θα καταστεί δυνατό να προσαρμοστεί στις περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως η εκτίμηση των συνεπειών που έχει η απουσία κοινοποιήσεως (44).
59. Ακολουθώντας επομένως τη νομολογία που καθιέρωσαν η αποφάσεις Geigy κατά Επιτροπής και ICI κατά Επιτροπής (45), το Πρωτοδικείο ορθώς συνεκτίμησε την πληροφορία που παρέσχε η γαλλική Επιτροπή Τραπεζών στο υποκατάστημα της Bank Melli στο Παρίσι προκειμένου να καθορίσει αν κατέστη ή όχι δυνατόν στην αναιρεσείουσα, παρά την παράλειψη του Συμβουλίου να της κοινοποιήσει ατομικώς την προσβαλλόμενη πράξη, να λάβει εγκαίρως γνώση του περιεχομένου της ώστε να μπορέσει να ασκήσει προσφυγή εντός των τασσόμενων προθεσμιών. Υπό τις ειδικές αυτές περιστάσεις, ορθώς επίσης έκρινε το Πρωτοδικείο ότι το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν κοινοποίησε ατομικώς στην αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση δεν στέρησε από την τελευταία τη δυνατότητα να λάβει εγκαίρως γνώση της αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και να εκτιμήσει το βάσιμο της αποφάσεως αυτής και ότι, ως εκ τούτου, η παράλειψη του Συμβουλίου δεν δικαιολογεί την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
60. Επομένως, ο πρώτος κύριος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Β – Επί του δεύτερου λόγου αναιρέσεως ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο κατά την ερμηνεία των νομικών βάσεων του κανονισμού 423/2007
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
61. Με τις σκέψεις 44 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε καταρχάς ότι, όσον αφορά το ζήτημα της νομικής βάσεως, και αντιθέτως προς όσα είχε υποστηρίξει η αναιρεσείουσα, μπορεί βασίμως να γίνει επίκληση της αποφάσεως Kadi (46), στο μέτρο που, με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ (47). Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι τα εν λόγω άρθρα αποτελούν μια δίοδο επικοινωνίας μεταξύ, αφενός, των δράσεων της Κοινότητας που συνίστανται στην επιβολή οικονομικών μέτρων και, αφετέρου, των σκοπών της Συνθήκης ΕΕ στον τομέα των εξωτερικών σχέσεων. Οι διατάξεις των άρθρων αυτών προβλέπουν ακριβώς την περίπτωση κατά την οποία μια δράση της Κοινότητας μπορεί να κριθεί αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους του άρθρου 2 ΣΕΕ. Εντούτοις, η Κοινότητα και η Ένωση αποτελούσαν –τότε– δύο ολοκληρωμένες μεν αλλά διακριτές μεταξύ τους νομικές τάξεις, με συνέπεια όποτε αναλαμβανόταν μια δράση στο πλαίσιο της Κοινότητας με σκοπό την υλοποίηση στόχου της Ένωσης, η εκτίμηση της νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων να πραγματοποιείται υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων που θέτουν οι κανόνες του εν λόγω πυλώνα, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων περί ψηφοφορίας. Δεδομένου ότι η κοινή θέση 2007/140 ενέπιπτε στον δεύτερο πυλώνα, δεν συνιστούσε νομική βάση του κοινοτικού κανονισμού και, ως εκ τούτου, ο εφαρμοστέος κανόνας περί ψηφοφορίας για την έκδοση της κοινής θέσεως δεν είχε εφαρμογή στη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού 423/2007. Η ύπαρξη κοινής θέσεως αποτελεί απλώς προϋπόθεση προβλεπόμενη από το άρθρο 301 ΕΚ, το οποίο ορίζει το ίδιο τον εφαρμοστέο κανόνα περί ψηφοφορίας. Κατά συνέπεια, ο εν λόγω κανονισμός και η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσαν να εκδοθούν με ειδική πλειοψηφία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 301 ΕΚ, καθόσον της εκδόσεως του κανονισμού προηγήθηκε η έκδοση με ομοφωνία της κοινής θέσεως 2007/140 και της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προηγήθηκε η ομόφωνη έκδοση της κοινής θέσεως 2008/479. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που επιβάλλει το άρθρο 301 ΕΚ.
62. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, από τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αρμοδιότητα που οι διατάξεις αυτές χορηγούν στην Κοινότητα πρέπει να περιορίζεται στην υλοποίηση των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας και ότι, ως εκ τούτου, το Συμβούλιο είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει, στηριζόμενο μόνο στα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, τα άρθρα 7, παράγραφος 2, και 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
63. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο συμπεραίνοντας ότι ο κανονισμός και, παρεμπιπτόντως, η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσαν να εκδοθούν με ειδική πλειοψηφία βάσει μόνον των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ. Αφενός, το πεδίο εφαρμογής των άρθρων αυτών περιορίζεται στην υλοποίηση μέτρων που λαμβάνονται κατά τρίτων κρατών, ενώ ο κανονισμός θεσπίζει περιοριστικά μέτρα επιβαλλόμενα σε πρόσωπα και οντότητες που λογίζονται ότι συμμετέχουν, συνδέονται άμεσα με ή παρέχουν στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων στο Ιράν. Επομένως, το κρίσιμο κριτήριο εν προκειμένω δεν είναι η εκ μέρους τρίτου κράτους άσκηση ελέγχου ή η σύνδεση με την κυβέρνηση τέτοιου κράτους αλλά η συμμετοχή, άμεση σύνδεση με ή παροχή στήριξης σε δραστηριότητες που συναρτώνται με τη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Συνεπώς, ως νομική βάση του κανονισμού 423/2007 θα έπρεπε να έχει παρατεθεί και το άρθρο 308 ΕΚ (48). Αφετέρου, και κατά τα λοιπά, η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι κακώς εκτίμησε το Πρωτοδικείο ότι η κοινή θέση 2007/140 δεν συνιστά λυσιτελή νομική βάση του εν λόγω κανονισμού τη στιγμή που το Συμβούλιο, εκδίδοντας με ειδική πλειοψηφία τον κανονισμό 423/2007 και τις αποφάσεις περί εφαρμογής του, ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας που του κατέστησε δυνατή την έκδοση της έχουσας άμεσο αποτέλεσμα προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ η νομική αυτή πράξη δεν προβλέπεται στο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής. Πράττοντας τούτο, το Πρωτοδικείο προέβη σε διάκριση που δεν περιλαμβάνεται στη Συνθήκη, αποφαινόμενο ότι η κοινή θέση 2007/140 δεν συνιστά νομική βάση του κανονισμού αλλά απλώς προϋπόθεση προβλεπόμενη από το άρθρο 301 ΕΚ.
64. Το Συμβούλίο, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή ζητούν από το Δικαστήριο να απορρίψει τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως. Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Kadi (49), το Πρωτοδικείο εκτίμησε ορθώς τη νομική βάση του κανονισμού κρίνοντας επαρκή τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, καθόσον τα θεσπιζόμενα περιοριστικά μέτρα αφορούσαν όντως το Ιρανικό Δημόσιο. Επιπλέον, δεν μπορεί να προσαφθεί πλημμέλεια στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη διαπίστωσή του ότι η κοινή θέση 2007/140 δεν χρησιμεύει ως νομική βάση.
3. Εκτίμηση
65. Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι το Συμβούλιο θεωρεί ότι το επιχείρημα που αφορά το άρθρο 308 ΕΚ ουδέποτε προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου. Η δε Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση κατά την οποία θεωρηθεί ότι το σχετικό τμήμα του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως έχει την έννοια ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη διαπίστωση ότι αποτελεί οντότητα συνδεόμενη με την Ιρανική Κυβέρνηση ή ελεγχόμενη άμεσα ή έμμεσα από αυτήν, το εν λόγω τμήμα του λόγου αναιρέσεως θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου.
66. Αληθεύει ασφαλώς ότι το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου δεν περιείχε καμία αναφορά στην ανάγκη στήριξης του κανονισμού 423/2007 στο άρθρο 308 ΕΚ. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε ρητώς ενώπιον του Πρωτοδικείου το γεγονός ότι το καθεστώς των περιοριστικών μέτρων που θέσπισε ο εν λόγω κανονισμός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 301 ΕΚ για τον λόγο ότι τα μέτρα αυτά δεν απευθύνονταν, κατά κυριολεξία, κατά τρίτου κράτους. Παρά ταύτα, το Πρωτοδικείο έκρινε, με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 301 ΕΚ» ενώ, επιπλέον, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η αναιρεσείουσα προέβαλε, ενώπιον του Πρωτοδικείου, λόγο ακυρώσεως προς αμφισβήτηση της επάρκειας της νομικής βάσεως του κανονισμού 423/2007. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι τόσο το επιχείρημα που αντλείται από το άρθρο 308 ΕΚ όσο και το άρρηκτα συνδεδεμένο επιχείρημα που αντλείται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ μπορούν να θεωρηθούν ως θεμιτή ανάπτυξη του λόγου ακυρώσεως που είχε προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Ως εκ τούτου, δεν ανακύπτει εν προκειμένω σοβαρό ζήτημα παραδεκτού.
67. Πριν εισέλθω στην ουσία του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, θα ήθελα να τονίσω ότι η ανάλυση σχετικά με τη νομική βάση θα οδηγήσει αναπόφευκτα το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίζονται κατά τρίτου κράτους και τα οποία σκοπούν, κατά τη Συνθήκη, στη μείωση των οικονομικών σχέσεων με το οικείο κράτος (50) μπορούν επίσης να θίγουν πρόσωπα ή οντότητες που, ως τέτοιες, δεν μετέχουν στην κυβέρνηση του θιγόμενου τρίτου κράτους ούτε κατ’ ανάγκη στα όργανα του κράτους αυτού, αλλά για τις οποίες υπάρχουν υπόνοιες ότι παρέχουν στήριξη σε κρατική πολιτική την οποία η Ένωση προτίθεται να καταπολεμήσει. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εκτιμηθεί χωριστά από το ζήτημα αν υφίσταται υποχρέωση κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στην αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα, κατ’ αντιδιαστολή προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, το πρώτο ζήτημα δεν εστιάζει στην εξασφάλιση της επαρκούς προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, το ερώτημα που ανακύπτει αφορά τον καθορισμό της αρμοδιότητας του Συμβουλίου να θεσπίζει μέτρα τέτοιας φύσεως, στηριζόμενο στις διατάξεις της Συνθήκης των οποίων έχει γίνει επίκληση. Το συνδυαστικό πεδίο εφαρμογής όμως των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ πρέπει να εκτιμηθεί βάσει διαφορετικών κριτηρίων και, μεταξύ άλλων, υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκει η πολιτική ασφάλειας την οποία ακολουθεί η Ένωση και η οποία επεκτείνεται στην Κοινότητα. Για τον λόγο αυτόν, η επιλογή, στο πλαίσιο αυτό, της αυστηρά τυπικής ερμηνείας της έννοιας «τρίτο κράτος» είναι άκρως περιοριστική. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και σε συμφωνία με τη νομολογία του Δικαστηρίου την οποία θα επικαλεστώ εν καιρώ, προτείνω την υπέρβαση μιας απλώς τυπικής ερμηνείας της εν λόγω έννοιας και την υιοθέτηση μιας ουσιωδέστερης προσέγγισης, που παρέχει τη δυνατότητα να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα των περιοριστικών μέτρων λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι δημόσιες πολιτικές θεμελιώνονται, όπως καθίσταται σαφές ολοένα και συχνότερα, στη δράση ή τη στήριξη προσώπων ή οντοτήτων με χωριστή νομική προσωπικότητα από εκείνη του ίδιου του κράτους αλλά που παρουσιάζουν, παρά ταύτα, επαρκή αιτιώδη συνάφεια με το οικείο κράτος και τις ακολουθούμενες από αυτό δημόσιες πολιτικές ώστε να μπορούν να αποτελούν αντικείμενο των περιοριστικών μέτρων τα οποία αφορούν, στην πράξη, το ίδιο το τρίτο κράτος. Επομένως, φρονώ απολύτως λογική την εκτίμηση ότι η αναιρεσείουσα παρουσιάζει τον αναγκαίο σύνδεσμο με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν και την πολιτική του διαδόσεως των πυρηνικών όπλων ώστε να θεωρηθεί ότι την αφορούν τα μέτρα που θεσπίστηκαν αποκλειστικά βάσει των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, χωρίς εντούτοις να παραβλέπεται το γεγονός ότι ο σύνδεσμός αυτός δεν αρκεί για να απαλλαγεί το Συμβούλιο από την υποχρέωσή του να προβεί σε ατομική κοινοποίηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στην αναιρεσείουσα.
68. Κατόπιν της διευκρινίσεως του ζητήματος αυτού, εισέρχομαι στην εξέταση του βάσιμου του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, πράγμα το οποίο συνεπάγεται ότι το Δικαστήριο θα κληθεί να λάβει θέση επί δύο κατηγοριών ερωτημάτων. Αφενός, ζητείται να καθοριστεί αν το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η κοινή θέση 2007/140 δεν συνιστά μία εκ των νομικών βάσεων του κανονισμού 423/2007. Αφετέρου, ζητείται να εξετασθεί κατά πόσον υπήρξε ορθή η εκτίμηση του Πρωτοδικείου όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ.
