ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 17ης Δεκεμβρίου 2009
Υπόθεση C-197/09 RX-II
M
κατά
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (EMEA)
«Επανεξέταση της αποφάσεως T-12/08 P – Διαφορά ώριμη προς εκδίκαση – Δίκαιη δίκη – Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως – Προσβολή της ενότητας ή της συνοχής του κοινοτικού δικαίου»
Αντικείμενο: Επανεξέταση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [νυν Γενικό Δικαστήριο] (αναιρετικό τμήμα) της 6ης Μαΐου 2009, T‑12/08 P, Μ κατά EMEA, με την οποία το Πρωτοδικείο, αφενός, ακύρωσε τη διάταξη του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώτο τμήμα) της 19ης Οκτωβρίου 2007, F‑23/07, Μ κατά EMEA (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή), καθώς και την απόφαση του EMEA, της 25ης Οκτωβρίου 2006, με την οποία απορρίφθηκε η από 8 Αυγούστου 2006 αίτηση του Μ περί συγκλήσεως της επιτροπής αναπηρίας προκειμένου να εξετάσει την περίπτωσή του και, αφετέρου, υποχρέωσε την EMEA να καταβάλει στον προσφεύγοντα χρηματική ικανοποίηση ύψους 3 000 ευρώ.
Απόφαση: Η απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (αναιρετικό τμήμα) της 6ης Μαΐου 2009, T-12/08 P, M κατά EMEA, θίγει την ενότητα και τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου κατά το μέτρο που το Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατ’ αναίρεση, ερμήνευσε την κατά τα άρθρα 61 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος του Οργανισμού αυτού έννοια της «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς» κατά τρόπο που του επέτρεψε να αποφανθεί το ίδιο οριστικά επί της ουσίας, να αποφανθεί επί του αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση της φερόμενης ηθικής βλάβης και να υποχρεώσει τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων να καταβάλει χρηματική ικανοποίηση ύψους 3 000 ευρώ, παρά το γεγονός ότι η αίτηση αναιρέσεως της οποίας επελήφθη αφορούσε την εξέταση της μεταχειρίσεως την οποία επιφύλαξε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε ένσταση απαραδέκτου και ότι, ως προς την πτυχή της διαφοράς επί της οποίας το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε οριστικά επί της ουσίας, ουδεμία κατ’ αντιμωλία συζήτηση είχε διεξαχθεί ενώπιόν του ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τα σημεία 3 και 5 του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (αναιρετικό τμήμα) της 6ης Μαΐου 2009, T-12/08 P, M κατά EMEA, εξαφανίζονται. Η υπόθεση αναπέμπεται στο Γενικό Δικαστήριο. Ο M, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων, η Ιταλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Πολωνίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (οι πέντε τελευταίοι εκ των ανωτέρω διαδίκων κατέθεσαν υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις επί των αφορώντων την επανεξέταση ζητημάτων) φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους σχετικά με τη διαδικασία επανεξετάσεως.
Περίληψη
1. Αναίρεση – Αναίρεση κριθείσα βάσιμη – Διευθέτηση της διαφοράς επί της ουσίας εκ μέρους του κατ’ αναίρεση δικάσαντος δικαστηρίου – Προϋπόθεση – Ώριμη προς εκδίκαση διαφορά – Έννοια
(Κανονισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 61, εδ. 1, και παράρτημα I, άρθρο 13 § 1)
2. Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Δικαιώματα άμυνας – Αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως – Περιεχόμενο
3. Διαδικασία – Ένσταση απαραδέκτου – Αντικείμενο – Υποχρέωση του προβάλλοντος την ένσταση απαραδέκτου διαδίκου να αναπτύξει με το υπόμνημά του την επιχειρηματολογία του επί της ουσίας της διαφοράς – Δεν πληρούται εν προκειμένω
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 91· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 114)
4. Υπάλληλοι – Προσφυγή – Πλήρης δικαιοδοσία – Περιεχόμενο
(Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρο 91 § 1)
5. Επανεξέταση – Κρίση συνιστάμενη στη διαπίστωση ότι θίγεται η ενότητα ή η συνοχή του κοινοτικού δικαίου – Κριτήρια εκτιμήσεως – Απορρέουσες εξ αυτού συνέπειες
(Οργανισμός του Δικαστηρίου, άρθρο 62β, εδ. 1)
1. Κατ’ αρχήν, μια διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση εκ μέρους του δικάζοντος κατ’ αναίρεση δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος I του ως άνω Οργανισμού, οσάκις το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη κάνοντας δεκτή ένσταση απαραδέκτου, χωρίς να τη συνεκδικάσει με την ουσία. Πάντως, είναι δυνατή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, η απόφανση επί της ουσίας μιας προσφυγής. Τούτο συμβαίνει οσάκις, αφενός, η ακύρωση της αποφάσεως ή της διατάξεως κατά της οποίας ασκήθηκε η αναίρεση επάγεται κατ’ ανάγκη ως ένα βαθμό απόφανση επί της ουσίας της οικείας προσφυγής ή, αφετέρου, η εξέταση της ουσίας της προσφυγής ακυρώσεως εδράζεται σε ανταλλαγείσα μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της αναιρέσεως επιχειρηματολογία κατόπιν κρίσεως του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστή.
