Υπόθεση C-163/09
Repertoire Culinaire Ltd
κατά
The Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs
[αίτηση του First-tier Tribunal (Tax Chamber)
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Οδηγία 92/83/ΕΟΚ – Εναρμόνιση των ρυθμίσεων περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης και των οινοπνευματωδών ποτών – Άρθρα 20, πρώτη περίπτωση, και 27, παράγραφος 1, στοιχεία ε΄ και στ΄ – Κρασί, πορτό και κονιάκ για μαγειρική χρήση»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Οδηγία 92/83 – Αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά – Αιθυλική αλκοόλη – Έννοια – Κρασί και κονιάκ για μαγειρική χρήση – Εμπίπτουν
(Οδηγία 92/83 του Συμβουλίου, άρθρο 20, πρώτη περίπτωση)
2. Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Οδηγία 92/83 – Αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά – Απαλλαγές από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως – Κρασί, πορτό και κονιάκ για μαγειρική χρήση που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τροφίμων
(Οδηγία 92/83 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 1, στοιχεία ε΄ και στ΄)
3. Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Οδηγία 92/83 – Αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά – Απαλλαγές από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως – Κρασί, πορτό και κονιάκ για μαγειρική χρήση που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τροφίμων
(Οδηγία 92/83 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 1)
4. Φορολογικές διατάξεις – Εναρμόνιση των νομοθεσιών – Ειδικοί φόροι καταναλώσεως – Οδηγία 92/83 – Αλκοόλη και αλκοολούχα ποτά – Απαλλαγές από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως – Απαλλαγές προβλεπόμενες στο άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας
(Οδηγία 92/83 του Συμβουλίου, άρθρο 27 § 1)
1. Το άρθρο 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ορισμός της έννοιας «αιθυλική αλκοόλη» τον οποίο περιλαμβάνει η εν λόγω διάταξη καλύπτει επίσης το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση.
Το γεγονός ότι το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση θεωρούνται, αυτά καθαυτά, ως παρασκευάσματα διατροφής υπαγόμενα στο κεφάλαιο 21 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του παραρτήματος του κανονισμού 2658/87, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2587/91, καθώς και το ότι είναι ακατάλληλα για κατανάλωση ως ποτά δεν ασκεί επιρροή στη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής στην αιθυλική αλκοόλη που περιέχουν.
(βλ. σκέψεις 26-27, 30, διατακτ. 1)
2. Ενδεχόμενη απαλλαγή του κρασιού, του πορτό και του κονιάκ για μαγειρική χρήση που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τροφίμων από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά.
Τα οικεία προϊόντα θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της εν λόγω οδηγίας μόνον αν χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή αρωματικών ουσιών προοριζόμενων για την παρασκευή τροφίμων και μη οινοπνευματωδών ποτών.
(βλ. σκέψεις 33-34, 36, διατακτ. 2)
3. Η ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 92/83, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, συνεπάγεται ότι η επιβολή ειδικού φόρου καταναλώσεως επί προϊόντος ή η απαλλαγή του προϊόντος αυτού από τον εν λόγω φόρο πρέπει καταρχήν να αναγνωρίζεται από τα λοιπά κράτη μέλη. Αντίθετη ερμηνεία προσκρούει στην υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία και δύναται να παρακωλύσει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων.
Στην περίπτωση κατά την οποία προϊόντα όπως το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, για τα οποία έγινε δεκτό ότι δεν υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως ή απαλλάσσονται από τον φόρο αυτόν βάσει της οδηγίας 92/83 και τα οποία τέθηκαν προς κατανάλωση εντός του κράτους μέλους παραγωγής τους, προορίζονται για εμπορία εντός άλλου κράτους μέλους, το τελευταίο αυτό κράτος μέλος πρέπει να μεταχειρισθεί κατά τον ίδιο τρόπο τα προϊόντα αυτά εντός του εδάφους του, εκτός αν υφίστανται συγκεκριμένα, αντικειμενικά και εξακριβώσιμα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι το πρώτο κράτος μέλος δεν εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής ή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, δικαιολογείται η θέσπιση μέτρων αποτροπής της απάτης, της φοροδιαφυγής και των καταχρήσεων στον τομέα των απαλλαγών, καθώς και μέτρων εξασφαλίσεως της ορθής και άμεσης εφαρμογής των εν λόγω απαλλαγών.
