Υπόθεση C-152/09
André Grootes
κατά
Amt für Landwirtschaft Parchim
(αίτηση του Verwaltungsgericht Schwerin για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων – Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Υπολογισμός του ποσού στο οποίο αντιστοιχούν τα δικαιώματα ενισχύσεως – Άρθρο 40, παράγραφος 5 – Γεωργοί οι οποίοι είχαν αναλάβει γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς – Άρθρο 59, παράγραφος 3 – Περιφερειακή εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως – Άρθρο 61 – Διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για εκτάρια που καλύπτονται από μόνιμους βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο προς ενίσχυση εκτάριο»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων – Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Υπολογισμός του ποσού αναφοράς σε περιπτώσεις που συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις – Τρόπος υπολογισμού όταν πρόκειται για περιφερειακή εφαρμογή
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 1782/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, άρθρα 40 § 5, 59 § 3, εδ. 1, και 61, και 2078/92)
2. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων – Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Υπολογισμός του ποσού αναφοράς σε περιπτώσεις που συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις – Τρόπος υπολογισμού όταν πρόκειται για περιφερειακή εφαρμογή
(Κανονισμός 1782/2003 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, άρθρα 40 § 5 και 61)
3. Γεωργία – Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων – Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Υπολογισμός του ποσού αναφοράς σε περιπτώσεις που συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις – Τρόπος υπολογισμού όταν πρόκειται για περιφερειακή εφαρμογή
(Κανονισμός 1782/2003 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, άρθρα 40 § 5 και 61)
1. Το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, έχει την έννοια ότι, όταν στο οικείο κράτος μέλος έχουν καθοριστεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61 του κανονισμού αυτού, διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο, ο γεωργός ο οποίος είχε αναλάβει, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ημερομηνία αναφοράς και βάσει του κανονισμού 2078/92, σχετικά με μεθόδους γεωργικής παραγωγής που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος καθώς και με τη διατήρηση του φυσικού χώρου, γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις σε άμεση συνέχεια προηγούμενων γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων με αντικείμενο τη μετατροπή αρόσιμης γης σε μόνιμο βοσκότοπο, δικαιούται να ζητήσει να υπολογιστούν τα δικαιώματα, κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003, βάσει της μοναδιαίας αξίας που έχει καθοριστεί για τα λοιπά επιλέξιμα προς ενίσχυση εκτάρια, πέραν εκείνων που χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι.
(βλ. σκέψη 52, διατακτ. 1)
2. Το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού, έχει την έννοια ότι μόνον όταν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, της μεταβολής της χρήσεως της εκτάσεως από αρόσιμη γη σε μόνιμο βοσκότοπο και, αφετέρου, της συμμετοχής σε γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο μπορεί, κατά τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε δικαιώματα ενισχύσεως, να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω έκταση χρησιμοποιούνταν ως μόνιμος βοσκότοπος κατά την ημερομηνία αναφοράς την οποία ορίζει το άρθρο 61 του ως άνω κανονισμού.
(βλ. σκέψη 58, διατακτ. 2)
3. Το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού, έχει την έννοια ότι η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο γεωργός που υποβάλλει την αίτηση χορηγήσεως ενιαίας ενισχύσεως πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο προέβη στη μεταβολή της χρήσεως της οικείας εκτάσεως.
(βλ. σκέψη 69, διατακτ. 3)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 11ης Νοεμβρίου 2010 (*)
«Κοινή γεωργική πολιτική – Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου ορισμένων κοινοτικών καθεστώτων ενισχύσεως – Καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1782/2003 – Υπολογισμός του ποσού στο οποίο αντιστοιχούν τα δικαιώματα ενισχύσεως – Άρθρο 40, παράγραφος 5 – Γεωργοί οι οποίοι είχαν αναλάβει γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς – Άρθρο 59, παράγραφος 3 – Περιφερειακή εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως – Άρθρο 61 – Διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για εκτάρια που καλύπτονται από μόνιμους βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο προς ενίσχυση εκτάριο»
Στην υπόθεση C‑152/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Schwerin (Γερμανία) με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Μαΐου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
André Grootes
κατά
Amt für Landwirtschaft Parchim,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. Tizzano, πρόεδρο τμήματος, J.-J. Kasel, A. Borg Barthet (εισηγητή), E. Levits και M. Safjan, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mazák
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– ο Α. Grootes, εκπροσωπούμενος από τον J. Booth, Rechtsanwalt,
– η Γερμανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τους M. Lumma και C. Blaschke,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. von Rintelen,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Ιουλίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001 (ΕΕ L 270, σ. 1, και –διορθωτικό– ΕΕ 2004, L 94, σ. 70), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 319/2006 του Συμβουλίου, της 20ής Φεβρουαρίου 2006 (ΕΕ L 58, σ. 32, στο εξής: κανονισμός 1782/2003).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο της εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ του Α. Grootes και της Amt für Landwirtschaft Parchim (γεωργικής υπηρεσίας του Parchim), με αντικείμενο τον χαρακτηρισμό ορισμένης εκτάσεως (στο εξής: επίμαχη έκταση) ως αρόσιμης γης ή ως μόνιμου βοσκότοπου για τον υπολογισμό του ποσού στο οποίο θα ανέλθουν τα δικαιώματα ενισχύσεως.
Το νομικό πλαίσιο
Το δίκαιο της Ένωσης
Ο κανονισμός 1782/2003
3 Στο πλαίσιο της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε τον κανονισμό 1782/2003, ο οποίος θεσπίζει κοινούς κανόνες για τα συστήματα άμεσης στήριξης στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, καθώς και για ορισμένα συστήματα στήριξης υπέρ των γεωργών.