Ασφαλώς, το άρθρο 13, παράγραφος 1, του παραρτήματος Ι του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο αφορά την απόφαση του Πρωτοδικείου σε περίπτωση αναιρέσεως που κρίνεται βάσιμη, δεν διατυπώνεται κατ’ απολύτως ταυτόσημο τρόπο με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του ως άνω Οργανισμού, το οποίο αφορά το Δικαστήριο. Πάντως, σε περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ότι το πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο απέρριψε πεπλανημένως την προσφυγή ως απαράδεκτη κάνοντας δεκτή ένσταση απαραδέκτου, χωρίς να τη συνεκδικάσει με την ουσία, η έννοια της «ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς» πρέπει να ερμηνεύεται κατά πανομοιότυπο τρόπο για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι, σε αντίθεση προς το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 1, το προπαρατεθέν άρθρο 61 αναγνωρίζει στο Δικαστήριο περιθώριο εκτιμήσεως σε περίπτωση ώριμης προς εκδίκαση διαφοράς, επιτρέποντάς του να την αναπέμψει στο πρωτοδίκως δικάσαν δικαστήριο. Ενόψει τέτοιων ειδικών περιστάσεων, πρέπει να διαπιστώνεται ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση και η υπόθεση να αναπέμπεται ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, χωρίς να γίνεται χρήση οποιασδήποτε συναφώς εξουσίας του εκτιμήσεως.
2. Τα δικαιώματα άμυνας περιλαμβάνουν την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως η οποία εφαρμόζεται σε κάθε διαδικασία δυνάμενη να καταλήξει στην εκ μέρους κοινοτικού οργάνου έκδοση αποφάσεως η οποία θίγει σοβαρά τα συμφέροντα ενός προσώπου. Κατά κανόνα, συνεπάγεται το δικαίωμα των διαδίκων να λαμβάνουν γνώση των πραγματικών περιστατικών και των εγγράφων επί των οποίων πρόκειται να στηριχθεί η ένδικη απόφαση, καθώς και το δικαίωμά τους να συζητήσουν τα αποδεικτικά στοιχεία και τις υποβληθείσες ενώπιον δικαστή παρατηρήσεις, καθώς και τους νομικούς ισχυρισμούς τους οποίους έλαβε υπόψη του αυτεπαγγέλτως ο δικαστής και επί των οποίων πρόκειται να στηρίξει την απόφασή του. Πράγματι, για να τηρηθούν οι σχετικές με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επιταγές, πρέπει οι διάδικοι να γνωρίζουν και να μπορούν να συζητήσουν κατ’ αντιμωλία τόσο τα πραγματικά όσο και τα νομικά στοιχεία που έχουν αποφασιστική σημασία για την έκβαση της διαδικασίας. Τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα μεριμνούν ώστε να τηρούνται ενώπιόν τους, αλλά και να τηρούν τα ίδια, την αρχή την εκατέρωθεν ακροάσεως. Η τήρηση της εν λόγω αρχής πρέπει να εξασφαλίζεται υπέρ όλων των διαδίκων σε ασκηθείσα ενώπιον του κοινοτικού δικαστή δίκη, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού τους. Επομένως, και τα κοινοτικά θεσμικά όργανα μπορούν να επικαλεστούν την ίδια αρχή εφόσον είναι διάδικοι σε παρόμοια δίκη.