69. Κατά το άρθρο 301 ΕΚ, «[ό]ταν μία κοινή θέση ή κοινή δράση, που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας, προβλέπει δράση της Κοινότητας για τη μερική ή ολοκληρωτική μείωση ή διακοπή των οικονομικών σχέσεων με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής, λαμβάνει τα αναγκαία επείγοντα μέτρα». Από το γράμμα και μόνον του άρθρου 301 ΕΚ προκύπτει ότι η ύπαρξη μέτρου θεσπιζόμενου βάσει της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί προαπαιτούμενο για την ανάληψη δράσεως από την Κοινότητα. Με άλλα λόγια, η δράση της Κοινότητας είναι δυνατή μόνον εφόσον προηγουμένως έχει εκδοθεί κοινή θέση ή κοινή δράση, η οποία πρέπει να προβλέπει ότι απαιτείται δράση της Κοινότητας για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Συναφώς, επισημαίνω ότι η κοινή θέση 2007/140 προβλέπει ότι απαιτείται δράση της Κοινότητας προκειμένου να εφαρμοσθούν ορισμένα μέτρα (51). Επομένως, το Συμβούλιο είχε αναμφισβήτητα αρμοδιότητα να θεσπίσει μέτρα, όσον αφορά την Κοινότητα, στηριζόμενο στο άρθρο 301 ΕΚ, το οποίο προβλέπει ρητώς ότι ο κανόνας περί ψηφοφορίας που έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή –ήτοι μετά την έκδοση κοινής θέσεως προβλέπουσας τη δράση της Κοινότητας– είναι η ειδική πλειοψηφία.
70. Τούτο εξάλλου επιβεβαιώνεται και από το γράμμα του άρθρου 60 ΕΚ, η παράγραφος 1 του οποίου ορίζει ότι «[ε]άν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 301 [ΕΚ], κρίνεται αναγκαία κοινοτική δράση, το Συμβούλιο δύναται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 301 [ΕΚ] διαδικασία, να λαμβάνει τα αναγκαία επείγοντα μέτρα σχετικά με τις κινήσεις κεφαλαίων και τις πληρωμές έναντι των οικείων τρίτων χωρών». Επομένως, μέτρο δεσμεύσεως κεφαλαίων επιβαλλόμενο σε τρίτο κράτος κατόπιν εκδόσεως κοινής θέσεως πρέπει, υπό το πρίσμα του εφαρμοστέου πρωτογενούς δικαίου, να λαμβάνεται με ειδική πλειοψηφία. Επιπλέον, το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 προβλέπει ότι το Συμβούλιο καταρτίζει, επανεξετάζει και τροποποιεί το παράρτημα V, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, σε συμφωνία με τις αποφάσεις του Συμβουλίου όσον αφορά το παράρτημα ΙΙ της κοινής θέσεως 2007/140. Και υπό το πρίσμα αυτό, η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι απολύτως νομότυπη: συγκεκριμένα, η κοινή θέση 2008/479 τροποποίησε το παράρτημα ΙΙ της κοινής θέσεως 2007/140, περιλαμβάνοντας, μεταξύ άλλων, την αναιρεσείουσα στον κατάλογο των οντοτήτων των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να δεσμευθούν. Παράλληλα, το Συμβούλιο εξέδωσε, με ειδική πλειοψηφία, την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εξουσιοδότηση του κανονισμού 423/2007. Υπό το πρίσμα του άρθρου 15, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 423/2007, θα ήταν εντελώς αντιφατικό η περιεχόμενη στο εν λόγω άρθρο παραπομπή στην κοινή θέση 2007/140 να ερμηνευθεί ως κανόνας περί ψηφοφορίας.
71. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι απολύτως ορθή η συλλογιστική του Πρωτοδικείου όσον αφορά τον εφαρμοστέο κανόνα περί ψηφοφορίας και τη διαπίστωση ότι η κοινή θέση 2007/140 στερείται λυσιτέλειας για τον καθορισμό της κατάλληλης νομικής βάσεως του κανονισμού 423/2007.
72. Όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από το ότι τα μέτρα που προβλέπει ο κανονισμός 423/2007 δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο στα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ καθόσον δεν στρέφονται κατά τρίτου κράτους, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε προσφυώς ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, με την απόφαση Kadi (52), ότι «λαμβανομένου υπόψη του γράμματος των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, ιδίως των όρων “έναντι των οικείων τρίτων χωρών” και “με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες” που περιέχονται στα άρθρα αυτά, σκοπός των εν λόγω διατάξεων είναι η λήψη μέτρων εις βάρος τρίτων χωρών, που μπορούν να αφορούν τόσο την κυβέρνηση μιας τέτοιας χώρας όσο και τα άτομα και τις οντότητες που συνδέονται με την κυβέρνηση ή ελέγχονται άμεσα ή έμμεσα από αυτήν (53)». Η εγγραφή όμως της αναιρεσείουσας στον κατάλογο των οντοτήτων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν πραγματοποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007, το γράμμα του οποίου δεν περιέχει ρητή παραπομπή στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν.
73. Παρά ταύτα, φρονώ ότι από τη ratio legis του κανονισμού απορρέει σαφέστατα ότι όλη η προσοχή της Κοινότητας στρέφεται προς την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, πράγμα που προκύπτει από τον τίτλο και μόνον του κανονισμού. Το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεν μπορεί να απομονωθεί από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται αλλά, αντιθέτως, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των λοιπών διατάξεων του κανονισμού καθώς και των αιτιολογικών σκέψεων. Θα ήθελα να επισημάνω, χωρίς η απαρίθμηση που ακολουθεί να είναι εξαντλητική, ότι η πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 423/2007 παραπέμπει στο γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε ότι το Ιράν πρέπει «να αναστείλει, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, όλες τις δραστηριότητες» διαδόσεως των πυρηνικών όπλων και ότι η διεθνής κοινότητα έπρεπε να βεβαιωθεί για τον «αποκλειστικά ειρηνικό σκοπό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν». Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην ανειλημμένη δράση της Κοινότητας που προβλέπει «ορισμένα περιοριστικά μέτρα κατά του Ιράν» καθώς και στην ανάγκη τα μέτρα αυτά να περιλαμβάνουν «περιορισμούς στις εισαγωγές και εξαγωγές αγαθών και τεχνολογίας που σχετίζονται με δραστηριότητες του Ιράν για τον εμπλουτισμό, την επανακατεργασία ή σχέδια που συνδέονται με αντιδραστήρες βαρέος ύδατος, ή με την ανάπτυξη συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων». Κατά την ίδια αιτιολογική σκέψη, παρίσταται εν προκειμένω ανάγκη να δεσμευθούν τα κεφάλαια «προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που συμμετέχουν, συνδέονται άμεσα με ή παρέχουν στήριξη στις εν λόγω δραστηριότητες ή τις αναπτύσσουν». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα περιοριστικά μέτρα σκοπούν στην ανάσχεση μιας εξαιρετικά επεκτατικής πολιτικής. Ο κοινοτικός νομοθέτης αντιλαμβάνεται τη δραστηριότητα της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων ως δραστηριότητα που αποφασίζεται και ασκείται από το Ιρανικό Δημόσιο, οπότε οι οντότητες που στηρίζουν την υλοποίησή της δεν συμμετέχουν απλώς σε ορισμένη δράση ανεξάρτητη από την κυβερνητική βούληση αλλά, αντιθέτως, συμβάλλουν στην πραγματοποίηση ενός κρατικού σχεδίου.
74. Συναφώς, η κατάσταση διακρίνεται σαφώς από την περίπτωση η οποία τέθηκε στην κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kadi. Συγκεκριμένα, με την απόφαση που εξέδωσε στην εν λόγω υπόθεση, το Δικαστήριο είχε κρίνει ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούσαν «μέτρα χαρακτηριζόμενα από την έλλειψη οποιουδήποτε συνδέσμου με την κυβέρνηση μιας τρίτης χώρας» λόγω του ότι στρέφονταν απευθείας κατά του Οσάμα Μπιν Λάντεν, του δικτύου Αλ Κάιντα, καθώς και των συνδεομένων με αυτούς προσώπων και οντοτήτων (54). Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απέρριψε την άποψη ότι «αρκεί τα περιοριστικά αυτά μέτρα να αφορούν πρόσωπα ή οντότητες που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή συνδέονται κατ’ άλλον τρόπο με αυτήν» (55)ώστε να μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά στα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ, καθόσον τούτο «θα προσέδιδε εξαιρετικά ευρύ περιεχόμενο στις διατάξεις αυτές, χωρίς να λαμβάνει ουδόλως υπόψη ότι κατά το γράμμα των διατάξεων αυτών τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να στρέφονται κατά τρίτης χώρας» (56).
75. Κατά το γράμμα όμως του κανονισμού 423/2007, σκοπός του κανονισμού αυτού δεν είναι η πάταξη της διαδόσεως των πυρηνικών όπλων γενικώς, αλλά η εξάλειψη του κινδύνου που εγκυμονεί το ιρανικό πρόγραμμα ανάπτυξης πυρηνικών όπλων. Ο σύνδεσμος μεταξύ του επίμαχου προγράμματος και του Ιράν καθίσταται προφανής από την ανάγνωση του κανονισμού. Επομένως, απομένει να εξακριβωθεί κατά πόσον υφίσταται πραγματικός και επαρκής σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, της ίδιας της αναιρεσείουσας και, αφετέρου, του Ιράν και της πολιτικής διαδόσεως των πυρηνικών όπλων που ακολουθεί το κράτος αυτό, ώστε να διαπιστωθεί ότι η αναιρεσείουσα μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
76. Όσον αφορά το γεγονός αν η αναιρεσείουσα συνδέεται με το Ιράν, αρκεί να υπομνησθεί η μη αμφισβητούμενη διαπίστωση που περιλαμβάνεται στη σκέψη 1 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά την οποία η αναιρεσείουσα «είναι μια ιρανική εμπορική τράπεζα που ελέγχεται από το Ιρανικό Δημόσιο» που θα μπορούσε να προσφέρει ουσιαστική στήριξη για τη χρηματοδότηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Επί του σημείου 2, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε επιτυχώς ενώπιον του Πρωτοδικείου παραδεκτό λόγο με τον οποίο να αμφισβητεί τη διαπίστωση του Συμβουλίου ότι παρέχει οικονομική στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων του Ιράν (57).
77. Κατά συνέπεια, υπό τις συνθήκες αυτές, η δέσμευση των κεφαλαίων της αναιρεσείουσας μπορεί νομίμως να αποφασισθεί δυνάμει κανονισμού που έχει ως νομικές βάσεις μόνον τα άρθρα 60 ΕΚ και 301 ΕΚ. Η επίκληση του άρθρου 308 ΕΚ δεν ήταν αναγκαία όσον αφορά την εγγραφή της αναιρεσείουσας στο παράρτημα V του κανονισμού 423/2007, καθόσον το περιοριστικό μέτρο που θεσπίστηκε εναντίον της αφορούσε στην πράξη, και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν, οντότητα συνδεόμενη με την Ιρανική Κυβέρνηση ή ελεγχόμενη από αυτήν ενώ εντασσόταν στο πλαίσιο γενικού καθεστώτος κυρώσεων επιβαλλόμενων στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν με σκοπό την ανάσχεση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος ή, τουλάχιστον, την υπαγωγή του στον έλεγχο της διεθνούς κοινότητας.
78. Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί πλημμέλεια στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου όσον αφορά τη νομική βάση του κανονισμού 423/2007. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος κύριος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Γ – Επί του τρίτου κύριου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, των δικαιωμάτων άμυνας και του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας.
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
79. Από τις σκέψεις 79 έως 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε επαρκή την αιτιολογία που παρέθεσε το Συμβούλιο με την προσβαλλόμενη απόφαση λαμβανομένων υπόψη του τίτλου, του περιεχομένου της δεύτερης αιτιολογικής σκέψεως και του σκεπτικού που περιλαμβάνει το σημείο 4 του πίνακα Β της εν λόγω αποφάσεως.
80. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε τη νομολογία που έχει αναπτύξει στον τομέα των δικαιωμάτων άμυνας στο πλαίσιο προσφυγής κατά περιοριστικών μέτρων θεσπιζόμενων κατά της τρομοκρατίας. Μολονότι το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως εξασφαλίζεται καταρχήν υπέρ κάθε προσώπου το οποίο ενδέχεται να θιγεί από βλαπτική πράξη, το αποτέλεσμα αιφνιδιασμού που πρέπει να συνοδεύει την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων μπορεί να υπερισχύσει τόσο της απαιτήσεως προηγούμενης κοινοποιήσεως των επιβαρυντικών στοιχείων όσο και του ίδιου του δικαιώματος ακροάσεως κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκδόσεως της επίμαχης πράξεως. Το Πρωτοδικείο επισήμανε επίσης ότι, εν προκειμένω, στην αναιρεσείουσα είχαν ανακοινωθεί ακριβείς πληροφορίες κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεως στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε είχε καταστεί σε αυτήν δυνατόν να κατανοήσει τους λόγους που ώθησαν το Συμβούλιο να θεωρήσει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, του κανονισμού 423/2007 έπρεπε να εφαρμοστούν σε αυτήν.