4 Ο κανονισμός 1782/2003 προβλέπει, μεταξύ άλλων, καθεστώς ενίσχυσης του εισοδήματος των γεωργών. Το άρθρο 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού αυτού ορίζει το εν λόγω καθεστώς ως «καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης». Το ως άνω καθεστώς αποτελεί το αντικείμενο του τίτλου III του κανονισμού αυτού.
5 Το άρθρο 34, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003 έχει ως εξής:
«Οι γεωργοί υποβάλλουν αίτηση για υπαγωγή στο καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης μέχρι ημερομηνία που θα καθορισθεί από τα κράτη μέλη, αλλά όχι αργότερα από τις 15 Μαΐου.»
6 Το άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
«Το ποσό αναφοράς είναι ο τριετής μέσος όρος των συνολικών ποσών των ενισχύσεων που έχει λάβει ο γεωργός στα πλαίσια των καθεστώτων στήριξης που αναφέρονται στο παράρτημα VI, και ο οποίος έχει υπολογισθεί και προσαρμοσθεί σύμφωνα με το παράρτημα VII κατά τη διάρκεια κάθε ημερολογιακού έτους της περιόδου αναφοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 38.
[…]»
7 Κατά το άρθρο 38 του εν λόγω κανονισμού, η περίοδος αναφοράς περιλαμβάνει τα ημερολογιακά έτη 2000, 2001 και 2002.
8 Το άρθρο 40 του ίδιου κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Περιπτώσεις αντίξοων συνθηκών», ορίζει τα εξής:
«1. Κατά παρέκκλιση του άρθρου 37, ο γεωργός του οποίου η παραγωγή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς επηρεάστηκε δυσμενώς από περίπτωση ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων που σημειώθηκαν πριν ή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, δικαιούται να ζητήσει να υπολογιστεί το ποσό αναφοράς με βάση το ημερολογιακό έτος ή έτη κατά την περίοδο αναφοράς που δεν επηρεάστηκε από την περίπτωση ανωτέρας βίας ή από τις εξαιρετικές περιστάσεις.
2. Εάν ολόκληρη η περίοδος αναφοράς επηρεάστηκε από την περίπτωση ανωτέρας βίας ή από εξαιρετικές περιστάσεις, το κράτος μέλος υπολογίζει το ποσόν αναφοράς με βάση την περίοδο 1997 ως 1999 ή, στην περίπτωση των ζαχαρότευτλων, του ζαχαροκάλαμου και του κιχωρίου, με βάση την πλησιέστερη περίοδο εμπορίας πριν από την αντιπροσωπευτική περίοδο που έχει επιλεγεί σύμφωνα με το σημείο ΙΑ του Παραρτήματος VII. Σε αυτή την περίπτωση, η παράγραφος 1 εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών.
3. Η περίπτωση ανωτέρας βίας ή οι εξαιρετικές περιστάσεις, συνοδευόμενες από τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αρμόδιας αρχής, κοινοποιούνται εγγράφως από τους ενδιαφερόμενους γεωργούς προς την αρχή εντός προθεσμίας που καθορίζει το κάθε κράτος μέλος.
4. Ως ανωτέρα βία ή εξαιρετικές περιστάσεις αναγνωρίζονται από την αρμόδια αρχή οι περιπτώσεις κατά τις οποίες, παραδείγματος χάριν, σημειώθηκε:
α) θάνατος του γεωργού·
β) μακρόχρονη επαγγελματική ανικανότητα του γεωργού·
γ) δριμεία φυσική καταστροφή που επηρέασε σημαντικά τη γεωργική γη της εκμετάλλευσης·
δ) καταστροφή από ατύχημα των κτηρίων εκτροφής ζώων της εκμετάλλευσης·
ε) επιζωοτία που έπληξε μέρος ή όλα τα ζώα του γεωργού.
5. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών σε γεωργούς οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, είχαν αναλάβει γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις σύμφωνα με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2078/92 [του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με μεθόδους γεωργικής παραγωγής που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος καθώς και με τη διατήρηση του φυσικού χώρου (ΕΕ L 215, σ. 85)] και (ΕΚ) 1257/1999 [του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και για την τροποποίηση και κατάργηση ορισμένων κανονισμών (ΕΕ L 160, σ. 80)], σε παραγωγούς λυκίσκου οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου είχαν αναλάβει δέσμευση εκρίζωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) 1098/98 [του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1998, για τη θέσπιση ειδικών προσωρινών μέτρων στον τομέα του λυκίσκου (ΕΕ L 157, σ. 7)], καθώς και σε καπνοκαλλιεργητές οι οποίοι συμμετείχαν στο πρόγραμμα εξαγοράς ποσοστώσεων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2075/92 [του Συμβουλίου της 30ής Ιουνίου 1992 για την κοινή οργάνωση αγοράς του ακατέργαστου καπνού (ΕΕ L 215, σ. 70)].
Στην περίπτωση που τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καλύπτουν τόσο την περίοδο αναφοράς όσο και την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 2, τα κράτη μέλη ορίζουν, με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ισότητα μεταχείρισης μεταξύ γεωργών και για να αποφεύγονται στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού, ποσό αναφοράς σύμφωνα με λεπτομερείς κανόνες που θα θεσπιστούν από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 144, παράγραφος 2.»
9 Το τμήμα 1 του κεφαλαίου 5 του τίτλου ΙΙΙ του κανονισμού 1782/2003, το οποίο τιτλοφορείται «Περιφερειακή και προαιρετική εφαρμογή», παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εφαρμόσουν το προβλεπόμενο στα κεφάλαια 1 έως 4 του ίδιου τίτλου καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως σε περιφερειακή κλίμακα.
10 Κατά το άρθρο 58, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού αυτού, κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει το καθεστώς ενιαίας ενίσχυσης σε περιφερειακό επίπεδο, υποδιαιρώντας το εθνικό ανώτατο όριο όχι ατομικώς μεταξύ των γεωργών βάσει των αντίστοιχων ποσών αναφοράς, αλλά μεταξύ των περιφερειών που συναποτελούν την επικράτειά του.