(βλ. σκέψεις 41-42, 45, διατακτ. 3)
4. Το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χορήγηση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή απαλλαγής δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις προβλεπόμενες από εθνική ρύθμιση, όπως είναι ο περιορισμός των προσώπων στα οποία επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση επιστροφής φόρου, η τετράμηνη προθεσμία υποβολής της αιτήσεως αυτής και ο καθορισμός του ελάχιστου ποσού επιστροφής, παρά μόνον αν οι προϋποθέσεις αυτές αποδεικνύονται αναγκαίες για την εξασφάλιση της ορθής και άμεσης εφαρμογής της εν λόγω απαλλαγής, καθώς και για την αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν συντρέχει η περίπτωση αυτή όσον αφορά τις προβλεπόμενες από την εν λόγω ρύθμιση προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα, αφενός, η απαλλαγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 27, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας αποτελεί τον κανόνα και η άρνηση χορηγήσεως της απαλλαγής την εξαίρεση και, αφετέρου, η δυνατότητα που παρέχει η διάταξη αυτή στα κράτη μέλη να θεσπίζουν προϋποθέσεις προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή και άμεση εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και την αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων δεν αναιρεί το γεγονός ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση απαλλαγής από τον οικείο φόρο είναι απαλλαγμένη αιρέσεων.
(βλ. σκέψεις 51, 56, διατακτ. 4)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 9ης Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Οδηγία 92/83/ΕΟΚ – Εναρμόνιση των ρυθμίσεων περί του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί της αλκοόλης και των οινοπνευματωδών ποτών – Άρθρα 20, πρώτη περίπτωση, και 27, παράγραφος 1, στοιχεία ε΄ και στ΄ – Κρασί, πορτό και κονιάκ για μαγειρική χρήση»
Στην υπόθεση C‑163/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το First-tier Tribunal (Tax Chamber) (Ηνωμένο Βασίλειο) με απόφαση της 24ης Απριλίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Μαΐου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Repertoire Culinaire Ltd
κατά
The Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, D. Šváby, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), E. Juhász και J. Malenovský, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: N. Nanchev, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 10ης Ιουνίου 2010,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Repertoire Culinaire Ltd, εκπροσωπούμενη από τους P. Dewast, avocat, και H. Mercer, barrister,
– η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον B. Cabouat,
– η Πολωνική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Dowgielewicz,
– η Πορτογαλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L. Inez Fernandes,
– η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους R. Lyal και A. Sauka,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 2010,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 20, πρώτη περίπτωση, και 27, παράγραφος 1, στοιχεία ε΄ και στ΄ της οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά (ΕΕ L 316, σ. 21).
2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Repertoire Culinaire Ltd (στο εξής: Repertoire Culinaire) και των Commissioners for Her Majesty’s Revenue and Customs (υπαλλήλων των τελωνειακών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, στο εξής: Commissioners), όσον αφορά το φορολογικό σύστημα των οινοπνευματωδών ποτών που εμπίπτουν στη σύνθεση του κρασιού, του πορτό και του κονιάκ για μαγειρική χρήση.
Το νομικό πλαίσιο
Η κανονιστική ρύθμιση της Ένωσης
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις 3, 4, 18-20, 22 και 23 της οδηγίας 92/83 ορίζουν τα εξής:
«[…] για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς είναι σημαντικό να δοθούν κοινοί ορισμοί για όλα τα οικεία προϊόντα·
[…] είναι σκόπιμο οι εν λόγω ορισμοί να βασίζονται σε εκείνους της συνδυασμένης ονοματολογίας που ισχύουν κατά την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας οδηγίας·
[…]
[…] πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να επιστρέφουν τον ειδικό φόρο κατανάλωσης που επιβάλλεται στα αλκοολούχα ποτά, τα οποία έχουν καταστεί ακατάλληλα για κατανάλωση·
[…] είναι αναγκαίο να θεσπισθούν σε κοινοτικό επίπεδο οι απαλλαγές που ισχύουν για αγαθά, τα οποία μεταφέρονται μεταξύ κρατών μελών·
[…] είναι δυνατόν, πάντως να παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια να εφαρμόζουν απαλλαγές που συνδέονται με το είδος τελικής χρήσης του προϊόντος εντός του εδάφους τους·
[…]
[…] τα κράτη μέλη δεν πρέπει να αποστερούνται των μέσων καταπολέμησης κάθε φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης, η οποία δύναται να προκύψει στον τομέα των απαλλαγών·
[…] πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να υλοποιούν τις απαλλαγές που προβλέπει η οδηγία μέσω επιστροφής των ειδικών φόρων κατανάλωσης».