81. Με τις σκέψεις 97 επ. της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το Συμβούλιο δεν όφειλε να ανακοινώσει αυτοβούλως το περιεχόμενο του φακέλου στην Bank Melli, από τη στιγμή που η τράπεζα αυτή δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
82. Τέλος, από τις σκέψεις 105 έως 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι δεν υπήρξε προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Αφού υπενθύμισε τη σπουδαιότητα της αρχής αυτής στην κοινοτική έννομη τάξη, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων εκ μέρους του Συμβουλίου δεν διακύβευσε την αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου. Συγκεκριμένα, η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων δεν ήταν αναγκαία διότι, αφενός, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε επιτυχώς παραδεκτό λόγο με τον οποίο να αμφισβητεί τη διαπίστωση του Συμβουλίου ότι συμμετέχει, συνδέεται άμεσα με ή παρέχει στήριξη στις πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν που ενέχουν κίνδυνο διάδοσης ή στην ανάπτυξη συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων και, αφετέρου, διότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι είχε διαφωτιστεί επαρκώς ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τον έλεγχό του.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
83. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι ερμήνευσε πολύ στενά τις έννοιες «δικαιώματα άμυνας» και «δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας». Συγκεκριμένα, από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (58) προκύπτει ότι τα δικαιώματα άμυνας του θιγόμενου προσώπου πρέπει να γίνονται σεβαστά ήδη κατά τη διάρκεια του σταδίου της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της εκ μέρους θεσμικού οργάνου επιβολής κυρώσεως εναντίον του. Επομένως, το οικείο πρόσωπο πρέπει να είναι σε θέση να εκφράσει την άποψή του επί του υποστατού των πραγματικών περιστατικών. Το θιγόμενο πρόσωπο πρέπει επίσης να ενημερώνεται για όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την άμυνά του και να μπορεί να καταστήσει γνωστή τη θέση του. Πρέπει επίσης να του αναγνωρίζεται δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, καθόσον το δικαίωμα αυτό σκοπεί στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων άμυνας. Επιπλέον, παράβαση του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο δεν μπορεί να θεραπευθεί μεταγενέστερα, κατά το στάδιο της ένδικης διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, τα δικαιώματα άμυνας και το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας δεν έγιναν εν προκειμένω σεβαστά δεδομένου ότι πρόσβαση στον φάκελο δεν χορηγήθηκε στην αναιρεσείουσα ούτε καν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου. Στο μέτρο που δεν δικαιολογήθηκε από αποδεικτικά στοιχεία στα οποία η αναιρεσείουσα και το Πρωτοδικείο είχαν πρόσβαση, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως έπρεπε επίσης να κριθεί ανεπαρκής.
84. Από την ίδια τη νομολογία του Πρωτοδικείου προκύπτει επίσης ότι οι περιορισμοί που επιβάλλει το Συμβούλιο στα δικαιώματα άμυνας πρέπει να αντισταθμίζονται από αυστηρό και αμερόληπτο δικαστικό έλεγχο (59). Άλλωστε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) επιβάλλει τις ίδιες απαιτήσεις (60).
85. Εκτός αυτού, η απόφαση του Πρωτοδικείου ενέχει αντιφατική αιτιολογία καθόσον, ενώ το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, με τις σκέψεις 91 και 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας συνιστά θεμελιώδη αρχή της κοινοτικής έννομης τάξης, εντούτοις αποφάνθηκε ότι το Συμβούλιο δεν είχε την υποχρέωση να ανακοινώσει τα αποδεικτικά στοιχεία στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας. Το Πρωτοδικείο δεν έπρεπε να κρίνει ότι είχε διαφωτιστεί επαρκώς ώστε να είναι σε θέση να ασκήσει πλήρως τον έλεγχό του, δεδομένου ότι δεν είχε προσκομιστεί ενώπιόν του το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο.
86. Το Συμβούλιο και τα λοιπά παρεμβαίνοντα μέρη στη διαδικασία ζητούν την απόρριψη του λόγου αναιρέσεως ως αβάσιμου. Οι ανωτέρω θεωρούν ότι, από νομικής απόψεως, δεν μπορεί να προσαφθεί πλημμέλεια στη συλλογιστική του Πρωτοδικείου, εξαιρουμένης της Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία υποστηρίζει ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τα περιοριστικά μέτρα που θεσπίζονται στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση, έστω και αν τα επίμαχα εν προκειμένω μέτρα συνιστούν περιοριστικά μέτρα εντασσόμενα στο πλαίσιο καθεστώτος που αφορά τρίτο κράτος. Παρά ταύτα, από την ανωτέρω διαπίστωση η Γαλλική Δημοκρατία δεν συνάγει ιδιαίτερες έννομες συνέπειες όσον αφορά τον υπό κρίση λόγο αναιρέσεως και ζητεί, εν πάση περιπτώσει, την απόρριψή του.
3. Εκτίμηση
87. Προτείνω να γίνει δεκτό ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως διαρθρώνεται σε δύο σκέλη που αφορούν, αντιστοίχως, πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας και πλάνη περί το δίκαιο κατά την εκτίμηση του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει αντιφατική αιτιολογία.
88. Όσον αφορά τα πρώτο σκέλος, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί, πρώτον, την εκτίμηση του Πρωτοδικείου σχετικά με την αιτιολογία που παρέθεσε το Συμβούλιο προς στήριξη της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραθέτει τους λόγους που οδήγησαν το Συμβούλιο να εκδώσει την εν λόγω πράξη και, αφετέρου, ότι δεν κατέστη δυνατό στο Πρωτοδικείο να κρίνει κατά πόσον η περιεχόμενη στην πράξη αυτή αιτιολογία ήταν επαρκής στο μέτρο που το Συμβούλιο δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας η οποία περατώθηκε με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
89. Όπως υπενθύμισε το Πρωτοδικείο, η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί απαίτηση προβλεπόμενη από το πρωτογενές δίκαιο (61), και επαναλαμβανόμενη με το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 423/2007 (62). Προκειμένου να εκτιμηθεί αν έχει τηρηθεί η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποφάσεως εκδιδόμενης από θεσμικό όργανο της Ένωσης, πρέπει να εξετασθεί αν η παρατιθέμενη αιτιολογία παρέσχε τη δυνατότητα στην ενδιαφερόμενη οντότητα να λάβει γνώση των λόγων που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του. Κατά πάγια νομολογία, η αιτιολογία αυτή δεν απαιτείται να διασαφηνίζει όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως είναι επαρκής πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του γράμματός της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο αυτή εντάσσεται καθώς και του συνόλου των νομικών κανόνων που διέπουν τον οικείο τομέα (63). Διαπιστώνω ότι το Πρωτοδικείο επιβεβαίωσε τις βασικές αυτές αρχές με τη σκέψη 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
90. Το Πρωτοδικείο υπενθύμισε επίσης ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως συνιστά ουσιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης από την οποία δεν επιτρέπεται παρέκκλιση εκτός αν συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι (64) και ότι το Συμβούλιο οφείλει να γνωστοποιεί στη θιγόμενη οντότητα «ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους» όταν εκδίδει απόφαση περί δεσμεύσεως των κεφαλαίων της (65). Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως μιας πράξεως ποικίλλει αναλόγως του τομέα στον οποίο παρεμβαίνει το θεσμικό όργανο και του επιδιωκόμενου αποτελέσματος της πράξεως αυτής. Συναφώς, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε, κατ’ αναλογία, τη συλλογιστική που ανέπτυξε το Δικαστήριο σε σχέση με περιοριστικά μέτρα θεσπιζόμενα στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας σύμφωνα με την οποία, λαμβανομένου υπόψη του ειδικού πλαισίου εντός του οποίου λαμβάνονται και εφαρμόζονται τέτοια μέτρα, το Συμβούλιο τηρεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει εφόσον γνωστοποιεί στους ενδιαφερομένους τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση αποφάσεως περί δεσμεύσεως των κεφαλαίων τους είτε ταυτόχρονα είτε το ταχύτερο δυνατόν μετά τη λήψη του επίμαχου μέτρου (66). Αν γίνει δεκτή η αρχή κατά την οποία μπορούν να θεσπίζονται περιοριστικά μέτρα κατά οντοτήτων που φέρονται ότι υποστηρίζουν ή εξυπηρετούν τον σκοπό που προωθεί πολιτική καταλογιζόμενη σε τρίτο κράτος και τον οποίο η Ένωση επιδιώκει να καταπολεμήσει, και αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από τη Γαλλική Δημοκρατία, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην υπό κρίση υπόθεση η νομολογία που έχει αναπτύξει το Δικαστήριο σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας προσώπων ή οντοτήτων που θίγονται από περιοριστικό μέτρο θεσπιζόμενο στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας.
91. Εφαρμόζοντας τα κριτήρια που υπενθύμισα, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, με τη σκέψη 84 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιείχε όντως ατομικούς και ειδικούς λόγους που ώθησαν το Συμβούλιο να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχεία α΄ και β΄, λαμβάνοντας μέτρα κατά της αναιρεσείουσας. Δεδομένου ότι, κατά την ανάλυσή του, το Πρωτοδικείο εστίασε στην ανάγκη να διευκρινιστεί το ζήτημα αν η περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογία παρέσχε στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να κατανοήσει τους λόγους δεσμεύσεως των κεφαλαίων της και αν ήταν σε τέτοιο βαθμό επαρκής ώστε το Πρωτοδικείο να μπορέσει να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, λαμβάνοντας ταυτοχρόνως υπόψη το ειδικό πλαίσιο στο οποίο η εν λόγω απόφαση εντάσσεται, φρονώ ότι οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το Πρωτοδικείο είναι, από νομικής απόψεως, απολύτως ορθές.
92. Δεύτερον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι αιτιολογία που δεν τεκμηριώνεται με αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορεί να θεωρείται κατάλληλη και επαρκής στην περίπτωση κατά την οποία ο αποδέκτης της αποφάσεως δεν είχε δυνατότητα προσβάσεως στον φάκελο πριν ή μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως (67). Η αναιρεσείουσα επιχειρεί εν προκειμένω να εξαρτήσει την επάρκεια της αιτιολογίας από το δικαίωμα προηγούμενης ακροάσεως ή, τουλάχιστον, από το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, τη στιγμή που τα δύο αυτά παρεπόμενα των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να εξετάζονται χωριστά. Αφενός, η απαίτηση αιτιολογήσεως, σκοπός της οποίας είναι απλώς να γνωστοποιήσει στην ενδιαφερόμενη οντότητα με επαρκή σαφήνεια τους λόγους που ώθησαν το θεσμικό όργανο να δεσμεύσει τα κεφάλαιά της ώστε η εν λόγω οντότητα να ενημερωθεί για τις αιτιάσεις που της προσάπτονται και να μπορέσει να εκτιμήσει ή, κατά περίπτωση, να αμφισβητήσει το βάσιμο των αιτιάσεων αυτών, πρέπει να διακρίνεται από την απαίτηση προσκομίσεως πραγματικών και σοβαρών αποδεικτικών στοιχείων. Αφετέρου, η εξέταση του βασίμου της αιτιολογίας μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον εντός του πλαισίου της ένδικης διαδικασίας –κυρίως όταν, όπως εν προκειμένω, δεν έχει ζητηθεί πρόσβαση στον φάκελο από τον ενδιαφερόμενο–, οπότε η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων θα καταστεί αναγκαία ακριβώς στο πλαίσιο της εξετάσεως αυτής. Περαιτέρω, η εν λόγω εξέταση πρέπει να ζητηθεί ρητώς και, συναφώς, δεν μπορεί να απαιτείται από το αρμόδιο δικαστήριο να μετριάσει τις συνέπειες των παραλείψεων της αναιρεσείουσας. Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε επιτυχώς παραδεκτό λόγο ακυρώσεως με τον οποίο να αμφισβητεί την αιτιολογία που παρέθεσε το Συμβούλιο προς στήριξη της προσβαλλομένης αποφάσεως (68) καθώς και ότι τέτοιος λόγος, που αφορά την επί της ουσίας νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως, μπορεί να εξετασθεί μόνον εφόσον τον έχει επικαλεστεί η αναιρεσείουσα (69). Επομένως, η αναιρεσείουσα επικρίνει τη μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων η οποία όμως οφείλεται σε δικές της παραλείψεις τόσο κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής όσο και κατά την ένδικη διαδικασία.
93. Η κατάσταση αυτή διακρίνεται σαφώς από εκείνη της υποθέσεως People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (70) την οποία παραθέτει η αναιρεσείουσα. Αφενός, στην υπόθεση εκείνη, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τη νομιμότητα αποφάσεως του Συμβουλίου που τη διατηρούσε στον κατάλογο των οντοτήτων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων έπρεπε να δεσμευθούν, ενώ, στην υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, το ζήτημα έγκειται στην εξέταση της νομιμότητας της αρχικής αποφάσεως η οποία διατάσσει την εγγραφή της Bank Melli στον εν λόγω κατάλογο. Πάντως, μολονότι κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας, όταν πρόκειται για την αρχική εγγραφή, μπορούν να δικαιολογηθούν ορισμένες προσαρμογές των δικαιωμάτων άμυνας, όπως αμέσως θα αποδείξω, εντούτοις, τέτοιες προσαρμογές πρέπει να γίνονται δυσκολότερα δεκτές όταν πρόκειται για απόφαση περί διατηρήσεως προσώπου ή οντότητας σε κατάλογο (71). Αφετέρου, στην προπαρατεθείσα υπόθεση, το Συμβούλιο αρνήθηκε να ανακοινώσει στο Πρωτοδικείο τις πληροφορίες στις οποίες στηρίχθηκε για να διατηρήσει την ενδιαφερόμενη οντότητα στον οικείο κατάλογο (72), εμποδίζοντάς το με τον τρόπο αυτό, μολονότι είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα, να ελέγξει τη νομιμότητα και το βάσιμο των μέτρων δεσμεύσεως των κεφαλαίων (73).