11 Το άρθρο 59, παράγραφοι 1, 3 και 4, του ίδιου κανονισμού ορίζει τα εξής:
«1. Σε δεόντως δικαιολογημένες περιπτώσεις και σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια, το κράτος μέλος μπορεί επίσης να κατανείμει το συνολικό ποσό του περιφερειακού ανώτατου ορίου, το οποίο θεσπίζεται δυνάμει του άρθρου 58, ή μέρος του μεταξύ όλων των γεωργών των οποίων οι εκμεταλλεύσεις βρίσκονται στη συγκεκριμένη περιφέρεια, περιλαμβάνοντας αυτούς που δεν πληρούν το κριτήριο επιλεξιμότητας που αναφέρεται στο άρθρο 33.
[…]
3. Σε περίπτωση μερικής κατανομής του συνολικού ποσού του περιφερειακού ανώτατου ορίου, οι γεωργοί λαμβάνουν δικαιώματα, των οποίων η μοναδιαία αξία υπολογίζεται διαιρώντας το αντίστοιχο μέρος του περιφερειακού ανώτατου ορίου που θεσπίζεται δυνάμει του άρθρου 58 δια του αριθμού των επιλέξιμων εκταρίων, κατά την έννοια του άρθρου 44, παράγραφος 2, που θεσπίζονται σε περιφερειακό επίπεδο.
Σε περίπτωση που ο γεωργός δικαιούται να λάβει δικαιώματα υπολογιζόμενα επί του εναπομένοντος μέρους του περιφερειακού ανωτάτου ορίου, η περιφερειακή μοναδιαία αξία ενός εκάστου δικαιώματός του, πλην των δικαιωμάτων παύσης καλλιέργειας, προσαυξάνεται με ποσό αντίστοιχο προς το ποσό αναφοράς, διαιρούμενο δια του αριθμού δικαιωμάτων του που έχουν αποκτηθεί δυνάμει της παραγράφου 4.
[…]
4. Ο αριθμός δικαιωμάτων ανά γεωργό ισούται προς τον αριθμό εκταρίων που δηλώνει το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 2, πλην των περιπτώσεων ανωτέρας βίας ή εξαιρετικών περιστάσεων κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4.»
12 Το άρθρο 60, παράγραφος 3, του κανονισμού 1782/2003 έχει ως εξής:
«Εντός του ορίου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 για τη συγκεκριμένη περιφέρεια, επιτρέπεται στο γεωργό να κάνει χρήση της δυνατότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1:
[…]
β) σε περίπτωση εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, του άρθρου 40 και του άρθρου 42, παράγραφος 4, εντός του ορίου του αριθμού εκταρίων που θα καθορισθεί σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζεται ίση μεταχείριση των γεωργών και να αποφεύγονται στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού.»
13 Κατά το άρθρο 61 του κανονισμού αυτού:
«Σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 59, τα κράτη μέλη δύνανται επίσης, σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια, να καθορίζουν στα πλαίσια του περιφερειακού ανωτάτου ορίου, ή μέρους του, διαφορετικές ανά μονάδα αξίες δικαιωμάτων που χορηγούνται στους γεωργούς και αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφος 1, για εκτάρια που ανήκουν σε χορτολιβαδικές εκτάσεις κατά την ημερομηνία που προβλέπεται για τις αιτήσεις στρεμματικής ενίσχυσης για το 2003 και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο, ή για εκτάρια που καλύπτονται από μόνιμο βοσκότοπο κατά την ημερομηνία που προβλέπεται για τις αιτήσεις στρεμματικής ενίσχυσης για το 2003 και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο.»
Ο κανονισμός (ΕΚ) 795/2004
14 Το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) 795/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) 1782/2003 (ΕΕ L 141, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1974/2004 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕ L 345, σ. 85, στο εξής: κανονισμός 795/2004), προβλέπει τα εξής:
«1. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, όταν οι γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο λήγουν μετά την προθεσμία υποβολής αίτησης για ενίσχυση στα πλαίσια του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του, το κράτος μέλος καθορίζει, κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης, ποσά αναφοράς για κάθε ενδιαφερόμενο γεωργό σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφοι 1, 2, 3 ή 5, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι αποκλείονται τυχόν διπλές ενισχύσεις στα πλαίσια αυτών των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων.
[…]
2. Στην περίπτωση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, στον γεωργό θα χορηγηθούν δικαιώματα ενίσχυσης που υπολογίζονται με τη διαίρεση του ποσού αναφοράς, το οποίο καθορίστηκε από το κράτος μέλος, σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και με τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλιστεί ισότιμη μεταχείριση μεταξύ γεωργών και να αποφευχθούν στρεβλώσεις της αγοράς και του ανταγωνισμού, με τον αριθμό των εκταρίων που δεν υπερβαίνει τον αριθμό των εκταρίων που δηλώνει κατά το πρώτο έτος της εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενίσχυσης.
3. Το άρθρο 40 του κανονισμού (EΚ) 1782/2003 εφαρμόζεται για κάθε άμεση ενίσχυση που αναφέρεται στο παράρτημα VI του εν λόγω κανονισμού.»
15 Το τμήμα 1 του κεφαλαίου 6 του κανονισμού 795/2004 φέρει τον τίτλο «Περιφερειακή εφαρμογή».
16 Οι παράγραφοι 1 έως 3 του άρθρου 38 του κανονισμού 795/2004, το οποίο περιλαμβάνεται στο ως άνω τμήμα, θέτουν πλείονες λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 59, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 1782/2003.
17 Το άρθρο 38, παράγραφος 4, του κανονισμού 795/2004 ορίζει τα εξής:
«Το άρθρο 40 του κανονισμού (EΚ) 1782/2003 και το άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών.»