4 Το άρθρο 19, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:
«Τα κράτη μέλη επιβάλλουν ειδικό φόρο κατανάλωσης στην αιθυλική αλκοόλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.»
5 Το άρθρο 20 της ίδιας οδηγίας ορίζει:
«Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας ο όρος “αιθυλική αλκοόλη” περιλαμβάνει:
– όλα τα προϊόντα με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % vol, τα οποία υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2207 και 2208, ακόμη και όταν τα εν λόγω προϊόντα αποτελούν μέρος προϊόντος υπαγομένου σε άλλο κεφάλαιο της ΣΟ,
[…]».
6 Το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχεία ε΄ και στ΄, της εν λόγω οδηγίας έχει ως εξής:
«1. Τα κράτη μέλη απαλλάσσουν τα προϊόντα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο κατανάλωσης σύμφωνα με τους όρους τους οποίους καθορίζουν με σκοπό την ορθή και απλή εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και την πρόληψη φοροδιαφυγής, φοροαποφυγής ή κατάχρησης:
[…]
ε) όταν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών προς παρασκευή ειδών διατροφής και μη αλκοολούχων ποτών με αποκτημένο ογκομετρικό αλκοολικό τίτλο μέχρι και 1,2 %,
στ) όταν χρησιμοποιούνται απευθείας ή ως συστατικά ημιμεταποιημένων προϊόντων για την παραγωγή ειδών διατροφής, γεμιστών ή όχι, εφόσον σε κάθε περίπτωση η περιεχόμενη αλκοόλη δεν υπερβαίνει τα 8,5 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος για τις σοκολάτες και τα 5 λίτρα καθαρής αλκοόλης ανά 100 χιλιόγραμμα προϊόντος, για άλλα προϊόντα.»
7 Κατά το άρθρο 27, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/83:
«Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να εγκρίνουν τις ανωτέρω απαλλαγές μέσω επιστροφής των καταβληθέντων ειδικών φόρων κατανάλωσης.»
Η εθνική νομοθεσία
8 Το κεφάλαιο 4 του Finance Act 1995 (δημοσιονομικού νόμου του 1995) προβλέπει ένα μηχανισμό επιστροφής του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί των υποκείμενων σε φόρο οινοπνευματωδών στην περίπτωση και μόνον που χρησιμοποιήθηκαν για την παρασκευή τροφίμων τα οποία περιέχουν 5 κατά μέγιστο όριο λίτρα οινοπνεύματος ανά 100 χιλιόγραμμα τροφίμου.
9 Η επιστροφή χωρεί κατόπιν αιτήσεως εκ μέρους ορισμένων κατηγοριών προσώπων και για ποσά που δεν υπολείπονται των 250 λιρών στερλινών (GBP).
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
10 Η εταιρία Répertoire Culinaire δραστηριοποιείται στο Λονδίνο στον τομέα της χονδρικής εμπορίας τροφίμων.
11 Στις 10 Ιουλίου 2002 οι Commissioners σταμάτησαν ένα φορτηγό με ρυμουλκούμενο όχημα στην τελωνειακή ζώνη που υπόκειται στον έλεγχό τους στην περιοχή Coquelles της Γαλλίας.
12 Όσον αφορά το φορτίο του εν λόγω οχήματος, ο οδηγός του παρέσχε στις αρχές έγγραφο από το οποίο προέκυπτε ότι το φορτίο περιείχε ένδεκα παλέτες κρασιού για μαγειρική χρήση με παραλήπτη την εταιρία Repertoire Culinaire.
13 Από τον έλεγχο του εν λόγω φορτίου που διενήργησε ο τελωνειακός υπάλληλος προέκυψε ότι το φορτίο περιείχε 2 800 l λευκού κρασιού με κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο 11 %, 2 800 l ερυθρού κρασιού με κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο 11 %, 160 l πορτό με κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο 19 % και 80 l κονιάκ με κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο 40 %.
14 Τα εμπορεύματα αυτά δεσμεύθηκαν με την αιτιολογία ότι δεν αποδεικνυόταν η καταβολή του ειδικού φόρου καταναλώσεως που οφειλόταν στις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας.
15 Από έρευνες που διεξήγαγε η National Discreditation Team (αρμόδιος για την αναζήτηση αποδείξεων κρατικός φορέας) διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συστατικών» στα κατασχεθέντα οινοπνευματώδη ποτά.