94. Είναι αναμφισβήτητο ότι η ένταση των δικαιωμάτων άμυνας όπως πρέπει να διασφαλίζονται από το θεσμικό όργανο εκδόσεως της πράξεως κατά το στάδιο που προηγείται της εκδόσεώς της ή που ακολουθεί αμέσως μετά είναι μικρότερη όταν πρόκειται για περιοριστικά μέτρα όπως τα επίμαχα εν προκειμένω , τουλάχιστον όταν θεσπίζονται αρχικώς κατά του προσώπου ή της οντότητας που αφορούν. Πάντως, αν και η νομολογία στην οποία στηρίζεται η συλλογιστική της αναιρεσείουσας αφορά τα δικαιώματα άμυνας όπως πρέπει να διασφαλίζονται από τα θεσμικά όργανα στο πλαίσιο του αρχικού σταδίου της διοικητικής διαδικασίας όταν η διαδικασία αυτή ενδέχεται να καταλήξει σε επιβολή κυρώσεως, εντούτοις, έχει αναπτυχθεί στο πλαίσιο του δικαίου ανταγωνισμού της Ένωσης. Ωστόσο, φρονώ ότι η παρούσα κατάσταση προσομοιάζει περισσότερο με την περίπτωση θεσπίσεως, εκ μέρους του Συμβουλίου, περιοριστικών μέτρων κατά προσώπων ή οντοτήτων στο πλαίσιο της πάταξης της τρομοκρατίας. Στο πλαίσιο όμως αυτό, η νομολογία την οποία έχει αναπτύξει το Δικαστήριο ορίζει ότι τα δικαιώματα άμυνας όπως πρέπει να διασφαλίζονται κατά το αρχικό στάδιο της διαδικασίας δεν είναι απόλυτα ενώ έχει γίνει δεκτό ότι, στην περίπτωση περιοριστικών μέτρων, η γνωστοποίηση των λόγων πριν την εγγραφή οντότητας σε κατάλογο «θα περιόριζε την αποτελεσματικότητα των μέτρων περί δεσμεύσεως κεφαλαίων» (74) και ότι «τέτοια μέτρα πρέπει, ως εκ της φύσεώς τους, να επιβάλλονται αιφνιδιαστικώς και […] να εφαρμόζονται αμέσως» (75). Επιπλέον, η νομολογία την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα στερείται λυσιτέλειας ενώ είναι σαφές ότι το Συμβούλιο δεν όφειλε, πριν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να ανακοινώσει αυτοβούλως την αιτιολογία ή το περιεχόμενο του φακέλου στην αναιρεσείουσα ούτε να της χορηγήσει δικαίωμα ακροάσεως (76). Επομένως, το Πρωτοδικείο, με τη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ερμήνευσε κατ’ απολύτως ορθό τρόπο την έκταση των δικαιωμάτων άμυνας οντότητας που θίγεται για πρώτη φορά από περιοριστικό μέτρο, σύμφωνα με τις επιταγές της σχετικής νομολογίας.
95. Τρίτον, και όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας που στηρίζεται στη μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων, επισημαίνω ευθύς εξαρχής ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ της οποίας γίνεται επίκληση προς στήριξη του λόγου αυτού στερείται παντελούς λυσιτέλειας. Συγκεκριμένα, αμφότερες οι αποφάσεις Saadi κατά Ιταλίας και A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (77) αφορούν το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (στο εξής ΕΣΔΑ). Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το ΕΔΔΑ, με τις δύο αυτές αποφάσεις, αποφάνθηκε ότι ένα θεμελιώδες δικαίωμα δεν μπορεί να σταθμιστεί με ένα σκοπό όπως είναι η πάταξη της τρομοκρατίας, εντούτοις το έπραξε σε σχέση με την απαγόρευση των βασανιστηρίων που, αντιθέτως προς τα λοιπά δικαιώματα που καθιερώνει η ΕΣΔΑ, έχει απόλυτο χαρακτήρα και δεν επιδέχεται περιορισμούς (78).
96. Κατά τα λοιπά, και όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, η επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας σύμφωνα με την οποία η μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων από το Συμβούλιο πριν την άσκηση της προσφυγής και κατά τη διάρκεια της ένδικης διαδικασίας έθιξε το δικαίωμά της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας προσκρούει κατ’ ανάγκη σε δύο στοιχεία.
97. Αρκούμαι καταρχάς να υπενθυμίσω ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 99 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα δεν ζήτησε από το Συμβούλιο να της παράσχει πρόσβαση στον φάκελό του πριν την άσκηση της προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου (79). Εν συνεχεία, η αναιρεσείουσα επίσης δεν προέβαλε, ενώπιον του Πρωτοδικείου, παραδεκτό λόγο ακυρώσεως προς αμφισβήτηση της ορθότητας της διαπιστώσεως του Συμβουλίου ότι, λαμβανομένων υπόψη των λόγων των εκτιθέμενων στο σημείο 4 του πίνακα Β του παραρτήματος V, η εν λόγω αναιρεσείουσα λογίζεται ότι μετείχε ή παρείχε στήριξη σε δραστηριότητες διαδόσεως πυρηνικών όπλων στο Ιράν (80). Αν όμως είχε επιτυχώς προβληθεί τέτοιος λόγος, το Συμβούλιο θα είχε πράγματι υποχρεωθεί να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να καταστεί δυνατόν στο Πρωτοδικείο να ελέγξει τα στοιχεία αυτά. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν όφειλε να αποφανθεί επί του ζητήματος αν είναι βάσιμη η προβαλλόμενη αιτιολογία, η μη προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων πρωτοδίκως δεν μπορεί να συνεπάγεται πλημμέλεια της αποφάσεως του Πρωτοδικείου ούτε προσβολή του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της αναιρεσείουσας. Όσον αφορά την εξέταση των λοιπών λόγων, το Πρωτοδικείο έχει τον έλεγχο της ενώπιόν του διαδικασίας και την εξουσία να διατάξει τη διεξαγωγή συμπληρωματικής απόδειξης, μόνον εφόσον το κρίνει αναγκαίο (81).
98. Τέλος, όσον αφορά τη φερόμενη αντίφαση της αιτιολογίας, επισημαίνω ότι το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε, με τις σκέψεις 91 και 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως τις οποίες μνημονεύει η αναιρεσείουσα, τη δυνατότητα συγκερασμού της θεμελιώδους αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας, αφενός, και της ενδεχόμενης προσαρμογής των δικαιωμάτων αυτών, και ειδικότερα του δικαιώματος πληροφόρησης των επιβαρυντικών στοιχείων, αφετέρου, σε περίπτωση συνδρομής επιτακτικών λόγων που άπτονται της ασφάλειας ή της διαχειρίσεως των διεθνών σχέσεων της Κοινότητας (82). Εν πάση περιπτώσει, οι σκέψεις 96 έως 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που φέρεται ότι αντιφάσκουν προς την προεκτεθείσα διαπίστωση του Πρωτοδικείου, περιορίζονται στην εκτίμηση ότι κατέστη δυνατό στην αναιρεσείουσα να κατανοήσει τους λόγους που οδήγησαν στην εγγραφή της στον επίμαχο κατάλογο χωρίς να απαιτηθεί από το Συμβούλιο να της χορηγήσει αυτεπαγγέλτως πρόσβαση στα στοιχεία του φακέλου του ή να διεξαγάγει αυτεπαγγέλτως επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Επομένως, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο ουδέποτε διαπίστωσε ότι τα δικαιώματα άμυνας δεν υποχρεώνουν το Συμβούλιο να ανακοινώσει τα αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει, ακόμα και στο στάδιο της ένδικης διαδικασίας (83). Επισημαίνω ακόμα ότι, με τις σκέψεις 100 και 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε επιπλέον τους λόγους που επικαλέστηκε η Bank Melli για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι παρέλειψε να ζητήσει να της χορηγηθεί πρόσβαση στον φάκελο που την αφορούσε αλλά συμπέρανε ότι τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν συναφώς δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά. Ως εκ τούτου, δυσκολεύομαι να εντοπίσω οποιαδήποτε αντίφαση αιτιολογίας στα επίμαχα χωρία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
99. Κατά συνέπεια, ο τρίτος κύριος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του ως αβάσιμος.
Δ – Επί του πρώτου επικουρικού λόγου αναιρέσεως που αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
100. Με τις σκέψεις 51 και 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το στάδιο της εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι από κανένα στοιχείο των άρθρων 60 ΕΚ και 301 ΕΚ δεν μπορεί να συναχθεί ότι η αρμοδιότητα που οι διατάξεις αυτές χορηγούν στην Κοινότητα περιορίζεται στην υλοποίηση των μέτρων που θεσπίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 423/2007, που επιτρέπει τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των οντοτήτων που δεν κατονομάζονται μεν από το Συμβούλιο Ασφαλείας, εντούτοις, κατά την κρίση του Συμβουλίου, συμμετέχουν, συνδέονται άμεσα με ή παρέχουν στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε ότι η έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 423/2007 υποχρεώνει το Συμβούλιο να ασκεί την αρμοδιότητα που του ανατίθεται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της αποφάσεως 1737 (2006). Εντούτοις, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι η υποχρέωση αυτή δεν συνεπάγεται ότι το Συμβούλιο οφείλει να θέτει σε εφαρμογή περιοριστικά μέτρα μόνον κατά οντοτήτων τις οποίες αφορά απόφαση που έχει εκδώσει το Συμβούλιο Ασφαλείας.
101. Με τις σκέψεις 64 και 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Πρωτοδικείο προέβη στην εκτίμηση του τρίτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, αντλούμενου από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το Συμβούλιο διαθέτει αυτοτελή εξουσία δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007, σκοπός του οποίου δεν είναι η θέση σε εφαρμογή των ψηφισμάτων που εκδίδει το Συμβούλιο Ασφαλείας στον τομέα της διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Σκοπός του άρθρου αυτού και της προσβαλλομένης αποφάσεως που το εφαρμόζει είναι να εξασφαλιστεί η επίτευξη των σκοπών του ψηφίσματος 1737 (2006) μέσω θεσπίσεως αυτοτελών περιοριστικών μέτρων. Επομένως, το Πρωτοδικείο κατέληξε ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 δεν σκοπεί στην εφαρμογή του δεύτερου ψηφίσματος που εξέδωσε συναφώς το Συμβούλιο Ασφαλείας, ήτοι του ψηφίσματος 1803 (2008), το οποίο αρκέστηκε να καλέσει τα κράτη μέλη να επαγρυπνούν όσον αφορά την αναιρεσείουσα (84). Υπό τις συνθήκες αυτές, το περιεχόμενο και οι σκοποί του τελευταίου αυτού ψηφίσματος δεν μπορούσαν να συνιστούν κριτήρια υπό το πρίσμα των οποίων έπρεπε να εκτιμηθεί η αναλογικότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
102. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον δεν δέχτηκε τη λυσιτέλεια των ψηφισμάτων 1737 (2006), 1747 (2007) (85) και 1803 (2008) του Συμβουλίου Ασφαλείας για τον καθορισμό της εξουσίας εκτιμήσεως του Συμβουλίου. Η σχέση μεταξύ του κανονισμού 423/2007 και των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του κανονισμού, και ειδικότερα από την πρώτη, τη δεύτερη, την πέμπτη και την έκτη αιτιολογική σκέψη. Η αναιρεσείουσα διαπιστώνει ότι το ψήφισμα 1803 (2008) είναι προγενέστερο της προσβαλλομένης αποφάσεως οπότε το Συμβούλιο όφειλε να έχει λάβει υπόψη το γεγονός ότι το μόνο που ζήτησε το Συμβούλιο Ασφαλείας σε σχέση με την αναιρεσείουσα ήταν η τήρηση στάσης επαγρύπνησης. Κρίνοντας διαφορετικά, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο.
103. Επιπλέον, πάντοτε κατά την αναιρεσείουσα, το Πρωτοδικείο, αφενός, επισήμανε τη λυσιτέλεια των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας (με τη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), αλλά, αφετέρου, περιέγραψε την εξουσία του Συμβουλίου ως ανεξάρτητη από τα ίδια αυτά ψηφίσματα (σκέψεις 64 και 64). Εξ αυτού προκύπτει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ενέχει αντίφαση αιτιολογίας. Η εξουσία του Συμβουλίου αποτελεί εξουσία που συναρτάται με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, στοιχείο που το Πρωτοδικείο όφειλε να έχει λάβει υπόψη κατά τον καθορισμό του ζητήματος αν η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας.