Η εθνική νομοθεσία
18 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νόμου για την εφαρμογή του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως (Betriebsprämiendurchführungsgesetz, στο εξής: BetrPrämDurchfG), η ενιαία ενίσχυση χορηγείται σε περιφερειακό επίπεδο από 1ης Ιανουαρίου 2005 σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες του εν λόγω νόμου και της σχετικής εθνικής κανονιστικής αποφάσεως.
19 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του BetrPrämDurchfG ορίζει ότι το ποσό αναφοράς της ενιαίας ενισχύσεως, κατ’ εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 59, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού 1782/2003, αναλύεται για κάθε γεωργό σε ένα συγκεκριμένο για την κάθε εκμετάλλευση ποσό και σε ένα ποσό το οποίο υπολογίζεται βάσει της επιφάνειας.
20 Το συγκεκριμένο για την κάθε εκμετάλλευση ποσό υπολογίζεται βάσει των προγενέστερων άμεσων ενισχύσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, σημείο 1, του BetrPrämDurchfG, στις οποίες πρέπει να προστεθούν οι πριμοδοτήσεις γαλακτοπαραγωγής και οι πρόσθετες ενισχύσεις γαλακτοκομικών προϊόντων.
21 Το ποσό που αποτελεί συνάρτηση της επιφάνειας υπολογίζεται διαιρώντας το εναπομένον μέρος του περιφερειακού ανώτατου ορίου διά του αριθμού των επιλέξιμων προς ενίσχυση εκταρίων.
22 Συναφώς, το άρθρο 5, παράγραφος 3, του BetrPrämDurchfG προβλέπει τα εξής:
«Το ποσό της ενισχύσεως το οποίο αποτελεί συνάρτηση της επιφάνειας υπολογίζεται, για το οικονομικό έτος 2005, ως εξής:
1. Το άθροισμα των επιμέρους συγκεκριμένων για την κάθε εκμετάλλευση ποσών που καθορίζονται στην παράγραφο 2 για κάθε περιφέρεια αφαιρείται από το αντίστοιχο ανώτατο περιφερειακό όριο, όπως αυτό προσδιορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1.
2. Το υπόλοιπο που απομένει από το ανώτατο περιφερειακό όριο κατόπιν της αφαιρέσεως κατά την έννοια του σημείου 1 διαιρείται, σύμφωνα με το άρθρο 59, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003, μεταξύ των εκτάσεων στις οποίες αναφέρεται η διάταξη αυτή και βάσει του αριθμού των εκταρίων, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περιφέρεια τηρείται η προβλεπόμενη από το παράρτημα 2 αναλογία μεταξύ, αφενός, του ποσού που υπολογίζεται βάσει της επιφάνειας ανά επιλέξιμο εκτάριο το οποίο χρησιμοποιείται, στις 15 Μαΐου 2003, ως μόνιμος βοσκότοπος και, αφετέρου, του ποσού που υπολογίζεται βάσει της επιφάνειας ανά επιλέξιμο εκτάριο χρησιμοποιούμενο κατ’ άλλον τρόπο.
[…]»
23 Το παράρτημα 2 του BetrPrämDurchfG περιέχει πίνακα με τις μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από μόνιμους βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο προς ενίσχυση εκτάριο, ο οποίος προβλέπει ότι, για το ομόσπονδο κράτος του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, η σχετική αναλογία είναι 0,194 για τα εκτάρια που χρησιμοποιούνται ως μόνιμοι βοσκότοποι προς 1 για τα εκτάρια που εξυπηρετούν λοιπές χρήσεις.
24 Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, το άρθρο 13, παράγραφος 2, της κανονιστικής αποφάσεως περί εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως (Betriebsprämiendurchführungsverordnung, BGBl. 2006 I, σ. 2376) όριζε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Στις περιπτώσεις του άρθρου 40, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003, τόσο το συγκεκριμένο για κάθε εκμετάλλευση ποσό όσο και το ποσό που αποτελεί συνάρτηση της επιφάνειας υπολογίζονται βάσει του ημερολογιακού έτους που προηγήθηκε της συμμετοχής στο οικείο γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο […]».
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
25 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι το 1994 η επίμαχη έκταση, κατά το παρελθόν αρόσιμη γη, μετατράπηκε σε βοσκότοπο κατόπιν της σύναψης συμβάσεως μεταξύ της Staatliches Amt für Umwelt und Natur Lübz (Δημόσιας Υπηρεσίας για το Περιβάλλον και τη Φύση, με έδρα το Lübz) και της επιχειρήσεως που είχε κατά τον χρόνο εκείνο την εκμετάλλευση της επίμαχης εκτάσεως, με σκοπό τη σύμφωνη προς τις επιταγές της προστασίας του περιβάλλοντος χρήση της.
26 Το 1999 συνήφθη με την ίδια Υπηρεσία νέα σύμβαση βάσει του κανονισμού 2078/92. Η σύμβαση αυτή προέβλεπε ότι, για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο του 1999 έως τον Δεκέμβριο του 2003, η επίμαχη έκταση επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί ως μόνιμος βοσκότοπος. Την 1η Οκτωβρίου 2002, η εταιρία αστικού δικαίου την οποία συνέστησαν ο Α. Grootes με τον πατέρα του απέκτησε την κυριότητα της επίμαχης εκτάσεως και, από 31ης Δεκεμβρίου 2002, υπεισήλθε στα δικαιώματα και ανέλαβε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση του 1999, δυνάμει συμπληρωματικής συμβάσεως της 3ης Μαρτίου 2003. Έκτοτε, ο Α. Grootes ασκεί μόνος του τη διαχείριση της γεωργικής εκμεταλλεύσεως.
27 Την άνοιξη του 2004, η επίμαχη έκταση μετατράπηκε σε αρόσιμη γη και οργώθηκε, κατόπιν τούτου, για τη σπορά.