16 Κατόπιν των ερευνών αυτών, τα εν λόγω εμπορεύματα κατασχέθηκαν στις 16 Ιουλίου 2002 ως εγκαταλειφθέντα.
17 Η κατάσχεση κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην προσφεύγουσα η οποία ζήτησε, στις 2 Αυγούστου 2002, την αποδέσμευση των οικείων εμπορευμάτων.
18 Με έγγραφο της 28ης Αυγούστου 2002 οι Commissioners απέρριψαν τη σχετική αίτηση.
19 Η Repertoire Culinaire υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως.
20 Με έγγραφο της 17ης Οκτωβρίου 2002, οι Commissioners πληροφόρησαν τη Repertoire Culinaire ότι, κατόπιν επανεξετάσεως της υποθέσεώς της, ενέμεναν στην αρχική τους απόφαση να μην αποδεσμεύσουν τα επίμαχα εμπορεύματα λόγω του ειδικού φόρου καταναλώσεως στον οποίο υπόκεινται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
21 Στις 4 Νοεμβρίου 2002 η Répertoire Culinaire άσκησε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου προσφυγή κατά της αποφάσεως της 17ης Οκτωβρίου 2002.
22 Υπό τις περιστάσεις αυτές, το First-tier Tribunal (Tax Chamber) αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα τέσσερα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Υπόκειται το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση σε ειδικό φόρο καταναλώσεως σύμφωνα με την οδηγία [92/83], στο κράτος μέλος εισαγωγής, με βάση το ότι καλύπτονται από τον ορισμό της “αιθυλικής αλκοόλης” που διατυπώνεται στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 20 της οδηγίας [αυτής];
2) Συνάδει με την υποχρέωση των κρατών μελών να θέσουν σε εφαρμογή την απαλλαγή του άρθρου 27, παράγραφος 1, σημείο στ΄, της οδηγίας 92/83, θεωρούμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 27, παράγραφος 6, και/ή με το άρθρο 28 ΕΚ και/ή με την ιδέα του αμέσου αποτελέσματος των υποχρεώσεων αυτών και/ή με τις αρχές της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας, το να περιορίζεται η απαλλαγή για το κρασί, το κονιάκ και το πορτό για μαγειρική χρήση στις περιπτώσεις όπου έχουν χρησιμοποιηθεί [οινοπνευματώδη] ποτά ως συστατικό και να περιορίζονται οι δικαιούμενοι να ζητήσουν απαλλαγή στα πρόσωπα εκείνα τα οποία χρησιμοποίησαν τα [οινοπνευματώδη] ποτά ως συστατικό για την παραγωγή προϊόντων και/ή στα πρόσωπα τα οποία δραστηριοποιούνται ως χονδρέμποροι τέτοιων προϊόντων και/ή παρήγαγαν ή παρασκεύασαν τέτοια προϊόντα για τους σκοπούς της δραστηριότητας αυτής και υπό τις περαιτέρω προϋποθέσεις ότι οι αιτήσεις επιστροφής του φόρου πρέπει να υποβληθούν εντός συνολικής προθεσμίας τεσσάρων μηνών από της καταβολής του φόρου και ότι το αξιούμενο ποσό της επιστροφής θα είναι τουλάχιστον 250 λίρες στερλίνες [GBP];
3) Πρέπει το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση, αν γίνει δεκτό ότι υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως με βάση την πρώτη περίπτωση του άρθρου 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83, και/ή το κονιάκ για μαγειρική χρήση, υπό την επιφύλαξη της εκβάσεως της παρούσας προσφυγής, να θεωρούνται ότι απαλλάσσονται του ειδικού φόρου καταναλώσεως κατά τον χρόνο παρασκευής τους δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, και, εναλλακτικώς, δυνάμει του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 92/83;
4) Υπό το πρίσμα των άρθρων 10 ΕΚ και 28 ΕΚ, θα επηρεάζονταν και, αν ναι, με ποιον τρόπο, οι υποχρεώσεις των κρατών μελών εκ των άρθρων 20 και 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, ή, εναλλακτικώς, 27, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 92/83, αν το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση είχαν απαλλαγεί από το κράτος μέλος παρασκευής τους της υπαγωγής στο σύστημα κυκλοφορίας των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης της οδηγίας 92/12 και είχαν υπαχθεί στο καθεστώς ελεύθερης διακινήσεως εντός της Ευρωπαϊκής Ενώσεως;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
Επί του πρώτου ερωτήματος
23 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το άρθρο 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο περιλαμβανόμενος στη διάταξη αυτή ορισμός της «αιθυλικής αλκοόλης» καλύπτει επίσης το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση.