104. Τα λοιπά μέρη που μετέχουν στη διαδικασία ζητούν να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως ως αβάσιμος. Με το υπόμνημά του απαντήσεως, το Συμβούλιο υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι η Ένωση έχει την ευχέρεια να λαμβάνει αυτοτελή μέτρα προς επίτευξη των σκοπών που τίθενται με την απόφαση. Οσάκις το Συμβούλιο εκδίδει πράξη αφού έχει προηγηθεί η έκδοση ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, τα αυτοτελή μέτρα που θεσπίζει το Συμβούλιο πρέπει να επιδιώκουν την επίτευξη των σκοπών που τίθενται με το ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Εν προκειμένω, η αυτοτελής απόφαση περί δεσμεύσεως των κεφαλαίων οντοτήτων μη κατονομαζόμενων από το Συμβούλιο Ασφαλείας είναι σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει το τελευταίο, ήτοι να αποτελέσει εμπόδιο στην ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.
3. Εκτίμηση
105. Κατά τη γνώμη μου, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, χρειάζεται να εκτεθεί εκ νέου το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
106. Η κοινή θέση 2007/140 εφάρμοσε, στην έννομη τάξη της Ένωσης, το ψήφισμα 1737 (2006). Η εφαρμογή του ψηφίσματος αυτού επαφίεται αποκλειστικά στη βούληση της Ένωσης να αναλαμβάνει δράσεις προκειμένου να συμβάλλει τόσο στην επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών όσο και στην εκπλήρωση των διεθνών υποχρεώσεων των κρατών μελών της και όχι στην ύπαρξη θετικής και άμεσης υποχρεώσεως της Ένωσης να εφαρμόζει τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί μέλος του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
107. Η κοινή θέση 2007/140 εφάρμοσε το εν λόγω ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας προβλέποντας ταυτοχρόνως, με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, ότι η δέσμευση των κεφαλαίων μπορούσε να αποφασιστεί από το Συμβούλιο κατά προσώπων, οντοτήτων ή οργανισμών που δεν περιλαμβάνονταν μεν στο ψήφισμα 1737 (2006), αλλά έχει αποδειχθεί ότι «ασχολούνται, ή έχουν άμεση σχέση με, ή υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων και με παράνομα μέσα, στις ικανές να συντελέσουν στην εξάπλωση πυρηνικές δραστηριότητες του Ιράν ή την ανάπτυξη φορέων πυρηνικών όπλων, ενεργούν εξ ονόματός τους ή υπό την εποπτεία τους, ή οντοτήτων οι οποίες ανήκουν στην ιδιοκτησία τους ή είναι υπό τον έλεγχό τους». Η δέκατη αιτιολογική σκέψη της κοινής θέσεως 2007/140 εκθέτει τους λόγους για τους οποίους το Συμβούλιο θέλησε να υπερακοντίσει το γράμμα του εν λόγω ψηφίσματος, προβλέποντας ότι «[σ]ύμφωνα με τα συμπεράσματα του [Ευρωπαϊκού] Συμβουλίου […] και προκειμένου να εκπληρωθούν οι στόχοι του ψηφίσματος 1737 (2006)», η δέσμευση έπρεπε να επεκταθεί και στα πρόσωπα και οντότητες «που ορίζονται από το Συμβούλιο σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια με αυτά που εφαρμόζονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας […] ή την επιτροπή».
108. Ο κανονισμός 423/2007 εκδόθηκε λίγο χρόνο μετά την κοινή θέση 2007/140 στο μέτρο που, ακριβώς, η εν λόγω κοινή θέση προέβλεπε ότι απαιτείται δράση της Κοινότητας προκειμένου να εφαρμοσθούν ορισμένα από τα μέτρα τα οποία είχε εξαγγείλει η κοινή θέση (86). Επομένως, ο κανονισμός 423/2007 εφαρμόζει, όσον αφορά την Κοινότητα, το ψήφισμα 1737 (2006) προωθώντας ταυτοχρόνως το πνεύμα που διαπνέει την κοινή θέση 2007/140: συγκεκριμένα, χορηγείται στο Συμβούλιο, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007, ιδιάζουσα μονομερής εξουσία, ήτοι να ορίζει πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς που συμμετέχουν, συνδέονται άμεσα με ή παρέχουν στήριξη στις δραστηριότητες του Ιράν που ενέχουν κίνδυνο διάδοσης των πυρηνικών όπλων όσο και την ανάπτυξη από το κράτος αυτό συστημάτων εκτόξευσης πυρηνικών όπλων. Ως εκ τούτου, η αυτοτελής εξουσία που χορηγείται στο Συμβούλιο, υπό την έννοια ότι δεν εξαρτάται από τη θέσπιση εκ μέρους του Συμβουλίου Ασφαλείας περιοριστικών μέτρων κατά των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που αυτό το τελευταίο ορίζει, επιδιώκει τον αρχικό σκοπό του ψηφίσματος 1737 (2006), σκοπό τον οποίο εν τω μεταξύ ασπάσθηκε η Κοινότητα και, εν συνεχεία, η Ένωση. Τόσο από την κοινή θέση 2007/40 όσο και από τον κανονισμό προκύπτει κατ’ απολύτως σαφή τρόπο ότι η αυτοτελής εξουσία του Συμβουλίου θα πρέπει να ασκείται αποκλειστικά προς επίτευξη του σκοπού που έχουν θέσει τα Ηνωμένα Έθνη. Επομένως, η διαπίστωση στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο συναφώς (87) δεν ενέχει καμία πλημμέλεια.
109. Συνεπώς, και όσον αφορά την εκτίμηση της εξουσίας του Συμβουλίου στον συγκεκριμένο τομέα, πρέπει να διακριθούν δύο υποθετικές περιπτώσεις.
110. Αφενός, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 423/2007 παραπέμπει αυστηρά στον κατάλογο προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών που καταρτίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας ή η Επιτροπή Κυρώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 12 του ψηφίσματος 1737 (2006) στην οποία ο κανονισμός παραπέμπει ρητώς εν προκειμένω.
111. Αφετέρου, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει μια εξουσία η οποία, μολονότι σκοπεί στην επίτευξη του ίδιου σκοπού με αυτόν που επιδιώκει το ψήφισμα 1737 (2006), εντούτοις, είναι αυτοτελής όσον αφορά τον καθορισμό των προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών και την εγγραφή τους στον οικείο κατάλογο. Επομένως, μόνον ο διακηρυχθείς σκοπός των Ηνωμένων Εθνών αποτελεί κριτήριο –έμμεσο– βάσει του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί η νομιμότητα της δράσεως του Συμβουλίου δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δεν χαρακτηρίστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας ή από την Επιτροπή Κυρώσεων ως οντότητα τα περιουσιακά στοιχεία της οποίας πρέπει να δεσμευθούν, αλλά μόνον, κατά το σημείο 10 του ψηφίσματος 1803 (2008) ως οντότητα σε σχέση με την οποία τα κράτη μέλη πρέπει να επαγρυπνούν, ουδεμία επιρροή ασκεί δεδομένου ότι, σε κοινοτικό επίπεδο, προβλέπεται σαφώς αυτοτελής εξουσία του Συμβουλίου να προβαίνει στις επίμαχες εγγραφές.
112. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά, όπως προκύπτει από τον ίδιο της τον τίτλο, την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007. Η έκδοση του ψηφίσματος 1803 (2008) επηρέασε ασφαλώς τον εν λόγω κανονισμό, καθόσον ήταν η αιτία για μία από τις τροποποιήσεις του (88), αλλά μόνο στο μέτρο που το Συμβούλιο Ασφαλείας προέβη στην εγγραφή νέων προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών. Ως εκ τούτου, η έκδοση του νέου αυτού ψηφίσματος άσκησε επιρροή μόνο λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 423/2007, στο μέτρο που παρέσχε τη δυνατότητα ενημερώσεως του παραρτήματος του εν λόγω κανονισμού στο οποίο απαριθμούνται οι οντότητες που ορίζει το Συμβούλιο Ασφαλείας. Κατά συνέπεια, είναι απολύτως ακριβής η διαπίστωση ότι το ζήτημα αν η εγγραφή της αναιρεσείουσας στον κατάλογο των οριζόμενων από το Συμβούλιο Ασφαλείας οντοτήτων είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του ψηφίσματος 1803 (2008).
113. Τέλος, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η συλλογιστική του Πρωτοδικείου σε καμία περίπτωση δεν ενέχει αντιφατική αιτιολογία. Η σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σκοπεί να αποσαφηνίσει τη σχέση μεταξύ του κανονισμού και του ψηφίσματος 1737 (2006) και το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι η αυτοτελής εξουσία που χορηγεί στο Συμβούλιο το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 πρέπει να ασκείται λαμβανομένων υπόψη των σκοπών της εν λόγω αποφάσεως. Η δε σκέψη 65 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως απορρίπτει το επιχείρημα ότι το ψήφισμα 1803 (2008) συνιστά λυσιτελές κριτήριο βάσει του οποίου πρέπει να εκτιμηθεί η αναλογικότητα της δράσεως του Συμβουλίου. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, δεδομένου ότι οι δύο ανωτέρω σκέψεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν δύο χωριστές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε αντίφαση.
114. Από το σύνολο των προεκτεθέντων, προκύπτει ότι ο πρώτος επικουρικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ε – Επί του δευτέρου επικουρικού λόγου αναιρέσεως που αντλείται από πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο κατά την εκτίμησή του σχετικά με το δικαίωμα ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας
1. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
115. Με τις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις νομιμότητας των πράξεων της Ένωσης. Εντούτοις, τα δικαιώματα αυτά δεν είναι απόλυτα, η δε άσκησή τους μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς που δικαιολογούνται από σκοπό γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η Ένωση. Η σπουδαιότητα του σκοπού αυτού μπορεί να δικαιολογεί σημαντικές αρνητικές συνέπειες για ορισμένους οικονομικούς φορείς, όπως έχει αναγνωρίσει και το Δικαστήριο. Εν προκειμένω, η προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και της ελευθερίας ασκήσεως οικονομικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας ήταν πασίδηλη, δεδομένου ότι η Bank Melli δεν είχε πλέον τη δυνατότητα να διαθέτει τα κεφάλαια που κατείχε στο έδαφος της Ένωσης ή τα οποία κατείχαν πολίτες της Ένωσης. Εντούτοις, η σπουδαιότητα του σκοπού που δικαιολόγησε τη λήψη του μέτρου κατά της αναιρεσείουσας, ήτοι η διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας, μπορούσε να δικαιολογήσει την ένταση των προκαλούμενων μειονεκτημάτων, χωρίς αυτά να θεωρούνται δυσανάλογα προς τον εν λόγω σκοπό, κατά μείζονα λόγο δε καθόσον ο επίμαχος περιορισμός αφορούσε τμήμα μόνο των στοιχείων του ενεργητικού της Bank Melli ενώ τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού 423/2007 προέβλεπαν τη δυνατότητα εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων από τον κανόνα της δεσμεύσεως των κεφαλαίων.
2. Επιχειρήματα των διαδίκων
116. Ο δεύτερος επικουρικός λόγος αναιρέσεως αντλείται από πλάνη εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ως προς το δικαίωμα ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας. Κατά την τελευταία, το Πρωτοδικείο, στο πλαίσιο εξετάσεως του τέταρτου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, κακώς απέρριψε, με τις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα που στηριζόταν σε αδικαιολόγητη προσβολή του δικαιώματός της ιδιοκτησίας. Συγκεκριμένα, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ, και ειδικότερα από τις αποφάσεις Saadi κατά Ιταλίας (89) και A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου (90) προκύπτει ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν μπορεί να σταθμιστεί με την πάταξη της τρομοκρατίας. Το ίδιο ισχύει και για τα μέτρα τα σχετικά με τη διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον προσέβαλε τα θεμελιώδη δικαιώματα της αναιρεσείουσας. Επιπλέον, το Πρωτοδικείο παρέθεσε εσφαλμένη αιτιολογία στο μέτρο που έκρινε δικαιολογημένα τα περιοριστικά μέτρα, μη λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που προσδίδει στην προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η νομολογία του Δικαστηρίου από την έκδοση της αποφάσεως Internationale Handelsgesellschaft (91) και εντεύθεν, σημασία που είναι ακόμα μεγαλύτερη μετά τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης της Λισσαβώνας και την προοπτική προσχωρήσεως της Ένωσης στην ΕΣΔΑ.
117. Το Συμβούλιο, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή υπενθύμισαν ομόφωνα τη νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς (92), νομολογία την οποία θεωρούν σύμφωνη με τη νομολογία του ΕΔΔΑ στον σχετικό τομέα (93). Επιπλέον, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως στερούνται λυσιτέλειας όσον αφορά την εξέταση του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο κατέληξε στη λογική διαπίστωση ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός μπορούσε να δικαιολογήσει τους περιορισμούς του δικαιώματος ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, ο δεύτερος επικουρικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
3. Εκτίμηση
α) Εισαγωγική παρατήρηση
118. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι διάδικοι κλήθηκαν να τοποθετηθούν επί του ζητήματος αν κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των κυβερνητικών οργανώσεων κατά την έννοια της νομολογίας του ΕΔΔΑ, είναι φορέας του θεμελιώδους δικαιώματος στην προστασία της ιδιοκτησίας, και αν το Πρωτοδικείο όφειλε, κατά την εξέταση του λόγου ακυρώσεως του αντλούμενου από προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, να διευκρινίσει αν η Bank Melli μπορούσε όντως να επικαλεστεί προσβολή ενός τέτοιου θεμελιώδους δικαιώματος τη στιγμή που αποτελεί νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε τρίτο κράτος και το οποίο, κατά τα φαινόμενα, συνδέεται αρκετά στενά με την πολιτική διάδοσης των πυρηνικών όπλων του Ιράν –στο οποίο και ανήκει κατά το 100 %– ώστε να δεσμευθούν τα κεφάλαιά του δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007.