28 Με επιστολή της 6ης Μαΐου 2005, ο Α. Grootes ζήτησε να χαρακτηριστεί η επίμαχη έκταση ως αρόσιμη γη στο πλαίσιο του υπολογισμού των ποσών που αντιστοιχούν στα δικαιώματά του ενισχύσεως.
29 Με απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2006, η αρμόδια αρχή, ήτοι η Amt für Landwirtschaft Parchim, αναγνώρισε στον Α. Grootes αποκλειστικώς και μόνο δικαιώματα ενισχύσεως βάσει του χαρακτηρισμού της επίμαχης εκτάσεως ως μόνιμου βοσκότοπου.
30 Στις 15 Μαρτίου 2006, ο Α. Grootes προσέβαλε την απόφαση αυτή με διοικητική ένσταση η οποία δεν ευδοκίμησε, καθώς στις 3 Ιουλίου 2006 εκδόθηκε απόφαση περί ανακλήσεως των δικαιωμάτων ενισχύσεως και περί απορρίψεως της ως άνω ενστάσεως. Η Amt für Landwirtschaft Parchim έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, σε σχέση με την επίμαχη έκταση, περίπτωση υπάρξεως αντίξοων συνθηκών υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, καθόσον η χρήση της ως βοσκότοπου βάσει δημοσίου προγράμματος δεν συνιστούσε γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 13 της κανονιστικής αποφάσεως περί εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως.
31 Ο Α. Grootes άσκησε προσφυγή κατά της εν λόγω αποφάσεως, με αίτημα να υποχρεωθεί η Amt für Landwirtschaft Parchim να του αναγνωρίσει δικαιώματα ενισχύσεως επί αρόσιμης γης.
32 Το αιτούν δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει του άρθρου 61 του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 5, παράγραφος 3, σημείο 2, του BetrPrämDurchfG, το ζήτημα του καθορισμού των δικαιωμάτων ενισχύσεως ανάλογα με το αν το σχετικό ποσό θα υπολογιστεί βάσει της αξίας της αρόσιμης γης ή της αξίας του βοσκότοπου ρυθμίζεται, στη Γερμανία, με κριτήριο τη χρήση της οικείας εκτάσεως στις 15 Μαΐου 2003. Κατά την κρίσιμη αυτή ημερομηνία, πάντως, η επίμαχη έκταση αποτελούσε βοσκότοπο. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αναγνώριση δικαιωμάτων ενισχύσεως για αρόσιμη γη θα ήταν αδύνατη, πλην της περιπτώσεως ύπαρξης αντίξοων συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 40 του κανονισμού 1782/2003.
33 Εκτιμώντας ότι η επίλυση της ενώπιόν του διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία της εφαρμοστέας εν προκειμένω ρυθμίσεως του δικαίου της Ένωσης, το Verwaltungsgericht Schwerin αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Μπορεί να αναγνωριστεί η ύπαρξη αντίξοων συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, προκειμένου περί του ποσού της ενισχύσεως που αποτελεί συνάρτηση της επιφάνειας, ακόμη και σε περίπτωση γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου το οποίο εξακολουθούσε να ισχύει στις 15 Μαΐου 2003 και είχε ως αντικείμενο απλώς και μόνον τη συνέχιση της χρήσεως μιας εκτάσεως ως (μόνιμου) βοσκότοπου, αλλά ακολούθησε χρονικώς –χωρίς καμία διακοπή ή, τουλάχιστον, ευθύς αμέσως– ένα άλλο μέτρο περί μετατροπής της εν λόγω εκτάσεως από αρόσιμη γη σε μόνιμο βοσκότοπο;
2. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα:
Είναι η αναγνώριση της ύπαρξης αντίξοων συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003, προκειμένου περί του ποσού της ενισχύσεως που αποτελεί συνάρτηση της επιφάνειας, δυνατή μόνον όταν η χρήση της εκτάσεως από αρόσιμη γη σε βοσκότοπο έχει μεταβληθεί βάσει (ακριβέστερα: λόγω) της συμμετοχής σε γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως;
3. Απαιτείται για την αναγνώριση αντίξοων συνθηκών κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 ο έχων γεωργική εκμετάλλευση ο οποίος υποβάλλει την αίτηση να είναι το πρόσωπο που προέβη στη μετατροπή της χρήσεως ή μπορεί και ένας κάτοχος εκμεταλλεύσεως ο οποίος δεν μετείχε αρχικώς στο γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο, αλλά “εντάχθηκε” μεταγενέστερα σε αυτό, να επικαλεστεί βασίμως την ύπαρξη αντίξοων συνθηκών κατά την έννοια αυτής της διατάξεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
34 Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, όταν στο οικείο κράτος μέλος έχουν καθοριστεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61 του κανονισμού αυτού, διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο, ο γεωργός ο οποίος είχε αναλάβει, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ημερομηνία αναφοράς, γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις σε άμεση συνέχεια προηγούμενων γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων με αντικείμενο τη μετατροπή αρόσιμης γης σε μόνιμο βοσκότοπο δικαιούται να ζητήσει να υπολογιστούν τα δικαιώματα, κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου κανονισμού, βάσει της μοναδιαίας αξίας που έχει καθοριστεί για τα λοιπά επιλέξιμα προς ενίσχυση εκτάρια, πλην εκείνων που χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι.
35 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 40 του κανονισμού 1782/2003 περιέχει διάταξη που εισάγει παρέκκλιση με σκοπό την προσαρμογή του κανόνα υπολογισμού του ποσού αναφοράς, όπως ίσχυε στο πλαίσιο του καλούμενου «κλασικού» μοντέλου, δυνάμει του οποίου οι γεωργοί που είχαν λάβει, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, ήτοι των ημερολογιακών ετών 2000 έως 2002, ενίσχυση βάσει ενός τουλάχιστον από τα καθεστώτα στηρίξεως του παραρτήματος VI του εν λόγω κανονισμού, δικαιούνται να λάβουν ενίσχυση υπολογιζόμενη βάσει ποσού αναφοράς το οποίο προκύπτει, για κάθε γεωργό, από τον ετήσιο μέσο όρο, κατά την περίοδο αυτή, όλων των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει των καθεστώτων αυτών.