24 Επισημαίνεται ότι το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση, που υπάγονται στο κεφάλαιο 21 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), υπό τη μορφή που απορρέει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2587/91 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1991 (ΕΕ L 259, σ. 1), ως παρασκευάσματα διατροφής, περιέχουν αιθυλική αλκοόλη η οποία υπάγεται στην κλάση 2208 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας και, εφόσον έχει κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 %, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83 (βλ. απόφαση της 12ης Ιουνίου 2008, C‑458/06, Gourmet Classic, Συλλογή 2008, σ. I‑4207, σκέψεις 35 και 36).
25 Συναφώς, δεν χωρεί αμφιβολία ως προς το ότι το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση, που αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, έχουν κατ’ όγκο αλκοολικό τίτλο άνω του 1,2 % και παρασκευάζονται με βάση οινοπνευματώδη ποτά υποκείμενα στον εναρμονισμένο βάσει της οδηγίας αυτής φόρο καταναλώσεως, ήτοι με βάση το κρασί και το πορτό.
26 Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι, στο μέτρο που το άρθρο 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83 έχει εφαρμογή ακόμη και όταν τα προϊόντα που αφορά η διάταξη αυτή αποτελούν μέρος προϊόντος υπαγόμενου σε άλλο κεφάλαιο της Συνδυασμένης Ονοματολογίας του παραρτήματος του κανονισμού 2658/87, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2587/91, το γεγονός ότι το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση θεωρούνται, αυτά καθαυτά, ως παρασκευάσματα διατροφής υπαγόμενα στο κεφάλαιο 21 της εν λόγω ονοματολογίας δεν επηρεάζει τη δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως αυτής στην αιθυλική αλκοόλη που περιέχουν (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Gourmet Classic, σκέψεις 36 έως 38).
27 Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το γεγονός ότι το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση είναι ακατάλληλα για κατανάλωση ως ποτά.
28 Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με τη δέκατη όγδοη και την εικοστή αιτιολογική σκέψη της, τα στοιχεία αυτά ασκούν επιρροή μόνο στο ζήτημα της απαλλαγής των οικείων προϊόντων από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως.
29 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τον τίτλο της οδηγίας 92/83, σκοπός της είναι η εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων καταναλώσεως που επιβάλλονται τόσο στα οινοπνευματώδη ποτά όσο και στην αλκοόλη εν γένει.
30 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ορισμός της έννοιας «αιθυλική αλκοόλη» τον οποίο περιλαμβάνει η εν λόγω διάταξη καλύπτει επίσης το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση.
Επί του τρίτου ερωτήματος
31 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, πρέπει να απαλλάσσονται από τον εναρμονισμένο βάσει της οδηγίας 92/83 ειδικό φόρο καταναλώσεως, εφόσον υπόκεινται στον φόρο αυτόν, ως προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας αυτής, ή ως προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή τροφίμων, κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της εν λόγω οδηγίας.
32 Συναφώς, μολονότι δεν αποκλείεται το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών προοριζόμενων για την παρασκευή τροφίμων και μη οινοπνευματωδών ποτών κατά την έννοια του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο ε΄, της οδηγίας 92/83, στην υπόθεση της κύριας δίκης δεν τίθεται ζήτημα τέτοιας χρήσεως των εν λόγω προϊόντων.
33 Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι τα επίδικα στη διαφορά της κύριας δίκης προϊόντα, ήτοι το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών, αλλά για την παρασκευή τροφίμων υπό τη μορφή συστατικών τα οποία ενσωματώνονται σε φαγητά.
34 Συνεπώς, εφόσον τα οικεία προϊόντα δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή αρωματικών ουσιών προοριζόμενων για την παρασκευή τροφίμων και μη οινοπνευματωδών ποτών, ενδεχόμενη απαλλαγή των επίδικων στη διαφορά της κύριας δίκης προϊόντων εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83.
35 Πράγματι, στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, όσον αφορά ενδεχόμενη απαλλαγή του κρασιού για μαγειρική χρήση από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι κρίσιμη διάταξη είναι καταρχήν το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 (προαναφερθείσα απόφαση Gourmet Classic, σκέψη 39).