119. Χωρίς να αμφισβητώ τη σημασία του ερωτήματος αυτού, εντούτοις δεν νομίζω ότι η υπό κρίση υπόθεση προσφέρεται για τέτοια ανάλυση.
120. Κανένας από τους διαδίκους δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του δικαιώματος αυτού υπέρ της αναιρεσείουσας ούτε κατά τη διάρκεια ενώπιον του Πρωτοδικείου ούτε κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου (94). Το Πρωτοδικείο δεν αμφισβήτησε επίσης το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα δικαιούνταν να επικαλεστεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας όπως αυτό εξασφαλίζεται από την κοινοτική έννομη τάξη (95). Η σιωπή του Πρωτοδικείου δεν πρέπει να ερμηνευθεί αναγκαστικά ως παράλειψή του να εξετάσει το ζήτημα, αλλά μπορεί, αντιθέτως, να θεωρηθεί έμμεση παραδοχή του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα ήταν όντως φορέας του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Επομένως, το γεγονός ότι οι μετέχοντες στη διαδικασία –και αναφέρομαι εν προκειμένω στο Συμβούλιο ειδικότερα– δεν αμφισβήτησαν, με τα έγγραφά τους, τη σιωπηρή αυτή παραδοχή με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά πλάνη περί το δίκαιο στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Πρωτοδικείο διαπιστώνοντας, σιωπηρώς μεν αλλά χωρίς να αμφισβητείται, ότι η αναιρεσείουσα είναι φορέας δικαιώματος ιδιοκτησίας.
121. Παραμένει επομένως να διευκρινιστεί το ερώτημα αν το Πρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει το εν λόγω ζήτημα αυτεπαγγέλτως, πράγμα που προϋποθέτει ότι επρόκειτο για προβαλλόμενο λόγο που αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως. Συναφώς, είχα ήδη την ευκαιρία να εκθέσω, μετά την ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα F. Jacobs στην υπόθεση Salzgitter κατά Επιτροπής (96), τα κριτήρια βάσει των οποίων ένας λόγος αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως (97), και τα οποία ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω:
– ο παραβιαζόμενος κανόνας θα πρέπει να έχει θεσπιστεί για να εξυπηρετεί θεμελιώδη σκοπό της έννομης τάξης της Ένωσης και να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, και
– ο παραβιαζόμενος κανόνας θα πρέπει να έχει θεσπιστεί προς το συμφέρον τρίτων ή προς το γενικό συμφέρον, και όχι απλώς προς το συμφέρον των ατόμων που αφορούσε άμεσα.
Ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs πρόσθεσε περαιτέρω την προϋπόθεση του πρόδηλου χαρακτήρα της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, προϋπόθεση την οποία θεωρώ μάλλον προαπαιτούμενο της υποχρεώσεως του δικαστή να εξετάσει ένα ζήτημα αυτεπαγγέλτως (98).
122. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε κανόνα δικαίου διαπιστώνοντας ως μη όφειλε ότι η αναιρεσείουσα είναι φορέας του δικαιώματος ιδιοκτησίας, συνάγονται τα ακόλουθα δύο συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι το ζήτημα αν η αναιρεσείουσα αποτελεί φορέα θεμελιώδους δικαιώματος ανάγεται σε εκτιμήσεις που δεν έχουν καμία σχέση με το δεύτερο από το προαναφερθέντα κριτήρια. Το δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι το προς επίλυση ζήτημα είναι αρκετά λεπτό οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά πρόδηλη παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, που από μόνη της μπορεί να δικαιολογήσει την υποχρέωση του Δικαστηρίου να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, εκτιμώ ότι το Πρωτοδικείο δεν όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα αυτό. Ως εκ τούτου, ούτε το Δικαστήριο υποχρεούται να επιληφθεί συναφώς. Αν παρά ταύτα το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί επί του ζητήματος αυτού, θα του προσαφθεί αναπόφευκτα ότι εξέδωσε απόφαση με περιεχόμενο μείζον ή έλασσον του ζητηθέντος.
123. Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το Δικαστήριο ούτε μπορεί ούτε πρέπει να επιληφθεί του ζητήματος αυτού. Παρά ταύτα, στην περίπτωση που ενδέχεται να υπάρξει οποιαδήποτε αμφιβολία, ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω ότι, εν πάση περιπτώσει, στην υπό κρίση υπόθεση, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε κατά τον ευνοϊκότερο δυνατό τρόπο για την αναιρεσείουσα, εφόσον στηρίχθηκε στην αρχή ότι η αναιρεσείουσα μπορούσε να επικαλεστεί το δικαίωμά της ιδιοκτησίας.
124. Για το σύνολο των προεκτεθέντων λόγων, χωρίς να αμφισβητώ τη σημασία του ερωτήματος αυτού ούτε να προκαταλαμβάνω την απάντηση που θα δώσει το Δικαστήριο εφόσον το εν λόγω ζήτημα ανακύψει στην πράξη, προτείνω στο Δικαστήριο να περιοριστεί εν προκειμένω στον λόγο αναιρέσεως όπως τον διατύπωσε η αναιρεσείουσα με το δικόγραφο της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
β) Ανάλυση του λόγου αναιρέσεως
125. Όσον αφορά την εξέταση του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως όπως τον προέβαλε η αναιρεσείουσα, καταλήγω στα ακόλουθα δύο συμπεράσματα.
126. Πρώτον, εκ νέου, η νομολογία του ΕΔΔΑ της οποίας γίνεται επίκληση δεν είναι λυσιτελής στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Στην υπόθεση Saadi κατά Ιταλίας, το ζήτημα που ανέκυψε συνίστατο στο αν η Ιταλική Δημοκρατία μπορούσε να εκτελέσει απόφαση απελάσεως εκδοθείσα κατά Τυνήσιου υπηκόου για τον λόγο ότι το πρόσωπο αυτό διαδραμάτιζε ενεργό ρόλο στο πλαίσιο οργανώσεως που παρείχε υλικοτεχνική και οικονομική στήριξη σε πρόσωπα που ανήκαν σε ομάδες φονταμενταλιστών στην Ιταλία και, ως εκ τούτου, ανέπτυσσε δράση που συνιστούσε διατάραξη της ιταλικής δημόσιας τάξεως, τη στιγμή που υπήρχαν κατηγορίες ότι η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής θα εξέθετε τον προσφεύγοντα σε μεταχείριση απαγορευόμενη από το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι, «δεδομένου ότι η προστασία κατά μεταχειρίσεως απαγορευόμενης από το άρθρο 3 είναι απόλυτη, η διάταξη αυτή επιβάλλει τη μη έκδοση ή μη απέλαση προσώπων τα οποία διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν τέτοια μεταχείριση στο κράτος προορισμού» (99) και κατέληξε ότι «δεν μπορεί να γίνει δεκτή στάθμιση μεταξύ, αφενός, του κινδύνου κακοποίησης και, αφετέρου, των λόγων [εν προκειμένω, της πάταξης της τρομοκρατίας] που δικαιολογούν την απέλαση προκειμένου να καθοριστεί αν γεννάται ευθύνη ενός κράτους βάσει του άρθρου 3 σε περίπτωση που η κακοποίηση λαμβάνει χώρα σε τρίτο κράτος» (100). Όσον αφορά δε την απόφαση A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία επίσης αφορούσε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ αρκέστηκε να υπενθυμίσει, με τη σκέψη που επικαλείται η Bank Melli, ότι «το άρθρο 3 καθιερώνει μια από τις θεμελιώδεις αξίες των δημοκρατικών κοινωνιών. Η διάταξη αυτή δεν προβλέπει περιορισμό, πράγμα το οποίο τη διαφοροποιεί από την πλειονότητα των κανονιστικών ρητρών της Συνθήκης [ΕΣΔΑ] και των Πρωτοκόλλων 1 και 4, ενώ, όπως ορίζει με το άρθρο 15, παράγραφος 2 [της ΕΣΔΑ], από τη διάταξη αυτή δεν επιτρέπονται παρεκκλίσεις, ακόμα και όταν υφίσταται δημόσιος κίνδυνος που απειλεί τη ζωή του έθνους. Ακόμα και υπό τις δυσχερέστερες συνθήκες, όπως είναι η πάταξη της τρομοκρατίας, και ανεξαρτήτως των ενεργειών του ενδιαφερόμενου προσώπου, η Συνθήκη [ΕΣΔΑ] απαγορεύει κατ’ απόλυτο τρόπο τα βασανιστήρια και τις απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές και μεταχειρίσεις» (101).
127. Επομένως, από τις δύο αυτές αποφάσεις προκύπτει ότι ο αποκλεισμός της δυνατότητας σταθμίσεως μεταξύ θεμελιώδους δικαιώματος και της πάταξης της τρομοκρατίας περιορίζεται αυστηρά στην πρόληψη των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Εξάλλου, από την προπαρατεθείσα σκέψη της αποφάσεως A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου συνάγεται σαφέστατα ότι η στάθμιση αυτή είναι καταρχήν δυνατή για τα άλλα δικαιώματα που καθιερώνει μεταξύ άλλων το Πρωτόκολλο αριθ. 1 της ΕΣΔΑ. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας κατοχυρώνεται ακριβώς στο άρθρο 1 του εν λόγω Πρωτοκόλλου. Επιπλέον, κατά πάγια ομολογία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας αποτελεί δικαίωμα που επιδέχεται περιορισμό (102).
128. Δεύτερον, στην κοινοτική έννομη τάξη γίνεται δεκτό ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς (103). Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι το δικαίωμα ιδιοκτησίας «δεν έχει τη μορφή απολύτου προνομίου, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία της εντός της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, μπορούν να επιβληθούν περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί ανταποκρίνονται πράγματι σε επιδιωκόμενους από την Κοινότητα σκοπούς γενικού συμφέροντος και δεν συνιστούν, λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου σκοπού, υπέρμετρη και αφόρητη παρέμβαση δυναμένη να θίξει την ίδια την ουσία του διασφαλιζόμενου κατ’ αυτόν τον τρόπο δικαιώματος» (104). Είναι αναμφισβήτητο ότι το περιοριστικό μέτρο που θεσπίστηκε κατά της Bank Melli συνεπάγεται περιορισμό της χρήσεως του δικαιώματός της ιδιοκτησίας (105). Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη συλλογιστική του Πρωτοδικείου σχετικά με τον λόγο που δικαιολογεί τον περιορισμό αυτό, κατά το οποίο «δεδομένης της ύψιστης σημασίας που έχει η διατήρηση της ειρήνης και της διεθνούς ασφάλειας», το μέτρο που αφορά την αναιρεσείουσα δεν είναι δυσανάλογο (106).
129. Προσωπικά, θα ήθελα να επισημάνω ότι όποτε η Κοινότητα έχει εκφράσει την πρόθεσή της να πατάξει την τρομοκρατία με τη θέσπιση περιοριστικών μέτρων, οι μόνοι σκοποί που επεδίωκε ήταν η διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης και ασφάλειας (107). Το ίδιο ισχύει και στις περιπτώσεις όπου επρόκειτο για μέτρα που είχαν ως σκοπό την παύση εχθροπραξιών καθώς και μαζικών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (108). Δεν μπορεί επομένως να ισχύει κάτι διαφορετικό στην περίπτωση κατά την οποία η Κοινότητα συμμετέχει σε προσπάθεια που αναλαμβάνει η διεθνής κοινότητα με σκοπό την πάταξη της διάδοσης των πυρηνικών όπλων και την υπαγωγή του πυρηνικού προγράμματος της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στον έλεγχο της διεθνούς κοινότητας. Ο γενικού συμφέροντος χαρακτήρας του σκοπού αυτού είναι αυταπόδεικτος.
130. Υπό τις συνθήκες αυτές, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η εκτίμηση του Πρωτοδικείου δεν αντιφάσκει ούτε προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ ούτε προς την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα των θεμελιωδών δικαιωμάτων που επικαλείται η αναιρεσείουσα.
131. Στο μέτρο που δεν είναι βάσιμος, ο δεύτερος επικουρικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
ΣΤ – Επί του τρίτου επικουρικού λόγου που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως του Συμβουλίου καθόσον περιέλαβε την αναιρεσείουσα στον κατάλογο των οντοτήτων τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων πρέπει να δεσμευθούν
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
132. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η έκδοση του κανονισμού (ΕΚ) 1100/2009 του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2009, για την εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 και την κατάργηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (109), συνιστά νέο στοιχείο το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας (110), της παρέχει τη δυνατότητα να προβάλει νέο λόγο αναιρέσεως. Συγκεκριμένα, από το έγγραφο με το οποίο ο κανονισμός 1100/2009 κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα προκύπτει ότι το Συμβούλιο στηρίχθηκε τόσο στους δικαιολογητικούς λόγους που είχαν οδηγήσει στην εγγραφή της αναιρεσείουσας στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007 όσο και σε νέα στοιχεία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η αναιρεσείουσα, με την απλή κατάθεση του δικογράφου της προσφυγής της κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν είχε αντικρούσει, έστω και σιωπηρώς, τον ισχυρισμό του Συμβουλίου ότι συμμετείχε στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, μπορεί πλέον η αναιρεσείουσα να αμφισβητήσει ρητώς τον ισχυρισμό αυτόν.
133. Επομένως, στο πλαίσιο του παρόντος λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Συμβούλιο ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως περιλαμβάνοντας και διατηρώντας την στο παράρτημα V του κανονισμού 423/2007. Προς τούτο, η αναιρεσείουσα στηρίζεται σε έγγραφα που η ίδια είχε καταθέσει στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου στις 4 Φεβρουαρίου 2009 και σε αλληλογραφία την οποία αντάλλαξε με το Συμβούλιο μετά την δημοσίευση, στις 25 Ιουνίου 2009, νέας ανακοινώσεως απευθυνόμενης προς τα πρόσωπα, τις οντότητες και τους οργανισμούς στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007, με την οποία ενημερώνονταν τα εν λόγω πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς για τη δυνατότητά τους να ζητήσουν την επανεξέταση της αποφάσεως περί εγγραφής τους στον επίμαχο κατάλογο (111). Από το σύνολο των εγγράφων αυτών προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε συνέβαλε στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα ούτε συνδέθηκε με οντότητες που παρείχαν στήριξη στο πρόγραμμα αυτό.
134. Το Συμβούλιο, η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή ζητούν ομόφωνα την απόρριψη του λόγου ως απαράδεκτου.
2. Εκτίμηση
135. Ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως στρέφεται αναμφισβήτητα κατά του ίδιου του Συμβουλίου και αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το εν λόγω όργανο κατά την έκδοση του κανονισμού 1100/2009 και, κατ’ αντανάκλαση, κατά την έκδοση του κανονισμού 423/2007.
136. Το γεγονός ότι ο λόγος αυτός στρέφεται κατά του Συμβουλίου με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αναιρεσείουσα δεν αμφισβητεί την εκτίμηση του Πρωτοδικείου ότι το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε ενώπιόν του δεν περιέχει λόγο ακυρώσεως που να θέτει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση του Συμβουλίου ότι η αναιρεσείουσα παρέσχε χρηματοοικονομική στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων, «παρά το γεγονός ότι επί της διαπιστώσεως αυτής ακριβώς στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την [αναιρεσείουσα] και ότι, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός θα μπορούσε να προβληθεί από το αρχικό στάδιο της προσφυγής» (112). Η αναιρεσείουσα μετά βίας επιχείρησε να δικαιολογήσει το αρχικό κενό του δικογράφου της προσφυγής της υποστηρίζοντας, κατ’ αναίρεση (113), ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει ότι η άσκηση και μόνον προσφυγής ακυρώσεως κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ισοδυναμεί με αμφισβήτηση, έστω και έμμεση, της διαπιστώσεως του Συμβουλίου ότι η αναιρεσείουσα παρέχει στήριξη στη διάδοση των πυρηνικών όπλων.
137. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως μπορούσε να ζητηθεί για διάφορους λόγους, οι οποίοι ήταν δυνατόν να μη σχετίζονται –και όντως δεν σχετίζονταν– με τον ισχυρισμό περί συμμετοχής στη διάδοση των πυρηνικών όπλων. Δεν απόκειται στο Πρωτοδικείο ή στο Δικαστήριο να εικάζουν τους λόγους που ώθησαν τους προσφεύγοντες να αμφισβητήσουν το κύρος μιας πράξεως, αντιθέτως, το καθήκον αυτό εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο ευθύνης των τελευταίων. Εν πάση περιπτώσει, επαναλαμβάνω ότι ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά του Συμβουλίου.
138. Δεδομένου ότι, «[ό]ταν έχει ασκηθεί αναίρεση, η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου περιορίζεται […] στον έλεγχο της νομικής λύσεως που δόθηκε σε σχέση με τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν πρωτοδίκως» (114), και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η αναιρεσείουσα δεν διατύπωσε λόγο ακυρώσεως επί του ζητήματος αυτού ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο μόνος λόγος που θα μπορούσε να οδηγήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του βασίμου της διαπιστώσεως αυτής όσον αφορά την αναιρεσείουσα είναι η προβολή νέων νομικών και πραγματικών στοιχείων που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αναιρεσείουσα επικαλείται την έκδοση του κανονισμού 1100/2009 (115). Το παράρτημα V του κανονισμού 423/2007 αντικαταστάθηκε από το παράρτημα του κανονισμού 1100/2009. Η αναιρεσείουσα παραμένει μεν εγγεγραμμένη στο σημείο 4 του πίνακα Β του τροποποιημένου παραρτήματος αλλά οι λόγοι που στηρίζουν την εγγραφή της συμπληρώθηκαν.
139. Προκαταρκτικώς, επισημαίνω ότι, αντιθέτως προς τα όσα υποστηρίζει το Συμβούλιο με το υπόμνημά του αντικρούσεως, το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας είναι μια διάταξη που εφαρμόζεται επίσης στο πλαίσιο διαδικασίας αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 118 του ίδιου κανονισμού (116).
140. Όσον αφορά τον καθορισμό του ζητήματος αν εν προκειμένω προβάλλεται νέο στοιχείο που ανέκυψε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, η ίδια η αναιρεσείουσα αναγνωρίζει ότι από το έγγραφο με το οποίο το Συμβούλιο της κοινοποίησε τον κανονισμό 1100/2009 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός, με τον οποίο διατηρείται η εγγραφή της στον επίμαχο κατάλογο, στηρίζεται μεταξύ άλλων στους δικαιολογητικούς λόγους που οδήγησαν στην αρχική εγγραφή στον κατάλογο του παραρτήματος V του κανονισμού 423/2007. Έστω και αν, για την έκδοση του κανονισμού 1100/2009, το Συμβούλιο μπόρεσε να λάβει υπόψη νέα στοιχεία, δυσκολεύομαι να αντιληφθώ για ποιον λόγο ο κανονισμός 1100/2009 καθαυτόν συνιστά νέο στοιχείο κατά την έννοια του άρθρου 42, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας ικανό να παράσχει στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να προβάλει νέο λόγο κατ’ αναίρεση, τη στιγμή που ήταν προφανώς σε θέση να αμφισβητήσει, ήδη κατά το στάδιο της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας (117), τη διαπίστωση επί της οποίας βασίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση.
141. Εν πάση περιπτώσει, ο νέος λόγος αναιρέσεως που προβάλλεται στο στάδιο αυτό μπορεί, κατά περίπτωση, να στρέφεται αποκλειστικά και μόνον κατά μιας από τις πτυχές της εκτιμήσεως στην οποία προέβη το Πρωτοδικείο. Δεδομένου όμως ότι ο λόγος αυτός στρέφεται κατά του Συμβουλίου χωρίς να πιστοποιεί στην πράξη την ύπαρξη νέου νομικού ή πραγματικού στοιχείου και ότι τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου, συνάγεται ότι η αναιρεσείουσα επιχειρεί να διευρύνει κατά τρόπο ανεπίτρεπτο το αντικείμενο της διαφοράς και, ως εκ τούτου, να αλλοιώσει τη φύση της αναιρέσεως (118).
142. Κατά συνέπεια, ο τρίτος επικουρικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
IV – Επί των δικαστικών εξόδων
143. Κατά το άρθρο 122, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι αβάσιμη, το Δικαστήριο αποφαίνεται επί των δικαστικών εξόδων. Κατά το άρθρο 169, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, το οποίο έχει εφαρμογή στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118 του κανονισμού αυτού, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ζήτησε την καταδίκη της αναιρεσείουσας, η οποία, αν γίνει δεκτή η πρότασή μου, θα πρέπει να ηττηθεί, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα έξοδα της αναιρετικής δίκης. Η Γαλλική Δημοκρατία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή που μετείχαν στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία βάσει του άρθρου 115 του Κανονισμού Διαδικασίας, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα δυνάμει του 69, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.
V – Πρόταση
144. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την Bank Melli Iran στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»
3) Οι λοιποί διάδικοι φέρουν τα έξοδά τους.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – Απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 2009, T-390/08 (Συλλογή 2009, σ. II-3967).
3 – ΕΕ L 163, σ. 29.
4 – S/RES/1737 (2006)*.
5 – ΕΕ L 61, σ. 49.
6 – ΕΕ L 103, σ. 1.
7 – S/RES/1803 (2008).
8 – Βλ. σημείο 10 της εν λόγω αποφάσεως.
9 – ΕΕ L 163, σ. 43.
10 – Κοινή θέση του Συμβουλίου, της 7ης Αυγούστου 2008 (ΕΕ L 213, σ. 58).
11 – Τα κεφάλαια της βρετανικής θυγατρικής της αναιρεσείουσας δεσμεύθηκαν βάσει της ίδιας αποφάσεως η οποία έθιξε και τη μητρική της εταιρία. Μετά την εκ μέρους του Πρωτοδικείου απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως που άσκησε η βρετανική θυγατρική, χωριστά από τη μητρική της (βλ. απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009, T-246/08 και T‑332/08, Melli Bank κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2009, σ. II‑2629), η εταιρία αυτή άσκησε αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τον αριθμό C-380/09 P και εκδικάζεται χωριστά.
12 – Άρθρο προπαρατεθέν στο σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
13 – Απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-227/92 P (Συλλογή 1999, σ. I-4443).
14 – Άρθρο προπαρατεθέν στο σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
15 – Βλ. σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
16 – Απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008, C-402/05 P και C-415/05 P (Συλλογή 2008, σ. I-6351).
17 – Όπ.π., σκέψεις 241 έως 244.
18 – Όπ.π., σκέψη 336.
19 – Όπ.π., σκέψη 337. Η υπογράμμιση δική μου.
20 – Βλ. σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
21 – Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits και légumes κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829).
22 – Επί του ζητήματος αυτού, βλ. σημεία 88 επ. των παρουσών προτάσεων.
23 – Βλ. σκέψη 1 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
24 – Απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 1979, 98/78, Racke (Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 55, σκέψη 15).
25 – Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1972, 52/69 (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 189).
26 – Όπ.π., σκέψη 18.
27 – Όπ.π.
28 – Όπ.π., σκέψη 19.
29 – 48/69 (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 103, σκέψεις 39 έως 44).
30 – Επισημαίνω ότι το Πρωτοδικείο εξακολούθησε να εμπνέεται από τη νομολογία αυτή: βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 28ης Μαΐου 1998, T-78/96 και T-170/96, W κατά Επιτροπής (Συλλογή Υπ.Υπ. 1998, σ. I-A-239 και II-745, σκέψη 183), και της 2ας Ιουλίου 2002, T-323/00, SAT.1 κατά ΓΓΕΑ (SAT.2) (Συλλογή 2002, σ. II-2839, σκέψη 12).
31 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 13.
32 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψεις 68 και 72.
33 – Απόφαση της 18ης Ιουνίου 2002, C-398/00 (Συλλογή 2002, σ. I-5643).
34 – Όπ.π. (σκέψη 33). Η υπογράμμιση δική μου.
35 – Προπαρατεθείσες, αντιστοίχως, στις υποσημειώσεις 25 και 29.
36 – Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1955, 6/54, Κάτω Χώρες κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 13).
37 – Απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 855).
38 – Απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563).
39 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 15ης Ιουνίου 1994, C-137/92 P, Επιτροπή κατά BASF κ.λπ. (Συλλογή 1994, σ. I-2555, σκέψη 76), και της 6ης Απριλίου 2000, C-287/95 P και C‑288/95 P, Επιτροπή κατά Solvay (Συλλογή 2000, σ. I-2391, σκέψη 55).
40 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Μαρτίου 2000, C-265/97 P, VBA κατά Florimex κ.λπ. (Συλλογή 2000, σ. I‑2061), της 15ης Απριλίου 2008, C-390/06, Nuova Agricast (Συλλογή 2008, σ. I-2577, σκέψεις 79 επ.), καθώς και της 1ης Ιουλίου 2008, C-341/06 P και C‑342/06 P, Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ. (Συλλογή 2008, σ. I-4777, σκέψεις 88 επ.).
41 – Βλ. σημείο 39 των παρουσών προτάσεων.
42 – Προπαρατεθείσα (σκέψη 340 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
43 – Παρατεθείσες, αντιστοίχως στις υποσημειώσεις 25 και 29.
44 – Εν πάση περιπτώσει, αν το Δικαστήριο αποφανθεί, παρά την πρότασή μου, ότι η υποχρέωση κοινοποιήσεως συνιστά όντως ουσιώδη τύπο της πράξεως, και αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής δεν μπορεί να συνεπάγεται αυτοδικαίως την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεδομένου ότι, συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει κρίνει, από την έκδοση της προπαρατεθείσας αποφάσεως Hoechst κατά Επιτροπής και εντεύθεν, ότι η παράβαση του τύπου αυτού μπορεί –και όχι ότι πρέπει– να οδηγήσει σε ακύρωση της μη κοινοποιηθείσας πράξεως. Η διατύπωση που χρησιμοποιεί η προπαρατεθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής δεν θα μπορούσε να είναι σαφέστερη, καθόσον το Δικαστήριο περιορίζει «σε ορισμένες […]» μόνο τις περιπτώσεις στις οποίες η μη κοινοποίηση συνεπάγεται την ακύρωση της πράξεως.
45 – Παρατεθείσες αντιστοίχως στις υποσημειώσεις 25 και 29.
46 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 16.
47 – Παρατιθέμενα κατωτέρω στα σημεία 69 και 70 των παρουσών προτάσεων.
48 – Το οποίο ορίζει ότι, «[αν] ενέργεια της Κοινότητας θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της στο πλαίσιο της λειτουργίας της κοινής αγοράς και δεν προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη οι προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενες εξουσίες, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως τις κατάλληλες διατάξεις».
49 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 16.
50 – Κατά την έννοια του άρθρου 301 ΕΚ: βλ. σημείο 69 των παρουσών προτάσεων.
51 – Βλ. τη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της κοινής θέσεως 2007/140.
52 – Προπαρατεθείσα απόφαση.
53 – Όπ.π., σκέψη 166.
54 – Όπ.π., σκέψη 167.
55 – Όπ.π., σκέψη 168.
56 – Όπ.π.
57 – Συναφώς, βλ. σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα σημεία 136 επ. των παρουσών προτάσεων.
58 – Με το σημείο 4.21 του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραθέτει, συναφώς, τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1979, 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1979, σ. 215, σκέψεις 9 και 11), της 9ης Νοεμβρίου 1983, 322/81, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 3461, σκέψη 7), της 6ης Απριλίου 1995, C‑310/93 P, BPB Industries και British Gypsum κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. I‑865, σκέψη 21), και της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C‑185/95 P, Baustahlgewebe κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. I‑8417, σκέψη 89).
59 – Με το σημείο 4.22 του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραθέτει, συναφώς, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Δεκεμβρίου 2008, T‑284/08, People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2008, σ. II‑3487).
60 – Με το σημείο 4.22 του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα παραθέτει, συναφώς, τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Saadi κατά Ιταλίας της 28ης Φεβρουαρίου 2008 (προσφυγή υπ’ αριθ. 37201/06, § 138 και 139) και A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου της 19ης Φεβρουαρίου 2009 (προσφυγή υπ’ αριθ. 3455/05, § 126).
61 – Άρθρο 253 ΕΚ.
62 – Βλ. σημείο 7 των παρουσών προτάσεων.
63 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2007, C‑266/05 P, Sison κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑1233, σκέψη 80).
64 – Βλ. σκέψη 81 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
65 – Όπ.π.
66 – Προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation (σκέψη 336).
67 – Βλ. σημείο 4.21 in fine του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
68 – Βλ. σκέψεις 30 και 107 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
69 – Επί της αδυναμίας να συνεκτιμηθούν αυτεπαγγέλτως τέτοιοι λόγοι ακυρώσεως, βλ. απόφαση της 2ας Δεκεμβρίου 2009, C‑89/08 P, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας κ.λπ. (Συλλογή 2009, σ. I‑11245, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
70 – Προπαρατεθείσα απόφαση, σκέψη 59.
71 – Το Δικαστήριο θα κληθεί στο εγγύς μέλλον να τοποθετηθεί επί του ζητήματος αυτού, δεδομένου ότι έχει ασκηθεί αίτηση αναιρέσεως κατά της προπαρατεθείσας αποφάσεως του Πρωτοδικείου People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (βλ. υπόθεση Γαλλία κατά People’s Mojahedin Organization of Iran η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τον αριθμό C-27/09 P) καθώς και κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 19ης Μαΐου 2010, T-181/08, Tay Za κατά Συμβουλίου (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τον αριθμό C-376/10 P.
72 – Προπαρατεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου People’s Mojahedin Organization of Iran κατά Συμβουλίου (σκέψη 76).
73 – Όπ.π. (σκέψη 75). Η συμπεριφορά αυτή του εν λόγω κοινοτικού θεσμικού οργάνου συνεπαγόταν καταφανή κίνδυνο προσβολής του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας της οντότητας την οποία αφορούσε το περιοριστικό μέτρο.
74 – Προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation (σκέψη 339).
75 – Όπ.π. (σκέψη 340 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
76 – Όπ.π. (σκέψη 341).
77 – Παρατεθείσες στην υποσημείωση 60 των παρουσών προτάσεων.
78 – Βλ. σημείο 126 των παρουσών προτάσεων.
79 – Συναφώς, αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι το Συμβούλιο δημοσίευσε, την ημέρα δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ανακοίνωση απευθυνόμενη προς τα πρόσωπα, τις οντότητες και τους οργανισμούς στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007, ενημερώνοντας τα εν λόγω πρόσωπα, οντότητες και οργανισμούς για τη δυνατότητά τους να ζητήσουν από το Συμβούλιο την επανεξέταση της αποφάσεως να συμπεριληφθούν στον κατάλογο του παραρτήματος V του εν λόγω κανονισμού (βλ. ΕΕ 2008, C 159, σ. 1, καθώς και σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Η αναιρεσείουσα όμως έκανε τελικώς χρήση της δυνατότητας αυτής μόνον κατόπιν της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως της 25ης Ιουνίου 2009: βλ. σημείο 133 των παρουσών προτάσεων.
80 – Θα εκτεθεί κατωτέρω ότι η αναιρεσείουσα επιχείρησε ανεπιτυχώς να αμφισβητήσει τη διαπίστωση αυτή στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. σημεία 132 επ. των παρουσών προτάσεων με τα οποία εξετάζεται ο τρίτος επικουρικός λόγος αναιρέσεως).
81 – Ειδικότερα, το άρθρο 66, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασία του Γενικού Δικαστηρίου, προβλέπει ότι το Γενικό Δικαστήριο «εκδίδει διάταξη που καθορίζει τα αποδεικτικά μέσα και τα θέματα αποδείξεως».
82 – Τούτο δε σύμφωνα τη νομολογία του Δικαστηρίου: βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation (σκέψη 342).
83 – Βλ. σημείο 4.22 in fine του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως.
84 – Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.
85 – S/RES/1747 (2007).
86 – Βλ. δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της κοινής θέσεως 2007/140.
87 – Βλ. σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
88 – Ο κανονισμός (ΕΚ) 219/2008 της Επιτροπής, της 11ης Μαρτίου 2008, για την τροποποίηση του κανονισμού 423/2007 (ΕΕ L 68, σ. 5), κάνει απλώς νύξη στο ψήφισμα 1803 (2008) με τη δεύτερη αιτιολογική του σκέψη. Το μοναδικό αντικείμενο της τροποποιήσεως αυτής είναι η αντικατάσταση του παραρτήματος IV του κανονισμού 423/2007 (παραρτήματος το οποίο περιλαμβάνει κατάλογο των ορισθέντων από το Συμβούλιο Ασφαλείας προσώπων, οντοτήτων και οργανισμών) από ενημερωμένο κατάλογο. Όσον αφορά την Ένωση, το ψήφισμα 1803 (2008) θα ληφθεί υπόψη μόνο μέσω της κοινής θέσεως 2008/652/ΚΕΠΠΑ του Συμβουλίου της 7ης Αυγούστου 2008, για την τροποποίηση της κοινής θέσεως 2007/140 (ΕΕ L 213, σ. 58), η οποία εκδόθηκε μετά την προσβαλλόμενη απόφαση και η οποία, εν πάση περιπτώσει, ουδόλως αμφισβήτησε την αυτοτελή εξουσία του Συμβουλίου να ορίζει και να εγγράφει στον οικείο κατάλογο οντότητες που ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις που προβλέπει η κοινή θέση.
89 – Προπαρατεθείσα απόφαση (§ 138 και 139).
90 – Προπαρατεθείσα απόφαση (§ 126).
91 – Απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, 11/70 (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 581).
92 – Παραπέμποντας, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 2ας Σεπτεμβρίου 2009, T‑37/07 και T‑323/07, El Morabit κατά Συμβουλίου (που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή), στην απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Ιουλίου 1996, C‑84/95, Bosphorus (Συλλογή 1996, σ. I‑3953), καθώς και στην προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation.
93 – Βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ Bosphorus Hava Yollari Turizm Ve Ticaret Anonim Sirketi κατά Ιρλανδίας της 30ής Ιουνίου 2005 (προσφυγή υπ’ αριθ. 45036/98).
94 – Συγκεκριμένα, το πρόβλημα ανέκυψε μόνον κατόπιν της προσκλήσεως που απηύθυνε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση το Δικαστήριο στους διαδίκους να τοποθετηθούν επί του ζητήματος αυτού.
95 – Βλ. σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
96 – Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C‑210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I‑5843).
97 – Βλ. σημεία 102 επ. των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2007, C‑443/05 P, Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής (Συλλογή 2007, σ. I‑7209), καθώς και σημείο 78 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2010, C‑362/08 P, Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής (Συλλογή 2010, σ. Ι-669).
98 – Βλ. σημείο 143 των προτάσεων που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας F. Jacobs στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, Salzgitter κατά Επιτροπής· βλ., επίσης, υποσημείωση 54 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Common Market Fertilizers κατά Επιτροπής, καθώς και υποσημείωση 16 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η προπαρατεθείσα απόφαση Internationaler Hilfsfonds κατά Επιτροπής.
99 – Προπαρατεθείσα απόφαση (§ 138).
100 – Όπ.π..
101 – Προπαρατεθείσα απόφαση (§ 126).
102 – Με την απόφαση που εξέδωσε στις 7 Δεκεμβρίου 1976, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου (προσφυγή υπ’ αριθ. 5493/72), το ΕΔΔΑ έκρινε ότι τα μέτρα κατασχέσεως των περιουσιακών στοιχείων, δεδομένου ότι έχουν παροδικό χαρακτήρα που εμποδίζει προσωρινά τον κύριο να νέμεται και να διαθέτει αυτοβούλως τα στοιχεία αυτά, εμπίπτουν στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου 1 της ΕΣΔΑ (βλ. § 62 της εν λόγω αποφάσεως). Στο μέτρο που τα εθνικά μέτρα υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω δεύτερου εδαφίου, μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο από την ανάγκη να διαφυλαχθεί ορισμένο γενικό συμφέρον και υπό τον όρο ότι μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού υφίσταται εύλογη σχέση αναλογικότητας (βλ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 13ης Ιουνίου 1979, Marckx κατά Βελγίου, προσφυγή υπ’ αριθ. 6833/74, § 63 και 64· της 24ης Οκτωβρίου 1986, AGOSI κατά Ηνωμένου Βασιλείου, προσφυγή υπ’ αριθ. 9118/80, § 48 έως 52· προπαρατεθείσα απόφαση Bosphorus Hava Yollari Turizm Ve Ticaret Anonim Sirketi κατά Ιρλανδίας, § 141, 142 και 149· απόφαση της 28ης Ιουλίου 2005, Rosenzweig και Bonded Warehousen Ltd. κατά Πολωνίας, προσφυγή υπ’ αριθ. 51728/99, § 48· και της 29ης Μαρτίου 2011, Uzan κ.λπ. κατά Τουρκίας, προσφυγή υπ’ αριθ. 18240/03, § 82 και 94).
103 – Βλ., μεταξύ άλλων, προπαρατεθείσα απόφαση Bosphorus (σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, καθώς και σκέψεις 22 και 23).
104 – Προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation (σκέψη 355 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
105 – Όπ.π., κατ’ αναλογία (σκέψη 358).
106 – Βλ. σκέψη 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
107 – Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Kadi και Al Barakaat International Foundation (σκέψη 363).
108 – Προπαρατεθείσα απόφαση Bosphorus (σκέψη 24).
109 – ΕΕ L 303, σ. 31.
110 – Κατά το οποίο «[κ]ατά τη διάρκεια της δίκης απαγορεύεται η προβολή νέων ισχυρισμών, εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία».
111 – Ανακοίνωση προς τα πρόσωπα, τις οντότητες, και τους φορείς που έχουν περιληφθεί στον κατάλογο προσώπων, οντοτήτων και φορέων στους οποίους εφαρμόζεται το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 423/2007 (παράρτημα V) (ΕΕ 2009, C 145, σ. 1). Η ανακοίνωση αυτή πρέπει να διακριθεί από εκείνη την οποία επικαλείται το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Bank Melli δεν έκανε χρήση της εν λόγω δυνατότητας επανεξετάσεως παρά μόνον αμέσως μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως της 25ης Ιουνίου 2009 (βλ. σχετικό 18 του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως), τη στιγμή που θα μπορούσε προφανώς να το έχει πράξει ήδη κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως που ακολούθησε την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήτοι στις 24 Ιουνίου 2008.
112 – Σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
113 – Παραπέμπω συναφώς στη μάλλον λακωνική διατύπωση της αναιρεσείουσας που περιέχεται στο σημείο 5.12 του δικογράφου της αιτήσεώς της αναιρέσεως.
114 – Απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 2010, C‑514/07 P, C‑528/07 P και C‑532/07 P, Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
115 – Αξιοσημείωτο είναι ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 1100/2009 κατάργησε την προσβαλλόμενη απόφαση, πράγμα που ωστόσο δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω.
116 – Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2002, C‑321/99 P, ARAP κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I‑4287, σκέψη 112), και της 18ης Ιανουαρίου 2007, C‑229/05 P, PKK και KNK κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I‑439, σκέψη 61).
117 – Βλ. σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
118 – Βλ., από την πλούσια νομολογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Σουηδία κ.λπ. κατά API και Επιτροπής (σκέψη 126 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Full & Egal Universal Law Academy