3. Δεν μπορεί να προσάπτεται στον καθού διάδικο ότι παραιτήθηκε αυτοβούλως από το να αναπτύξει πρωτοδίκως την επιχειρηματολογία του επί της ουσίας της διαφοράς, περιοριζόμενος, στο πλαίσιο της άμυνάς του, στην προβολή ενστάσεως απαραδέκτου. Πράγματι, η προβλεπόμενη τόσο στο άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου όσο και στο άρθρο 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου ένσταση απαραδέκτου, ως παρεμπίπτον ζήτημα, επιτρέπει, για λόγους οικονομίας της δίκης, τον περιορισμό, αρχικώς, της συζητήσεως και της εξετάσεως στο ζήτημα αν η επίδικη προσφυγή είναι παραδεκτή. Έτσι, με την εξέταση του παρεμπίπτοντος ζητήματος αποφεύγεται τα υπομνήματα των διαδίκων και η εξέταση του δικαστή να αφορούν την ουσία της υποθέσεως, μολονότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Αντιθέτως, αν η προσφυγή κριθεί παραδεκτή, μετά την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου ή αν αυτή συνενωθεί με την ουσία, κατόπιν, πρέπει να χωρήσει συζήτηση επί της ουσίας της προσφυγής.
Επομένως, θα ήταν ασυμβίβαστο προς τη ratio της διέπουσας την ένσταση απαραδέκτου κανονιστικής ρυθμίσεως το να υποχρεωθεί ο προβάλλων παρόμοια ένσταση απαραδέκτου διάδικος να σπεύσει, φρονίμως ποιών, ταυτόχρονα ή, εφόσον δικαιώθηκε πρωτοδίκως, με το απαντητικό στα πλαίσια της αναιρετικής δίκης υπόμνημά του, να αναπτύξει την επί της ουσίας της διαφοράς επιχειρηματολογία του.
4. Η ανατιθέμενη βάσει του άρθρου 91, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον κοινοτικό δικαστή αρμοδιότητα να κρίνει κατά πλήρη δικαιοδοσία τον επιφορτίζει με την αποστολή να επιλύει πλήρως τις διαφορές των οποίων επιλαμβάνεται. Η αρμοδιότητα αυτή του επιτρέπει, ακόμη και αν δεν έχει διατυπωθεί σχετικό νομότυπο αίτημα, όχι μόνον να ακυρώσει, αλλ’ ενδεχομένως και να υποχρεώσει αυτεπαγγέλτως τον καθού διάδικο σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που προκάλεσε με το υπηρεσιακό του πταίσμα. Πάντως, ο κοινοτικός δικαστής αδυνατεί κατ’ αρχήν να θεμελιώσει την απόφασή του επί νομικού λόγου τον οποίο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, έστω και αν πρόκειται για λόγο δημοσίας τάξεως, χωρίς να έχει καλέσει προηγουμένως τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του λόγου αυτού.
Κατόπιν αυτού, η αναγνωριζόμενη στα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα αρμοδιότητα να επιλαμβάνονται κατά πλήρη δικαιοδοσία των χρηματικής φύσεως διαφορών μεταξύ των κοινοτικών θεσμικών οργάνων και των υπαλλήλων τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απονέμουσα στα εν λόγω δικαιοδοτικά όργανα την εξουσία να μην υπαγάγουν παρόμοια διαφορά στην τήρηση των συνδεομένων με την αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως διαδικαστικών κανόνων.
5. Συνιστά απόφαση θίγουσα την ενότητα ή τη συνοχή του κοινοτικού δικαίου, κατά το άρθρο 62β, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, απόφαση του νυν Γενικού Δικαστηρίου η οποία απέκλινε από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου αφορώσα δύο διαδικαστικούς κανόνες οι οποίοι τυγχάνουν εφαρμογής ανεξάρτητα από το επίδικο θέμα και οι οποίοι καταλαμβάνουν σημαντική θέση στην κοινοτική έννομη τάξη, όταν η συγκεκριμένη απόφαση του νυν Γενικού Δικαστηρίου αφορά για πρώτη φορά ένα ζήτημα και ως εκ τούτου δύναται να αποτελέσει προηγούμενο για μέλλουσες υποθέσεις.
Εξάλλου, υπό το φως του γράμματος του άρθρου 62β, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να περιοριστεί στη διαπίστωση ότι θίγεται η ενότητα ή η συνοχή του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να συναγάγει τις συνέπειες από τη διαπίστωση αυτή ως προς την επίδικη διαφορά. Επομένως, παρόμοια απόφαση του νυν Γενικού Δικαστηρίου πρέπει να εξαφανίζεται, η δε υπόθεση να αναπέμπεται ενώπιον του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου.
Full & Egal Universal Law Academy