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, ενδεχόμενη απαλλαγή του κρασιού, του πορτό και του κονιάκ για μαγειρική χρήση από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
37 Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν η διαπίστωση ότι προϊόντα όπως τα επίδικα στη διαφορά της κύριας δίκης προϊόντα, ήτοι το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, δεν υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως ή απαλλάσσονται από τον φόρο αυτόν βάσει της οδηγίας 92/83 και το γεγονός ότι τέθηκαν προς κατανάλωση εντός του κράτους μέλους παραγωγής τους έχει συνέπειες στη δυνητική εφαρμογή των διατάξεων της ίδιας οδηγίας στα εν λόγω προϊόντα από άλλο κράτος μέλος, όταν τα προϊόντα αυτά προορίζονται για διάθεση στο εμπόριο εντός του τελευταίου αυτού κράτους μέλους.
38 Συναφώς, επισημαίνεται ότι, δυνάμει της πρώτης και της τέταρτης αιτιολογικής σκέψεως της οδηγίας 92/12, η καθιέρωση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς προϋποθέτουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, περιλαμβανομένων όσων υπόκεινται σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως, καθώς και την υπό τους ίδιους όρους επιβολή του εν λόγω φόρου σε όλα τα κράτη μέλη.
39 Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/83, για την άρτια λειτουργία της εσωτερικής αγοράς επιβάλλεται η καθιέρωση κοινών ορισμών για όλα τα οικεία προϊόντα και ότι, σύμφωνα με τη δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη της ίδιας οδηγίας, είναι αναγκαίος ο καθορισμός, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, των απαλλαγών από φόρο που ισχύουν για τα μεταφερόμενα μεταξύ των κρατών μελών εμπορεύματα.
40 Ως εκ τούτου, για να εξασφαλισθεί η άρτια λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ο καθορισμός των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως και η εφαρμογή των απαλλαγών πρέπει, εφόσον δεν προβλέπονται ρητώς αντίθετες διατάξεις, να χαρακτηρίζονται από ομοιομορφία στο εσωτερικό της Ένωσης.
41 Η ομοιόμορφη εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 92/83 συνεπάγεται ότι η επιβολή ειδικού φόρου καταναλώσεως επί προϊόντος ή η απαλλαγή του προϊόντος αυτού από τον εν λόγω φόρο πρέπει καταρχήν να αναγνωρίζεται από τα λοιπά κράτη μέλη.
42 Αντίθετη ερμηνεία προσκρούει στην υλοποίηση του σκοπού που επιδιώκει η εν λόγω οδηγία και δύναται να παρακωλύσει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων.
43 Πάντως, στο πλαίσιο αυτό, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να δεσμεύεται από την εκ μέρους άλλου κράτους μέλους εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 92/83 ούτε να στερείται τη δυνατότητα που του παρέχουν η εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη και το άρθρο 27 της εν λόγω οδηγίας, ήτοι τη δυνατότητα θεσπίσεως μέτρων αποτροπής της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων στον τομέα των απαλλαγών, καθώς και εξασφαλίσεως της ορθής και άμεσης εφαρμογής των μέτρων αυτών.
44 Εξάλλου, η διαπίστωση της εν λόγω εσφαλμένης εφαρμογής ή της θεσπίσεως τέτοιων μέτρων πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα, αντικειμενικά και εξακριβώσιμα στοιχεία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C‑482/98, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. I‑10861, σκέψεις 51 και 52).
45 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, στην περίπτωση κατά την οποία προϊόντα όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη, ήτοι το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, για τα οποία έγινε δεκτό ότι δεν υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως ή απαλλάσσονται από τον φόρο αυτόν βάσει της οδηγίας 92/83 και τα οποία τέθηκαν προς κατανάλωση εντός του κράτους μέλους παραγωγής τους, προορίζονται για εμπορία εντός άλλου κράτους μέλους, το τελευταίο αυτό κράτος μέλος πρέπει να μεταχειρισθεί κατά τον ίδιο τρόπο τα προϊόντα αυτά εντός του εδάφους του, εκτός αν υφίστανται συγκεκριμένα, αντικειμενικά και εξακριβώσιμα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι το πρώτο κράτος μέλος δεν εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής ή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, δικαιολογείται η θέσπιση μέτρων αποτροπής της απάτης, της φοροδιαφυγής και των καταχρήσεων στον τομέα των απαλλαγών καθώς και εξασφαλίσεως της ορθής και άμεσης εφαρμογής των εν λόγω απαλλαγών.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
46 Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν αν, όσον αφορά προϊόντα όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη, ήτοι το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χορήγηση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή απαλλαγής, αφενός, χωρεί μόνο για τα πρόσωπα που έχουν χρησιμοποιήσει τα προϊόντα αυτά ως συστατικά για την παρασκευή τροφίμων και/ή τα πρόσωπα που ασκούν δραστηριότητα χονδρεμπορίας των τροφίμων αυτών και/ή τα παράγουν με σκοπό την άσκηση τέτοιας δραστηριότητας και, αφετέρου, εξαρτάται από την προϋπόθεση, πρώτον, να έχει υποβληθεί αίτηση επιστροφής φόρου εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την καταβολή του και, δεύτερον, το προς επιστροφή ποσό να μην υπολείπεται των 250 GBP.
47 Συναφώς, επισημαίνεται ευθύς εξαρχής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 6, της οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με τη δέκατη όγδοη και την εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της, τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν τις προβλεπόμενες από την οδηγία αυτή απαλλαγές διά της επιστροφής του καταβληθέντος ειδικού φόρου καταναλώσεως.
48 Εξάλλου, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός των απαλλαγών που προβλέπει η οδηγία 92/83 είναι, μεταξύ άλλων, η εξουδετέρωση των επιπτώσεων των ειδικών φόρων καταναλώσεως επί της αλκοόλης ως ενδιάμεσου προϊόντος που χρησιμοποιείται στη σύνθεση άλλων εμπορικών ή βιομηχανικών προϊόντων (βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 4, και απόφαση της 19ης Απριλίου 2007, C‑63/06, Profisa, Συλλογή 2007, σ. I‑3239, σκέψη 17).
49 Όπως προκύπτει από το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83, σε συνδυασμό με την εικοστή αιτιολογική σκέψη της, η εκ μέρους κράτους μέλους εφαρμογή της προβλεπόμενης από τη διάταξη αυτή απαλλαγής εξαρτάται από την τελική χρήση των οικείων προϊόντων.
50 Ομοίως, το εν λόγω άρθρο 27, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με την εικοστή δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/83, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν προϋποθέσεις προς εξασφάλιση της ορθής και άμεσης εφαρμογής των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή απαλλαγών και προς αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων.
51 Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται επίσης ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, αφενός, ότι η απαλλαγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 27, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/83 αποτελεί τον κανόνα και η άρνηση χορηγήσεως της απαλλαγής την εξαίρεση και, αφετέρου, ότι η δυνατότητα που παρέχει η διάταξη αυτή στα κράτη μέλη να θεσπίζουν διατάξεις «προκειμένου να εξασφαλίσουν την ορθή και [άμεση] εφαρμογή των απαλλαγών αυτών και την [αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων]» δεν αναιρεί το γεγονός ότι η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή υποχρέωση απαλλαγής από τον οικείο φόρο είναι απαλλαγμένη αιρέσεων (βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 50, και Profisa, σκέψη 18).
52 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, στο πλαίσιο της ασκήσεως της δυνατότητας αυτής, στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος απόκειται να προβάλει συγκεκριμένα, αντικειμενικά και εξακριβώσιμα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρού κινδύνου απάτης, φοροδιαφυγής ή καταχρήσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, προαναφερθείσα απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, σκέψη 52) και ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπει το εν λόγω κράτος μέλος στο πλαίσιο της σχετικής δυνατότητας που του αναγνωρίζεται δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού ορίου.
53 Συνεπώς, καίτοι τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν τις προβλεπόμενες από το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 απαλλαγές διά της επιστροφής του καταβληθέντος ειδικού φόρου καταναλώσεως και αναλόγως της χρήσεως των οικείων προϊόντων, εντούτοις δεν μπορούν να εξαρτήσουν την εφαρμογή της απαλλαγής αυτής από την τήρηση προϋποθέσεων οι οποίες δεν έχουν αποδειχθεί, βάσει συγκεκριμένων, αντικειμενικών και εξακριβώσιμων στοιχείων, αναγκαίες για την ορθή και άμεση εφαρμογή της εν λόγω απαλλαγής καθώς και για την αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής και των καταχρήσεων.
54 Από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπει η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, ήτοι ο περιορισμός των προσώπων στα οποία επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση επιστροφής φόρου, η τετράμηνη προθεσμία υποβολής της αιτήσεως αυτής και ο καθορισμός του ελάχιστου ποσού επιστροφής, δεν είναι αναγκαίες ούτε για την εξασφάλιση της ορθής και άμεσης εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 απαλλαγής ούτε για την αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων.
55 Ωστόσο, στο αιτούν δικαστήριο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την εξέταση της διαφοράς της κύριας δίκης και φέρει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί, απόκειται να εκτιμήσει βάσει των συγκεκριμένων, αντικειμενικών και εξακριβώσιμων στοιχείων που έχει στη διάθεσή του αν όντως συντρέχει η περίπτωση αυτή.
56 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χορήγηση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή απαλλαγής δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις όπως οι προβλεπόμενες στην επίδικη στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, ήτοι ο περιορισμός των προσώπων στα οποία επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση επιστροφής φόρου, τη τετράμηνη προθεσμία υποβολής της αιτήσεως αυτής και ο καθορισμός του ελάχιστου ποσού επιστροφής, παρά μόνον αν οι προϋποθέσεις αυτές αποδεικνύονται αναγκαίες για την εξασφάλιση της ορθής και άμεσης εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 απαλλαγής καθώς και για την αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν συντρέχει η περίπτωση αυτή όσον αφορά τις προβλεπόμενες από την εν λόγω ρύθμιση προϋποθέσεις.
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
1) Το άρθρο 20, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας 92/83/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την εναρμόνιση των διαρθρώσεων των ειδικών φόρων κατανάλωσης που επιβάλλονται στην αλκοόλη και τα αλκοολούχα ποτά πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ο ορισμός της έννοιας «αιθυλική αλκοόλη» τον οποίο περιλαμβάνει η εν λόγω διάταξη καλύπτει επίσης το κρασί και το πορτό για μαγειρική χρήση.
2) Υπό περιστάσεις όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, ενδεχόμενη απαλλαγή του κρασιού, του πορτό και του κονιάκ για μαγειρική χρήση από τον εναρμονισμένο ειδικό φόρο καταναλώσεως μπορεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83.
3) Στην περίπτωση κατά την οποία προϊόντα όπως τα επίδικα στην κύρια δίκη, ήτοι το κρασί, το πορτό και το κονιάκ για μαγειρική χρήση, για τα οποία έγινε δεκτό ότι δεν υπόκεινται σε ειδικό φόρο καταναλώσεως ή απαλλάσσονται από τον φόρο αυτόν βάσει της οδηγίας 92/83 και τα οποία τέθηκαν προς κατανάλωση εντός του κράτους μέλους παραγωγής τους, προορίζονται για εμπορία εντός άλλου κράτους μέλους, το τελευταίο αυτό κράτος μέλος πρέπει να μεταχειρισθεί κατά τον ίδιο τρόπο τα προϊόντα αυτά εντός του εδάφους του, εκτός αν υφίστανται συγκεκριμένα, αντικειμενικά και εξακριβώσιμα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι το πρώτο κράτος μέλος δεν εφάρμοσε ορθώς τις διατάξεις της οδηγίας αυτής ή ότι, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, δικαιολογείται η θέσπιση μέτρων αποτροπής της απάτης, της φοροδιαφυγής και των καταχρήσεων στον τομέα των απαλλαγών καθώς και μέτρων εξασφαλίσεως της ορθής και άμεση εφαρμογής των εν λόγω απαλλαγών.
4) Το άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η χορήγηση της προβλεπόμενης στη διάταξη αυτή απαλλαγής δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις όπως οι προβλεπόμενες στην επίδικη στη διαφορά της κύριας δίκης εθνική ρύθμιση, ήτοι ο περιορισμός των προσώπων στα οποία επιτρέπεται να υποβάλουν αίτηση επιστροφής φόρου, η τετράμηνη προθεσμία υποβολής της αιτήσεως αυτής και ο καθορισμός του ελάχιστου ποσού επιστροφής, παρά μόνον αν οι προϋποθέσεις αυτές αποδεικνύονται αναγκαίες για την εξασφάλιση της ορθής και άμεσης εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 27, παράγραφος 1, στοιχείο στ΄, της οδηγίας 92/83 απαλλαγής καθώς και για την αποτροπή της απάτης, της φοροδιαφυγής ή των καταχρήσεων. Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να εξακριβώσει αν συντρέχει η περίπτωση αυτή όσον αφορά τις προβλεπόμενες από την εν λόγω ρύθμιση προϋποθέσεις.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy