Υπόθεση C-199/09
Schenker SIA
κατά
Valsts ieņēmumu dienests
(αίτηση του Augstākās tiesas Senāta Administratīvo lietu departaments
για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 – Διατάξεις εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα – Άρθρο 6, παράγραφος 2 – Αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας – Έννοια της φράσης “ενός μόνον είδους εμπορευμάτων”»
Περίληψη της αποφάσεως
Κοινό δασμολόγιο – Κατάταξη εμπορευμάτων – Δεσμευτική δασμολογική πληροφορία – Αντικείμενο – Ένα μόνον είδος εμπορευμάτων – Έννοια
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου· κανονισμός 2454/93 της Επιτροπής, άρθρο 6 § 2)
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1602/2000, έχει την έννοια ότι αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορεί να αφορά διαφορετικά εμπορεύματα εφόσον αυτά εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων. Μόνον εμπορεύματα τα οποία παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και των οποίων τα στοιχεία διαφοροποιήσεως ουδόλως επηρεάζουν τη δασμολογική τους κατάταξη μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
(βλ. σκέψη 24 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 2ας Δεκεμβρίου 2010 (*)
«Κανονισμός (ΕΟΚ) 2454/93 – Διατάξεις εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα – Άρθρο 6, παράγραφος 2 – Αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας – Έννοια του “ενός μόνον είδους εμπορευμάτων”»
Στην υπόθεση C‑199/09,
με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το Augstākās tiesas Senāta Administratīvo lietu departaments (Λεττονία) με απόφαση της 30ής Απριλίου 2009, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 4 Ιουνίου 2009, στο πλαίσιο της δίκης
Schenker SIA
κατά
Valsts ieņēmumu dienests,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους K. Lenaerts, πρόεδρο τμήματος, D. Šváby (εισηγητή), E. Juhász, Γ. Αρέστη και T. von Danwitz, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: J. Kokott
γραμματέας: A. Calot Escobar
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία,
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– η Schenker SIA, εκπροσωπούμενη από τον A. Tauriņš, valdes loceklis,
– η Valsts ieņēmumu dienests, εκπροσωπούμενη από τον A. Drulle,
– η Λεττονική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τις K. Drēviņa και K. Krasovska,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον A. Sauka και την L. Bouyon,
κατόπιν της αποφάσεως που έλαβε, αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, να εκδικάσει την υπόθεση χωρίς ανάπτυξη προτάσεων,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1602/2000 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2000 (ΕΕ L 188, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα).
2 Η ως άνω αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Schenker SIA (στο εξής: Schenker) και της Valsts ieņēmumu dienests (λεττονικής διοικητικής αρχής αρμόδιας για τη φορολογία, στο εξής: VID) όσον αφορά την άρνηση της τελευταίας να παράσχει δεσμευτική δασμολογική πληροφορία για τα εμπορεύματα που ονομάζονται «οθόνες υγρών κρυστάλλων LCD» με το σκεπτικό ότι μία μόνον αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας είχε κατατεθεί για πλείονα είδη εμπορευμάτων.
Το νομικό πλαίσιο
3 Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 82/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 17, σ. 1, στο εξής: τελωνειακός κώδικας):
«Όταν ένα πρόσωπο ζητά από τις τελωνειακές αρχές τη λήψη απόφασης σχετικής με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, το πρόσωπο αυτό παρέχει όλα τα στοιχεία και έγγραφα, που είναι αναγκαία στις αρχές αυτές για να αποφανθούν.»
4 Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα:
«Κάθε πρόσωπο μπορεί να ζητήσει από τις τελωνειακές αρχές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας.
Η αίτηση αυτή μπορεί να απορριφθεί όταν δεν σχετίζεται με πράγματι προβλεπόμενη πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής.»
5 Το άρθρο 12 του τελωνειακού κώδικα ορίζει:
«1. Οι τελωνειακές αρχές εκδίδουν, κατόπιν γραπτής αιτήσεως και με τον τρόπο που καθορίζει η διαδικασία της επιτροπής, δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες ή δεσμευτικές πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή.
2. Οι δεσμευτικές δασμολογικές πληροφορίες ή οι δεσμευτικές πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή δεσμεύουν τις τελωνειακές μόνον αρχές έναντι του δικαιούχου μόνο για τη δασμολογική κατάταξη ή τον καθορισμό της καταγωγής ενός εμπορεύματος, αντιστοίχως.
[…]
3. Ο δικαιούχος πρέπει να αποδεικνύει ότι υπάρχει πλήρης αντιστοιχία από κάθε άποψη:
– από δασμολογική άποψη: μεταξύ του διασαφησθέντος εμπορεύματος και του εμπορεύματος που περιγράφεται στην πληροφορία·
[…]
4. Μια δεσμευτική πληροφορία ισχύει, από την ημερομηνία παροχής της, για διάστημα έξι ετών όταν αφορά δασμολογικά θέματα και τριών ετών όταν αφορά θέματα καταγωγής. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 8, η πληροφορία ακυρώνεται όταν έχει δοθεί βάσει ανακριβών ή ελλιπών στοιχείων που χορηγήθηκαν από τον αιτούντα.
[…]»
6 Δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα:
«Κατά την έννοια του παρόντος τίτλου νοείται ως:
1) δεσμευτική πληροφορία: δασμολογική πληροφορία ή πληροφορία σχετικά με την καταγωγή που δεσμεύει τις διοικητικές υπηρεσίες όλων των κρατών μελών […], εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 6 και 7·
[…]».
7 Κατά το άρθρο 6 του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα:
«1. Η αίτηση για παροχή δεσμευτικής πληροφορίας συντάσσεται γραπτώς και απευθύνεται είτε στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους ή των κρατών μελών, στο οποίο ή στα οποία η εν λόγω πληροφορία πρέπει να χρησιμοποιηθεί, είτε στις αρμόδιες τελωνειακές αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών.
Η αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας υποβάλλεται με έντυπο σύμφωνο προς το υπόδειγμα του παραρτήματος 1Β.
2. Η αίτηση για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας πρέπει να αφορά ένα μόνον είδος εμπορευμάτων· η αίτηση για παροχή δεσμευτικής πληροφορίας σχετικά με την καταγωγή πρέπει να αφορά ένα μόνον είδος εμπορευμάτων και τις συνθήκες για την απόκτηση της καταγωγής.
3.Α) Η αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας πρέπει να περιλαμβάνει, ιδίως, τα ακόλουθα πληροφοριακά στοιχεία:
α) το όνομα και τη διεύθυνση του δικαιούχου·
β) το όνομα και τη διεύθυνση του αιτούντος, στην περίπτωση που αυτός δεν είναι ο δικαιούχος·
γ) την τελωνειακή ονοματολογία στην οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί η κατάταξη. Όταν ο αιτών επιθυμεί να επιτύχει την κατάταξη εμπορεύματος σε μια από τις ονοματολογίες, που αναφέρονται στο άρθρο 20 παράγραφος 3 στοιχείο β) και παράγραφος 6 στοιχείο β) του [τελωνειακού] κώδικα, στην αίτησή του για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας πρέπει να αναφέρεται ρητά η σχετική ονοματολογία·
δ) λεπτομερή περιγραφή του εμπορεύματος η οποία επιτρέπει την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και την κατάταξή του στην τελωνειακή ονοματολογία·
ε) τη σύνθεση του εμπορεύματος, καθώς και τις μεθόδους εξέτασης που, ενδεχομένως, χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της, στην περίπτωση που η κατάταξη εξαρτάται από αυτή·
στ) την προσκόμιση, ενδεχομένως υπό μορφή συνημμένων, δειγμάτων, φωτογραφιών, σχεδίων, καταλόγων ή κάθε άλλου έντυπου υλικού που μπορεί να βοηθήσει τις τελωνειακές αρχές να προσδιορίσουν την ορθή κατάταξη του εμπορεύματος στην τελωνειακή ονοματολογία·
ζ) την προτεινόμενη κατάταξη·
η) τη συμφωνία για προσκόμιση, μετά από αίτηση των τελωνειακών αρχών, μετάφρασης των εγγράφων, που ενδεχομένως επισυνάπτονται, στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·
θ) τα στοιχεία που πρέπει να θεωρούνται ως εμπιστευτικά·
ι) την ένδειξη, εκ μέρους του αιτούντος, ότι, σύμφωνα με τα όσα γνωρίζει, έχει ήδη ζητηθεί ή εκδοθεί στην [Ένωση] δεσμευτική δασμολογική πληροφορία για πανομοιότυπο ή ομοειδές εμπόρευμα·
[…]
4. Αν, κατά την παραλαβή της, οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι η αίτηση δεν περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να είναι σε θέση να αποφασίσουν, γνωρίζοντας πλήρως την κατάσταση, ζητούν από τον αιτούντα να τους προσκομίσει τα ελλείποντα στοιχεία. […]
[…]»
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
8 Στις 15 Φεβρουαρίου 2005, η Schenker υπέβαλε στη VID αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας όσον αφορά οθόνες υγρών κρυστάλλων LCD οι οποίες, κατά τη γνώμη της, θα έπρεπε να καταταγούν στη διάκριση 9013 80 20 της Συνδυασμένης Ονοματολογίας που εμφαίνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1810/2004 της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2004 (ΕΕ L 327, σ. 1, στο εξής: ΣΟ). Στο πλαίσιο της περιγραφής του επίμαχου εμπορεύματος, η Schenker τόνισε ότι επρόκειτο για οθόνες υγρών κρυστάλλων που χρησιμοποιούνται ως συστατικά στοιχεία για την κατασκευή ηλεκτρονικών συσκευών και ότι το εν λόγω προϊόν δεν μπορούσε, αφ’ εαυτού, ούτε να προσλάβει ούτε να επεξεργασθεί αυτοτελώς πληροφορίες.
9 Η VID, εκτιμώντας ότι η αίτηση της Schenker δεν ήταν σύμφωνη προς το άρθρο 6, παράγραφος 1, του τελωνειακού κώδικα και προς το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, αρνήθηκε να παράσχει δεσμευτική δασμολογική πληροφορία. Η VID έκρινε, αφενός, ότι η Schenker δεν είχε προσκομίσει επαρκή στοιχεία τα οποία θα παρείχαν στη VID τη δυνατότητα να κατατάξει τα επίμαχα εμπορεύματα και, αφετέρου, ότι η Schenker δεν είχε καταθέσει χωριστές αιτήσεις ανάλογα με τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των επίμαχων εμπορευμάτων, δεδομένου ότι οι οθόνες υγρών κρυστάλλων εμφανίζονται υπό διάφορες διαστάσεις, δηλαδή είναι 26, 29 και 32 ιντσών.
10 Η Schenker προσέβαλε την απόφαση της VID ενώπιον του Administratīvā rajona tiesa (περιφερειακού Διοικητικού Πρωτοδικείου) και η προσφυγή της ευδοκίμησε τόσο πρωτοδίκως, ενώπιον του ως άνω δικαιοδοτικού οργάνου, όσο και κατ’ έφεση, ενώπιον του Administratīvā apgabaltiesa (Διοικητικού Εφετείου). Το εν λόγω Διοικητικό Εφετείο έκρινε ότι καμία διάταξη του τελωνειακού κώδικα ή του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα δεν απέκλειε τη δυνατότητα υποβολής ενιαίας αιτήσεως παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας για πλείονα εμπορεύματα προοριζόμενα προς κατάταξη σε έναν και τον αυτό κωδικό της ΣΟ.
11 Κατόπιν τούτου, η VID άσκησε αναίρεση ενώπιον του Augstākās tiesas Senāta Administratīvo lietu departaments, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Πρέπει το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού [εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα] να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση υποβολής αιτήσεως για παροχή δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας, πρέπει να παρέχεται δεσμευτική πληροφορία αφορώσα πανομοιότυπα εμπορεύματα, τα οποία έχουν κοινή εμπορική ονομασία, κοινό αριθμό προϊόντος ή τα οποία πληρούν από κοινού οποιοδήποτε άλλο κριτήριο τα διακρίνει ή τα προσδιορίζει;»
Επί του προδικαστικού ερωτήματος
12 Με το ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσίαν, να διευκρινιστεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, κατά το οποίο αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορεί να αφορά ένα μόνον είδος εμπορευμάτων, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια τέτοια αίτηση πρέπει να αφορά περιοριστικώς ένα μόνον εμπόρευμα και, επομένως, δεν μπορεί να αφορά διαφορετικά εμπορεύματα έστω και αν τα στοιχεία διαφοροποιήσεως μεταξύ αυτών είναι ασήμαντα.
13 Με το ερώτημα που έθεσε το αιτούν δικαστήριο ζητείται να προσδιοριστεί αν οθόνες υγρών κρυστάλλων LCD, όπως είναι οι επίμαχες στην κύρια δίκη, συνιστούν «ένα μόνον είδος εμπορευμάτων» κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα.
14 Διαπιστώνεται, εκ προοιμίου, ότι ο τελωνειακός κώδικας και ο κανονισμός εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα δεν περιέχουν ορισμό της έννοιας του «ενός μόνον είδους εμπορευμάτων» που εμφαίνεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού. Για την ερμηνεία της, πρέπει, συνεπώς, να ληφθούν υπόψη το γράμμα, το πλαίσιο και ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση της 6ης Μαρτίου 2008, C‑98/07, Nordania Finans και BG Factoring, Συλλογή 2008, σ. I‑1281, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
15 Συναφώς, διαπιστώνεται, πρώτον, ότι, κατά το γράμμα του εν λόγω άρθρου 6, παράγραφος 2, που αναφέρεται σε «ένα μόνον είδος εμπορευμάτων», μια αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορεί να αφορά διαφορετικά εμπορεύματα εφόσον τα εμπορεύματα αυτά εμπίπτουν στο ίδιο είδος. Λαμβανομένης υπόψη της συνήθους σημασίας του τελευταίου αυτού όρου, μόνον εμπορεύματα που παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά δύνανται να συνιστούν «ένα μόνον είδος εμπορευμάτων».
16 Δεύτερον, προκειμένου να προσδιορισθεί ποια στοιχεία διαφοροποιήσεως αποκλείουν τη δυνατότητα να θεωρηθούν ως εμπίπτοντα σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα, εμπορεύματα έχοντα παρόμοια χαρακτηριστικά, πρέπει να υπομνηστεί ότι το σύστημα των δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών έχει ως σκοπό να παρέχει στον επιχειρηματία ασφάλεια δικαίου οσάκις υφίσταται αμφιβολία ως προς τη δασμολογική κατάταξη εμπορεύματος (βλ. απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1998, C‑315/96, Lopex Export, Συλλογή 1998, σ. I‑317, σκέψη 28). Έτσι, η δεσμευτική δασμολογική πληροφορία εγγυάται στον κάτοχό της την κατάταξη του εμπορεύματος σε συγκεκριμένη δασμολογική κλάση, γεγονός το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να γνωρίζει, εκ των προτέρων, το ύψος των οφειλομένων δασμών κατά τη διεκπεραίωση των τελωνειακών διατυπώσεων για το εν λόγω εμπόρευμα.
17 Εξάλλου, το εν λόγω σύστημα διευκολύνει τη λειτουργία των ίδιων των τελωνειακών υπηρεσιών καθόσον η δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο μιας τέτοιας πληροφορίας καθορίζεται και για κάθε μέλλουσα τελωνειακή διασάφηση αφορώσα τα εν λόγω εμπορεύματα επί όσο χρόνο ισχύει η εν λόγω πληροφορία (βλ. απόφαση Lopex Export, προπαρατεθείσα, σκέψη 19).
18 Προκειμένου να καταστεί δυνατή η επίτευξη του σκοπού του συστήματος των δεσμευτικών δασμολογικών πληροφοριών, το άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα επιβάλλει στον αιτούντα μια τέτοια πληροφορία να παράσχει, με την αίτησή του, λεπτομερή περιγραφή του εμπορεύματος καθώς και κάθε χρήσιμο στοιχείο που είναι ικανό να παράσχει τη δυνατότητα στις οικείες τελωνειακές αρχές να προσδιορίσουν ορθώς την κατάταξη του εν λόγω εμπορεύματος στην τελωνειακή ονοματολογία.
19 Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού τον οποίο επιδιώκει η επίμαχη ρύθμιση, ορισμένα εμπορεύματα, έστω και αν έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά, δεν μπορούν να θεωρούνται ότι ανήκουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα οσάκις αυτά είναι ικανά να καταταγούν σε διαφορετικές κλάσεις ή διατάξεις της τελωνειακής ονοματολογίας. Συγκεκριμένα, η υποβολή για πλείονα εμπορεύματα, τα οποία ενδέχεται να εμπίπτουν σε διαφορετικές κλάσεις ή διατάξεις, μιας και της αυτής αιτήσεως παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας, θα καθιστούσε πλέον περίπλοκη την εργασία των τελωνειακών υπηρεσιών αλλά και θα συνεπαγόταν σοβαρό κίνδυνο προκλήσεως πλάνης κατά την εκτίμηση των παρεχομένων με την αίτηση στοιχείων και, επομένως, κατά τον προσδιορισμό της κατατάξεως των εν λόγω εμπορευμάτων.
20 Υπό τις συνθήκες αυτές, μια αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας δεν μπορεί να αφορά διαφορετικά εμπορεύματα, έστω και αν αυτά παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά, οσάκις τα υφιστάμενα μεταξύ των εν λόγω εμπορευμάτων στοιχεία διαφοροποιήσεως ενδέχεται να επηρεάσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη δασμολογική κατάταξη των εμπορευμάτων αυτών.
21 Πάντως, στην υπόθεση της κύριας δίκης, διαπιστώνεται ότι η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης υπέβαλε αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας με την οποία επιδίωκε να αρθεί κάθε αμφιβολία σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη διαφόρων οθονών υγρών κρυστάλλων LCD. Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι η αίτηση αυτή αφορούσε οθόνες ποικίλων διαστάσεων, δηλαδή οθόνες 26, 29 και 32 ιντσών αντιστοίχως. Ακόμη και αν υποτεθεί, όπως προβάλλει η αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, ότι οι διαστάσεις των οθονών υγρών κρυστάλλων LCD αποτελούσαν το μόνο στοιχείο διαφοροποιήσεως που υπήρχε μεταξύ των διαφόρων εμπορευμάτων που αποτελούσαν αντικείμενο της εν λόγω αιτήσεως, διαπιστώνεται ότι το εν λόγω στοιχείο διαφοροποιήσεως δεν στερείται επιρροής προς τον σκοπό της δασμολογικής κατατάξεως των εν λόγω οθονών.
22 Συγκεκριμένα, έστω και αν η προτεινόμενη από την αναιρεσίβλητη της κύριας δίκης, με την αίτησή της παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας, κατάταξη αναφερόταν στην κλάση 9013 της ΣΟ, που δεν συμπεριλαμβάνει τις διαστάσεις ενός εμπορεύματος στους κρίσιμους παράγοντες προς τον σκοπό της κατατάξεως του εν λόγω εμπορεύματος στη μία ή την άλλη εκ των διακρίσεων της εν λόγω κλάσεως, μια τέτοια προτεινόμενη κατάταξη δεν δεσμεύει τις τελωνειακές αρχές. Πάντως, όπως προκύπτει από την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, C‑16/08, Schenker (Συλλογή 2009, σ. I‑5015, σκέψεις 19, 20 και 30), η αμφιβολία σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη των οθονών υγρών κρυστάλλων LCD, η οποία υφίστατο κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, αφορούσε, κατ’ ουσίαν, την κατάταξή τους στις κλάσεις 8528, 8529 ή 9013 της ΣΟ. Διαπιστώνεται ότι οι διαστάσεις εμπορεύματος εμπίπτοντος στην κλάση 8528 της ΣΟ ενδέχεται να αποτελούν κρίσιμο παράγοντα προς τον σκοπό της κατατάξεως του εν λόγω εμπορεύματος σε μία από τις διακρίσεις της εν λόγω κλάσεως.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, οθόνες οι οποίες παρουσιάζουν, όπως οι επίμαχες στη διαφορά τη κύριας δίκης, στοιχεία διαφοροποιήσεως δυνάμενα να επηρεάσουν κατά κάποιο τρόπο τη δασμολογική κατάταξή τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα.
24 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού εφαρμογής του τελωνειακού κώδικα έχει την έννοια ότι αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορεί να αφορά διαφορετικά εμπορεύματα εφόσον αυτά εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων. Μόνον εμπορεύματα τα οποία παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και των οποίων τα στοιχεία διαφοροποιήσεως ουδόλως επηρεάζουν τη δασμολογική τους κατάταξη μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, σ’ αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν όσοι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, πλην των ως άνω διαδίκων, δεν αποδίδονται.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (τρίτο τμήμα) αποφαίνεται:
Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1602/2000 της Επιτροπής, της 24ης Ιουλίου 2000, έχει την έννοια ότι αίτηση παροχής δεσμευτικής δασμολογικής πληροφορίας μπορεί να αφορά διαφορετικά εμπορεύματα εφόσον αυτά εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων. Μόνον εμπορεύματα τα οποία παρουσιάζουν παρόμοια χαρακτηριστικά και των οποίων τα στοιχεία διαφοροποιήσεως ουδόλως επηρεάζουν τη δασμολογική τους κατάταξη μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν σε ένα μόνον είδος εμπορευμάτων κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
(υπογραφές)
* Γλώσσα διαδικασίας: η λεττονική.
Full & Egal Universal Law Academy