36 Ειδικότερα, σκοπός του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 είναι να καταστεί δυνατό, στο πλαίσιο της εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως, να μην τιμωρηθούν οι γεωργοί που υπόκεινται σε γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις για τον λόγο ότι είχαν αναλάβει τις δεσμεύσεις αυτές κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.
37 Εξάλλου, το άρθρο 61 του κανονισμού 1782/2003 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίσουν διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από μόνιμο βοσκότοπο κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία υποβολής αιτήσεων στρεμματικής ενισχύσεως για το 2003 και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο στο πλαίσιο της εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως σε περιφερειακή κλίμακα.
38 Σε αυτό το πνεύμα, το αιτούν δικαστήριο λαμβάνει εξ αρχής ως δεδομένο ότι το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 έχει εφαρμογή και στην περίπτωση της ημερομηνίας αναφοράς του άρθρου 61 του ίδιου κανονισμού.
39 Ασφαλώς, η χρησιμοποίηση μιας εκτάσεως ως μόνιμου βοσκότοπου κατά την ημερομηνία αναφοράς του άρθρου 61 του κανονισμού 1782/2003, ενδέχεται, όπως μάλλον συμβαίνει στην περίπτωση της επίμαχης εκτάσεως, να οφείλεται στην ανάληψη γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων.
40 Εντούτοις, ελλείψει διατάξεως η οποία να προβλέπει ρητώς την εφαρμογή του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 59, παράγραφος 4, και 60 του κανονισμού αυτού, πρέπει προκαταρκτικώς να εξεταστεί αν χωρεί κατ’ αναλογίαν εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως στο πλαίσιο του άρθρου 61 του ίδιου κανονισμού.
41 Η κατ’ αναλογία εφαρμογή διατάξεως σε επιχειρηματία είναι δυνατή όταν το νομικό καθεστώς στο οποίο αυτός εμπίπτει, αφενός, είναι όλως παρεμφερές με εκείνο του οποίου την κατ’ αναλογία εφαρμογή ζητεί και, αφετέρου, εμφανίζει κενό που είναι ασυμβίβαστο προς κάποια γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης και μπορεί να καλυφθεί με την εν λόγω κατ’ αναλογία εφαρμογή (απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985, 165/84, Krohn, Συλλογή 1985, σ. 3997, σκέψη 14).
42 Εν προκειμένω, αφενός, τα δύο νομικά καθεστώτα είναι όλως παρεμφερή κατά το μέτρο που η χρήση των εκτάσεων ως μόνιμων βοσκότοπων κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 61 του κανονισμού 1782/2003 ημερομηνία αναφοράς στηρίζεται στο ίδιο είδος γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων με εκείνες στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.
43 Αφετέρου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, το άρθρο 61 του εν λόγω κανονισμού παραλείπει να ρυθμίσει τη νομική κατάσταση των γεωργών οι οποίοι, κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 61 του κανονισμού 1782/2003 ημερομηνία αναφοράς, είχαν αναλάβει γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις, με συνέπεια οι γεωργοί αυτοί, εκ του λόγου και μόνον ότι υπόκεινται στις ως άνω δεσμεύσεις, να διατρέχουν τον κίνδυνο να τιμωρηθούν στο πλαίσιο της εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως που θεσπίστηκε μεταγενέστερα. Η αρχή, όμως, της ασφάλειας δικαίου, η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης, επιτάσσει η ρύθμιση που επιβάλλεται στα υποκείμενα δικαίου να είναι σαφής και συγκεκριμένη, έτσι ώστε τα υποκείμενα δικαίου να μπορούν να γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και να είναι σε θέση να λάβουν τα μέτρα τους σχετικώς (βλ. απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, C-170/08, Nijemeisland, Συλλογή 2009, σ. I-5127, σκέψη 44).
44 Επομένως, γεωργός που είχε αναλάβει γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις δυνάμει των κανονισμών 2078/92 και 1257/1999 δεν πρέπει να τιμωρηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής μεταγενέστερου καθεστώτος ενισχύσεως της Ένωσης λόγω ακριβώς των δεσμεύσεων στις οποίες υπόκειται, εφόσον δεν ήταν σε θέση να προβλέψει ότι η σχετική απόφασή του θα είχε συνέπειες επί των μελλοντικών άμεσων ενισχύσεων βάσει ρυθμίσεως που θεσπίστηκε μεταγενέστερα (βλ., υπ’ αυτή την έννοια, προαναφερθείσα απόφαση Nijemeisland, σκέψη 45).
45 Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι η επίμαχη έκταση μετατράπηκε σε μόνιμο βοσκότοπο το 1994 κατόπιν γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων τις οποίες δέχθηκε, στη συνέχεια, να επωμιστεί ο Α. Grootes στις 3 Μαρτίου 2003, ενώ ο κανονισμός 1782/2003 εκδόθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 2003.
46 Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν και στο πλαίσιο του άρθρου 61 του ίδιου κανονισμού.
47 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με τη γερμανική ρύθμιση, το ποσό το οποίο αντιστοιχεί στα δικαιώματα ενισχύσεως υπολογίζεται, στις περιπτώσεις του άρθρου 40, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003, βάσει του ημερολογιακού έτους που προηγήθηκε της συμμετοχής στο γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο. Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα που ελήφθησαν διαδοχικώς στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης συνιστούν ενιαίο σύνολο για τους σκοπούς της συνδυασμένης εφαρμογής της διατάξεως αυτής με το άρθρο 61 του εν λόγω κανονισμού.
48 Στο σημείο αυτό, πρέπει να υπομνηστεί, πρώτον, ότι από το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 δεν προκύπτει ότι τα μέτρα στα οποία αναφέρεται η ως άνω διάταξη πρέπει να απορρέουν από μία και την αυτή συμβατική υποχρέωση.
49 Δεύτερον, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διατάξεως αυτής, ο οποίος συνίσταται στην αποτροπή του ενδεχομένου να τιμωρηθούν στο πλαίσιο της εφαρμογής του καθεστώτος ενιαίας ενισχύσεως οι γεωργοί που είχαν αναλάβει ορισμένες γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, είναι μάλλον άνευ σημασίας το ζήτημα αν η συγκεκριμένη χρήση μιας εκτάσεως είναι το αποτέλεσμα μίας και μόνο συμβάσεως, με την οποία ο γεωργός ανέλαβε την υποχρέωση να εφαρμόσει γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα, ή αν η σχετική δέσμευσή του απορρέει από πλείονες συμβάσεις που διαδοχικώς καλύπτουν την ίδια αυτή περίοδο.
50 Αντιθέτως, είναι απολύτως απαραίτητο, στην τελευταία περίπτωση, η κάθε μία από τις διαδοχικές συμβάσεις να προβλέπει γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα βάσει των κανονισμών 2078/92 και 1257/1999 και να υπάρχει χρονική συνέχεια μεταξύ τους.
51 Το αυτό ισχύει και όταν τίθεται ζήτημα προσαρμογής της προβλεπόμενης από το άρθρο 61 του κανονισμού 1782/2003 ημερομηνίας αναφοράς στο πλαίσιο της κατ’ αναλογία εφαρμογής του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού.
52 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 έχει την έννοια ότι, όταν στο οικείο κράτος μέλος έχουν καθοριστεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61 του κανονισμού αυτού, διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο, ο γεωργός ο οποίος είχε αναλάβει, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ημερομηνία αναφοράς, γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις, βάσει του κανονισμού 2078/92, σε άμεση συνέχεια προηγούμενων γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων με αντικείμενο τη μετατροπή αρόσιμης γης σε μόνιμο βοσκότοπο δικαιούται να ζητήσει να υπολογιστούν τα δικαιώματα, κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003, βάσει της μοναδιαίας αξίας που έχει καθοριστεί για τα λοιπά επιλέξιμα προς ενίσχυση εκτάρια, πλην εκείνων τα οποία χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
53 Με το δεύτερο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μόνον όταν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, της μεταβολής της χρήσεως της εκτάσεως από αρόσιμη γη σε μόνιμο βοσκότοπο και, αφετέρου, της συμμετοχής σε γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο κατά την έννοια της διατάξεως αυτής μπορεί, κατά τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε δικαιώματα ενισχύσεως, να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω έκταση χρησιμοποιούνταν ως μόνιμος βοσκότοπος κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 61 του ως άνω κανονισμού ημερομηνία αναφοράς.
54 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι, ασφαλώς, από το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 δεν προκύπτει ότι η αναγνώριση του ευεργετήματος της εξαιρέσεως την οποία προβλέπει η εν λόγω διάταξη εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι οικείες γεωργικές εκτάσεις πρέπει να μετατράπηκαν σε μόνιμους βοσκότοπους λόγω των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που ανέλαβε ο γεωργός.
55 Εντούτοις, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης, το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε μια κατάσταση που διέπεται από το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού.
56 Όπως όμως προκύπτει από τη σκέψη 42 της παρούσας αποφάσεως, αυτή η κατ’ αναλογία εφαρμογή στηρίζεται στο σκεπτικό ότι η χρήση της επίμαχης εκτάσεως μεταβλήθηκε ακριβώς λόγω των γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων που ανέλαβε ο γεωργός βάσει των κανονισμών 2078/92 και 1257/1999.
57 Επομένως, αν η επίμαχη έκταση χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοπος πριν ο γεωργός αναλάβει τη δέσμευση να θέσει σε εφαρμογή γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και ανεξαρτήτως της δεσμεύσεώς του αυτής, η εν λόγω έκταση πρέπει να θεωρηθεί ότι χρησιμοποιούνταν ως βοσκότοπος και για τους σκοπούς του άρθρου 61 του κανονισμού 1782/2003.
58 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι μόνον όταν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, της μεταβολής της χρήσεως της εκτάσεως από αρόσιμη γη σε μόνιμο βοσκότοπο και, αφετέρου, της συμμετοχής σε γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο μπορεί, κατά τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε δικαιώματα ενισχύσεως, να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω έκταση χρησιμοποιούνταν ως μόνιμος βοσκότοπος κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 61 του ως άνω κανονισμού ημερομηνία αναφοράς.
Επί του τρίτου ερωτήματος
59 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ’ ουσία να διευκρινιστεί αν το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του κανονισμού αυτού, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η εφαρμογή του εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο γεωργός που υποβάλλει την αίτηση χορηγήσεως ενιαίας ενισχύσεως πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο προέβη στη μεταβολή της χρήσεως της οικείας εκτάσεως.
60 Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, ο γεωργός που είχε αναλάβει, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις δικαιούται να ζητήσει τον υπολογισμό του ποσού αναφοράς με βάση εκείνο το τμήμα της περιόδου αναφοράς, είτε πρόκειται για ένα είτε για περισσότερα ημερολογιακά έτη, το οποίο δεν επηρεάστηκε από τις εν λόγω δεσμεύσεις.
61 Όταν το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε κατάσταση που διέπεται από το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού, έχει πάντως ως σκοπό να προσαρμόσει αναλόγως, στο πλαίσιο του υπολογισμού του ποσού αναφοράς, όχι την προβλεπόμενη από το άρθρο 38 του εν λόγω κανονισμού περίοδο αναφοράς, αλλά την ημερομηνία αναφοράς του άρθρου 61 του ίδιου κανονισμού.
62 Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 61 του κανονισμού 1782/2003 παρέχει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίσουν διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από μόνιμο βοσκότοπο και για κάθε άλλο εκτάριο που είναι επιλέξιμο προς ενίσχυση σε ορισμένη ημερομηνία.
63 Ως εκ τούτου, το αποφασιστικό κριτήριο στο πλαίσιο του άρθρου 61 του κανονισμού 1782/2003 συνδέεται με τη χρήση των οικείων εκτάσεων κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ημερομηνία αναφοράς. Αντιθέτως, δεν ασκεί συναφώς καμία επιρροή το ζήτημα αν ο γεωργός που υποβάλλει το αίτημα χορηγήσεως ενισχύσεως και ο έχων την κυριότητα των εκτάσεων κατά την ημερομηνία αναφοράς του ως άνω άρθρου είναι ένα και το αυτό πρόσωπο.
64 Η κατ’ αναλογία εφαρμογή του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 σε κατάσταση που διέπεται από το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε πρόσθετη προϋπόθεση.
65 Επομένως, η ταυτότητα του γεωργού που έχει την κυριότητα των εκτάσεων κατά την τροποποιημένη βάσει του άρθρου 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003 ημερομηνία αναφοράς ουδεμία ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της κατ’ αναλογία εφαρμογής της διατάξεως αυτής σε κατάσταση που διέπεται από το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού. Ομοίως, είναι άνευ σημασίας η ταυτότητα του γεωργού που προχώρησε στη μεταβολή της χρήσεως των οικείων εκτάσεων.
66 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ή απαγορεύσεως των διακρίσεων επιτάσσει να μην επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις όμοια μεταχείριση, εκτός αν η διαφοροποίηση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 8ης Ιουλίου 2010, C‑343/09, Afton Chemical, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 74).
67 Εν προκειμένω, πάντως, ο γεωργός ο οποίος ανέλαβε αρχικώς τις γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις και εκείνος που, απλώς, τις επωμίστηκε στο πλαίσιο της μεταβιβάσεως της κυριότητας των οικείων γεωργικών εκτάσεων βρίσκονται σε παρεμφερή κατάσταση, όσον αφορά το άρθρο 61 του κανονισμού 1782/2003, κατά την υποβολή της αιτήσεως συμμετοχής στο καθεστώς ενιαίας ενισχύσεως.
68 Υπό τις συνθήκες αυτές, τυχόν διαφορετική τους μεταχείριση και αναγνώριση μόνο στον γεωργό που ανέλαβε αρχικώς τις γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις του δικαιώματος να επικαλεστεί το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού, θα αντέβαινε προδήλως στην αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
69 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του κανονισμού αυτού, έχει την έννοια ότι η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο γεωργός που υποβάλλει την αίτηση χορηγήσεως ενιαίας ενισχύσεως πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο προέβη στη μεταβολή της χρήσεως της οικείας εκτάσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
70 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 1782/2003 του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2003, για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2019/93, (ΕΚ) 1452/2001, (ΕΚ) 1453/2001, (ΕΚ) 1454/2001, (ΕΚ) 1868/94, (ΕΚ) 1251/1999, (ΕΚ) 1254/1999, (ΕΚ) 1673/2000, (ΕΟΚ) 2358/71 και (ΕΚ) 2529/2001, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 319/2006 του Συμβουλίου, της 20ης Φεβρουαρίου 2006, έχει την έννοια ότι, όταν στο οικείο κράτος μέλος έχουν καθοριστεί, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 61 του κανονισμού αυτού, διαφορετικές μοναδιαίες αξίες για τα εκτάρια που καλύπτονται από βοσκότοπους και για κάθε άλλο επιλέξιμο εκτάριο, ο γεωργός ο οποίος είχε αναλάβει, κατά την προβλεπόμενη από το εν λόγω άρθρο ημερομηνία αναφοράς, γεωργοπεριβαλλοντικές δεσμεύσεις βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2078/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, σχετικά με μεθόδους γεωργικής παραγωγής που συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις προστασίας του περιβάλλοντος καθώς και με τη διατήρηση του φυσικού χώρου, σε άμεση συνέχεια προηγούμενων γεωργοπεριβαλλοντικών δεσμεύσεων με αντικείμενο τη μετατροπή αρόσιμης γης σε μόνιμο βοσκότοπο, δικαιούται να ζητήσει να υπολογιστούν τα δικαιώματα, κατά την έννοια του άρθρου 59, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1782/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, βάσει της μοναδιαίας αξίας που έχει καθοριστεί για τα λοιπά επιλέξιμα προς ενίσχυση εκτάρια, πλην εκείνων που χρησιμοποιούνται ως βοσκότοποι.
2) Το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι μόνον όταν υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, της μεταβολής της χρήσεως της εκτάσεως από αρόσιμη γη σε μόνιμο βοσκότοπο και, αφετέρου, της συμμετοχής σε γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο μπορεί, κατά τον υπολογισμό του ποσού που αντιστοιχεί σε δικαιώματα ενισχύσεως, να μη ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η εν λόγω έκταση χρησιμοποιούνταν ως μόνιμος βοσκότοπος κατά την ημερομηνία αναφοράς την οποία ορίζει το άρθρο 61 του ως άνω κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί.
3) Το άρθρο 40, παράγραφος 5, του κανονισμού 1782/2003, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 319/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 61 του ίδιου κανονισμού, όπως έχει τροποποιηθεί, έχει την έννοια ότι η εφαρμογή του δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι ο γεωργός που υποβάλλει την αίτηση χορηγήσεως ενιαίας ενισχύσεως πρέπει να είναι το ίδιο πρόσωπο το οποίο προέβη στη μεταβολή της χρήσεως της οικείας εκτάσεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy